Logo Passei Direto
Buscar
Material
páginas com resultados encontrados.
páginas com resultados encontrados.

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Escolha uma das opções e acesse esse e outros materiais sem bloqueio. 🤩

Cadastre-se ou realize login

Ao continuar, você aceita os Termos de Uso e Política de Privacidade

Prévia do material em texto

<p>user</p><p>Sticky Note</p><p>παραγωγή pdf: elifrac</p><p>ΝΤΑΝ ΜΠΡΑΟΥΝ</p><p>ILLUMINATI</p><p>Οι Πεφωτισμένοι</p><p>Μετάφραση από τα αγγλικά:</p><p>ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ</p><p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ</p><p>ΑΘΗΝΑ 2004</p><p>Το  βιβλίο  αυτό  αποτελεί  ένα  φανταστικό  δημιούργημα.  Τα</p><p>ονόματα,  οι  χαρακτήρες,  οι  τοποθεσίες  και  τα περιστατικά  είναι</p><p>προϊόντα  της φαντασίας  του  συγγραφέα  η  χρησιμοποιούνται  σε</p><p>φανταστικό  πλαίσιο.  Οποιαδήποτε  ομοιότητα  με  πραγματικά</p><p>γεγονότα,  μέρη  ή  πρόσωπα,  εν  ζωή  ή  όχι,  είναι  τελείως</p><p>συμπτωματική.</p><p>Σειρά: ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ</p><p>Τύτλος πρωτοτύπου: ANGELS & DEMONS</p><p>Συγγραφέας: DAN BROWN</p><p>Copyright © 2000, Dan Brown</p><p>Copyright © 2004 για την ελληνική γλώσσα:</p><p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ABE</p><p>Σόλωνος 98 ‐ 106 80 Αθήνα. Τηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791</p><p>http://www.livanis.gr</p><p>Απαγορεύεται η αναδημοσίευση,  η αναπαραγωγή,  ολική,  μερική</p><p>ή  περιληπτική,  ή  η  απόδοση  κατά  παράφραση  ή  διασκευή  του</p><p>περιεχομένου  του  βιβλίου  με  οποιονδήποτε  τρόπο,  μηχανικό,</p><p>ηλεκτρονικό,  φωτοτυπικό,  ηχογράφησης  ή  άλλο,  χωρίς</p><p>προηγούμενη  γραπτή  άδεια  του  εκδότη.  Νόμος  2121/1993  και</p><p>κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.</p><p>Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη</p><p>ISBN 960‐14‐0862‐2</p><p>Για την Μπλάιθ</p><p>Ευχαριστίες</p><p>Αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες</p><p>στους  Emily  Bestler,  Jason  Kaufman,  Ben  Kaplan  και  σε  όλα  τα</p><p>υπόλοιπα στελέχη των εκδόσεων Pocket Books για την πίστη τους</p><p>σε αυτή την προσπάθεια.</p><p>Επίσης,  είμαι  απεριόριστα  ευγνώμων  στο  φίλο  και  ατζέντη  μου</p><p>Jake  Elwell  για  τον  ενθουσιασμό  και  τις  ακατάπαυστες</p><p>προσπάθειες  του.  Ευχαριστώ  το  θρυλικό George Wieser,  που  με</p><p>έπεισε να γράψω μυθιστορήματα.</p><p>Πολλές  ευχαριστίες  οφείλω  και  στον  αγαπημένο  μου  φίλο  Irv</p><p>Sittler,  ο  οποίος με  διευκόλυνε στην προσπάθεια μου να πετύχω</p><p>ακρόαση  από  τον  Πάπα,  με  μύησε  σε  μυστικά  της  Πόλης  του</p><p>Βατικανού  οδηγώντας  με  σε  μέρη  που  ελάχιστοι  άνθρωποι</p><p>βλέπουν  και  γενικά  έκανε  την  παραμονή  μου  στη  Ρώμη</p><p>αξέχαστη.</p><p>Μεγάλη  ευγνωμοσύνη  χρωστάω  και  σε  έναν  από  τους  πλέον</p><p>ιδιοφυείς  και  προικισμένους  καλλιτέχνες  στον  κόσμο,  τον  John</p><p>Langdon,  ο  οποίος  ανταποκρίθηκε  λαμπρά  στην  τεράστια</p><p>πρόκληση που του έθεσα και δημιούργησε τα αμφιγράμματα που</p><p>εμφανίζονται στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος.</p><p>Ευχαριστώ,  επίσης,  τον  Stan  Planton,  υπεύθυνο  της  Βιβλιοθήκης</p><p>του  Πανεπιστημίου  του  Οχάιο,  που  υπήρξε  η  βασική  μου  πηγή</p><p>πληροφοριών  για  άπειρα  θέματα.  Ευχαριστώ  θερμά  τη  Sylvia</p><p>Cavazzini  για  την  καλοσύνη  που  είχε  να  με  ξεναγήσει  στο</p><p>μυστικό  Πασέτο.  Ιδιαίτερα  αισθάνομαι  την  ανάγκη  να</p><p>ευχαριστήσω τους καλυτέρους γονείς που θα μπορούσε ποτέ  να</p><p>έχει ένα παιδί, τον Dick και την Connie Brown... για όλα.</p><p>Ευχαριστώ,  τέλος,  το  CERN  (Ευρωπαϊκό  Κέντρο  Πυρηνικών</p><p>Ερευνών), τους Henry Beckett, Brett Trotter, την Παπική Ακαδημία</p><p>Επιστημών,  το  Ινστιτούτο  Μπουκχέιβεν,  τη  Βιβλιοθήκη  του</p><p>Φέρμιλαμπ,  τους  Olga  Wieser  και  Don  Ulsch  του  Ινστιτούτου</p><p>Εθνικής  Ασφάλειας,  την  Caroline  Η.  Thompson  του</p><p>Πανεπιστημίου  της Ουαλίας,  τους Kathryn Gerhard  και Omar Al</p><p>Kindi,  τον  John  Pike  και  το  Ίδρυμα  Αμερικανών  Επιστημόνων,</p><p>τους Heimlich Viserholder, Corinna και Davis Hammond, τον Aizaz</p><p>Ali,  το  πρόγραμμα  «Γαλιλαίος»  του  Πανεπιστημίου  Ράις,  τους</p><p>Julie Lynn  και Charlie Ryan  των Mockingbird Pictures,  τους Gary</p><p>Goldstein, Dave (Vilas) Arnold και Andra Crawford, το Παγκόσμιο</p><p>Δίκτυο  Αδελφοτήτων,  τη  Βιβλιοθήκη  της  Ακαδημίας  Φίλιπς</p><p>Έξετερ, τον Jim Barrington, τον John Maier, τη Margie Wachtel για</p><p>την εξαιρετικά διεισδυτική ματιά της, το alt.masonic.members, τον</p><p>Alan Wooley, την Έκθεση Κωδίκων του Βατικανού στη Βιβλιοθήκη</p><p>του Κογκρέσου,  τη Lisa Callamaro και την Callamaro Agency,  τον</p><p>Jon A. Stowell, τα Μουσεία του Βατικανού, τους Aldo Baggia, Noah</p><p>Alireza, Harriet Walker, Charles Terry,  τη Micron Electronics,  τους</p><p>Mindy Homan, Nancy και Dick Curtin,  τον Thomas D. Nadeau,  τη</p><p>NuvoMedia και τη Rocket E‐books, τους Frank και Sylvia Kennedy,</p><p>την Υπηρεσία Τουρισμού της Ρώμης,  το μαέστρο Gregory Brown,</p><p>τους Val  Brown  και Werner  Brandes,  τον  Paul Krupin  του Direct</p><p>Contact,  τον  Paul  Stark,  τον  Tom  King  του  Computalk Network,</p><p>τους  Sandy  και  Jerry Nolan,  την  γκουρού  του  Διαδικτύου  Linda</p><p>George,  την  Εθνική  Ακαδημία  Τεχνών  στη  Ρώμη,  το  γιατρό  και</p><p>συνάδελφο  συγγραφέα  Steve  Howe,  τον  Robert  Weston,  το</p><p>βιβλιοπωλείο Water  Street  στο  Έξετερ  του  Νιου  Χάμσαϊρ  και  το</p><p>Αστεροσκοπείο του Βατικανού.</p><p>Γεγονός</p><p>Το μεγαλύτερο επιστημονικό ερευνητικό συγκρότημα στον κόσμο,</p><p>το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (Conseil Europeen pour</p><p>la  Recherche  Nucleaire  ‐  CERN),  πρόσφατα  κατόρθωσε  να</p><p>παραγάγει  τα  πρώτα  σωματίδια  αντιύλης.  Η  αντιύλη  είναι</p><p>πανομοιότυπη  με  τη  φυσική  ύλη,  με  τη  μόνη  διαφορά  ότι</p><p>αποτελείται από σωματίδια το ηλεκτρικό φορτίο των οποίων είναι</p><p>αντίθετο του φορτίου που απαντάται στην κανονική ύλη.</p><p>Η αντιύλη αποτελεί την ισχυρότερη πηγή ενέργειας που γνωρίζει</p><p>ο  άνθρωπος.  Η  απόδοση  της  φτάνει  το  εκατό  τοις  εκατό  (η</p><p>απόδοση  της  πυρηνικής  τήξης  αγγίζει  μόλις  το  ενάμισι  τοις</p><p>εκατό).  Η  αντιύλη  δεν  προκαλεί  μόλυνση,  ούτε  εκλύει</p><p>ραδιενέργεια,  ενώ  μια  ελάχιστη  ποσότητα  της  θα  μπορούσε  να</p><p>καλύψει τις ανάγκες της Νέας Υόρκης για μία ολόκληρη μέρα.</p><p>Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα...</p><p>Η αντιύλη είναι εξαιρετικά ασταθής. Αναφλέγεται αμέσως μόλις</p><p>έρθει  σε  επαφή  με  οτιδήποτε,  ακόμα  και  με  τον  αέρα.  Ένα  και</p><p>μόνο  γραμμάριο  αντιύλης  περιέχει  ενέργεια  αντίστοιχη  με  μιας</p><p>πυρηνικής  βόμβας  είκοσι  χιλιάδων  τόνων  ‐  σαν αυτή που  έπεσε</p><p>στη Χιροσίμα.</p><p>Μέχρι  πρόσφατα  η  αντιύλη  παραγόταν  μόνο  σε  πολύ  μικρές</p><p>ποσότητες  (μερικά  άτομα  κάθε  φορά).  Όμως  το  Ευρωπαϊκό</p><p>Κέντρο  Πυρηνικών  Ερευνών  έχει  πλέον  πραγματοποιήσει</p><p>εντυπωσιακά  βήματα  προόδου  προς  την  κατεύθυνση  της</p><p>κατασκευής  ενός  νέου  επιβραδυντή  αντιπρωτονίων,  μιας</p><p>προηγμένης μονάδας παραγωγής αντιύλης η οποία υπόσχεται τη</p><p>δημιουργία της σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες.</p><p>Το  ερώτημα  που  τίθεται  είναι  ένα:  Αυτή  η  ιδιαίτερα  ασταθής</p><p>ουσία  θα  σώσει  τελικά  τον  κόσμο  ή  θα  χρησιμοποιηθεί  για  την</p><p>κατασκευή  του  φονικότερου  όπλου  που  γνώρισε  ποτέ  η</p><p>ανθρωπότητα;</p><p>Σημείωμα του συγγραφέα</p><p>Οι αναφορές σε όλα τα έργα τέχνης, τα ταφικά μνημεία, τις στοές</p><p>και  την  αρχιτεκτονική  της  Ρώμης  είναι  απολύτως  πραγματικές</p><p>(όπως και οι ακριβείς τους τοποθεσίες). Μπορεί κανείς να δει αυτά</p><p>τα μέρη ακόμα και σήμερα.</p><p>Η  αδελφότητα  των  Πεφωτισμένων  (Illuminati)  είναι  επίσης</p><p>πραγματική.</p><p>ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ</p><p>1. Βασιλική του Αγίου    6. Μουσεία του Βατικανού  10. Το Πασέτο</p><p>Πέτρου        11. Αυλή του Μπελβεντέρε</p><p>2. Πλατεία Αγίου Πέτρου  7. Γραφείο της Ελβετικής  12. Κεντρικό Ταχυδρομείο</p><p>3. Καπέλα Σιξτίνα        Φρουράς      13. Παπική Αίθουσα</p><p>4. Αυλή του Βοργία    8. Ελικοδρόμιο                                     Ακροάσεων</p><p>5. Γραφείο του Πάπα    9. Κήποι      14. Κυβερνητικό Μέγαρο</p><p>Πρόλογος</p><p>Ο  ΦΥΣΙΚΟΣ  ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ  ΒΕΤΡΑ  μύρισε  σάρκα  που  καιγόταν</p><p>και  συνειδητοποίησε  ότι  ήταν  η  δική  του.  Σήκωσε  έντρομος  τα</p><p>μάτια  του  και  κοίταξε  τη  σκοτεινή  φιγούρα  που  στεκόταν  από</p><p>πάνω του.</p><p>«Μα τι θέλεις;»</p><p>«La chiave», απάντησε η τραχιά φωνή. «Τον κωδικό πρόσβασης».</p><p>«Μα... εγώ δεν...»</p><p>Ο  εισβολέας  πίεσε  και  πάλι  με  δύναμη,  βυθίζοντας  το</p><p>πυρακτωμένο  αντικείμενο  ακόμα  πιο  βαθιά  στο  στήθος  του</p><p>Βέτρα. Ακούστηκε το τσιτσίρισμα της σάρκας που καιγόταν.</p><p>Ο Βέτρα ούρλιαξε από τον πόνο.</p><p>«Δεν υπάρχει κωδικός πρόσβασης!»</p><p>Ένιωθε  να  γλιστράει  σιγά  σιγά  σε  έναν  κόσμο  χωρίς  συνείδηση</p><p>και πόνο.</p><p>Η φιγούρα τον κοίταξε αγριεμένα.</p><p>«Ne avevo paura. To φοβόμουν αυτό».</p><p>Ο  Βέτρα  αγωνιζόταν  να  διατηρήσει  τις  αισθήσεις  του,  όμως  το</p><p>σκοτάδι τον τύλιγε ολοένα και πιο βαθύ. Η μόνη του</p><p>ομάδα διανόησης και ονομάστηκαν ʺΠεφωτισμένοιʺ».</p><p>«Οι Illuminati».</p><p>«Ναι»,  είπε  ο  Λάνγκντον.  «Τα  λαμπρότερα  μυαλά  της  Ευρώπης</p><p>αφοσιωμένα στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας».</p><p>Ο Κέλερ παρέμεινε σιωπηλός.</p><p>«Όπως  ήταν φυσικό,  οι Πεφωτισμένοι  καταδιώχτηκαν  ανελέητα</p><p>από  την  Καθολική  Εκκλησία.  Οι  επιστήμονες  κατόρθωσαν  να</p><p>διαφυλάξουν την ασφάλεια και την ακεραιότητα της οργάνωσης</p><p>υιοθετώντας  ένα  τυπικό  απόλυτης  μυστικότητας.  Η  φήμη  της</p><p>διαδόθηκε  μέσω  του  ακαδημαϊκού  παρασκηνίου  και  η</p><p>αδελφότητα  μεγάλωσε  και  συμπεριέλαβε  επιστήμονες  από</p><p>ολόκληρη  την  Ευρώπη.  Τα  μέλη  της  συναντιόνταν  τακτικά  στη</p><p>Ρώμη,  σε  ένα  κρησφύγετο  που  ονομαζόταν  ʺΕκκλησία  της</p><p>Φώτισηςʺ,  η  τοποθεσία  του  οποίου  αποτελούσε  επτασφράγιστο</p><p>μυστικό».</p><p>Ο Κέλερ έβηξε και μετακινήθηκε πάνω στην πολυθρόνα του.</p><p>«Πολλοί  από  τους  Πεφωτισμένους»,  συνέχισε  ο  Λάνγκντον,</p><p>«ήθελαν να απαντήσουν στην τυραννία της εκκλησίας με πράξεις</p><p>βίας, όμως το πλέον σεβαστό μέλος της αδελφότητας τους έπεισε</p><p>να  μην  το  κάνουν.  Ήταν  ειρηνιστής,  καθώς  και  ένας  από  τους</p><p>διασημότερους επιστήμονες της ιστορίας».</p><p>Ο Λάνγκντον ήταν βέβαιος ότι ο Κέλερ θα αναγνώριζε το όνομα.</p><p>Ακόμα  και  εκείνοι  που  είχαν  ελάχιστη  σχέση  με  την  επιστήμη</p><p>είχαν ακούσει για τον άμοιρο αστρονόμο ο οποίος συνελήφθη και</p><p>παραλίγο  να  εκτελεστεί  από  την  εκκλησία  επειδή  επέμενε  ότι  ο</p><p>ήλιος και όχι η Γη αποτελούσε το κέντρο του ηλιακού συστήματος.</p><p>Παρότι  τα  στοιχεία  που  διέθετε  ήταν  αδιάσειστα,  ο  αστρονόμος</p><p>τιμωρήθηκε  αυστηρότατα  επειδή  υπαινίχτηκε  ότι  ο  Θεός  είχε</p><p>τοποθετήσει  την ανθρωπότητα κάπου αλλού και  όχι  στο  κέντρο</p><p>του σύμπαντος Του.</p><p>«Το όνομα του ήταν Γαλιλαίος Γκαλιλέι», είπε ο Λάνγκντον.</p><p>Ο Κέλερ σήκωσε τα μάτια του.</p><p>«Ο Γαλιλαίος;»</p><p>«Ναι.  Ο  Γαλιλαίος  ήταν  ένας  Πεφωτισμένος.  Ήταν,  επίσης,</p><p>ευσεβής  καθολικός.  Προσπάθησε  να  μαλακώσει  τη  στάση  της</p><p>εκκλησίας απέναντι  στην  επιστήμη  δηλώνοντας  ότι  η  τελευταία</p><p>δεν  υπονομεύει  την  ύπαρξη  του  Θεού  αλλά,  αντίθετα,  την</p><p>ενισχύει.  Είχε  γράψει  κάποτε  ότι,  όταν  παρακολουθούσε  μέσα</p><p>από  το  τηλεσκόπιο  του  τους  πλανήτες  να  περιστρέφονται,</p><p>διέκρινε τη φωνή του Θεού στη μουσική των ουράνιων σωμάτων.</p><p>Θεωρούσε ότι η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι  εχθροί αλλά,</p><p>αντίθετα,  σύμμαχοι,  δύο  διαφορετικές  γλώσσες  που  διηγούνται</p><p>την  ίδια  ιστορία, μια  ιστορία συμμετρίας και  ισορροπίας: κόλαση</p><p>και  παράδεισος,  νύχτα  και  μέρα,  ζεστό  και  κρύο,  Θεός  και</p><p>Διάβολος.  Τόσο  η  επιστήμη  όσο  και  η  θρησκεία  αποθεώνουν  τη</p><p>συμμετρία  του  Θεού,  συμμετέχοντας  από  κοινού  στον  αιώνιο</p><p>αγώνα του φωτός και του σκότους».</p><p>Ο Λάνγκντον έκανε μια παύση και χτύπησε λίγο τα πόδια του στο</p><p>πάτωμα προσπαθώντας να ζεσταθεί.</p><p>Ο Κέλερ απλώς καθόταν στην πολυθρόνα του και τον κοίταζε με</p><p>προσήλωση.</p><p>«Δυστυχώς»,  πρόσθεσε  ο  Λάνγκντον,  «η  συμφιλίωση  επιστήμης</p><p>και θρησκείας δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε η εκκλησία».</p><p>«Φυσικά όχι», διέκοψε ο Κέλερ. «Μια τέτοια ένωση θα αναιρούσε</p><p>τον ισχυρισμό της εκκλησίας ότι η ίδια αποτελεί το μόνο μέσο που</p><p>διαθέτει  ο  άνθρωπος  για  να  κατανοήσει  το  Θεό.  Επομένως  η</p><p>εκκλησία  δίκασε  τον Γαλιλαίο ως αιρετικό,  τον  έκρινε  ένοχο και</p><p>τον έθεσε σε μόνιμο κατʹ οίκον περιορισμό. Γνωρίζω αρκετά καλά</p><p>την  ιστορία  της  επιστήμης,  κύριε  Λάνγκντον.  Όμως  όλα  αυτά</p><p>συνέβησαν  πριν  από  αιώνες.  Τι  σχέση  έχουν  με  τον  Λεονάρντο</p><p>Βέτρα;»</p><p>Φτάσαμε στην κρίσιμη ερώτηση. Ο Λάνγκντον μπήκε κατευθείαν</p><p>στο θέμα.</p><p>«Η  σύλληψη  του  Γαλιλαίου  προκάλεσε  μεγάλη  αναταραχή</p><p>μεταξύ  των  Πεφωτισμένων.  Έγιναν  λάθη,  και  η  εκκλησία</p><p>ανακάλυψε την ταυτότητα τεσσάρων μελών,  τα οποία συνέλαβε</p><p>και ανέκρινε.</p><p>Όμως  οι  τέσσερις  επιστήμονες  δεν  αποκάλυψαν  το  παραμικρό,</p><p>ακόμα κι όταν υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια».</p><p>«Βασανιστήρια;»</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Τους  μαρκάρισαν  με  πυρωμένο  σίδερο.  Στο  στήθος.  Με  το</p><p>σύμβολο του σταυρού».</p><p>Τα  μάτια  του  Κέλερ  άνοιξαν  διάπλατα  και  έριξε  μια  ανήσυχη</p><p>ματιά στο σώμα του Βέτρα.</p><p>«Στη  συνέχεια  οι  επιστήμονες  δολοφονήθηκαν  βάναυσα  και  τα</p><p>πτώματα  τους  εγκαταλείφτηκαν  στους  δρόμους  της  Ρώμης  ως</p><p>προειδοποίηση  προς  όσους  σκέφτονταν  να  προσχωρήσουν  στην</p><p>αδελφότητα.  Καθώς η  εκκλησία άρχισε  να σφίγγει  τον  κλοιό,  οι</p><p>εναπομείναντες Πεφωτισμένοι εγκατέλειψαν την Ιταλία».</p><p>Ο Λάνγκντον έκανε παύση για να δώσει έμφαση στα λόγια του.</p><p>Κοίταξε τον Κέλερ κατευθείαν μέσα στα ψυχρά μάτια του.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι πέρασαν στην παρανομία, και τότε άρχισαν να</p><p>αναμειγνύονται με άλλες ομάδες ανθρώπων που υπέφεραν από</p><p>τους  διωγμούς  της  Καθολικής  Εκκλησίας:  μυστικιστές,</p><p>αλχημιστές,  αποκρυφιστές,  μουσουλμάνους,  εβραίους.  Με  το</p><p>πέρασμα  των  χρόνων  οι Πεφωτισμένοι  άρχισαν  να  απορροφούν</p><p>νέα  μέλη.  Μια  νέα  αδελφότητα  των  Πεφωτισμένων  έκανε  την</p><p>εμφάνιση  της.  Μια  σκοτεινότερη  αδελφότητα.  Μια  βαθιά</p><p>αντιχριστιανική  αδελφότητα.  Οι  Illuminati  απέκτησαν  πολύ</p><p>μεγάλη  δύναμη,  υιοθέτησαν  μυστηριώδη  τελετουργικά,</p><p>αποφάσισαν  να  διαφυλάξουν  τη  μυστικότητα  της  οργάνωσης</p><p>πάση θυσία, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε το θάνατο για ορισμένους</p><p>ανθρώπους,  και  ορκίστηκαν  κάποια  μέρα  να  εμφανιστούν  ξανά</p><p>στο  προσκήνιο  και  να  εκδικηθούν  την  Καθολική  Εκκλησία.  Η</p><p>δύναμή  τους  έφτασε σε  τέτοιο  σημείο, ώστε  η  εκκλησία  να  τους</p><p>θεωρήσει  την  πλέον  επικίνδυνη  αντιχριστιανική  δύναμη  στον</p><p>κόσμο.</p><p>Το Βατικανό αποκήρυξε την αδελφότητα ως ʺShaitanʺ».</p><p>«ʺShaitanʺ;»</p><p>«Η  λέξη  έχει  ισλαμική  ρίζα.  Σημαίνει  ʺαντίπαλοςʺ,  ʺεχθρός  του</p><p>Θεούʺ. Η εκκλησία επέλεξε μια ισλαμική λέξη επειδή προερχόταν</p><p>από  μια  γλώσσα  την  οποία  θεωρούσε  μιαρή».  Ο  Λάνγκντον</p><p>δίστασε πριν συνεχίσει. «Ο όρος  ʺShaitanʺ  είναι η  ρίζα  της λέξης</p><p>ʺΣατανάςʺ».</p><p>Η ταραχή στο πρόσωπο του Κέλερ ήταν φανερή.</p><p>Ο Λάνγκντον μίλησε με σοβαρή και μελαγχολική φωνή.</p><p>«Κύριε  Κέλερ,  δε  γνωρίζω  πώς  βρέθηκε  αυτό  το  σημάδι  στο</p><p>στήθος αυτού  του άντρα ή  γιατί,  όμως αυτό που  έχετε μπροστά</p><p>σας είναι το εδώ και αιώνες χαμένο σύμβολο της παλαιότερης και</p><p>ισχυρότερης σατανιστικής οργάνωσης στον κόσμο».</p><p>10</p><p>TΟ  ΔΡΟΜΑΚΙ  ήταν  στενό  και  έρημο.  Ο  δολοφόνος  περπατούσε</p><p>βιαστικά, με μεγάλες δρασκελιές πλέον, ενώ τα μαύρα μάτια του</p><p>ήταν γεμάτα προσμονή. Καθώς πλησίαζε στον προορισμό του τα</p><p>λόγια  που  του  είχε  πει  ο  Ιανός  πριν  τον  αφήσει  να  φύγει</p><p>αντηχούσαν στο μυαλό  του: Η  δεύτερη φάση θα ξεκινήσει πολύ</p><p>σύντομα. Φρόνησε να ξεκουραστείς λίγο.</p><p>Ο  Ασασίνος  χαμογέλασε  πονηρά.  Είχε  μείνει  ξάγρυπνος</p><p>ολόκληρη τη νύχτα, όμως ο ύπνος ήταν το τελευταίο πράγμα που</p><p>τον  απασχολούσε.  Ο  ύπνος  ήταν  για  τους  αδύναμους.  Εκείνος</p><p>ήταν  πολεμιστής,  όπως  οι  προγονοί  του  πριν  από  αυτόν,  και  η</p><p>δική του ράτσα δεν κοιμόταν ποτέ όταν είχε αρχίσει η μάχη. Και η</p><p>συγκεκριμένη μάχη είχε οπωσδήποτε αρχίσει, και εκείνος είχε την</p><p>τιμή να χύσει το πρώτο αίμα. Τώρα είχε δύο ώρες για να γιορτάσει</p><p>την επιτυχία του προτού επιστρέψει στο έργο του.</p><p>Ύπνος;  Υπάρχουν  πολύ  καλύτεροι  τρόποι  για  να  χαλαρώσει</p><p>κανείς...</p><p>Ήταν επιρρεπής στις ηδονιστικές απολαύσεις, μια τάση που είχε</p><p>κληρονομήσει από τους προγόνους του. Οι προπάτορές του είχαν</p><p>ενδώσει  στο  χασίς,  όμως  εκείνος  προτιμούσε  ένα  διαφορετικό</p><p>είδος ικανοποίησης. Ήταν πολύ περήφανος για το σώμα του, που</p><p>το έβλεπε σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή, την οποία, παρά την</p><p>παράδοση  των  προγόνων  του,  αρνούνταν  να  μολύνει  με</p><p>ναρκωτικά.</p><p>Εκείνος είχε αποκτήσει έναν πολύ πιο ενδιαφέροντα εθισμό από</p><p>τα  ναρκωτικά,  είχε  ανακαλύψει  μια  πολύ  πιο  υγιεινή  και</p><p>ικανοποιητική απόλαυση.</p><p>Νιώθοντας το γνώριμο συναίσθημα της προσμονής να εντείνεται</p><p>μέσα  του,  ο Ασασίνος  επιτάχυνε  το  βήμα  του.  Έφτασε  μπροστά</p><p>στη χωρίς διακριτικά πόρτα και χτύπησε το κουδούνι. Ένα συρτό</p><p>παραθυράκι άνοιξε και δύο γλυκά καστανά μάτια τον μελέτησαν</p><p>προσεκτικά. Ύστερα η πόρτα άνοιξε.</p><p>«Καλώς  ήρθατε»,  είπε  η  καλοντυμένη  γυναίκα.  Τον  πέρασε  σε</p><p>ένα  άψογα  διακοσμημένο</p><p>δωμάτιο  με  χαμηλό  φωτισμό.  Στον</p><p>αέρα  πλανιόταν  μια  διακριτική  μυρωδιά  από  ακριβό  άρωμα  και</p><p>μυρωδικά.  «Όποτε  είστε  έτοιμος...»  Του  έδωσε  ένα  άλμπουμ  με</p><p>φωτογραφίες.  «Χτυπήστε  το  κουδούνι  όταν  θα  έχετε  κάνει  την</p><p>επιλογή σας».</p><p>Αμέσως μετά εξαφανίστηκε.</p><p>Ο Ασασίνος χαμογέλασε.</p><p>Μόλις  κάθισε  στο  μαλακό  καναπέʹ  και  ακούμπησε  το  άλμπουμ</p><p>στα γόνατα του, ένιωσε να τον καταλαμβάνει μια σαρκική πείνα.</p><p>Παρότι ο λαός του δε γιόρταζε τα Χριστούγεννα, φανταζόταν ότι</p><p>κάπως  έτσι  θα  πρέπει  να  ένιωθε  το  παιδί  μιας  χριστιανικής</p><p>οικογένειας  όταν  στεκόταν  μπροστά  στη  στοίβα  με  τα</p><p>χριστουγεννιάτικα δώρα. έτοιμο να αποκαλύψει τα θαύματα που</p><p>κρύβονταν  μέσα  στα  κουτιά.  Άνοιξε  το  άλμπουμ  και  μελέτησε</p><p>προσεκτικά  τις  φωτογραφίες.  Μια  ολόκληρη  ζωή  σεξουαλικών</p><p>φαντασιώσεων έπαιρνε σάρκα και οστά εκεί μέσα.</p><p>Μαρίζα. Μια Ιταλίδα θεά. Φλογερή. Μια νεαρή Σοφία Λόρεν.</p><p>Σατσίκο.  Μια  Γιαπωνέζα  γκέισα.  Λυγερή.  Χωρίς  αμφιβολία,</p><p>εξαιρετικά επιδέξια.</p><p>Κανάρα. Μια εκθαμβωτική μαύρη οπτασία. Μυώδης. Εξωτική.</p><p>Φυλλομέτρησε  το  άλμπουμ  δύο  φορές  και  τελικά  έκανε  την</p><p>επιλογή  του. Πίεσε  το  κουμπί που  βρισκόταν στο  τραπέζι  δίπλα</p><p>του.</p><p>Σχεδόν αμέσως η γυναίκα που τον είχε υποδεχτεί έκανε ξανά την</p><p>εμφάνιση της. Της έδειξε την επιλογή του. Εκείνη χαμογέλασε.</p><p>«Ακολουθήστε με».</p><p>Αφού  τακτοποίησε  το  οικονομικό  ζήτημα,  η  γυναίκα  έκανε  ένα</p><p>τηλεφώνημα  μιλώντας  ψιθυριστά.  Περίμενε  μερικά  λεπτά  και</p><p>ύστερα  τον  οδήγησε  σε  μια  ελικοειδή  μαρμάρινη  σκάλα,  που</p><p>έβγαζε σε έναν πολυτελή διάδρομο.</p><p>«Είναι η χρυσή πόρτα στο βάθος», του είπε.</p><p>«Έχετε ακριβά γούστα».</p><p>Θα έπρεπε, σκέφτηκε εκείνος. Μιλάμε για έναν ειδήμονα...</p><p>Ο Ασασίνος  διέσχισε  το  διάδρομο  σαν  πάνθηρας  που  πλησιάζει</p><p>ένα  θήραμα  έχοντας  μείνει  για  πολύ  καιρό  νηστικός.  Όταν</p><p>έφτασε  στην  πόρτα,  χαμογέλασε.  Ήταν  ήδη  μισάνοιχτη,</p><p>προσκαλώντας  τον  να  περάσει  μέσα.  Την  έσπρωξε  ελαφρά  και</p><p>εκείνη άνοιξε αθόρυβα.</p><p>Όταν την είδε ένιωσε σίγουρος ότι είχε διαλέξει τη σωστή κοπέλα.</p><p>Βρισκόταν  ακριβώς  στη  στάση  που  εκείνος  είχε  ζητήσει:  γυμνή,</p><p>ξαπλωμένη  ανάσκελα,  με  τα  χέρια  δεμένα  στα  κάγκελα  του</p><p>κρεβατιού με βελούδινα κορδόνια.</p><p>Διέσχισε  το  δωμάτιο  και  χάιδεψε με  το  σκούρο  δάχτυλο  του  την</p><p>κατάλευκη κοιλιά της. Χτες βράδυ διέπραξα ένα φόνο, σκέφτηκε.</p><p>Εσύ είσαι η ανταμοιβή μου.</p><p>11</p><p>«ΣΑΤΑΝΙΣΤΙΚΗ;»  Ο  Κέλερ  σκούπισε  το  στόμα  του  και</p><p>μετακινήθηκε  νευρικά  στην  πολυθρόνα  του.  «Αυτό  είναι  το</p><p>σύμβολο μιας σατανιστικής, οργάνωσης;»</p><p>Ο Λάνγκντον περπατούσε πάνω κάτω στο παγωμένο δωμάτιο για</p><p>να ζεσταθεί.</p><p>«Οι  Πεφωτισμένοι  ήταν  σατανιστές,  όχι  όμως  με  τη  σημερινή</p><p>έννοια του όρου».</p><p>Ο  Λάνγκντον  εξήγησε  γρήγορα  πως,  αν  και  οι  περισσότεροι</p><p>άνθρωποι φαντάζονται τις σατανιστικές οργανώσεις σαν ομάδες</p><p>ανθρωπόμορφων  τεράτων  που  λατρεύουν  το  Διάβολο,  οι</p><p>σατανιστές  από  ιστορική  άποψη  ήταν  πολύ  μορφωμένοι</p><p>άνθρωποι  που  εναντιώθηκαν  στην  εκκλησία  και  ύψωσαν  το</p><p>ανάστημα  τους απέναντι  της. Shaitan. Οι ψίθυροι  σχετικά με  τις</p><p>σατανιστικές  θυσίες  ζώων,  τη  μαύρη  μαγεία  και  τις  τελετές  με</p><p>την πεντάλφα δεν ήταν παρά ψέματα τα οποία διέδιδε η εκκλησία</p><p>σε  μια  προσπάθεια  αμαύρωσης  της  φήμης  των  αντιπάλων  της.</p><p>Με την πάροδο του χρόνου άλλοι εχθροί της εκκλησίας, θέλοντας</p><p>να  μιμηθούν  τους  Πεφωτισμένους  και  πιστεύοντας  αυτά  τα</p><p>ψέματα,  άρχισαν  να  τα  κάνουν  πραγματικότητα.  Με  τον  τρόπο</p><p>αυτό γεννήθηκε ο σύγχρονος σατανισμός.</p><p>Ο Κέλερ ρουθούνισε απότομα.</p><p>«Όλα αυτά αποτελούν ιστορία. Εγώ θέλω να μάθω πώς βρέθηκε</p><p>αυτό το σύμβολο εδώ».</p><p>Ο Λάνγκντον πήρε μια βαθιά ανάσα.</p><p>«Το  σύμβολο  αυτό  καθαυτό  δημιουργήθηκε  από  έναν  ανώνυμο</p><p>καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα ως φόρος τιμής προς την</p><p>αγάπη του Γαλιλαίου για τη συμμετρία. Ήταν, σαν να λέμε, ένα</p><p>είδος  ιερού  ʺλογότυπουʺ  της  αδελφότητας.  Οι  Illuminati,  οι</p><p>Πεφωτισμένοι  δηλαδή,  το  κράτησαν  μυστικό,  σκοπεύοντας,</p><p>σύμφωνα με  κάποιες  μαρτυρίες,  να  το  αποκαλύψουν μόνο  όταν</p><p>θα  είχαν  αποκτήσει  αρκετή  δύναμη ώστε  να  εμφανιστούν  ξανά</p><p>στο προσκήνιο και να πραγματώσουν τον τελικό τους στόχο».</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε ανήσυχος.</p><p>«Επομένως,  το  σύμβολο  αυτό  σημαίνει  ότι  η  αδελφότητα</p><p>αποφάσισε να κάνει την επανεμφάνιση της;»</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε.</p><p>«Κάτι  τέτοιο  θα  ήταν  αδύνατον.  Υπάρχει  ένα  κεφάλαιο  της</p><p>ιστορίας  των  Πεφωτισμένων  το  οποίο  δεν  έχω  ερμηνεύσει</p><p>ακόμα».</p><p>Η ένταση στη φωνή του Κέλερ έγινε ακόμα πιο φανερή.</p><p>«Εξηγήστε μου τι εννοείτε».</p><p>Ο  Λάνγκντον  έτριψε  τις  παλάμες  του  μεταξύ  τους  για  να  τις</p><p>ζεστάνει, ανατρέχοντας νοερά στα εκατοντάδες κείμενα που είχε</p><p>γράψει ή διαβάσει σχετικά με την αδελφότητα.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι  επέδειξαν  εξαιρετικές  ικανότητες  επιβίωσης»,</p><p>εξήγησε. «Όταν διέφυγαν από τη Ρώμη,  ταξίδεψαν σε ολόκληρη</p><p>την  Ευρώπη  αναζητώντας  ένα  ασφαλές  μέρος  όπου  θα</p><p>μπορούσαν να ανασυγκροτηθούν. Στην πορεία τέθηκαν υπό την</p><p>προστασία  μιας  άλλης  μυστικής  ομάδας,  μιας  αδελφότητας</p><p>ευπόρων  Βαυαρών  τεχνιτών  της  πέτρας  που  ονομάζονταν</p><p>ʺΕλευθεροτέκτονεςʺ».</p><p>Ο Κέλερ φάνηκε να ξαφνιάζεται.</p><p>«Οι μασόνοι;»</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά, χωρίς να του κάνει εντύπωση</p><p>το  γεγονός  ότι  ο  Κέλερ  είχε  ακουστά  την  ομάδα  αυτή.  Η</p><p>αδελφότητα των μασόνων διέθετε πλέον περισσότερα από πέντε</p><p>εκατομμύρια  μέλη  παγκοσμίως,  τα  μισά  εκ  των  οποίων</p><p>κατοικούσαν  στις  Ηνωμένες  Πολιτείες,  ενώ  πάνω  από  ένα</p><p>εκατομμύριο βρίσκονταν στην Ευρώπη.</p><p>«Σίγουρα  οι  μασόνοι  δεν  είναι  σατανιστές...»  είπε  ο  Κέλερ,  ο</p><p>οποίος ξαφνικά φαινόταν αρκετά προβληματισμένος.</p><p>«Και  βέβαια  όχι!  Οι  μασόνοι  έπεσαν  θύματα  της  ίδιας  τους  της</p><p>καλής  προαίρεσης.  Έχοντας  προσφέρει  άσυλο  στους</p><p>κυνηγημένους επιστήμονες το δέκατο έβδομο αιώνα, κατέληξαν,</p><p>χωρίς  να  το  γνωρίζουν,  να  αποτελούν  τη  ʺβιτρίναʺ  των</p><p>Πεφωτισμένων.  Οι  Illuminati  πλήθυναν  μέσα  στις  τάξεις  τους,</p><p>καταλαμβάνοντας  σταδιακά  θέσεις  ισχύος  στις  στοές.  Σιωπηρά</p><p>επανίδρυσαν  την  επιστημονική  τους  αδελφότητα  μέσα  στους</p><p>κόλπους του μασονισμού ‐ ένα είδος μυστικής κοινότητας μέσα σε</p><p>μια  άλλη  μυστική  κοινότητα.  Στη  συνέχεια  οι  Πεφωτισμένοι</p><p>χρησιμοποίησαν  τις  παγκόσμιες  διασυνδέσεις  των  μασόνων</p><p>προκειμένου να επεκτείνουν την επίδραση τους».</p><p>Ο Λάνγκντον πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.</p><p>«Ο  κεντρικός  στόχος  της  αδελφότητας  ήταν  η  ολοκληρωτική</p><p>εξάλειψη  του  καθολικισμού.  Οι  Illuminati  θεωρούσαν  ότι  οι</p><p>δεισιδαίμονες  αντιλήψεις  που  προωθούσε  η  εκκλησία  με  τα</p><p>δόγματα  της  αποτελούσαν  το  μεγαλύτερο  εχθρό  της</p><p>ανθρωπότητας.  Φοβούνταν  ότι,  αν  η  θρησκεία  συνέχιζε  να</p><p>παρουσιάζει  θεολογικούς  μύθους  ως  απόλυτα  γεγονότα,  η</p><p>επιστημονική  πρόοδος  θα  σταματούσε  και  η  ανθρωπότητα  θα</p><p>καταδικαζόταν  σε  ένα  μέλλον  όπου  θα  κυριαρχούσαν  η  άγνοια</p><p>και οι παράλογοι ιεροί πόλεμοι».</p><p>«Δηλαδή αυτά που βλέπουμε σήμερα».</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε. Ο Κέλερ είχε δίκιο. Οι ιεροί πόλεμοι</p><p>συνέχιζαν να γίνονται θέμα στα πρωτοσέλιδα. «Ο Θεός μου είναι</p><p>καλύτερος από το Θεό σου». Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε στενή</p><p>σχέση ανάμεσα στη φανατική πίστη και στις εκατόμβες θυμάτων.</p><p>«Σας διέκοψα», είπε ο Κέλερ.</p><p>Ο  Λάνγκντον  ξαναβρήκε  τον  ειρμό  των  σκέψεων  του  και</p><p>συνέχισε.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι  απέκτησαν μεγάλη  δύναμη στην Ευρώπη και</p><p>έστρεψαν  την  προσοχή  τους  στην  Αμερική,  ένα  νεοσύστατο</p><p>κράτος  με  μια  καινούρια  κυβέρνηση,  πολλά  μέλη  της  οποίας  (ο</p><p>Τζορτζ  Ουάσινγκτον,  ο  Βενιαμίν  Φραγκλίνος)  ήταν  μασόνοι:</p><p>έντιμοι,  θεοσεβούμενοι  άνθρωποι  που  αγνοούσαν  την  ύπαρξη</p><p>των Πεφωτισμένων μέσα  στους  κόλπους  της  αδελφότητας  τους.</p><p>Οι Illuminati εκμεταλλεύτηκαν τη διείσδυση τους στην οργάνωση</p><p>και  βοήθησαν  στην  ίδρυση  τραπεζών,  πανεπιστημίων  και</p><p>βιομηχανιών  προκειμένου  να  χρηματοδοτηθεί  η  προώθηση  του</p><p>απώτερου  σχεδίου  τους».  Ο  Λάνγκντον  έκανε  παύση.  «Η</p><p>δημιουργία  ενός  και  μόνου  ενοποιημένου  παγκόσμιου  κράτους,</p><p>ενός είδους</p><p>κοσμικής Νέας Παγκόσμιας Τάξης».</p><p>Ο Κέλερ παρέμεινε τελείως ακίνητος.</p><p>«Μιας  Νέας  Παγκόσμιας  Τάξης»,  επανέλαβε  ο  Λάνγκντον,</p><p>«βασισμένης  στον  επιστημονικό  διαφωτισμό.  Το  όραμα  τους  το</p><p>ονόμασαν  ʺΕωσφορικό  Δόγμαʺ.  Η  εκκλησία  ισχυρίστηκε  ότι  η</p><p>λέξη  ʺΕωσφόροςʺ  αποτελούσε  αναφορά  στο  Διάβολο,  όμως  η</p><p>αδελφότητα  επέμενε  ότι  ο  Εωσφόρος  χρησιμοποιούνταν  με  την</p><p>κυριολεκτική  του  έννοια,  δηλαδή  αυτή  του  ʺφορέα  φωτόςʺ.  Ή,</p><p>αλλιώς, ʺΠεφωτισμένουʺ».</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε και η φωνή του ακούστηκε ξαφνικά τρομερά</p><p>μελαγχολική.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, παρακαλώ, καθίστε».</p><p>Ο Λάνγκντον  κάθισε  διστακτικά  σε  μια  καρέκλα  καλυμμένη  με</p><p>ένα λεπτό στρώμα πάγου.</p><p>Ο Κέλερ μετακίνησε την πολυθρόνα του πιο κοντά του.</p><p>«Δεν  είμαι  βέβαιος  ότι  κατανοώ  απόλυτα  όλα  όσα  μου  είπατε</p><p>μόλις τώρα, όμως γνωρίζω ένα πράγμα: Ο Λεονάρντο Βέτρα ήταν</p><p>ένα  εξαιρετικά  πολύτιμο  κεφάλαιο  για  το  CERN.  Επίσης,  ήταν</p><p>φίλος μου.</p><p>Χρειάζομαι  τη  βοήθεια  σας  ώστε  να  εντοπίσω  τους</p><p>Πεφωτισμένους».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε πώς να αντιδράσει σε αυτό.</p><p>«Να  εντοπίσετε  τους  Πεφωτισμένους;»  Αστειεύεται,  δεν  μπορεί</p><p>να  το  εννοεί...  «Φοβάμαι,  κύριε,  ότι  κάτι  τέτοιο  είναι  απολύτως</p><p>αδύνατον».</p><p>Το μέτωπο του Κέλερ ζάρωσε.</p><p>«Τι εννοείτε; Δε θα...»</p><p>«Κύριε  Κέλερ»  ‐ο  Λάνγκντον  έγειρε  προς  το  μέρος  του</p><p>οικοδεσπότη του, αβέβαιος ακόμα για το πώς θα μπορούσε να τον</p><p>κάνει  να  καταλάβει  αυτό  που  ετοιμαζόταν  να  του  πει‐,  «δεν</p><p>ολοκλήρωσα  την  ιστορία  μου.  Παρά  τις  ενδείξεις  που  έχουμε,</p><p>είναι  εξαιρετικά  απίθανο  το  σημάδι  αυτό  να  έγινε  από  τους</p><p>Πεφωτισμένους. Δεν υπάρχει απολύτως καμία απόδειξη για  την</p><p>ύπαρξη τους εδώ και πάνω από μισό αιώνα,  και οι περισσότεροι</p><p>μελετητές  συμφωνούν  ότι  οι  Illuminati  έχουν  διαλυθεί  εδώ  και</p><p>πολλά χρόνια».</p><p>Τα  λόγια  του  προσέκρουσαν  σε  έναν  τοίχο  σιωπής.  Ο  Κέλερ</p><p>κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο κάπου στο λευκό πέπλο της</p><p>ομίχλης, ενώ η έκφραση του πρόδινε κάτι ανάμεσα σε κατάπληξη</p><p>και θυμό.</p><p>«Πώς είναι δυνατόν να μου λέτε ότι η ομάδα αυτή έχει εκλείψει,</p><p>όταν  το  όνομα  τους  γράφτηκε  με  πύρινα  γράμματα  στο  σώμα</p><p>αυτού του άντρα!»</p><p>Ο  Λάνγκντον  παιδευόταν  με  την  ίδια  ερώτηση  ολόκληρο  το</p><p>πρωινό.  Η  εμφάνιση  του  αμφιγράμματος  της  αδελφότητας</p><p>αποτελούσε συγκλονιστική αποκάλυψη. Οι μελετητές συμβόλων</p><p>σε  ολόκληρο  τον  κόσμο  θα  έμεναν  έκθαμβοι.  Ωστόσο,  ως</p><p>ακαδημαϊκός, ο Λάνγκντον κατανοούσε ότι η επανεμφάνιση του</p><p>συμβόλου  δεν  αποδείκνυε  τίποτα  απολύτως  σχετικά  με  τους</p><p>Πεφωτισμένους.</p><p>«Τα  σύμβολα»,  είπε  ο  Λάνγκντον,  «με  κανέναν  τρόπο  δεν</p><p>επιβεβαιώνουν την παρουσία των αρχικών δημιουργών τους».</p><p>«Και τι ακριβώς σημαίνει  αυτό;»</p><p>«Σημαίνει  πως,  όταν  οργανωμένες  αδελφότητες  όπως  αυτή  των</p><p>Πεφωτισμένων  παύουν  να  υφίστανται,  τα  σύμβολα  τους</p><p>παραμένουν... διαθέσιμα και μπορούν να υιοθετηθούν από άλλες</p><p>ομάδες.  Αυτό  το  φαινόμενο  ονομάζεται  ʺμεταβίβασηʺ  και  είναι</p><p>πολύ συνηθισμένο στη θρησκευτική εικονολογία. Οι Ναζί πήραν</p><p>τη σβάστικα από τους ινδουιστές, οι χριστιανοί πήραν το σταυρό</p><p>από τους Αιγυπτίους, οι...»</p><p>«Σήμερα  το πρωί»,  αντέτεινε  ο Κέλερ,  «όταν πληκτρολόγησα  τη</p><p>λέξη  ʺIlluminatiʺ  στον  υπολογιστή,  εμφανίστηκαν  χιλιάδες</p><p>τρέχουσες αναφορές. Προφανώς πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι η</p><p>ομάδα αυτή παραμένει ενεργή».</p><p>«Συνωμοσιολόγοι», απάντησε ο Λάνγκντον.</p><p>Πάντοτε τον ενοχλούσε η πληθώρα των θεωριών συνωμοσίας που</p><p>κυκλοφορούσαν  και  διαπότιζαν  τη  σύγχρονη  λαϊκή  κουλτούρα.</p><p>Τα  μέσα  μαζικής  ενημέρωσης  λάτρευαν  τους  αποκαλυπτικούς</p><p>τίτλους, ενώ διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «ειδικοί» σε θέματα</p><p>μυστικών  οργανώσεων  συνέχιζαν  να  εκμεταλλεύονται  την</p><p>αναταραχή  που  προκλήθηκε  με  την  αλλαγή  της  χιλιετίας,</p><p>αφήνοντας  να  διαρρεύσουν  ιστορίες  σύμφωνα  με  τις  οποίες  οι</p><p>Πεφωτισμένοι  ζουν  και  βασιλεύουν  και  ετοιμάζονται  να</p><p>επιβάλουν τη δική τους Νέα Παγκόσμια Τάξη.</p><p>Πρόσφατα  οι  New  York  Times  είχαν  δημοσιεύσει  ένα  άρθρο</p><p>σχετικά  με  τους  μυστηριώδεις  δεσμούς  με  το  μασονισμό</p><p>αναρίθμητων  διάσημων  προσώπων,  μεταξύ  των  οποίων  ο  σερ</p><p>Άρθουρ  Κόναν  Ντόιλ,  ο  δούκας  του  Κεντ,  ο  Πίτερ  Σέλερς,  ο</p><p>συνθέτης  Ίρβινγκ  Μπερλίν,  ο  πρίγκιπας  Φίλιππος,  ο  Λούις</p><p>Άρμστρονγκ, καθώς και μια ολόκληρη σειρά από πολύ γνωστούς</p><p>βιομηχάνους και τραπεζίτες της σύγχρονης εποχής.</p><p>Ο  Κέλερ  έκανε  μια  οργισμένη  χειρονομία  προς  το  σώμα  του</p><p>Βέτρα.</p><p>«Αν  λάβουμε  υπόψη  τις  ενδείξεις,  θα  έλεγα  ότι  ίσως  οι</p><p>Συνωμοσιολόγοι να έχουν δίκιο».</p><p>«Καταλαβαίνω τι εντύπωση μπορεί να δίνεται», είπε ο Λάνγκντον</p><p>όσο πιο  διπλωματικά μπορούσε. «Κι  όμως,  μια πολύ πιο πιθανή</p><p>εξήγηση  είναι  ότι  κάποια  άλλη  οργάνωση  οικειοποιήθηκε  το</p><p>σύμβολο των Πεφωτισμένων και το χρησιμοποιεί για τους δικούς</p><p>της σκοπούς».</p><p>«Τι είδους σκοπούς; Τι αποδεικνύει αυτός ο φόνος;»</p><p>Καλή  ερώτηση,  σκέφτηκε  ο  Λάνγκντον.  Και  ο  ίδιος  άλλωστε</p><p>δυσκολευόταν να φανταστεί για ποιο λόγο θα ήθελε κάποιος να</p><p>επαναφέρει  στο  προσκήνιο  το  σύμβολο  της  αδελφότητας  μετά</p><p>από τετρακόσια χρόνια.</p><p>«Το  μόνο  που  μπορώ  να  σας  πω  είναι  ότι,  ακόμα  κι  αν  οι</p><p>Πεφωτισμένοι παραμένουν ενεργοί μέχρι σήμερα ‐πράγμα για το</p><p>οποίο είμαι απόλυτα βέβαιος ότι δε συμβαίνει‐, δε θα είχαν καμία</p><p>συμμετοχή στο θάνατο του Λεονάρντο Βέτρα».</p><p>«Όχι;»</p><p>«Όχι.  Μπορεί  οι  Πεφωτισμένοι  να  στόχευαν  στην  εξάλειψη  του</p><p>χριστιανισμού, όμως ασκούσαν την επιρροή τους με πολιτικά και</p><p>οικονομικά  μέσα,  όχι  με  τρομοκρατικές  ενέργειες.  Επιπλέον,  οι</p><p>Illuminati διέθεταν αυστηρό κώδικα ηθικής όσον αφορά το ποιους</p><p>θεωρούσαν  εχθρούς  τους.  Τους  ανθρώπους  της  επιστήμης  τους</p><p>είχαν σε υψηλή εκτίμηση. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έχουν</p><p>δολοφονήσει  ένα  συνάδελφο  επιστήμονα,  όπως  τον  Λεονάρντο</p><p>Βέτρα».</p><p>Τα  μάτια  του  Κέλερ  έγιναν  τόσο  ψυχρά  όσο  δύο  παγωμένοι</p><p>κρύσταλλοι.</p><p>«Μάλλον  παρέλειψα  να  σας  αναφέρω  ότι  ο  Λεονάρντο  Βέτρα</p><p>κάθε άλλο παρά ένας συνηθισμένος επιστήμονας ήταν».</p><p>Ο  Λάνγκντον  ξεφύσηξε,  προσπαθώντας  να  διατηρήσει  την</p><p>υπομονή του.</p><p>«Κύριε  Κέλερ,  είμαι  βέβαιος  ότι  ο  Λεονάρντο  Βέτρα  ήταν  ένας</p><p>λαμπρός  επιστήμονας  από  πολλές  απόψεις,  όμως  το  γεγονός</p><p>παραμένει...»</p><p>Χωρίς προειδοποίηση, ο Κέλερ έκανε μεταβολή με την πολυθρόνα</p><p>του  και  βγήκε  με  ταχύτητα  από  το  καθιστικό,  αφήνοντας  πίσω</p><p>του  στροβίλους  ομίχλης  καθώς  εξαφανιζόταν  σε  κάποιο</p><p>διάδρομο.</p><p>Μα για  όνομα  του Θεού!  γκρίνιαξε  από μέσα  του  ο Λάνγκντον.</p><p>Τον ακολούθησε. Ο Κέλερ  τον περίμενε  σε μια μικρή  εσοχή στο</p><p>τέρμα του διαδρόμου.</p><p>«Αυτό  είναι  το  γραφείο  του  Λεονάρντο»,  είπε  ο  διευθυντής</p><p>γνέφοντας  προς  τη  συρόμενη  πόρτα.  «Ίσως  όταν  το  δείτε  να</p><p>αντιληφθείτε τα πράγματα διαφορετικά».</p><p>Με ένα κάπως άκομψο βογκητό, ο Κέλερ τράβηξε με δύναμη την</p><p>πόρτα, που άνοιξε διάπλατα.</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε μέσα στο γραφείο και αμέσως ένιωσε να</p><p>του σηκώνεται η τρίχα. Παναγία μου! είπε από μέσα του.</p><p>12</p><p>Σε  ΚΑΠΟΙΑ  ΑΛΛΗ  ΧΩΡΑ  ένας  νεαρός  φρουρός  καθόταν</p><p>υπομονετικά  μπροστά  σε  μια  τεράστια  κονσόλα  με  οθόνες.</p><p>Παρακολουθούσε  τις  εικόνες  να  εναλλάσσονται  μπροστά  στα</p><p>μάτια  του,  ζωντανές  εικόνες  από  εκατοντάδες  ασύρματες</p><p>βιντεοκάμερες  οι  οποίες  είχαν  τοποθετηθεί  στο  αχανές</p><p>συγκρότημα  για  λόγους  ασφάλειας.  Οι  εικόνες  εναλλάσσονταν</p><p>αδιάκοπα, ασταμάτητα.</p><p>Ένας πλούσια διακοσμημένος διάδρομος.</p><p>Ένα ιδιωτικό γραφείο.</p><p>Μια κουζίνα στο μέγεθος μικρής βιομηχανίας.</p><p>Με τις σκηνές να διαδέχονται η μια την άλλη, ο φρουρός τίναξε το</p><p>κεφάλι για να συγκεντρώσει  ξανά την προσοχή του,  καθώς  είχε</p><p>αφαιρεθεί  για  μια  στιγμή.  Πλησίαζε  το  τέλος  της  βάρδιας  του,</p><p>όμως παρέμενε ακόμα σε εγρήγορση. Η υπηρεσία του αποτελούσε</p><p>εξαιρετική  τιμή.  Κάποια  μέρα  θα  ανταμειβόταν,  κερδίζοντας  το</p><p>απόλυτο βραβείο...</p><p>Και  ενώ  οι  σκέψεις  του  ακολουθούσαν  το  δικό  τους  δρόμο,  μια</p><p>εικόνα  που  πέρασε  από  μπροστά  του  τον  έθεσε  σε  κατάσταση</p><p>συναγερμού.  Ξαφνικά,  με  ένα  ανακλαστικό  τίναγμα  που</p><p>ξάφνιασε ακόμα</p><p>και τον ίδιο, το χέρι του τεντώθηκε και κατέβηκε</p><p>με  δύναμη  σε  ένα  κουμπί  στον  πίνακα  ελέγχου.  Η  εικόνα</p><p>μπροστά του πάγωσε.</p><p>Με  τα  νεύρα  του  τεντωμένα,  έγειρε  προς  την  οθόνη  για  να  τη</p><p>μελετήσει πιο προσεκτικά. Η σχετική ένδειξη τον πληροφορούσε</p><p>ότι η εικόνα μεταδιδόταν από την κάμερα νούμερο 86, μια κάμερα</p><p>που υποτίθεται ότι παρακολουθούσε ένα διάδρομο.</p><p>Όμως αυτή που είχε μπροστά του σίγουρα δεν ήταν η εικόνα ενός</p><p>διαδρόμου.</p><p>13</p><p>Ο  ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ  ΕΜΕΙΝΕ  να  κοιτάζει  κατάπληκτος  το  γραφείο</p><p>που ανοιγόταν μπροστά του.</p><p>«Τι είναι αυτό το μέρος;»</p><p>Παρά την ευχάριστη αίσθηση του ζεστού αέρα που τον χτύπησε</p><p>στο πρόσωπο, πέρασε το κατώφλι της πόρτας με έντονη ταραχή.</p><p>Ο Κέλερ τον ακολούθησε στο δωμάτιο χωρίς να μιλήσει.</p><p>Ο  Λάνγκντον  μελέτησε  το  χώρο,  χωρίς  όμως  να  μπορεί  να</p><p>καταλήξει  σε  κανένα  συμπέρασμα.  Στο  γραφείο  υπήρχε  η  πιο</p><p>αλλόκοτη συλλογή τεχνουργημάτων που είχε δει ποτέ του. Στον</p><p>απέναντι  τοίχο,  κυριαρχώντας  σε  ολόκληρο  το  δωμάτιο,  υπήρχε</p><p>ένας  τεράστιος  ξύλινος  Εσταυρωμένος,  τον  οποίο  ο  Λάνγκντον</p><p>χρονολόγησε  γύρω  στο  δέκατο  τέταρτο  αιώνα,  εκτιμώντας  ότι</p><p>πιθανότατα  προερχόταν  από  την  Ισπανία.  Πάνω  από  τον</p><p>Εσταυρωμένο,  κρεμασμένο  από  την  οροφή,  βρισκόταν  ένα</p><p>μεταλλικό  μοντέλο  που  παρουσίαζε  την  τροχιά  των  πλανητών</p><p>του ηλιακού μας συστήματος.</p><p>Στα αριστερά υπήρχε μια ελαιογραφία της Παρθένου Μαρίας, με</p><p>έναν καπλαντισμένο περιοδικό πίνακα των στοιχείων δίπλα του.</p><p>Στον  πλαϊνό  τοίχο  δυο  ακόμα  μπρούτζινοι  Εσταυρωμένοι</p><p>πλαισίωναν  μια  αφίσα  του  Άλμπερτ  Αϊνστάιν  που  στο  κάτω</p><p>μέρος της έφερε την περίφημη ρήση:</p><p>Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ ΖΑΡΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.</p><p>Ο Λάνγκντον άρχισε  να κινείται μέσα στο  δωμάτιο  κοιτάζοντας</p><p>έκπληκτος  τριγύρω  του.  Μια  δερματόδετη  Βίβλος  ήταν</p><p>ακουμπισμένη  στο  γραφείο  του  Βέτρα,  δίπλα  σε  ένα  πλαστικό</p><p>μοντέλο του ατόμου και μια μικρογραφία του Μωυσή του Μιχαήλ</p><p>Άγγελου.</p><p>Αυτό θα πει  εκλεκτισμός,  σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Η ζέστη ήταν</p><p>ευχάριστη, όμως κάτι στη διακόσμηση τον έκανε να ανατριχιάσει</p><p>και  πάλι  ολόκληρος.  Ένιωσε  σαν  να  γινόταν  μάρτυρας  της</p><p>σύγκρουσης  δύο  φιλοσοφικών  τιτάνων,  σαν  να  βρισκόταν</p><p>μπροστά  σε  μια  παράδοξη  σύγχυση  δύο  αντικρουόμενων</p><p>δυνάμεων. Έριξε μια ματιά στους τίτλους των βιβλίων στο ράφι:</p><p>Σωματίδιο Θεός*</p><p>Το Τάο της Φυσικής**</p><p>Θεός: Οι Αποδείξεις***</p><p>Ένας  από  τους  βιβλιοστάτες  είχε  χαραγμένη  πάνω  του  μια</p><p>φράση:</p><p>* Leon Lederman & Dick Teresi, The God Particle: If the Universe is the Answer, What</p><p>is the Question?, Houghton Mifflin Co., 1993. (Σ.τ.Ε.)</p><p>** Fritjof Capra, The Tao of Physics: An Exploration of the Parallels between Modern</p><p>Physics and Eastern Mysticism, Shambhala Publications, 1975. (Σ.τ.Ε.)</p><p>*** Patrick Glynn, God: The Evidence - The Reconciliation of Faith and Reason in</p><p>Postsecular World, Pitma Publishing, 1997. (Σ.τ.Ε.)</p><p>Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΘΕΟ</p><p>ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ</p><p>‐ ΠΑΠΑΣ ΠΙΟΣ IBʹ*</p><p>«Ο Λεονάρντο ήταν καθολικός ιερέας», είπε ο Κέλερ.</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Ιερέας; Νόμιζα ότι είχατε πει πως ήταν φυσικός».</p><p>«Ήταν και τα δυο. Υπάρχουν στην ιστορία αρκετά παραδείγματα</p><p>αντρών  που  υπηρέτησαν  ταυτόχρονα  τη  θρησκεία  και  την</p><p>επιστήμη. Ο Λεονάρντο ήταν ένας από αυτούς. Έβλεπε τη φυσική</p><p>ως  το  ʺφυσικό  νόμο  του Θεούʺ.  Υποστήριζε  ότι  η  υπογραφή  του</p><p>Θεού  διακρίνεται  καθαρά  στη  φυσική  τάξη  που  υπάρχει  γύρω</p><p>μας.  Μέσω  της  επιστήμης  έλπιζε  να  αποδείξει  την  ύπαρξη  του</p><p>Θεού  στις  μάζες  όλων  αυτών  που  την  αμφισβητούν.  Θεωρούσε</p><p>τον εαυτό του θεο‐φυσικό».</p><p>Θεο‐φυσικός;  Στον  Λάνγκντον  ο  όρος  ακούστηκε  εντελώς</p><p>οξύμωρος.</p><p>«Στο πεδίο της φυσικής στοιχειωδών σωματιδίων»,  είπε ο Κέλερ,</p><p>«έχουν  πραγματοποιηθεί  ορισμένες  απίστευτες  ανακαλύψεις</p><p>πρόσφατα.  Ανακαλύψεις  που  έχουν  έντονα  πνευματικές</p><p>προεκτάσεις.  Ο  Λεονάρντο  ήταν  υπεύθυνος  για  πολλές  από</p><p>αυτές».</p><p>Ο  Λάνγκντον  παρατήρησε  προσεκτικά  το  διευθυντή  του CERN,</p><p>προσπαθώντας  να  χωνέψει  όσα  έβλεπε  σε  αυτό  το  παράδοξο</p><p>περιβάλλον.</p><p>«Πνευματικότητα και φυσική;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στη μελέτη της</p><p>* Φράση από την ομιλία του Πάπα Πίου του IB' στην Παπική Ακαδημία των</p><p>Επιστημών στις 22 Νοεμβρίου 1951. (Σ.τ.Ε.)</p><p>θρησκευτικής  ιστορίας,  κι  αν  υπήρχε  ένα  μοτίβο  που  επα‐</p><p>ναλαμβανόταν διαρκώς, αυτό αφορούσε το ότι η  επιστήμη και η</p><p>θρησκεία  ήταν  από  την  πρώτη  μέρα  όπως  το  λάδι  με  το  νερό:</p><p>αιώνιοι αντίπαλοι, ασυμβίβαστες έννοιες.</p><p>«Ο Βέτρα ήταν από τους πρωτοπόρους της φυσικής στοιχειωδών</p><p>σωματιδίων»,  είπε  ο  Κέλερ.  «Είχε  αρχίσει  να  συγκεράζει  την</p><p>επιστήμη με τη θρησκεία, αποδεικνύοντας ότι η μια συμπληρώνει</p><p>την άλλη με τους πιο απροσδόκητους τρόπους. Ονόμαζε το πεδίο</p><p>αυτό ʺΝέα Φυσικήʺ».</p><p>Ο  Κέλερ  κατέβασε  ένα  βιβλίο  από  το  ράφι  και  το  έδωσε  στον</p><p>Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος  μελέτησε  προσεκτικά  το  εξώφυλλο:  Θεός,  Θαύματα  και</p><p>Νέα Φυσική, του Λεονάρντο Βέτρα.</p><p>«Το  πεδίο  είναι  σχετικά  μικρό»,  είπε  ο  Κέλερ,  «όμως  προσφέρει</p><p>νέες  απαντήσεις  σε  ορισμένα  παλιά  ερωτήματα.  Ερωτήματα</p><p>σχετικά με την προέλευση του σύμπαντος και των δυνάμεων που</p><p>ενώνουν όλους εμάς. Ο Λεονάρντο πίστευε ότι η έρευνά του είχε</p><p>τη  δυνατότητα  να  οδηγήσει  εκατομμύρια  ανθρώπους  σε  μια</p><p>περισσότερο  πνευματική  ζωή.  Πέρυσι  απέδειξε  με  τρόπο</p><p>αδιαμφισβήτητο  την  ύπαρξη  μιας  ενεργειακής  δύναμης  που</p><p>ενώνει όλους τους ανθρώπους.</p><p>Για την ακρίβεια, έδειξε στην πράξη ότι όλοι μας συνδεόμαστε με</p><p>φυσικό  τρόπο,  ότι  τα μόρια  του σώματος μας  είναι συνδεδεμένα</p><p>με τα μόρια των σωμάτων των άλλων, ότι υπάρχει μια ενέργεια η</p><p>οποία ρέει μέσα σε όλους μας».</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωθε αναστατωμένος.</p><p>«Δηλαδή  ο  Βέτρα  είχε  ανακαλύψει  έναν  τρόπο  για  να αποδείξει</p><p>ότι τα μόρια συνδέονται μεταξύ τους;»</p><p>«Είχε βρει ατράνταχτες αποδείξεις. Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε</p><p>πρόσφατα στο Scientific American χαιρέτιζε τη Νέα Φυσική ως ένα</p><p>ασφαλέστερο μονοπάτι προς το Θεό από την ίδια τη θρησκεία».</p><p>Αυτό  το  τελευταίο  σχόλιο  αποδείχτηκε  καίριο.  Ο  Λάνγκντον</p><p>συνέλαβε  τον  εαυτό  του  να  σκέφτεται  τους  αντίθρησκους</p><p>Πεφωτισμένους.  Απρόθυμα,  πίεσε  τον  εαυτό  του  να  εξετάσει</p><p>θεωρητικά,  έστω  και  προς  στιγμήν,  την  πιθανότητα  να  έχει</p><p>συμβεί  το  αδιανόητο.  Αν  οι  Illuminati  υπήρχαν  ακόμα,  θα</p><p>αποφάσιζαν  να  σκοτώσουν  τον  Λεονάρντο  προκειμένου  να  τον</p><p>εμποδίσουν να μεταφέρει το θρησκευτικό του μήνυμα στις μάζες;</p><p>Ο  Λάνγκντον  απόδιωξε  τη  σκέψη.  Παράλογο!  Οι  Πεφωτισμένοι</p><p>αποτελούν ιστορία! Όλοι οι ακαδημαϊκοί το γνωρίζουν αυτό!</p><p>«Ο  Βέτρα  είχε  πολλούς  εχθρούς  στον  επιστημονικό  κόσμο»,</p><p>συνέχισε ο Κέλερ. «Πολλοί υπέρμαχοι της αμιγούς επιστήμης τον</p><p>απεχθάνονταν.  Ακόμα  και  εδώ  στο  CERN.  Θεωρούσαν  ότι  η</p><p>χρήση  της  αναλυτικής  φυσικής  με  σκοπό  να  στηριχτούν</p><p>θεολογικές αρχές αποτελούσε προδοσία σε βάρος της επιστήμης».</p><p>«Μα οι σύγχρονοι επιστήμονες δεν έχουν λιγότερο επιφυλακτική</p><p>στάση απέναντι στη θρησκεία;»</p><p>Ο Κέλερ ρουθούνισε εκνευρισμένος.</p><p>«Για ποιο λόγο θα έπρεπε να είμαστε λιγότερο επιφυλακτικοί; Η</p><p>εκκλησία  μπορεί  να  μη  στέλνει  πλέον  τους  επιστήμονες  στην</p><p>πυρά,  όμως,  αν  νομίζετε  ότι  έχει  πάψει  να  επιχειρεί  να  ελέγξει</p><p>την  επιστήμη,  ίσως  θα  έπρεπε  να  αναρωτηθείτε  για  ποιο  λόγο</p><p>στα  μισά  σχολεία  της  χώρας  σας  δεν  επιτρέπεται  η  διδασκαλία</p><p>της  θεωρίας  της  εξέλιξης.  Αναρωτηθείτε  για  ποιο  λόγο  η</p><p>Αμερικανική  Χριστιανική  Συμμαχία  είναι  ο  ισχυρότερος</p><p>οργανισμός ενάντια στην επιστημονική πρόοδο σε ολόκληρο τον</p><p>κόσμο.  Ο  πόλεμος  ανάμεσα  στην  επιστήμη  και  στη  θρησκεία</p><p>συνεχίζει να μαίνεται, κύριε Λάνγκντον.</p><p>Μπορεί το μέτωπο να μετακινήθηκε από τα πεδία των μαχών στις</p><p>αίθουσες  των  συνεδριάσεων,  όμως  ο  πόλεμος  συνεχίζει  να</p><p>μαίνεται».</p><p>Ο Λάνγκντον συνειδητοποίησε ότι ο Κέλερ  είχε δίκιο. Μόλις  την</p><p>περασμένη  βδομάδα  η  Θεολογική</p><p>Σχολή  του  Χάρβαρντ  είχε</p><p>οργανώσει  πορεία  προς  το  κτίριο  του  Τομέα  Βιολογίας</p><p>διαμαρτυρόμενη για το γεγονός ότι η γενετική μηχανική αποτελεί</p><p>μέρος  του  προγράμματος  σπουδών  της  σχολής.  Ο  πρόεδρος  του</p><p>Τομέα  Βιολογίας,  ο  διάσημος  ορνιθολόγος  Ρίτσαρντ  Ααρόνιαν,</p><p>υπερασπίστηκε  το  πρόγραμμα  σπουδών  του  τμήματος  του</p><p>αναρτώντας ένα τεράστιο πανό στο παράθυρο του γραφείου του.</p><p>Το  πανό  απεικόνιζε  το  χριστιανικό  ιχθύ,  με  τη  διαφορά  ότι  ο</p><p>συγκεκριμένος διέθετε τέσσερα ποδαράκια, ως φόρο τιμής, όπως</p><p>ισχυρίστηκε ο Ααρόνιαν, στην εξέλιξη των αφρικανικών δίπνοων</p><p>ψαριών* που βγήκαν στη στεριά. Κάτω από το ψάρι, αντί για  τα</p><p>αρχικά  ΙΧΘΥΣ**,  ήταν  γραμμένο  με  κεφαλαία  το  όνομα  του</p><p>Δαρβίνου με ένα μεγάλο θαυμαστικό.</p><p>Τις  σκέψεις  του  διέκοψε  ένας  διαπεραστικός  βόμβος,  που  έκανε</p><p>τον Λάνγκντον να σηκώσει τα μάτια του. Ο Κέλερ έφερε τα χέρια</p><p>του  στη  σειρά  των  ηλεκτρονικών  συσκευών  που  ήταν</p><p>ενσωματωμένες στην πολυθρόνα  του. Έβγαλε  ένα βομβητή από</p><p>τη θήκη του και διάβασε το εισερχόμενο μήνυμα.</p><p>«Ωραία! Ήταν η κόρη του Λεονάρντο. Η κυρία Βέτρα φτάνει αυτή</p><p>τη στιγμή που μιλάμε στο ελικοδρόμιο. Θα τη συναντήσουμε εκεί.</p><p>Νομίζω  ότι  είναι  καλύτερα  να  μην  ανέβει  ως  εδώ  και  δει  τον</p><p>πατέρα της σε αυτή την κατάσταση».</p><p>Ο Λάνγκντον συμφώνησε. Κανενός το παιδί δεν άξιζε να υποστεί</p><p>τέτοιο σοκ.</p><p>«Θα ζητήσω από την κυρία Βέτρα να μας εξηγήσει το αντικείμενο</p><p>πάνω  στο  οποίο  εργάζονταν  η  ίδια  και  ο  πατέρας  της.</p><p>Ενδεχομένως  αυτό  να  ρίξει  φως  στους  λόγους  για  τους  οποίους</p><p>εκείνος δολοφονήθηκε».</p><p>* Είδος ψαριών που, εκτός από βράγχια, διέθεταν και όργανα με τα οποία</p><p>μπορούσαν να αναπνέουν τον ατμοσφαιρικό αέρα. Σύμφωνα με μια θεωρία, από</p><p>αυτά προήλθαν τα πρώτα σπονδυλωτά που περπάτησαν στη Γη στο πλαίσιο</p><p>της διαδικασίας της εξέλιξης των ειδών. Οι αφρικανικοί δίπνοοι ονομάζονται</p><p>και πρωτόπτεροι αιθιοπικοί. (Σ.τ.Ε.)</p><p>** Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. (Σ.τ.Ε.)</p><p>«Πιστεύετε ότι η  έρευνα  του Βέτρα ήταν η αιτία  της  δολοφονίας</p><p>του;»</p><p>«Είναι  πολύ  πιθανό.  Ο  Λεονάρντο  μου  είχε  πει  ότι  εργαζόταν</p><p>πάνω σε κάτι πρωτοποριακό. Αυτό ήταν και το μόνο σχόλιο που</p><p>είχε  κάνει.  Είχε  γίνει  πολύ  μυστικοπαθής  όσον  αφορά  το</p><p>αντικείμενο  της  ερευνάς  του.  Διέθετε  ιδιωτικό  εργαστήριο  και</p><p>απαιτούσε  απομόνωση,  την  οποία  ευχαρίστως  του  πρόσφερα,</p><p>αφού επρόκειτο για λαμπρό επιστήμονα. Το τελευταίο διάστημα η</p><p>ερευνά του απαιτούσε τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας,</p><p>όμως  είχα αποφύγει  να  τον  ρωτήσω σχετικά». Ο Κέλερ  έστρεψε</p><p>την πολυθρόνα του προς την πόρτα του γραφείου. «Υπάρχει όμως</p><p>κάτι  ακόμα  που  πρέπει  να  γνωρίζετε  πριν  αφήσουμε  αυτό  το</p><p>διαμέρισμα».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήταν βέβαιος ότι ήθελε να το μάθει.</p><p>«Ο δολοφόνος απέσπασε κάτι από τον Βέτρα».</p><p>«Του απέσπασε κάτι;»</p><p>«Ακολουθήστε με».</p><p>Ο  διευθυντής  οδήγησε  την  πολυθρόνα  του  πίσω  στο  ομιχλώδες</p><p>καθιστικό. Ο Λάνγκντον ακολούθησε, χωρίς να ξέρει τι έπρεπε να</p><p>περιμένει.  Ο  Κέλερ  μετακίνησε  την  πολυθρόνα  του  προσεκτικά,</p><p>για  να  σταματήσει  ελάχιστα  εκατοστά  από  το  σώμα  του  Βέτρα.</p><p>Έκανε  νόημα  στον  Λάνγκντον  να  έρθει  δίπλα  του.  Εκείνος</p><p>πλησίασε απρόθυμα, αφού η δυσωδία από τα παγωμένα ούρα του</p><p>θύματος του προκαλούσε τάση για εμετό.</p><p>«Κοιτάξτε το πρόσωπο του», είπε ο Κέλερ.</p><p>Να  κοιτάξω  το  πρόσωπό  του;  Ο  Λάνγκντον  συνοφρυώθηκε.</p><p>Νόμιζα ότι είχε πει πως κάτι είχε κλαπεί.</p><p>Διστακτικά,  ο  Λάνγκντον  γονάτισε.  Προσπάθησε  να  δει  το</p><p>πρόσωπο του Βέτρα, όμως το κεφάλι ήταν στριμμένο σε μια γωνία</p><p>εκατόν ογδόντα μοιρών, με το πρόσωπο κολλημένο στο χαλί.</p><p>Παλεύοντας  να  ξεπεράσει  τη  δυσχέρεια  στις  κινήσεις  που  του</p><p>προκαλούσε  η  αναπηρία  του,  ο  Κέλερ  έσκυψε  και  προσεκτικά</p><p>έστρεψε  το παγωμένο κεφάλι  του Βέτρα προς  το μέρος  τους.  Τα</p><p>σπασμένα  κόκαλα  του  λαιμού  έκαναν  έναν  ανατριχιαστικό</p><p>θόρυβο  καθώς  το  πρόσωπο  του  πτώματος  αποκαλυπτόταν  σιγά</p><p>σιγά, συσπασμένο από την αγωνία και τον τρόμο των τελευταίων</p><p>στιγμών.</p><p>«Χριστέ  μου!»  αναφώνησε  ο  Λάνγκντον,  πισωπατώντας  από  τη</p><p>φρίκη.  Το  πρόσωπο  του  Βέτρα  ήταν  πλημμυρισμένο  από  αίμα.</p><p>Ένα και μοναδικό άψυχο ανοιχτό καστανό μάτι  τον κοιτούσε; Η</p><p>άλλη  κόγχη  ήταν  κομματιασμένη  και  άδεια.  «Έκλεψαν  το  μάτι</p><p>του;»</p><p>14</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΑΙΣΘΑΝΘΗΚΕ ανακούφιση όταν βγήκε από το</p><p>Κτίριο Γ έξω στον καθαρό αέρα, ευγνώμων που είχε αφήσει πίσω</p><p>του  το  διαμέρισμα  του  Βέτρα.  Ο  ήλιος  βοήθησε  να  διαλυθεί  η</p><p>εικόνα της άδειας κόγχης, που είχε καρφωθεί στο μυαλό του.</p><p>«Από  δω,  παρακαλώ»,  είπε  ο  Κέλερ,  παίρνοντας  ένα  απότομο</p><p>ανηφορικό  μονοπάτι.  Η  ηλεκτροκίνητη  πολυθρόνα  φαινόταν  να</p><p>μη  δυσκολεύεται  να  αναπτύξει  ταχύτητα.  «Η  κυρία  Βέτρα  θα</p><p>φτάσει από στιγμή σε στιγμή».</p><p>Ο Λάνγκντον άνοιξε το βήμα του για να τον προλάβει.</p><p>«Λοιπόν»,  ρώτησε  ο  Κέλερ,  «συνεχίζετε  να  αμφιβάλλετε  για  τη</p><p>συμμετοχή των Πεφωτισμένων;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  δεν  ήξερε  πια  τι  έπρεπε  να  σκεφτεί.  Οι</p><p>θρησκευτικές  πεποιθήσεις  του  Βέτρα  αποτελούσαν  οπωσδήποτε</p><p>ένα στοιχείο προβληματισμού, όμως δεν μπορούσε να πείσει τον</p><p>εαυτό του να αγνοήσει όλα τα στοιχεία και τις αποδείξεις που είχε</p><p>ερευνήσει  σε  ολόκληρη  την  ακαδημαϊκή  πορεία  του.  Εξάλλου</p><p>ήταν και το ζήτημα του ματιού...</p><p>«Εξακολουθώ να υποστηρίζω»,  είπε ο Λάνγκντον,  σε πιο  έντονο</p><p>ύφος απʹ ό,τι σκόπευε, «ότι οι Πεφωτισμένοι δεν είναι υπεύθυνοι</p><p>για αυτή τη δολοφονία. Το χαμένο μάτι είναι η απόδειξη».</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Ο  τυχαίος  ακρωτηριασμός»,  εξήγησε  ο  Λάνγκντον,  «είναι  κάτι</p><p>που... δεν ταιριάζει καθόλου στους Πεφωτισμένους. Οι ειδικοί στις</p><p>μυστικές  οργανώσεις  έχουν  καταγράψει  ασύνδετα  περιστατικά</p><p>παραμορφώσεων  από  νεόκοπες  περιθωριακές  ομάδες,  από</p><p>ζηλωτές  που  πραγματοποιούν  τυχαίες  τρομοκρατικές  ενέργειες.</p><p>Όμως οι Πεφωτισμένοι κινούνταν πάντοτε βάσει προγράμματος,</p><p>προσεκτικά».</p><p>«Προσεκτικά;  Η  χειρουργική  αφαίρεση  του  βολβού  του  ματιού</p><p>ενός  ανθρώπου  δεν  αποτελεί  προσεκτικά  σχεδιασμένη  και</p><p>εκτελεσμένη ενέργεια;»</p><p>«Δε  στέλνει  κάποιο  σαφές  μήνυμα.  Δεν  εξυπηρετεί  κάποιον</p><p>απώτερο σκοπό».</p><p>Η  πολυθρόνα  του  Κέλερ  σταμάτησε  απότομα  στην  κορυφή  του</p><p>λόφου. Γύρισε προς το συνομιλητή του.</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  πιστέψτε  με,  το  χαμένο  μάτι  εξυπηρετεί</p><p>κάποιον απώτερο σκοπό. Δεν μπορεί να το βάλει ο νους σας».</p><p>Την ώρα που οι δυο άντρες διέσχιζαν το καταπράσινο ύψωμα από</p><p>κάπου  στα  δυτικά  ακούστηκε  ο  ήχος  από  ένα  ελικόπτερο.  Το</p><p>αεροσκάφος  εμφανίστηκε  ξαφνικά,  διαγράφοντας  μια  καμπύλη</p><p>πάνω από την ανοιχτή πεδιάδα καθώς χαμήλωνε προς το μέρος</p><p>τους.  Έστριψε  απότομα  και  στη  συνέχεια  έκοψε  ταχύτητα  και</p><p>έμεινε  να  αιωρείται  πάνω  από  ένα  ελικοδρόμιο  που  οι  γραμμές</p><p>του ήταν χαραγμένες με μπογιά στο γρασίδι.</p><p>Ο Λάνγκντον παρακολουθούσε αφηρημένος, με το μυαλό του να</p><p>διαγράφει  κύκλους  όπως  ο  έλικας.  Αναρωτιόταν  αν  ένας  καλός</p><p>βραδινός  ύπνος θα  τον βοηθούσε να ξεπεράσει  τη σύγχυση που</p><p>αισθανόταν εκείνη τη στιγμή και να δει τα πράγματα πιο καθαρά.</p><p>Για κάποιο λόγο, αμφέβαλλε.</p><p>Μόλις τα πέδιλα του ελικοπτέρου ακούμπησαν στο έδαφος, ένας</p><p>πιλότος κατέβηκε και άρχισε να ξεφορτώνει διάφορα αντικείμενα,</p><p>όπως σάκους, αδιάβροχα σακίδια, φιάλες καταδύσεων και κιβώτια</p><p>που έδειχναν να περιέχουν προηγμένο καταδυτικό εξοπλισμό.</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε μπερδεμένος.</p><p>«Αυτός είναι ο εξοπλισμός της κυρίας Βέτρα;» φώναξε στον Κέλερ</p><p>για  να  ακουστεί  πάνω  από  το  θόρυβο  των  μηχανών  του</p><p>ελικοπτέρου.</p><p>Ο  Κέλερ  έγνεψε  καταφατικά  και  του  απάντησε  φωνάζοντας</p><p>δυνατά:</p><p>«Έκανε κάποια βιολογική έρευνα στο πέλαγος των Βαλεαρίδων».</p><p>«Νόμιζα ότι είπατε πως είναι φυσικός»</p><p>«Είναι.  Συγκεκριμένα,  είναι  υδροφυσικός  με  ειδίκευση  στη</p><p>βιολογική αλληλεξάρτηση. Μελετάει την αλληλοσύνδεση μεταξύ</p><p>των  διαφόρων  βιολογικών  συστημάτων.  Το  έργο  της  συνδέεται</p><p>στενά  με  εκείνο  του  πατέρα  της  στο  πεδίο  της  φυσικής</p><p>στοιχειωδών  σωματιδίων.  Πρόσφατα  κατέρριψε  μια  από  τις</p><p>θεμελιώδεις  θεωρίες  του</p><p>Αϊνστάιν  χρησιμοποιώντας  συγχρο‐</p><p>νισμένες  κάμερες  προκειμένου  να  παρακολουθήσει  ένα  κοπάδι</p><p>τόνων».</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε προσεκτικά το πρόσωπο του οικοδεσπότη</p><p>του ψάχνοντας για κάποια ένδειξη ότι αστειευόταν. Τι σχέση έχει</p><p>ο Αϊνστάιν με τους τόνους; Είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως το</p><p>διαστημικό  αεροσκάφος  Χ‐33  τον  είχε  αφήσει  κατά  λάθος  σε</p><p>άλλον πλανήτη.</p><p>Την  επόμενη  στιγμή  η  Βιτόρια  Βέτρα  έκανε  την  εμφάνιση  της,</p><p>αναδυόμενη  από  την  άτρακτο  του  ελικοπτέρου.  Ο  Ρόμπερτ</p><p>Λάνγκντον  συνειδητοποίησε  ότι  εκείνη  η  μέρα  θα  του</p><p>επιφύλασσε  ατελείωτες  εκπλήξεις.  Έτσι  όπως  κατέβαινε  από  το</p><p>ελικόπτερο, ντυμένη με χακί σορτς και λευκό αμάνικο πουκάμισο,</p><p>η Βιτόρια Βέτρα δεν είχε την παραμικρή σχέση με την εικόνα της</p><p>βιβλιοφάγου φυσικού που εκείνος περίμενε να αντικρίσει. Λυγερή</p><p>και γεμάτη χάρη, ήταν ψηλή, με σταρένια επιδερμίδα και μακριά</p><p>μαύρα μαλλιά, που ανέμιζαν στο ρεύμα αέρα που δημιουργούσε ο</p><p>έλικας γυρίζοντας. Το πρόσωπο της ήταν χαρακτηριστικά ιταλικό.</p><p>Δεν  ήταν  ιδιαίτερα  όμορφη,  αλλά  τα  αδρά  και  γήινα  χαρα‐</p><p>κτηριστικά  της ακόμα και  από αυτή  την απόσταση  έμοιαζαν  να</p><p>αποπνέουν έναν απροσποίητο αισθησιασμό. Καθώς το ρεύμα του</p><p>αέρα  χτυπούσε  το  σώμα  της,  τα  ρούχα  κολλούσαν  πάνω  της,</p><p>τονίζοντας το λεπτό κορμό και το μικρό στήθος της.</p><p>«Η  κυρία  Βέτρα  είναι  μια  γυναίκα  με  τρομερή  προσωπική</p><p>δύναμη»,  είπε  ο  Κέλερ,  που φάνηκε  να  διαισθάνεται  τη  γοητεία</p><p>που  ασκούσε  η  κοπέλα  στον  Λάνγκντον.  «Περνάει  μήνες  κάθε</p><p>φορά  κάνοντας  έρευνα  σε  επικίνδυνα  οικολογικά  συστήματα.</p><p>Είναι  αυστηρά  χορτοφάγος  και  κάτι  σαν  την  προσωπική  μας</p><p>γκουρού της χάθα γιόγκα εδώ στο CERN».</p><p>Χάθα γιόγκα; σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Η αρχαία βουδιστική τέχνη</p><p>της διαλογιστικής γυμναστικής έδινε την εντύπωση μιας μάλλον</p><p>παράδοξης απασχόλησης για μια φυσικό, και μάλιστα κόρη ενός</p><p>καθολικού ιερέα.</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε τη Βιτόρια καθώς πλησίαζε. Ήταν φανερό</p><p>ότι  είχε  κλάψει.  Τα  σκούρα  καστανά  μάτια  της  καθρέφτιζαν</p><p>συναισθήματα  τα  οποία  ο  Λάνγκντον  δεν  μπορούσε  να</p><p>προσδιορίσει.</p><p>Ωστόσο  προχωρούσε  προς  το  μέρος  τους  με  σιγουριά  και</p><p>αυτοπεποίθηση.  Τα  χέρια  και  τα  πόδια  της  ήταν  δυνατά  και</p><p>μυώδη, ακτινοβολούσε υγεία, με την επιδερμίδα της να έχει αυτή</p><p>τη  χαρακτηριστική  μεσογειακή  λάμψη  του  ανθρώπου  που  έχει</p><p>απολαύσει ατελείωτες ώρες στον ήλιο.</p><p>«Βιτόρια»,  είπε  ο  Κέλερ  μόλις  εκείνη  έφτασε  κοντά  τους,  «σου</p><p>εκφράζω  τα  βαθύτατα  συλλυπητήρια  μου.  Ήταν  τραγική</p><p>απώλεια για την επιστήμη, για όλους μας εδώ στο CERN».</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε γεμάτη ευγνωμοσύνη. Όταν μίλησε, η φωνή της</p><p>ακούστηκε απαλή και βαθιά, με μια ελαφρώς ξενική προφορά.</p><p>«Έχετε εντοπίσει τον υπεύθυνο;»</p><p>«Συνεχίζουμε τις προσπάθειες...»</p><p>Εκείνη στράφηκε στον Λάνγκντον τείνοντας το λεπτό της χέρι.</p><p>«Ονομάζομαι  Βιτόρια  Βέτρα.  Είστε  από  την  INTERPOL,</p><p>υποθέτω...»</p><p>Ο  Λάνγκντον  έσφιξε  το  χέρι  της,  μαγεμένος  από  το  βάθος  των</p><p>υγρών ματιών της.</p><p>«Ρόμπερτ Λάνγκντον». Δεν ήξερε τι άλλο να πει.</p><p>«Ο  κύριος  Λάνγκντον  δεν  εκπροσωπεί  τις  αρχές»,  εξήγησε  ο</p><p>Κέλερ. «Είναι ένας ειδικός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Βρίσκεται</p><p>εδώ για να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε το άτομο που ευθύνεται</p><p>για αυτή την κατάσταση».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε μπερδεμένη.</p><p>«Και η αστυνομία;»</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε, αλλά δεν είπε κάτι άλλο.</p><p>«Που είναι η σορός του;» ρώτησε εκείνη επιτακτικά.</p><p>«Έχουμε φροντίσει γιʹ αυτή».</p><p>Το αθώο ψέμα αιφνιδίασε τον Λάνγκντον.</p><p>«Θέλω να τον δω», είπε η κοπέλα.</p><p>«Βιτόρια», τη συμβούλεψε ο Κέλερ, «ο πατέρας σου δολοφονήθηκε</p><p>βάναυσα.  Θα  ήταν  καλύτερα  να  τον  θυμάσαι  όπως  ήταν  όσο</p><p>ζούσε».</p><p>Η κοπέλα πήγε να πει κάτι, αλλά τη διέκοψαν.</p><p>«Γεια  σου,  Βιτόρια!»  ακούστηκαν  φωνές  από  μακριά.  «Καλώς</p><p>όρισες στη βάση!»</p><p>Γύρισε προς το μέρος τους. Μια ομάδα περαστικών επιστημόνων</p><p>που  έκαναν  περίπατο  κοντά  στο  ελικοδρόμιο  της  έγνεφε</p><p>πρόσχαρα.</p><p>«Κατέρριψες καμιά άλλη από τις θεωρίες του Αϊνστάιν;» φώναξε</p><p>ένας.</p><p>Κάποιος άλλος πρόσθεσε:</p><p>«Ο πατέρας σου πρέπει να αισθάνεται περήφανος!»</p><p>Η  Βιτόρια  χαιρέτησε  αμήχανα  τους  άντρες  καθώς  από‐</p><p>μακρύνονταν.  Ύστερα  στράφηκε  στον  Κέλερ  με  μια  έκφραση</p><p>σύγχυσης στοπρόσωπο της.</p><p>«Κανείς δεν το έμαθε ακόμα;»</p><p>«Αποφάσισα  ότι  ήταν  απολύτως  απαραίτητο  να  χειριστώ  το</p><p>ζήτημα με διακριτικότητα».</p><p>«Δεν είπατε στο προσωπικό ότι ο πατέρας μου δολοφονήθηκε;»</p><p>Την απορία στη φωνή της είχε αρχίσει να αντικαθιστά ο θυμός.</p><p>Η έκφραση του Κέλερ σκλήρυνε αυτόματα.</p><p>«Ίσως να σας διαφεύγει αυτή η λεπτομέρεια,  κυρία Βέτρα,  όμως</p><p>αμέσως  μόλις  αναφέρω  τη  δολοφονία  του  πατέρα  σας  θα</p><p>διεξαχθεί  έρευνα  στο  CERN,  συμπεριλαμβανομένου  του</p><p>εργαστηρίου του. Πάντοτε προσπαθούσα να σέβομαι τον ιδιωτικό</p><p>χώρο του πατέρα σας.</p><p>Εκείνος  μου  είχε  πει  μόνο  δυο  πράγματα  σχετικά  με  το  τρέχον</p><p>αντικείμενο της ερευνάς σας: πρώτον, ότι μπορεί να αποφέρει στο</p><p>κέντρο έσοδα πολλών εκατομμυρίων από συμβόλαια εκχώρησης</p><p>των  δικαιωμάτων  χρήσης  μέσα  στην  επόμενη  δεκαετία  και,</p><p>δεύτερον,  ότι  δεν  είναι δυνατόν να ανακοινωθεί δημόσια,  επειδή</p><p>συνεχίζει  να  αποτελεί  επικίνδυνη  τεχνολογία.  Λαμβάνοντας</p><p>υπόψη  τα  δύο  αυτά  στοιχεία,  θα  προτιμούσα  να  μην  υπάρχουν</p><p>εδώ γύρω ξένοι που να χώνουν τη μύτη τους στο εργαστήριο του,</p><p>με κίνδυνο είτε να κλαπούν τα αποτελέσματα της ερευνάς του και</p><p>να ιδιοποιηθούν άλλοι το έργο του είτε να σκοτωθεί κάποιος στην</p><p>πορεία και να θεωρηθεί υπεύθυνο το CERN. Γίνομαι σαφής;»</p><p>Η  Βιτόρια  απλώς  συνέχισε  να  τον  κοιτάζει,  χωρίς  να  βγάλει</p><p>κουβέντα. Ο Λάνγκντον κατάλαβε από τη στάση της ότι, αν και</p><p>απρόθυμα, σεβόταν και αποδεχόταν τη λογική του Κέλερ.</p><p>«Προτού  αναφέρουμε  οτιδήποτε  στις  αρχές»,  συνέχισε  αυτός,</p><p>«είναι  απαραίτητο  να  μάθω  πάνω  σε  τι  εργαζόσασταν  εσείς  οι</p><p>δύο. Πρέπει οπωσδήποτε να μας οδηγήσεις στο εργαστήριο σας».</p><p>«Το εργαστήριο δεν έχει καμία σχέση», είπε η Βιτόρια. «Κανείς δε</p><p>γνώριζε  τι  κάναμε  ο  πατέρας  μου  κι  εγώ.  Το  πείραμα  δεν  είναι</p><p>δυνατόν  να  σχετίζεται  με  οποιονδήποτε  τρόπο  με  τη  δολοφονία</p><p>του πατέρα μου».</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε βαθιά, βγάζοντας τον αέρα απότομα.</p><p>«Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο».</p><p>«Στοιχεία; Ποια στοιχεία;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε την ίδια απορία.</p><p>Ο Κέλερ σκούπισε ξανά το στόμα του.</p><p>«Απλώς εμπιστέψου με σε αυτό το ζήτημα».</p><p>Το  βλέμμα  της  Βιτόρια,  ένα  βλέμμα  πύρινο  και  γεμάτο</p><p>κοχλάζουσα οργή, πρόδινε ότι δε συνέβαινε κάτι τέτοιο.</p><p>15</p><p>ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ σιωπηλός, ο Λάνγκντον ακολουθούσε με γοργό</p><p>βήμα  τη  Βιτόρια  και  τον  Κέλερ  καθώς  κατευθύνονταν  προς  το</p><p>κεντρικό αίθριο, από όπου είχε ξεκινήσει η παράξενη περιήγηση</p><p>του  Αμερικανού  μελετητή  συμβόλων  στο  χώρο.  Η  κίνηση  της</p><p>Βιτόρια  ήταν  ρευστή  και  πλαστική,  θυμίζοντας  αθλητή</p><p>καταδύσεων σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Λάνγκντον  συμπέρανε</p><p>ότι  αυτό  οφειλόταν  αναμφίβολα  στην  ευελιξία  και  στον  έλεγχο</p><p>του  σώματος  που  αποκτάται  με  τη  γιόγκα.  Μπορούσε  να  την</p><p>ακούσει να αναπνέει αργά, ελεγχόμενα, σαν να προσπαθούσε με</p><p>κάποιον τρόπο να φιλτράρει την οδύνη της.</p><p>Ο Λάνγκντον ήθελε να της πει κάτι, να της εκφράσει τη συμπόνια</p><p>του.  Και  εκείνος  είχε  αισθανθεί  κάποτε  το  ξαφνικό  κενό  που</p><p>προκαλεί  η  απροσδόκητη  απώλεια  ενός  γονιού.  Περισσότερο</p><p>θυμόταν την κηδεία, που είχε γίνει μια βροχερή και γκρίζα μέρα,</p><p>τη  μεθεπομένη  των  δωδέκατων  γενεθλίων  του.  Το  σπίτι  ήταν</p><p>γεμάτο άντρες από το γραφείο με γκρίζα κοστούμια, άντρες που</p><p>έσφιγγαν  το  χέρι  του  υπερβολικά  δυνατά  όταν  αντάλλασσαν</p><p>χειραψία  μαζί  του.  Όλοι  τους  μουρμούριζαν  λέξεις  όπως</p><p>«καρδιακός»  και  «στρες».  Η  μητέρα  του,  με  τα  μάτια  υγρά,</p><p>προσπαθούσε  να  αστειευτεί  λέγοντας  ότι  μπορούσε  πάντα  να</p><p>παρακολουθήσει  τα  σκαμπανεβάσματα  του  χρηματιστηρίου</p><p>κρατώντας απλώς το χέρι του συζύγου της... Ο παλμός του ήταν ο</p><p>προσωπικός της δείκτης της πορείας των μετοχών.</p><p>Κάποτε,  όταν  ο  πατέρας  του  ζούσε  ακόμα,  ο  Λάνγκντον  είχε</p><p>ακούσει  τη μητέρα του να τον  εκλιπαρεί  να χαλαρώσει λίγο και</p><p>να  απολαύσει</p><p>τη  ζωή,  να  μυρίσει  τα  τριαντάφυλλα...  Εκείνη  τη</p><p>χρονιά  ο  Λάνγκντον  αγόρασε  για  τον  πατέρα  του  ένα</p><p>μικροσκοπικό  τριαντάφυλλο  από  φυσητό  γυαλί  για  τα</p><p>Χριστούγεννα.  Ο  τρόπος  με  τον  οποίο  διαθλούσε  το  φως  του</p><p>ήλιου, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο που ταξίδευε</p><p>στους τοίχους του σπιτιού... Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχε</p><p>δει  ποτέ  στη  ζωή  του.  «Είναι  υπέροχο!»  είχε  αναφωνήσει  ο</p><p>πατέρας του όταν άνοιξε το δώρο του, φιλώντας τον Ρόμπερτ στο</p><p>μέτωπο.  «Ας  βρούμε  ένα  ασφαλές  μέρος  για  να  το</p><p>τοποθετήσουμε».  Ύστερα  είχε  ακουμπήσει  προσεκτικά  το</p><p>τριαντάφυλλο  σε  ένα  ψηλό  σκονισμένο  ράφι  στην  πιο  σκοτεινή</p><p>γωνία  του καθιστικού. Λίγες μέρες αργότερα ο Λάνγκντον πήρε</p><p>ένα  σκαμνί,  κατέβασε  το  τριαντάφυλλο  και  το  επέστρεψε  στο</p><p>κατάστημα  από  όπου  το  είχε  αγοράσει.  Ο  πατέρας  του  δεν</p><p>πρόσεξε ποτέ ότι έλειπε.</p><p>Ο ήχος του ασανσέρ που είχε φτάσει στον όροφο τους επανέφερε</p><p>τον Λάνγκντον στο παρόν. Η Βιτόρια και ο Κέλερ προπορεύτηκαν</p><p>και  μπήκαν  στο  θάλαμο.  Εκείνος  κοντοστάθηκε  λίγο  πριν</p><p>περάσει την ανοιχτή πόρτα.</p><p>«Υπάρχει  κάποιο  πρόβλημα;»  ρώτησε  ο  Κέλερ,  με  τον  τόνο  της</p><p>φωνής  του  να  φανερώνει  περισσότερο  ενόχληση  παρά</p><p>ενδιαφέρον.</p><p>«Όχι, απολύτως κανένα», απάντησε ο Λάνγκντον, πιέζοντας τον</p><p>εαυτό  του  να  προχωρήσει  προς  το  στενόχωρο  θάλαμο.</p><p>Χρησιμοποιούσε  ασανσέρ  μόνο  όταν  ήταν  απολύτως  αναγκαίο.</p><p>Προτιμούσε  τους  ανοιχτούς  χώρους,  γιʹ  αυτό  συνήθως  πήγαινε</p><p>από τις σκάλες.</p><p>«Το εργαστήριο του δρα Βέτρα βρίσκεται κάτω από τη γη», είπε ο</p><p>Κέλερ.</p><p>Υπέροχα! σκέφτηκε ο Λάνγκντον, δρασκελώντας το κενό μεταξύ</p><p>του  θαλάμου  και  του  ορόφου  στον  οποίο  είχε  σταματήσει  ο</p><p>ανελκυστήρας.  Εκείνη  τη  στιγμή  αισθάνθηκε  ένα  παγωμένο</p><p>ρεύμα αέρα να τον χτυπάει από τα βάθη του φρεατίου. Η πόρτα</p><p>έκλεισε και ο θάλαμος άρχισε να κατεβαίνει.</p><p>«Έξι επίπεδα», σχολίασε ανέκφραστα ο Κέλερ, σαν μια αναλυτική</p><p>μηχανή.</p><p>Ο  Λάνγκντον  φαντάστηκε  το  σκοτάδι  στο  άδειο  φρεάτιο  από</p><p>κάτω  τους.  Προσπάθησε  να  διώξει  την  εικόνα  εστιάζοντας  την</p><p>προσοχή  του στους αριθμούς που άλλαζαν δείχνοντας από ποιο</p><p>επίπεδο  περνούσε  το  ασανσέρ.  Κατά  περίεργο  τρόπο,  η  οθόνη</p><p>υγρών κρυστάλλων έδειχνε μόνο δυο στάσεις: ΙΣΟΓΕΙΟ και ΜΕΣ.</p><p>«Τι  σημαίνουν  τα  αρχικά  ΜΕΣ;»  ρώτησε  ο  Λάνγκντον,</p><p>προσπαθώντας να μην ακουστεί νευρικός.</p><p>«Μεγάλος Επιταχυντής Σωματιδίων», είπε ο Κέλερ.</p><p>Επιταχυντής  σωματιδίων;  Ο  Λάνγκντον  είχε  μια  γενική  ιδέα  τι</p><p>σήμαινε  ο  όρος.  Τον  είχε  ακούσει  για  πρώτη  φορά  κατά  τη</p><p>διάρκεια ενός δείπνου με συναδέλφους του στο Ντάνστερ Χάουζ</p><p>του Κέμπριτζ.</p><p>Ένας φίλος τους φυσικός, ο Μπομπ Μπράουνελ, είχε καταφτάσει</p><p>κάποιο βράδυ έξαλλος.</p><p>«Οι μπάσταρδοι, το ακύρωσαν!» βλαστήμησε μόλις μπήκε μέσα.</p><p>«Ακύρωσαν τι πράγμα;» τον ρώτησαν οι υπόλοιποι.</p><p>«Τον ΥΥ!»</p><p>«Τον ποιο;»</p><p>«Τον Υπεραγώγιμο Υπερεπιταχυντή!»</p><p>Κάποιος ανασήκωσε τους ώμους του με απορία.</p><p>«Δεν ήξερα ότι το Χάρβαρντ κατασκεύαζε τέτοια συσκευή».</p><p>«Όχι  το Χάρβαρντ!»  ξέσπασε  εκείνος. «Οι ΗΠΑ! Μιλάμε για  τον</p><p>ισχυρότερο  επιταχυντή  σωματιδίων  στον  κόσμο,  ένα  από  τα</p><p>σημαντικότερα  επιστημονικά  προγράμματα  του  αιώνα!  Δυο</p><p>δισεκατομμύρια  δολάρια  επενδύθηκαν  σε  αυτό,  και  η  Γερουσία</p><p>ματαιώνει τώρα το όλο εγχείρημα! Στο διάολο οι θρησκόληπτοι!»</p><p>Όταν  κάποια στιγμή  ο Μπράουνελ  ηρέμησε,  τους  εξήγησε  ότι  ο</p><p>επιταχυντής  σωματιδίων  είναι  ένας  μεγάλος  κυκλικός  σωλήνας</p><p>μέσα  στον  οποίο  επιταχύνονται  υποατομικά  σωματίδια.</p><p>Ηλεκτρομαγνήτες  τοποθετημένοι  μέσα  στο  σωλήνα</p><p>ενεργοποιούνται  και  απενεργοποιούνται  με  ταχύτατο  ρυθμό,</p><p>προκειμένου  να  «σπρώξουν»  τα  σωματίδια  μέχρις  ότου  αυτά</p><p>αναπτύξουν  τρομακτικές  ταχύτητες.  Σε  πλήρη  επιτάχυνση  τα</p><p>σωματίδια  κινούνται  μέσα  στο  σωλήνα  με  ταχύτητα  άνω  των</p><p>288.000 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο.</p><p>«Μα  αυτή  είναι  σχεδόν  η  ταχύτητα  του  φωτός»,  σχολίασε</p><p>έκπληκτος ένας από τους καθηγητές.</p><p>«Ακριβώς»,  είπε  ο  Μπράουνελ.  Συνέχισε  εξηγώντας  ότι,</p><p>επιταχύνοντας δύο σωματίδια προς αντίθετες κατευθύνσεις μέσα</p><p>στο  σωλήνα  και  στη  συνέχεια  οδηγώντας  τα  σε  σύγκρουση,  οι</p><p>επιστήμονες είναι σε θέση να τα διασπάσουν στα συστατικά τους</p><p>μέρη,  κι  έτσι  να  παρατηρήσουν  τα  πλέον  θεμελιώδη  δομικά</p><p>στοιχεία  της  ίδιας  της  φύσης.  «Οι  επιταχυντές  σωματιδίων»,</p><p>δήλωσε  με  έμφαση  ο  Μπράουνελ,  «είναι  καθοριστικοί  για  το</p><p>μέλλον  της  επιστήμης.  Η  σύγκρουση  των  σωματιδίων  είναι  το</p><p>κλειδί  για  την  κατανόηση  των  δομικών  στοιχείων  του</p><p>σύμπαντος».</p><p>Ο «αφανής ποιητής» του Χάρβαρντ, ένας ήσυχος άντρας ονόματι</p><p>Τσαρλς Πρατ, δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται.</p><p>«Μου  ακούγεται»,  σχολίασε,  «σαν  μια  μάλλον  πρωτόγονη</p><p>προσέγγιση  της  επιστήμης...  Είναι  σαν  να  σπάει  κανείς  ρολόγια</p><p>προκειμένου να μελετήσει τους μηχανισμούς τους».</p><p>Ο Μπράουνελ πέταξε  το πιρούνι  του  και  βγήκε από  το  δωμάτιο</p><p>έξω φρενών.</p><p>Ώστε  το  CERN  διαθέτει  επιταχυντή  σωματιδίων;  σκέφτηκε  ο</p><p>Λάνγκντον  καθώς  ο  ανελκυστήρας  συνέχιζε  την  κάθοδο  του.</p><p>Έναν  κυκλικό  σωλήνα  μέσα  στον  οποίο  διασπάνε  σωματίδια.</p><p>Αναρωτήθηκε γιατί τον είχαν θάψει κάτω από το έδαφος.</p><p>Όταν  κάποια  στιγμή  το  ασανσέρ  σταμάτησε  απότομα,  ο</p><p>Λάνγκντον  αισθάνθηκε  ανακούφιση  που  θα  πατούσε  σε  στέρεο</p><p>έδαφος  ξανά.  Μόλις  όμως  άνοιξε  η  πόρτα,  η  ανακούφιση  του</p><p>εξανεμίστηκε.</p><p>Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  βρέθηκε  για  μία  ακόμα  φορά  σε  έναν</p><p>εξωγήινο κόσμο.</p><p>Ο  διάδρομος  εκτεινόταν  ατελείωτος  και  προς  τις  δυο</p><p>κατευθύνσεις,  τόσο προς  τα αριστερά  όσο  και προς  τα  δεξιά.  Δε</p><p>διακρινόταν  κάποιο  τέρμα  σε  καμία  από  τις  δυο  πλευρές.</p><p>Επρόκειτο για μια λεία τσιμεντένια σήραγγα, αρκετά πλατιά για</p><p>να περάσει ολόκληρη νταλίκα. Ενώ ήταν άπλετα φωτισμένος στο</p><p>σημείο  όπου  στέκονταν  εκείνη  τη  στιγμή,  ο  διάδρομος  γινόταν</p><p>τελείως σκοτεινός πιο κάτω.</p><p>Ένα ρεύμα υγρού αέρα ερχόταν μέσα από το σκοτάδι, μια μάλλον</p><p>δυσάρεστη  υπενθύμιση  ότι  βρίσκονταν  βαθιά  μέσα  στη  γη.  Ο</p><p>Λάνγκντον μπορούσε σχεδόν να αισθανθεί το βάρος του χώματος</p><p>και των πετρωμάτων που υπήρχαν πάνω από το κεφάλι του. Προς</p><p>στιγμήν  ένιωσε  σαν  παιδί  εννέα  χρονών...  Το  σκοτάδι  τον</p><p>έσπρωχνε πίσω...</p><p>Πίσω  σε  εκείνες  τις  πέντε  τρομακτικές  ώρες  που  πέρασε</p><p>τυλιγμένος σε  ένα πέπλο απόλυτης μαυρίλας,  μια  εμπειρία που</p><p>συνέχιζε  να  τον  στοιχειώνει  μέχρι  σήμερα.  Σφίγγοντας  τις</p><p>γροθιές  του,  κατάφερε  να  καταπνίξει  το  αίσθημα  πανικού  που</p><p>απειλούσε να τον καταλάβει.</p><p>Η Βιτόρια παρέμεινε σιωπηλή όταν βγήκαν από το ασανσέρ και,</p><p>χωρίς  να  διστάσει,  κινήθηκε  με  μεγάλες  δρασκελιές  προς  το</p><p>σκοτάδι, χωρίς να περιμένει τους άλλους. Καθώς προχωρούσε οι</p><p>λάμπες  φθορίου  που  βρίσκονταν  από  πάνω  της  άναβαν,</p><p>φωτίζοντας  τη  διαδρομή.  Η  εικόνα  έχει  κάτι  το  τρομακτικό,</p><p>σκέφτηκε  ο  Λάνγκντον.  Ήταν  λες  και  η  σήραγγα  ζωντάνευε,</p><p>προβλέποντας  κάθε  της  κίνηση.  Εκείνος  και  ο  Κέλερ</p><p>ακολούθησαν, μένοντας σε κάποια απόσταση. Τα φώτα έσβηναν</p><p>αυτόματα πίσω τους.</p><p>«Ο  επιταχυντής  σωματιδίων»,  ρώτησε  σιγανά  ο  Λάνγκντον,</p><p>«βρίσκεται κάπου σε αυτή τη σήραγγα;»</p><p>«Αυτός  εκεί  είναι».  Ο  Κέλερ  έδειξε  προς  τα  αριστερά  του,  όπου</p><p>ένας  γυαλιστερός  σωλήνας  από  χρώμιο  εκτεινόταν  παράλληλα</p><p>με το εσωτερικό τοίχωμα της σήραγγας.</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το σωλήνα μπερδεμένος.</p><p>«Αυτός είναι ο επιταχυντής;» Η συσκευή δεν ήταν καθόλου όπως</p><p>την  είχε  φανταστεί.  Ήταν  τελείως  ευθεία,  με  διάμετρο  περίπου</p><p>ενός  μέτρου,  και  εκτεινόταν  οριζόντια  σε  ολόκληρο  το  ορατό</p><p>μήκος  της  σήραγγας,  προτού  χαθεί  στο  σκοτάδι.  Μοιάζει</p><p>περισσότερο  με  υπόνομο  υψηλής  ιερολογίας,  σκέφτηκε  ο</p><p>Λάνγκντον.  «Νόμιζα  ότι  οι  επιταχυντές  σωματιδίων  είναι</p><p>κυκλικοί».</p><p>«Ναι, και αυτός ο επιταχυντής είναι κυκλικός», είπε ο Κέλερ.</p><p>«Μοιάζει  να  εκτείνεται  σε  ευθεία  γραμμή,  όμως  αυτό  δεν  είναι</p><p>παρά μια απλή οπτική ψευδαίσθηση. Η περίμετρος της σήραγγας</p><p>αυτής είναι τόσο μεγάλη, που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι</p><p>καμπυλώνει, όπως συμβαίνει και με τη</p><p>Γη».</p><p>Ο  Λάνγκντον  είχε  μείνει  εμβρόντητος.  Αυτή  η  συσκευή  έχει</p><p>κυκλικό σχήμα;</p><p>«Μα... πρέπει να είναι τεράστια!»</p><p>«Ο ΜΕΣ είναι η μεγαλύτερη μηχανή στον κόσμο».</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε νοερά λίγες ώρες νωρίτερα. Θυμήθηκε ότι ο</p><p>πιλότος  του CERN που  τον  είχε μεταφέρει  εδώ  είχε πει  κάτι για</p><p>μια τεράστια μηχανή θαμμένη στη γη. Όμως...</p><p>«Έχει  διάμετρο  μεγαλύτερη  από  οχτώ  χιλιόμετρα...  και  μήκος</p><p>είκοσι εφτά χιλιόμετρα».</p><p>Ο Λάνγκντον τινάχτηκε μόλις άκουσε τα νούμερα.</p><p>«Είκοσι  εφτά  χιλιόμετρα;»  Έμεινε  να  κοιτάζει  σαν  χαζός  το</p><p>διευθυντή  και  ύστερα  στράφηκε  και  μελέτησε  τη  σκοτεινή</p><p>σήραγγα  που  εκτεινόταν  μπροστά  του.  «Αυτή  η  σήραγγα  έχει</p><p>μήκος είκοσι εφτά χιλιόμετρα; Μα... αυτό είναι πάνω από δεκαέξι</p><p>μίλια!»</p><p>Ο Κέλερ έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Σκαμμένη  έτσι  ώστε  να  σχηματίζει  έναν  τέλειο  κύκλο.</p><p>Εκτείνεται  μέχρι  τη  Γαλλία,  όπου  αλλάζει  κατεύθυνση  και</p><p>επιστρέφει σε αυτό το σημείο. Σε πλήρη επιτάχυνση τα σωματίδια</p><p>διαγράφουν  τον  κύκλο  περισσότερες  από  δέκα  χιλιάδες  φορές</p><p>μέσα σε ένα δευτερόλεπτο προτού συγκρουστούν».</p><p>Ο  Λάνγκντον  ένιωσε  να  μην  τον  κρατάνε  τα  πόδια  του  καθώς</p><p>κοιτούσε την αχανή σήραγγα που απλωνόταν μπροστά του.</p><p>«Θέλετε να μου πείτε ότι το CERN ανέσκαψε εκατομμύρια τόνους</p><p>εδάφους απλώς και μόνο για να μπορεί να διασπά μικροσκοπικά</p><p>σωματίδια;»</p><p>Ο Κέλερ ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Κάποιες  φορές,  προκειμένου  να  ανακαλύψει  την  αλήθεια,  ο</p><p>άνθρωπος πρέπει να κινήσει βουνά».</p><p>16</p><p>ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ  ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ  μακριά  από  το  CERN,  μια  φωνή</p><p>ακούστηκε μέσα από κάποιον ασύρματο.</p><p>«Εντάξει, βρίσκομαι στο διάδρομο».</p><p>Ο φρουρός που παρακολουθούσε τις οθόνες μίλησε στο δικό του</p><p>ασύρματο.</p><p>«Ψάχνεις  για  την  κάμερα  νούμερο  86.  Πρέπει  να  βρίσκεται  στο</p><p>βάθος του διαδρόμου».</p><p>Ακολούθησε  μακριά  παύση.  Ο  φρουρός  που  περίμενε  την</p><p>απάντηση  άρχισε  να  ιδρώνει.  Τελικά  η  φωνή  ακούστηκε  ξανά</p><p>στον ασύρματο του.</p><p>«Η  κάμερα  δε  βρίσκεται  εδώ»,  είπε.  «Διακρίνω  όμως  το  σημείο</p><p>όπου είχε τοποθετηθεί. Κάποιος πρέπει να την αφαίρεσε».</p><p>Ο φρουρός εξέπνευσε βαριά.</p><p>«Ευχαριστώ. Μπορείς να περιμένεις ένα λεπτό;»</p><p>Αναστενάζοντας,  έστρεψε  και  πάλι  την  προσοχή  του  στην</p><p>κονσόλα  με  τις  οθόνες  που  βρισκόταν  μπροστά  του.  Τεράστια</p><p>τμήματα  του  συγκροτήματος  ήταν  ανοιχτά  στο  κοινό,  και  δεν</p><p>ήταν  η  πρώτη  φορά  που  χανόταν  κάποια  ασύρματη  κάμερα.</p><p>Συνήθως  τις  έκλεβαν  επισκέπτες  που  ήθελαν  να  πάρουν  μαζί</p><p>τους  κάποιο  σουβενίρ.  Όμως,  μόλις  η  κάμερα  έβγαινε  από  τις</p><p>εγκαταστάσεις  και  βρισκόταν  εκτός  εμβέλειας,  το  σήμα</p><p>διακοπτόταν και η εικόνα στην οθόνη χανόταν.</p><p>Μπερδεμένος,  ο φρουρός κοίταξε το μόνιτορ. Η κάμερα νούμερο</p><p>86 συνέχιζε να στέλνει πεντακάθαρη εικόνα.</p><p>Αν  η  κάμερα  έχει  κλαπεί,  αναρωτήθηκε,  γιατί  συνεχίζουμε  να</p><p>λαμβάνουμε  σήμα;  Ήξερε,  φυσικά,  ότι  υπήρχε  μόνο  μία</p><p>απάντηση.  Η  κάμερα  βρισκόταν  ακόμα  μέσα  στο  συγκρότημα,</p><p>απλώς κάποιος την είχε μετακινήσει. Όμως ποιος; Και γιατί;</p><p>Παρατήρησε προσεκτικά την εικόνα στην οθόνη για αρκετή ώρα.</p><p>Τελικά έπιασε τον ασύρματο του.</p><p>«Υπάρχουν  καθόλου  ντουλάπες  σε  εκείνο  το  κλιμακοστάσιο;</p><p>Τίποτα φωριαμοί ή σκοτεινές εσοχές;»</p><p>Η φωνή που απάντησε ακούστηκε παραξενεμένη.</p><p>«Όχι. Γιατί;»</p><p>Ο φρουρός συνοφρυώθηκε.</p><p>«Δεν πειράζει. Ευχαριστώ για τη βοήθεια».</p><p>Έκλεισε τον ασύρματο και έσφιξε τα χείλη του.</p><p>Λαμβάνοντας  υπόψη  το  μικρό  μέγεθος  της  και  το  γεγονός  ότι</p><p>ήταν ασύρματη,  ο φρουρός γνώριζε ότι  η  βιντεοκάμερα νούμερο</p><p>86  θα μπορούσε  να  στέλνει  σήμα από  σχεδόν  οπουδήποτε μέσα</p><p>στο  αυστηρά  περιφρουρούμενο  συγκρότημα,  το  οποίο</p><p>αποτελούνταν από ένα σύνολο τριάντα δύο διαφορετικών κτιρίων</p><p>που  κάλυπταν  μια  ακτίνα  ενός  σχεδόν  χιλιομέτρου.  Το  μόνο</p><p>στοιχείο που είχε στη διάθεσή του ήταν ότι η κάμερα φαινόταν να</p><p>έχει  τοποθετηθεί  σε  κάποιο  σκοτεινό  σημείο.  Φυσικά,  αυτό  δε</p><p>βοηθούσε και πολύ. Στο συγκρότημα υπήρχαν δεκάδες σκοτεινές</p><p>τοποθεσίες:  ντουλάπια  όπου φυλάσσονταν  υλικά  καθαριότητας,</p><p>αεραγωγοί,  αποθήκες  με  εργαλεία  κηπουρικής,  γκαρνταρόμπες</p><p>υπνοδωματίων,  μέχρι  και  ένας  λαβύρινθος  από  υπόγειες  στοές.</p><p>Ίσως  να  χρειάζονταν  βδομάδες  μέχρι  να  εντοπιστεί  η  κάμερα</p><p>νούμερο 86.</p><p>Αυτό όμως είναι το μικρότερο από τα προβλήματα μου, σκέφτηκε.</p><p>Παρά τη δυσκολία που παρουσίαζε η εύρεση της κάμερας, υπήρχε</p><p>ένα  άλλο,  πολύ  πιο  ανησυχητικό  ζήτημα  που  απαιτούσε  άμεση</p><p>αντιμετώπιση. Ο φρουρός  έστρεψε και πάλι  το βλέμμα του στην</p><p>εικόνα  που  μετέδιδε  η  χαμένη  κάμερα.  Ήταν  ένα  σταθερό</p><p>αντικείμενο.  Μια  συσκευή,  μοντέρνα  στην  εμφάνιση,  που  δε</p><p>θύμιζε τίποτα από όσα είχε δει μέχρι τότε. Παρατήρησε ξανά την</p><p>ηλεκτρονική  ένδειξη  που  αναβόσβηνε  στη  βάση  της.  Παρότι  ο</p><p>φρουρός είχε περάσει από εντατικό πρόγραμμα εκπαίδευσης για</p><p>να  μάθει  να  αντιμετωπίζει  επείγουσες  καταστάσεις,  ένιωσε  το</p><p>σφυγμό  του  να  επιταχύνεται.  Διέταξε  τον  εαυτό  του  να  μην</p><p>πανικοβληθεί.  Θα  πρέπει  να  υπήρχε  κάποια  εξήγηση.  Το</p><p>αντικείμενο έδειχνε πολύ μικρό για να αποτελεί σοβαρή απειλή.</p><p>Από την άλλη όμως, η παρουσία του μέσα στο συγκρότημα ήταν</p><p>ανησυχητική. Πολύ ανησυχητική, για την ακρίβεια.</p><p>Κοίτα μέρα που βρήκε! σκέφτηκε ο φρουρός.</p><p>Η ασφάλεια αποτελούσε πάντοτε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας</p><p>για τον εργοδότη του, όμως αυτή τη μέρα, περισσότερο από κάθε</p><p>άλλη  στα  τελευταία  δώδεκα  χρόνια,  ήταν  ζήτημα  ύψιστης</p><p>σημασίας.  Ο  φρουρός  κράτησε  το  βλέμμα  του  καρφωμένο  στο</p><p>αντικείμενο  για  αρκετή  ώρα,  νιώθοντας  τους  υπόκωφους</p><p>τριγμούς της επικείμενης καταιγίδας.</p><p>Ύστερα, καταϊδρωμένος, τηλεφώνησε στον ανώτερο του.</p><p>17</p><p>ΔΕΝ  ΥΠΑΡΧΟΥΝ  πολλά  παιδιά  που  να  μπορούν  να  πουν  ότι</p><p>θυμούνται  τη  μέρα  που  γνώρισαν  τον  πατέρα  τους,  όμως  η</p><p>Βιτόρια  Βέτρα  μπορούσε. Ήταν  οχτώ  χρονών  και  ζούσε  στο  ίδιο</p><p>μέρος  που  θυμόταν  από  τότε  που  είχε  αρχίσει  να  καταλαβαίνει</p><p>τον  εαυτό  της,  στο  Ορφανοτροφείο  της  Σιένα,  ένα  καθολικό</p><p>ίδρυμα  κοντά  στη  Φλωρεντία,  εγκαταλειμμένη  από  γονείς  που</p><p>δεν  είχε  γνωρίσει  ποτέ.  Έβρεχε  εκείνη  τη  μέρα.  Οι  μοναχές  την</p><p>είχαν φωνάξει ήδη δύο φορές να πάει για το δείπνο, όμως, όπως</p><p>πάντα,  εκείνη  έκανε  ότι  δεν  τις  άκουγε. Ήταν  ξαπλωμένη  στην</p><p>αυλή,  χαζεύοντας  τις  σταγόνες  της  βροχής...  Τις  αισθανόταν  να</p><p>χτυπάνε  στο  σώμα  της  και  προσπαθούσε  να  μαντέψει  σε  ποιο</p><p>σημείο  θα  έπεφτε  η  επόμενη.  Οι  μοναχές  τη  φώναξαν  ξανά,</p><p>απειλώντας τη ότι μια πνευμονία ίσως και να περιόριζε δραστικά</p><p>την περιέργεια που έδειχνε ένα ανυπόφορα ξεροκέφαλο παιδί για</p><p>τη φύση.</p><p>Δε σας ακούω, σκέφτηκε η Βιτόρια.</p><p>Είχε  μουσκέψει  μέχρι  το  κόκαλο  όταν  τελικά  ο  νεαρός  ιερέας</p><p>βγήκε έξω για να τη μαζέψει. Δεν τον γνώριζε. Ήταν καινούριος.</p><p>Η Βιτόρια περίμενε ότι θα την άρπαζε και θα την έσερνε δια της</p><p>βίας.</p><p>Εκείνος όμως δεν το έκανε. Αντίθετα, αιφνιδιάζοντας τη εντελώς,</p><p>ξάπλωσε δίπλα της, μουσκεύοντας τα άμφια του σε μια λακκούβα</p><p>γεμάτη νερό.</p><p>«Λένε ότι κάνεις πολλές ερωτήσεις», είπε ο νεαρός άντρας.</p><p>Η Βιτόρια μούτρωσε.</p><p>«Τι κακό έχουν οι ερωτήσεις;»</p><p>Εκείνος γέλασε.</p><p>«Και, απʹ ό,τι φαίνεται, έχουν δίκιο».</p><p>«Τι κάνεις εδώ έξω;»</p><p>«Το  ίδιο πράγμα που κάνεις κι εσύ... Αναρωτιέμαι γιατί πέφτουν</p><p>οι σταγόνες της βροχής».</p><p>«Μα εγώ δεν αναρωτιέμαι γιατί πέφτουν! Το ξέρω ήδη!»</p><p>Ο ιερέας τής έριξε ένα έκπληκτο βλέμμα.</p><p>«Το ξέρεις;»</p><p>«Η αδελφή Φραντσέσκα λέει ότι οι σταγόνες της βροχής είναι τα</p><p>δάκρυα των αγγέλων που πέφτουν στη γη για να ξεπλύνουν τις</p><p>αμαρτίες μας».</p><p>«Ποπό!»  αναφώνησε,  ηχώντας  εντυπωσιασμένος.  «ώστε  έτσι</p><p>εξηγείται».</p><p>«Όχι,  δεν  εξηγείται  έτσι!»  πετάχτηκε  απότομα  το  κορίτσι.  «Οι</p><p>σταγόνες πέφτουν επειδή τα πάντα πέφτουν! Τα πάντα πέφτουν!</p><p>Όχι μόνο η βροχή!»</p><p>Ο ιερέας έξυσε το κεφάλι του, δείχνοντας να το σκέφτεται.</p><p>«Ε λοιπόν, νεαρή μου,  έχεις δίκιο. Πράγματι,  τα πάντα πέφτουν.</p><p>Πρέπει να φταίει η βαρύτητα».</p><p>«Τι πρέπει να φταίει;»</p><p>Την κοίταξε έκπληκτος.</p><p>«Δεν έχεις ακούσει για τη βαρύτητα;»</p><p>«Όχι».</p><p>Ο ιερέας κρέμασε τους ώμους του λυπημένος.</p><p>«Πολύ  κρίμα!  Η  βαρύτητα  αποτελεί  την  απάντηση  σε  πολλές</p><p>ερωτήσεις».</p><p>Η Βιτόρια ανακάθισε.</p><p>«Τι είναι η βαρύτητα;» ρώτησε επιτακτικά. «Πες μου!»</p><p>Ο ιερέας της έκλεισε το μάτι.</p><p>«Πώς θα σου φαινόταν αν σου τα έλεγα όση ώρα θα παίρνουμε το</p><p>δείπνο μας;»</p><p>Ο  νεαρός  ιερέας  ήταν  ο  Λεονάρντο  Βέτρα.  Παρότι  είχε  κερδίσει</p><p>πολλές διακρίσεις ως φοιτητής φυσικής στο πανεπιστήμιο, τελικά</p><p>υπάκουσε  σε  ένα  άλλο  κάλεσμα  και  πήγε  σε  ιερατική  σχολή.  Ο</p><p>Λεονάρντο  και  η  Βιτόρια  έγιναν  οι  καλύτεροι  φίλοι,  γεγονός</p><p>ιδιαίτερα  ασυνήθιστο  στο  μοναχικό  κόσμο  των  καλογριών  και</p><p>των κανονισμών.</p><p>Η Βιτόρια  έκανε  τον Λεονάρντο  να γελάει  και  εκείνος  την πήρε</p><p>υπό  την  προστασία  του  και  της  έμαθε  ότι  για  πολλά  όμορφα</p><p>πράγματα,  όπως  για  τα  ουράνια  τόξα  και  για  τα  ποτάμια,</p><p>υπήρχαν  πολλές  εξηγήσεις.  Της  μίλησε  για  το  φως,  για  τους</p><p>πλανήτες, για τα άστρα και για ολόκληρη τη φύση μέσα από το</p><p>οπτικό πρίσμα τόσο του Θεού όσο και της επιστήμης. Η εγγενής</p><p>ευφυία και η περιέργεια της Βιτόρια την καθιστούσαν εξαιρετική</p><p>μαθήτρια. Ο Λεονάρντο την πρόσεχε σαν να ήταν κόρη του.</p><p>Η Βιτόρια ήταν πολύ ευτυχισμένη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη χαρά</p><p>τού να έχει έναν πατέρα. Ενώ όλοι οι άλλοι ενήλικες απαντούσαν</p><p>στις  ερωτήσεις  της  χτυπώντας  τη  στον  καρπό,  ο  Λεονάρντο</p><p>περνούσε ώρες  δείχνοντας  της  βιβλία. Μέχρι  που  τη  ρωτούσε  τι</p><p>γνώμη είχε εκείνη. Η Βιτόρια προσευχόταν να μείνει ο Λεονάρντο</p><p>μαζί  της  για  πάντα.  Μια  μέρα  όμως  ο  χειρότερος  εφιάλτης  της</p><p>έγινε  πραγματικότητα.  Ο  πατέρας  Λεονάρντο  της  είπε  ότι  θα</p><p>έφευγε από το ορφανοτροφείο.</p><p>«Μετακομίζω στην Ελβετία», την πληροφόρησε. «Εξασφάλισα μια</p><p>υποτροφία  για  να  μελετήσω  φυσική  στο  Πανεπιστήμιο  της</p><p>Γενεύης».</p><p>«Φυσική;» τινάχτηκε η Βιτόρια. «Νόμιζα ότι αγαπούσες το Θεό!»</p><p>«Τον  αγαπώ,  πάρα  πολύ.  Αυτός  είναι  ο  λόγος  που  θέλω  να</p><p>μελετήσω τους θεϊκούς κανόνες Του. Οι νόμοι της φυσικής είναι ο</p><p>μουσαμάς πάνω στον οποίο ο Θεός ζωγράφισε το αριστούργημα</p><p>Του».</p><p>Η  Βιτόρια  αισθανόταν  συντετριμμένη.  Όμως  ο  πατέρας</p><p>Λεονάρντο  είχε  και  κάποια  άλλα  νέα.  Είπε  στη  Βιτόρια  ότι  είχε</p><p>μιλήσει  στους  ανωτέρους  του  και  εκείνοι  του  είχαν  πει  ότι  δεν</p><p>υπήρχε πρόβλημα να την υιοθετήσει.</p><p>«Θα ήθελες να σε υιοθετήσω;» ρώτησε ο Λεονάρντο.</p><p>«Τι σημαίνει ʺυιοθετήσωʺ;» είπε η Βιτόρια.</p><p>Ο πατέρας Λεονάρντο της εξήγησε.</p><p>Η  Βιτόρια  έπεσε  στην  αγκαλιά  του  και  έμεινε  εκεί  για  πέντε</p><p>λεπτά κλαίγοντας από χαρά.</p><p>«Αχ ναι! Ναι!»</p><p>Ο Λεονάρντο την ενημέρωσε ότι έπρεπε να λείψει για λίγο καιρό</p><p>ώστε  να  τακτοποιήσει  το  καινούριο  τους  σπιτικό  στην  Ελβετία,</p><p>όμως  υποσχέθηκε  ότι  θα  έστελνε  να  την  πάρουν  σε  έξι  μήνες.</p><p>Ήταν η μεγαλύτερη περίοδος αναμονής που έζησε ποτέ η Βιτόρια,</p><p>όμως ο Λεονάρντο κράτησε το λόγο του. Πέντε μέρες πριν από τα</p><p>ένατα  γενέθλια  της  η  Βιτόρια  μετακόμισε  στη  Γενεύη.</p><p>Παρακολουθούσε  μαθήματα  στο  Διεθνές  Σχολείο  Γενεύης  τα</p><p>πρωινά και μάθαινε από τον πατέρα της τα βράδια.</p><p>Τρία χρόνια αργότερα ο Λεονάρντο Βέτρα προσελήφθη στο CERN.</p><p>Πατέρας  και  κόρη  μετακόμισαν  σε  μια  πραγματική  χώρα  των</p><p>θαυμάτων,  ένα  μέρος  το  οποίο  η  νεαρή  Βιτόρια  δεν  είχε  καν</p><p>φανταστεί ότι μπορούσε να υπάρχει.</p><p>Η  Βιτόρια  Βέτρα  αισθανόταν  το  σώμα  της  μουδιασμένο  καθώς</p><p>διέσχιζε  με  μεγάλα  βήματα  τη  σήραγγα  του  ΜΕΣ.  Έβλεπε  το</p><p>βουβό  της  είδωλο  πάνω  στη  γυαλιστερή  επιφάνεια  του</p><p>επιταχυντή,  και  αυτό  την  έκανε  να  νιώθει  βαθιά  μέσα  της  την</p><p>απουσία  του  πατέρα  της.  Υπό  κανονικές  συνθήκες,  αισθανόταν</p><p>πάντα μια βαθιά ηρεμία, ζώντας σε αρμονία με τον κόσμο γύρω</p><p>της.  Τώρα όμως,  εντελώς  ξαφνικά,  τίποτα  δεν  έβγαζε νόημα. Οι</p><p>τρεις  τελευταίες  ώρες  είχαν  περάσει  μέσα  σε  μια  απόλυτη</p><p>θολούρα και σύγχυση.</p><p>Ήταν  δέκα  το  πρωί  στις  Βαλεαρίδες  Νήσους  όταν  δέχτηκε  το</p><p>τηλεφώνημα  του Κέλερ. «Ο πατέρας σου  δολοφονήθηκε. Πρέπει</p><p>να  επιστρέψεις  αμέσως».  Παρά  την  ασφυκτική  ζέστη  στο</p><p>κατάστρωμα  του  σκάφους  από  όπου  πραγματοποιούσε  τις</p><p>καταδύσεις,  οι  λέξεις  που  είχε  ακούσει  την  είχαν  κάνει  να</p><p>παγώσει  μέχρι  το  κόκαλο.  Ο  ψυχρός  τόνος  του  Κέλερ  την  είχε</p><p>πληγώσει όσο και η είδηση που της είχε μεταφέρει.</p><p>Τώρα είχε επιστρέψει στο σπίτι της. Τι σπίτι ήταν όμως αυτό; Το</p><p>ερευνητικό  κέντρο  που  ήταν  ολόκληρος  ο  κόσμος  της  από  όταν</p><p>ήταν δώδεκα ετών ξαφνικά έμοιαζε τελείως ξένο. Ο πατέρας της,</p><p>ο  άνθρωπος που  είχε  κάνει  αυτό  τον  κόσμο μαγικό,  δεν  υπήρχε</p><p>πια.</p><p>Βαθιές  εισπνοές,  διέταξε  τον  εαυτό  της,  όμως  δεν  μπορούσε  να</p><p>επιβάλει  την  ηρεμία  στο  μυαλό  της.  Τα  ερωτήματα</p><p>στροβιλίζονταν  όλο  και  πιο  γρήγορα.  Ποιος  σκότωσε  τον</p><p>Λεονάρντο  Βέτρα;  Και  γιατί;  Ποιος  ήταν  αυτός  ο  Αμερικανός</p><p>«ειδικός»; Γιατί επέμενε ο Κέλερ να δει το εργαστήριο;</p><p>Ο διευθυντής είχε πει ότι υπήρχαν στοιχεία που συνηγορούσαν</p><p>στο ότι η δολοφονία του πατέρα της συνδεόταν με το αντικείμενο</p><p>των  ερευνών  του.  Τι  στοιχεία;  Κανείς  δε  γνώριζε  πάνω  σε  τι</p><p>εργαζόμασταν! Αλλά, ακόμα κι αν κάποιοι το είχαν μάθει, γιατί</p><p>να τον σκοτώσουν;</p><p>Καθώς  διέσχιζε  τη  σήραγγα  που  φιλοξενούσε  τον  επιταχυντή,</p><p>προχωρώντας  προς  το  εργαστήριο  του  πατέρα  της,  η  Βιτόρια</p><p>συνειδητοποίησε  ότι  επρόκειτο  να  αποκαλύψει  το  μεγαλύτερο</p><p>επίτευγμα του χωρίς να είναι ο ίδιος παρών. Είχε φανταστεί αυτή</p><p>τη στιγμή πολύ  διαφορετικά.  Είχε φανταστεί  τον πατέρα  της να</p><p>καλεί  τους  κορυφαίους  επιστήμονες  του  CERN  στο  εργαστήριο</p><p>του,  να  τους  παρουσιάζει  την  ανακάλυψη  του,  να  παρατηρεί  τα</p><p>έκπληκτα  πρόσωπά  τους.  Ύστερα,  με  πρόσωπο  που  θα  έλαμπε</p><p>από πατρική υπερηφάνεια, θα τους εξηγούσε ότι ήταν μια από τις</p><p>ιδέες  της  Βιτόρια  που  τον  βοήθησε  να  μετατρέψει  τη  θεωρία  σε</p><p>πραγματικότητα,  ότι  η  κόρη  του  είχε  παίξει  καίριο  ρόλο  στην</p><p>εκπληκτική  του  ανακάλυψη.  Η  Βιτόρια  ένιωσε  έναν  κόμπο  στο</p><p>λαιμό  της.  Ο  πατέρας  μου  κι  εγώ  θα  μοιραζόμασταν  αυτή  τη</p><p>στιγμή. Τώρα όμως βρισκόταν εδώ ολομόναχη.</p><p>Δεν  υπήρχε  κανένας  συνάδελφος.  Κανένα  χαρούμενο  πρόσωπο.</p><p>Μόνο κάποιος άγνωστος Αμερικανός και ο Μαξιμίλιαν Κέλερ.</p><p>Ο Μαξιμίλιαν Κέλερ. Ο «βασιλιάς».</p><p>Από  παιδί  ακόμα  η  Βιτόρια  αντιπαθούσε  αυτό  τον  άνθρωπο.</p><p>Παρότι τελικά έμαθε να σέβεται το δυνατό μυαλό του, οι παγεροί</p><p>τρόποι  του  της  φαίνονταν  πάντοτε  απάνθρωποι,  ερχόμενοι  σε</p><p>απόλυτη αντίθεση με τη ζεστασιά του πατέρα της. Ο Κέλερ είχε</p><p>ταχθεί στην υπηρεσία της επιστήμης γοητευμένος από την τέλεια</p><p>λογική  που  τη  διέπει,  ενώ  ο  πατέρας  της  στο  πλαίσιο  της</p><p>πνευματικής  του  αναζήτησης.  Κι  όμως,  κατά  περίεργο  τρόπο,</p><p>πάντοτε  φαινόταν  να  υπάρχει  ένας  σιωπηλός  αμοιβαίος</p><p>σεβασμός ανάμεσα στους  δυο άντρες. «Η  ιδιοφυΐα»,  της  είχε πει</p><p>κάποιος κάποτε, «αποδέχεται την ιδιοφυΐα χωρίς όρους».</p><p>Ιδιοφυΐα! σκέφτηκε. Ο πατέρας μου...ο μπαμπάς. Νεκρός.</p><p>Η  είσοδος  στο  εργαστήριο  του  Λεονάρντο  Βέτρα  ήταν  ένας</p><p>μακρύς ψυχρός  διάδρομος,  καλυμμένος  εξολοκλήρου από  λευκά</p><p>πλακάκια.</p><p>Ο  Λάνγκντον  αισθάνθηκε  σαν  να  έμπαινε  σε  κάποιο  υπόγειο</p><p>άσυλο  ψυχοπαθών.  Ο  διάδρομος  ήταν  γεμάτος  δεκάδες</p><p>κορνιζαρισμένες ασπρόμαυρες εικόνες. Παρότι ο Λάνγκντον είχε</p><p>μετατρέψει  σε  επάγγελμα  τη  μελέτη  εικόνων,  οι  συγκεκριμένες</p><p>δεν  του  έλεγαν  τίποτα.  Θύμιζαν  χαοτικά  αρνητικά  τυχαίων</p><p>γραμμών και σπειρών. Μοντέρνα τέχνη; αναρωτήθηκε. Έργα του</p><p>Τζάκσον Πόλακ υπό την επήρεια αμφεταμινών;</p><p>«Μοτίβα  σκέδασης»,  είπε  η  Βιτόρια,  έχοντας  παρατηρήσει</p><p>προφανώς το ενδιαφέρον του Λάνγκντον. «Αναπαράσταση μέσω</p><p>υπολογιστή  των  συγκρούσεων  σωματιδίων.  Αυτό  είναι  το</p><p>σωματίδιο  Ζ»,  είπε  δείχνοντας  ένα  αχνό  ίχνος  που  ήταν  σχεδόν</p><p>αόρατο  μέσα  στο  γενικό  χάος.  «Ο  πατέρας  μου  το  ανακάλυψε</p><p>πριν από πέντε χρόνια. Καθαρή ενέργεια, πλήρης απουσία μάζας.</p><p>Ενδεχομένως  να  είναι  η  μικρότερη  δομική  μονάδα  στη  φύση.  Η</p><p>ύλη δεν είναι τίποτα άλλο παρά παγιδευμένη ενέργεια».</p><p>Η  ύλη  είναι  ενέργεια;  Ο  Λάνγκντον  έγειρε  το  κεφάλι  του.</p><p>Ακούγεται  πολύ  βουδιστικό.  Κοίταξε</p><p>με  ενδιαφέρον  τις  αχνές</p><p>γραμμές που διακρίνονταν στη φωτογραφία και αναρωτήθηκε τι</p><p>θα έλεγαν οι φίλοι του στο Τμήμα Φυσικής του Χάρβαρντ όταν θα</p><p>τους  αποκάλυπτε  ότι  είχε  περάσει  το  Σαββατοκύριακό  του</p><p>περιηγούμενος  ένα  Μεγάλο  Επιταχυντή  Σωματιδίων  και</p><p>θαυμάζοντας σωματίδια Ζ.</p><p>«Βιτόρια»,  είπε  ο  Κέλερ  καθώς  πλησίαζαν  την  επιβλητική</p><p>ατσάλινη  πόρτα  του  εργαστηρίου,  «πρέπει  να  σου  πω  ότι</p><p>κατέβηκα εδώ κάτω σήμερα το πρωί ψάχνοντας τον πατέρα σου».</p><p>Η Βιτόρια κοκκίνισε ελαφρά.</p><p>«Κατεβήκατε εδώ;»</p><p>«Ναι.  Και  μπορείς  να  φανταστείς  την  έκπληξη  μου  όταν</p><p>διαπίστωσα  ότι  είχε  αντικαταστήσει  το  συνηθισμένο  μηχανισμό</p><p>ασφαλείας  του�� κέντρου,  που  απαιτεί  την  πληκτρολόγηση  ενός</p><p>κωδικού, με κάτι άλλο».</p><p>Ο Κέλερ  έγνεψε προς μια πολύπλοκη ηλεκτρονική συσκευή που</p><p>ήταν εγκατεστημένη δίπλα στην πόρτα.</p><p>«Ζητώ  συγνώμη»,  είπε  εκείνη.  «Ξέρετε  πόσο  επέμενε  στο  θέμα</p><p>του  προσωπικού  του  χώρου.  Δεν  ήθελε  να  έχει  πρόσβαση  σε</p><p>αυτόν κανείς άλλος εκτός από εμάς τους δυο».</p><p>Ο Κέλερ απάντησε:</p><p>«Πολύ καλά. Άνοιξε την πόρτα».</p><p>Η Βιτόρια έμεινε ακίνητη για αρκετή ώρα. Έπειτα, παίρνοντας μια</p><p>βαθιά ανάσα, προχώρησε προς το μηχανισμό που βρισκόταν στον</p><p>τοίχο.</p><p>Ο Λάνγκντον ήταν εντελώς απροετοίμαστος για αυτό που συνέβη</p><p>μετά.</p><p>Η  Βιτόρια  στάθηκε  μπροστά  στη  συσκευή  και  ευθυγράμμισε</p><p>προσεκτικά  το  δεξί  της  μάτι  με  ένα  φακό  που  προεξείχε  και</p><p>έμοιαζε  με  τηλεσκόπιο.  Ύστερα  πίεσε  ένα  πλήκτρο.  Ακούστηκε</p><p>ένας  ξερός  ήχος  μέσα  από  τη  συσκευή.  Μια  δέσμη  φωτός</p><p>κινήθηκε από τα αριστερά προς τα δεξιά, σκανάροντας το βολβό</p><p>του ματιού της σαν φωτοτυπικό μηχάνημα.</p><p>«Είναι  σαρωτής  αμφιβληστροειδούς»,  είπε.  «Παρέχει  απόλυτη</p><p>ασφάλεια.  Επιτρέπει  την  πρόσβαση  μόνο  εφόσον  αναγνωρίσει</p><p>δυο αμφιβληστροειδείς: το δικό μου και του πατέρα μου».</p><p>Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  ένιωσε  φρίκη  μόλις  συνειδητοποίησε  τι</p><p>σήμαινε  αυτό  που  είχε  ακούσει.  Η  εικόνα  του  Λεονάρντο  Βέτρα</p><p>επέστρεψε  στο  μυαλό  του  με  όλες  τις  ανατριχιαστικές</p><p>λεπτομέρειες:  το ματωμένο πρόσωπο,  το μοναδικό καστανό μάτι</p><p>που  ατένιζε  το  κενό,  η  άδεια  δεύτερη  κόγχη...  Προσπάθησε  να</p><p>αρνηθεί το προφανές συμπέρασμα, όμως τότε τις είδε... Κάτω από</p><p>το  σαρωτή,  πάνω  στα  λευκά  πλακάκια  του  δαπέδου,  υπήρχαν</p><p>μερικές αχνές πορφυρές σταγόνες. Ξεραμένο αίμα.</p><p>Ευτυχώς, η Βιτόρια δεν τις παρατήρησε.</p><p>Η ατσάλινη πόρτα άνοιξε γλιστρώντας μέσα στα τοιχώματα και η</p><p>νεαρή γυναίκα πέρασε στο εσωτερικό του εργαστηρίου.</p><p>Ο  Κέλερ  κάρφωσε  στον  Λάνγκντον  το  σταθερό  του  βλέμμα.  Το</p><p>μήνυμα που του έστελνε ήταν σαφές: Όπως σας είπα, το χαμένο</p><p>μάτι υπηρετεί έναν απώτερο σκοπό.</p><p>18</p><p>ΤΑ  ΧΕΡΙΑ  ΤΗΣ  ΓΥΝΑΙΚΑΣ  ήταν  δεμένα,  οι  καρποί  της  είχαν</p><p>μελανιάσει και πρηστεί από την τριβή. Ο Ασασίνος με τη μελαψή</p><p>επιδερμίδα είχε ξαπλώσει δίπλα της, εξαντλημένος, θαυμάζοντας</p><p>το  γυμνό  τρόπαιο  του. Αναρωτήθηκε αν  ο  λήθαργος στον  οποίο</p><p>έμοιαζε  να  έχει  βυθιστεί  η  κοπέλα  ήταν  ένα  τέχνασμα,  μια</p><p>θλιβερή προσπάθεια να αποφύγει να τον υπηρετήσει άλλο.</p><p>Δεν  τον  ενδιέφερε.  Είχε αποσπάσει  την ανταμοιβή  του. Έχοντας</p><p>κορέσει την πείνα του, ανακάθισε στο κρεβάτι.</p><p>Στη  δική  του  χώρα  οι  γυναίκες  ήταν  αντικείμενα.  Αδύναμες.</p><p>Σκεύη ηδονής. Περιουσιακά στοιχεία που ανταλλάσσονταν όπως</p><p>τα ζώα.</p><p>Και γνώριζαν τη θέση τους. Εδώ όμως, στην Ευρώπη, οι γυναίκες</p><p>προσποιούνταν  ότι  διέθεταν  δύναμη  και  ανεξαρτησία,  γεγονός</p><p>που  τον  διασκέδαζε  και  ταυτόχρονα  τον  ερέθιζε.  Το  να  τις</p><p>αναγκάζει  να  υποτάσσονται  σωματικά  αποτελούσε  για  εκείνον</p><p>μια ικανοποίηση που δε χόρταινε να απολαμβάνει.</p><p>Τώρα, παρά τον κορεσμό του σεξουαλικού του πόθου, ο Ασασίνος</p><p>αισθάνθηκε  μια  άλλη  επιθυμία  να  γεννιέται  μέσα  του.  Είχε</p><p>σκοτώσει  το  προηγούμενο  βράδυ,  είχε  σκοτώσει  και  είχε</p><p>ακρωτηριάσει,  και  για  εκείνον  ο  φόνος  ήταν  σαν  την  ηρωίνη.</p><p>Κάθε εμπειρία τον  ικανοποιούσε μόνο παροδικά, ενισχύοντας τη</p><p>λαχτάρα του για περισσότερο αίμα... Η μέθη είχε περάσει. Η δίψα</p><p>είχε επιστρέψει.</p><p>Παρατήρησε  προσεκτικά  τη  γυναίκα  που  κοιμόταν  δίπλα  του.</p><p>Καθώς περνούσε την παλάμη του πάνω από το λαιμό της ένιωσε</p><p>να  ερεθίζεται στη σκέψη ότι θα μπορούσε  να  τερματίσει  τη  ζωή</p><p>της  εκείνη  τη  στιγμή.  Τι  σημασία  θα  είχε;  Δεν  ήταν  παρά  ένα</p><p>κατώτερο πλάσμα, ένα σκεύος ηδονής στην υπηρεσία του άντρα.</p><p>Τα  δυνατά  δάχτυλα  του  τυλίχτηκαν  στο  λαιμό  της,</p><p>απολαμβάνοντας  την  αίσθηση  του  απαλού  σφυγμού  της.  Όμως</p><p>τότε,  καταπολεμώντας  την  επιθυμία  του,  τράβηξε  το  χέρι  του.</p><p>Είχε μια αποστολή να φέρει σε πέρας.</p><p>Υπηρετούσε  έναν  υψηλότερο  στόχο  από  την  απλή  ικανοποίηση</p><p>των πόθων του.</p><p>Καθώς  σηκωνόταν  από  το  κρεβάτι  αναλογίστηκε  πόσο  μεγάλη</p><p>τιμή αποτελούσε το καθήκον που είχε αναλάβει. Του ήταν ακόμα</p><p>δύσκολο να συλλάβει το μέγεθος της επιρροής του άντρα που του</p><p>είχε συστηθεί ως Ιανός και της αρχαίας αδελφότητας της οποίας</p><p>ήταν  επικεφαλής.  Του  φαινόταν  ακόμα  απίστευτο,  όμως  η</p><p>αδελφότητα  είχε  επιλέξει  εκείνον.  Με  κάποιον  τρόπο  είχαν</p><p>πληροφορηθεί  για  το  μίσος  που  έτρεφε...  και  για  τις  ικανότητες</p><p>που  διέθετε.  Πώς  είχε  γίνει  αυτό,  δε  θα  το  μάθαινε  ποτέ.  Τα</p><p>παρακλάδια μας απλώνονται παντού.</p><p>Τώρα του είχαν κάνει τη μέγιστη τιμή. Εκείνος θα ήταν το χέρι και</p><p>η φωνή  τους. Ο  δολοφόνος και  ο αγγελιοφόρος  τους. Αυτός που</p><p>στο λαό του ήταν γνωστός με το όνομα «Malak al‐haq», ο Άγγελος</p><p>της Αλήθειας.</p><p>19</p><p>ΤΟ  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ  των  Βέτρα  ήταν  απόλυτα  φουτουριστικό.</p><p>Κατάλευκο  και  γεμάτο  υπολογιστές  και  εξειδικευμένο</p><p>ηλεκτρονικό εξοπλισμό, θύμιζε κάτι σαν αίθουσα χειρουργείου. Ο</p><p>Λάνγκντον  αναρωτήθηκε  τι  είδους  μυστικά  θα  μπορούσε  να</p><p>κρύβει  αυτό  το  μέρος,  ώστε  να φτάσει  κάποιος  να  αφαιρέσει  το</p><p>μάτι  ενός ανθρώπου για να αποκτήσει πρόσβαση στο εσωτερικό</p><p>του.</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε ανήσυχος από τη στιγμή που πέρασαν μέσα, με</p><p>τα μάτια του να στρέφονται νευρικά προς όλες τις κατευθύνσεις</p><p>για κάποιο σημάδι που να πρόδινε την ύπαρξη κάποιου εισβολέα.</p><p>Το  εργαστήριο  όμως  ήταν  έρημο.  Η  Βιτόρια  κινούνταν  επίσης</p><p>αργά,  σαν  να  της  φαινόταν  ξένος  ο  χώρος  χωρίς  την  παρουσία</p><p>του πατέρα της εκεί.</p><p>Το  βλέμμα  του  Λάνγκντον  έπεσε  αμέσως  στο  κέντρο  του</p><p>δωματίου, όπου μια σειρά από κοντές στήλες υψώνονταν από το</p><p>πάτωμα.</p><p>Σαν  ένα  μικροσκοπικό  Στόουνχετζ,  περίπου  δέκα  κολόνες  από</p><p>αστραφτερό ατσάλι σχημάτιζαν έναν κύκλο καταμεσής στο χώρο.</p><p>Οι  στήλες  είχαν  περίπου  ένα  μέτρο  ύψος  και  θύμιζαν  στον</p><p>Λάνγκντον  εκείνες  που  χρησιμοποιούνται  στα  μουσεία  για  την</p><p>έκθεση  πολύτιμων  λίθων.  Πάνω  σε  καθεμία  από  αυτές</p><p>στηριζόταν  ένας  διαφανής  κύλινδρος  με  παχιά  τοιχώματα,  στο</p><p>μέγεθος  περίπου  των  κουτιών  στα  οποία  συσκευάζονται  οι</p><p>μπάλες του τένις. Οι κύλινδροι φαίνονταν άδειοι.</p><p>Ο Κέλερ παρατηρούσε αυτά τα δοχεία με μια έκφραση σύγχυσης.</p><p>Όμως  προφανώς  αποφάσισε  να  τα  αγνοήσει  για  την  ώρα.</p><p>Στράφηκε στη Βιτόρια.</p><p>«Έχει κλαπεί κάτι;»</p><p>«Αν  έχει  κλαπεί  κάτι;  Πώς  είναι  δυνατόν  να  έχει  συμβεί  κάτι</p><p>τέτοιο;»  αντέδρασε  εκείνη.  «Ο  σαρωτής  αμφιβληστροειδούς</p><p>επιτρέπει την είσοδο μόνο σε εμάς τους δύο».</p><p>«Κάνε μου τη χάρη να κοιτάξεις».</p><p>Η Βιτόρια αναστέναξε και άρχισε να ερευνά το δωμάτιο. Έπειτα</p><p>από  λίγη  ώρα  ανασήκωσε  τους  ώμους  της  σε  μια  κίνηση</p><p>παραίτησης.</p><p>«Όλα δείχνουν να είναι όπως τα αφήνει συνήθως ο πατέρας μου:</p><p>ένα χάος σε τάξη».</p><p>Ο Λάνγκντον διαισθάνθηκε ότι  ο Κέλερ  ζύγιζε  τις  επιλογές που</p><p>είχε, σαν να αναρωτιόταν πόσο θα μπορούσε να πιέσει τη Βιτόρια,</p><p>πόσα  θα  μπορούσε  να  της  πει.  Προφανώς  αποφάσισε  να  μην</p><p>επιμείνει για την ώρα. Μετακινώντας την πολυθρόνα του προς το</p><p>κέντρο  του  δωματίου,  εξέτασε  το  μυστηριώδες  σύμπλεγμα  των</p><p>φαινομενικά άδειων κυλίνδρων.</p><p>«Τα  μυστικά»,  είπε  τελικά  ο  Κέλερ,  «είναι  μια  πολυτέλεια  την</p><p>οποία δεν μπορούμε πλέον να διαθέτουμε».</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ξαφνικά να φανεί όλη</p><p>η  ένταση  των συναισθημάτων της,  λες και η  επιστροφή  της  εδώ</p><p>είχε συνοδευτεί από ένα χείμαρρο</p><p>παρηγοριά</p><p>ήταν η σκέψη ότι ο εισβολέας δε θα αποκτούσε ποτέ αυτό για το</p><p>οποίο είχε έρθει. Όμως την επόμενη στιγμή η φιγούρα έβγαλε μια</p><p>λεπίδα  και  την  έφερε  στο  πρόσωπο  του  Βέτρα.  Η  λεπίδα</p><p>αιωρήθηκε για λίγο πάνω από τον ανήμπορο άντρα. Προσεκτικά.</p><p>Με χειρουργική ακρίβεια.</p><p>«Για τ όνομα του Θεού!» ούρλιαξε ο Βέτρα.</p><p>Όμως ήταν πολύ αργά.</p><p>1</p><p>ΨΗΛΑ ΠΑΝΩ  στις  αναβαθμίδες  της  Πυραμίδας  της  Γκίζας  μια</p><p>νεαρή γυναίκα γέλασε και του φώναξε:</p><p>«Έλα, Ρόμπερτ, βιάσου! Το ήξερα πως έπρεπε να είχα παντρευτεί</p><p>ένα νεότερο άντρα!» Το χαμόγελο της ήταν μαγικό.</p><p>Αγωνιζόταν να μη μείνει πολύ πίσω, αλλά αισθανόταν τα πόδια</p><p>του βαριά σαν πέτρες.</p><p>«Περίμενε!» την ικέτεψε εκείνος. «Σε παρακαλώ...»</p><p>Καθώς  ανέβαινε  η  όραση  του  άρχισε  να  θολώνει.  Ένα</p><p>εκκωφαντικό  βουητό  τρυπούσε  τα  αφτιά  του.  Πρέπει  να  την</p><p>προλάβω! Όμως όταν σήκωσε τα μάτια του ξανά προς τα πάνω η</p><p>γυναίκα  είχε  εξαφανιστεί.  Στη  θέση  της  στεκόταν  ένας  γέρος</p><p>άντρας με σάπια δόντια.</p><p>Ο  άντρας  κοίταξε  προς  το  μέρος  του  με  μια  μοναχική  έκφραση</p><p>βαθιάς  θλίψης  στο  πρόσωπο  του.  Και  τότε  εκείνος  έβγαλε  μια</p><p>κραυγή αγωνίας που αντήχησε σε ολόκληρη την έρημο.</p><p>Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  τινάχτηκε,  ξυπνώντας  από  τον  εφιάλτη</p><p>του.  Το  τηλέφωνο  δίπλα  στο  κρεβάτι  του  χτυπούσε.  Ζαλισμένος</p><p>ακόμα, σήκωσε το ακουστικό.</p><p>«Παρακαλώ;»</p><p>«Τον  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  θα  ήθελα»,  είπε  μια  αντρική  φωνή.</p><p>Εκείνος ανασηκώθηκε στο άδειο κρεβάτι  του, προσπαθώντας να</p><p>συνέλθει από τον εφιάλτη.</p><p>«Εγώ... είμαι ο Ρόμπερτ Λάνγκντον».</p><p>Προσπάθησε  να  διακρίνει  την  ώρα  στο  ρολόι  του  κομοδίνου.</p><p>Ήταν 5:18.</p><p>«Πρέπει να σας δω αμέσως».</p><p>«Ποιος είστε;»</p><p>«Ονομάζομαι Μαξιμίλιαν Κέλερ. Είμαι πυρηνικός φυσικός».</p><p>«Πυρηνικός... π;» Ο Λάνγκντον δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί.</p><p>«Είστε βέβαιος ότι πήρατε το σωστό νούμερο;»</p><p>«Είστε  καθηγητής  θρησκευτικής  εικονολογίας  και  ιστορίας  της</p><p>τέχνης  στο  Πανεπιστήμιο  του  Χάρβαρντ.  Έχετε  γράψει  τρία</p><p>βιβλία με αντικείμενο τα διάφορα σύμβολα και...»</p><p>«Ξέρετε τι ώρα είναι;»</p><p>«Ζητώ συγνώμη. Υπάρχει κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να δείτε.</p><p>Δεν μπορώ να το συζητήσω από το τηλέφωνο».</p><p>Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του Λάνγκντον, που άρχισε να</p><p>καταλαβαίνει  τι  γινόταν.  Του  είχε  συμβεί  ξανά  κάτι  παρόμοιο.</p><p>Ένας από τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συγγραφή βιβλίων</p><p>με  θέμα  τα  θρησκευτικά  σύμβολα  ήταν  τα  τηλεφωνήματα  που</p><p>δεχόταν  από  θρησκόληπτους  ζηλωτές  οι  οποίοι  ήθελαν  να  τους</p><p>επιβεβαιώσει  το  πιο  πρόσφατο  σημάδι  που  είχαν  λάβει  από  το</p><p>Θεό. Τον περασμένο μήνα μια στριπτιζέζ από την Οκλαχόμα είχε</p><p>υποσχεθεί  στον  Λάνγκντον  το  καλύτερο  σεξ  της  ζωής  του  αν</p><p>δεχόταν  να  πάρει  το  αεροπλάνο  και  να  πάει  μέχρι  εκεί</p><p>προκειμένου  να  επιβεβαιώσει  την  αυθεντικότητα  ενός</p><p>σταυροειδούς  σχήματος  που  είχε  κάνει  ως  δια  μαγείας  την</p><p>εμφάνιση του στα σεντόνια του κρεβατιού της. «Ιερά Σινδόνη της</p><p>Τούλσα» το είχε ονομάσει ο Λάνγκντον.</p><p>«Πώς βρήκατε το τηλέφωνο μου;»</p><p>Ο Ρόμπερτ προσπαθούσε να είναι ευγενής, παρά το ακατάλληλο</p><p>της ωρας.</p><p>«Από το Διαδίκτυο. Από την ιστοσελίδα για το βιβλίο σας».</p><p>Ο  Λάνγκντον  συνοφρυώθηκε.  Ήταν  απόλυτα  σίγουρος  ότι  η</p><p>ιστοσελίδα  που  παρουσίαζε  το  βιβλίο  του  δεν  περιλάμβανε  το</p><p>τηλέφωνο  του  σπιτιού  του.  Ήταν  φανερό  ότι  ο  άντρας  έλεγε</p><p>ψέματα.</p><p>«Πρέπει  οπωσδήποτε  να  σας  δω»,  επέμεινε  εκείνος,  «θα  σας</p><p>πληρώσω καλά».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.</p><p>«Λυπάμαι, όμως πραγματικά δεν...»</p><p>«Αν φύγετε αμέσως, μπορείτε να βρίσκεστε εδώ ως τις...»</p><p>«Δεν πηγαίνω πουθενά! Είναι πέντε τα ξημερώματα!»</p><p>Ο Λάνγκντον έκλεισε το τηλέφωνο και έγειρε εξαντλημένος στο</p><p>κρεβάτι  του.  Έκλεισε  τα  μάτια  του  και  προσπάθησε  να  ξανα‐</p><p>κοιμηθεί. Μάταια όμως. Το όνειρο είχε στοιχειώσει το μυαλό του.</p><p>Απρόθυμα, φόρεσε τη ρόμπα του και κατέβηκε κάτω.</p><p>Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  άρχισε  να  περιφέρεται  ξυπόλητος  μέσα</p><p>στο  βικτοριανού  στιλ  έρημο  σπίτι  του  στη  Μασαχουσέτη,</p><p>κρατώντας με τα δυο του χέρια το παραδοσιακό γιατρικό για την</p><p>αϋπνία  του:  μια  κούπα  αχνιστό  γάλα  με  σοκολάτα.  Το  φως  της</p><p>σελήνης  του  Απρίλη  περνούσε  μέσα  από  τα  μεγάλα  παράθυρα</p><p>του  καθιστικού,  δημιουργώντας  παράξενα  σχήματα  πάνω  στα</p><p>ανατολίτικα  χαλιά.  Οι  συνάδελφοι  του  Λάνγκντον  συχνά  τον</p><p>πείραζαν,  σχολιάζοντας  ότι  ο  χώρος  του  θύμιζε  περισσότερο</p><p>μουσείο  ανθρωπολογίας  παρά  σπίτι.  Τα  ράφια  του  ήταν</p><p>ασφυκτικά  γεμάτα  με  θρησκευτικά  τεχνουργήματα  από</p><p>ολόκληρο  τον  κόσμο.  Μεταξύ  τους  μπορούσε  κανείς  να  δει  ένα</p><p>χαρακτηριστικό  ανθρώπινο  ομοίωμα  από  αυτά  που</p><p>χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετουργίες στην Γκάνα, ένα</p><p>χρυσό  σταυρό  από  την  Ισπανία,  ένα  κυκλαδικό  ειδώλιο  από  το</p><p>Αιγαίο,  ακόμα  και  ένα  σπάνιο  πλεκτό  περιλαίμιο  με</p><p>ενσωματωμένες  χάντρες  από  το  Βόρνεο,  σύμβολο  της  αιώνιας</p><p>νιότης κάποιου νεαρού πολεμιστή.</p><p>Όπως καθόταν πάνω σε ένα χάλκινο μπαούλο που ανήκε κάποτε</p><p>σε  κάποιον  μαχαρίσι  και  απολάμβανε  τη  ζεστασιά  της</p><p>σοκολάτας,  το  μάτι  του Λάνγκντον  έπεσε  στο  είδωλο  του  πάνω</p><p>στα πλατιά παράθυρα. Η φιγούρα του ήταν παραμορφωμένη και</p><p>αχνή...  Έμοιαζε  με  φάντασμα.  Ένα  φάντασμα  που  γερνάει,</p><p>σκέφτηκε, καθώς η εικόνα που αντίκριζε του θύμισε απότομα ότι</p><p>το  αιώνια  νεανικό  του  πνεύμα  κατοικούσε  μέσα  σε  ένα  θνητό</p><p>σώμα.</p><p>Παρότι  δεν  ήταν  ιδιαίτερα  όμορφος  με  την  κλασική  έννοια,  ο</p><p>σαρανταπεντάχρονος  Λάνγκντον  διέθετε  αυτό  που  οι  γυναίκες</p><p>συνάδελφοι  του  αποκαλούσαν  «σοφιστικέ»  γοητεία.  Στα  πυκνά</p><p>καστανά  μαλλιά  του  υπήρχαν  γκρίζες  πινελιές,  ενώ  είχε  ζωηρά</p><p>γαλάζια  μάτια,  μια  βαθιά  φωνή  που  κέρδιζε  την  προσοχή  του</p><p>ακροατή  του  και  το  σίγουρο,  ανέμελο  χαμόγελο  ενός  αθλητή</p><p>κολεγίου.</p><p>Ο Λάνγκντον,  ο  οποίος στα μαθητικά και κολεγιακά του χρόνια</p><p>ασχολούνταν  με  τις  καταδύσεις,  συνέχιζε  να  διαθέτει  ένα</p><p>σφριγηλό  κορμί  κολυμβητή,  φροντίζοντας  να  διατηρεί  σε  καλή</p><p>φυσική  κατάσταση  το  γεροδεμένο  και  ψηλόλιγνο  σώμα  του</p><p>κάνοντας  πενήντα  διαδρομές  κάθε  μέρα  στην  πισίνα  του</p><p>πανεπιστημίου.</p><p>Οι  φίλοι  του  Λάνγκντον  πάντοτε  τον  θεωρούσαν  κάπως</p><p>αινιγματικό... Τον έβλεπαν ως έναν άνθρωπο ο οποίος βρισκόταν</p><p>παγιδευμένος  ανάμεσα  σε  δυο  εποχές.  Τα  Σαββατοκύριακα</p><p>μπορούσε  να  τον  δει  κανείς  να  περιφέρεται  στον  περίβολο  του</p><p>πανεπιστημίου ντυμένος με τζιν και να συζητάει για υπολογιστές</p><p>ή  για  θέματα  θρησκευτικής  τέχνης  με  τους  φοιτητές.  Άλλες</p><p>φορές,  πάλι,  μπορούσες  να  τον  δεις  να  φιγουράρει  στις  σελίδες</p><p>περιοδικών  τέχνης  ντυμένος  με  τουίντ  κοστούμι  και  γιλέκο,</p><p>φωτογραφημένος με αφορμή  τα  εγκαίνια κάποιου μουσείου στα</p><p>οποία είχε κληθεί να δώσει διάλεξη.</p><p>Παρότι  αυστηρός  δάσκαλος  και  οπαδός  της  πειθαρχίας,  ο</p><p>Λάνγκντον  ήταν  ο  πρώτος  που  αναγνώριζε  την  ανάγκη</p><p>αποκατάστασης  αυτού  που  χαιρέτιζε  ως  τη  «χαμένη  τέχνη  της</p><p>αληθινής διασκέδασης».</p><p>Ήταν  τόσο  φανατικός  οπαδός  της  ψυχαγωγίας  και  των  πάσης</p><p>φύσεως  απολαύσεων,  ώστε  οι  φοιτητές  του  τον  είχαν  αποδεχτεί</p><p>σαν  έναν από αυτούς.  Το παρατσούκλι που  του  είχαν δώσει στο</p><p>πανεπιστήμιο  («το  Δελφίνι»)  αναφερόταν  τόσο  στο  φιλικό</p><p>χαρακτήρα  του  όσο  και  στη  θρυλική  του  ικανότητα  να  βουτάει</p><p>στην πισίνα και να ξεφεύγει από ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα</p><p>σε έναν αγώνα πόλο.</p><p>Καθώς ο Λάνγκντον καθόταν μόνος χαζεύοντας αφηρημένος στο</p><p>σκοτάδι, η ησυχία του σπιτιού του κομματιάστηκε και πάλι, αυτή</p><p>τη φορά από τον ήχο του φαξ. Υπερβολικά εξαντλημένος ακόμα</p><p>και  για  να  εκνευριστεί,  ο Λάνγκντον άφησε  να  του  ξεφύγει  ένα</p><p>κουρασμένο γελάκι.</p><p>Αυτοί  οι  θρησκειομανείς!  σκέφτηκε.  Δύο  χιλιάδες  χρόνια</p><p>περιμένουν  το  Μεσσία  τους,  και  συνεχίζουν  να  έχουν</p><p>δαιμονισμένη επιμονή.</p><p>Με  αργές,  κουρασμένες  κινήσεις,  άφησε  την  άδεια  κούπα  του</p><p>στην  κουζίνα  και  περπάτησε  μέχρι  το  βαρύ  σκαλιστό  δρύινο</p><p>γραφείο  του.  Το  φαξ  που  μόλις  είχε  φτάσει  τον  περίμενε  στο</p><p>μηχάνημα.  Αναστενάζοντας,  έσκυψε  πάνω  από  το  χαρτί</p><p>αναμνήσεων.</p><p>Άστην, ένα λεπτό, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Σαν να προετοίμαζε τον εαυτό της για την αποκάλυψη, η Βιτόρια</p><p>έκλεισε  τα  μάτια  της  και  πήρε  μια  βαθιά  ανάσα...  Ύστερα  μια</p><p>δεύτερη... Και ξανά... Και ξανά...</p><p>Ο  Λάνγκντον,  που  δεν  είχε  σταματήσει  να  την  παρατηρεί,</p><p>ξαφνικά ένιωσε ανήσυχος. Είναι καλά; Έριξε μια φευγαλέα ματιά</p><p>στον  Κέλερ,  ο  οποίος  έδειχνε  εντελώς  ατάραχος,  έχοντας</p><p>προφανώς  παρακολουθήσει  αυτή  την  τελετουργία  και  στο</p><p>παρελθόν. Δέκα δευτερόλεπτα πέρασαν προτού ανοίξει η Βιτόρια</p><p>τα μάτια της.</p><p>Ο  Λάνγκντον  δεν  μπορούσε  να  πιστέψει  στα  μάτια  του.  Μια</p><p>μεταμόρφωση  είχε  συντελεστεί!  Η  Βιτόρια  Βέτρα  είχε  αλλάξει</p><p>τελείως. Τα γεμάτα χείλη της δεν ήταν πλέον σφιγμένα, οι ώμοι</p><p>της ήταν χαλαροί και το βλέμμα της ήρεμο και συναινετικό. Ήταν</p><p>σαν να είχε αναδιατάξει κάθε μυ του σώματος της έτσι ώστε να</p><p>αποδεχτεί  την  κατάσταση.  Είχε  καταπνίξει  την  οργή  και  την</p><p>προσωπική  της  οδύνη  επιστρατεύοντας  κάποια  εσωτερικά</p><p>αποθέματα ηρεμίας και δύναμης.</p><p>«Από πού να ξεκινήσω...» είπε με γαλήνια φωνή.</p><p>«Από την αρχή», απάντησε ο Κέλερ. «Πες μας για το πείραμα του</p><p>πατέρα σου».</p><p>«Η  συμφιλίωση  της  επιστήμης  με  τη  θρησκεία  υπήρξε  όνειρο</p><p>ζωής για τον πατέρα μου»,  είπε η Βιτόρια. «Έλπιζε να αποδείξει</p><p>ότι  επιστήμη  και  θρησκεία  αποτελούν  δυο  απόλυτα  συμβατά</p><p>πεδία,  δυο  διαφορετικές  προσεγγίσεις  στην  αναζήτηση  της  ίδιας</p><p>αλήθειας».</p><p>Έκανε παύση, σαν να μην μπορούσε να πιστέψει αυτό που ήταν</p><p>έτοιμη να ξεστομίσει. «Και πρόσφατα... συνέλαβε έναν τρόπο για</p><p>να το πετύχει».</p><p>Ο Κέλερ δεν έβγαλε λέξη.</p><p>«Σχεδίασε  ένα  πείραμα,  ένα  πείραμα  που  έλπιζε  ότι  θα  έδινε</p><p>οριστικά  τέλος  σε  μια  από  τις  πιο  πικρές  συγκρούσεις  στην</p><p>ιστορία της επιστήμης και της θρησκείας».</p><p>Ο Λάνγκντον  αναρωτήθηκε  σε  ποια  σύγκρουση  να  αναφερόταν</p><p>άραγε. Υπήρξαν τόσο πολλές...</p><p>«Αναφέρομαι  στη  σύγκρουση  για  τη  Δημιουργία»,  είπε  απλά  η</p><p>Βιτόρια. «Στη μάχη γύρω από το πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν».</p><p>Α! σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Η μητέρα όλων των μαχών.</p><p>«Η Βίβλος, φυσικά, δηλώνει απερίφραστα ότι ο Θεός δημιούργησε</p><p>το σύμπαν»,  εξήγησε εκείνη. «Ο Θεός είπε  ʺΓενηθήτω φωςʺ,*  και</p><p>όλα  όσα  βλέπουμε  γύρω  μας  εμφανίστηκαν  μέσα  από  το</p><p>απέραντο κενό. Δυστυχώς, ένας από τους θεμελιώδεις νόμους της</p><p>φυσικής δηλώνει με εξίσου κατηγορηματικό τρόπο ότι η ύλη δεν</p><p>είναι δυνατόν να δημιουργηθεί από το μηδέν».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε διαβάσει σχετικά με το αδιέξοδο αυτό. Η άποψη</p><p>της  εκκλησίας  ότι  ο Θεός  είχε  δημιουργήσει  κάτι  από  το  τίποτα</p><p>ερχόταν  σε  ευθεία  αντίθεση  με  τους  αποδεκτούς  νόμους  της</p><p>σύγχρονης  φυσικής,  επομένως,  υποστήριζαν  οι  επιστήμονες,  η</p><p>Γένεση ήταν επιστημονικά παράλογη.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον», είπε η Βιτόρια γυρίζοντας προς το μέρος του,</p><p>* Γένεσις, κεφ. Α', στ. 3. (Σ.τ.Ε.)</p><p>«να  υποθέσω  ότι  έχετε  ακούσει  για  τη  θεωρία  της  Μεγάλης</p><p>Έκρηξης;»</p><p>Ο Λάνγκντον ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Λίγο πολύ...»</p><p>Η Μεγάλη Έκρηξη, απʹ ό,τι γνώριζε, αποτελούσε το επιστημονικά</p><p>αποδεκτό  μοντέλο  για  τη  δημιουργία  του  σύμπαντος.  Δεν  την</p><p>κατανοούσε  πλήρως,  όμως,  σύμφωνα  με  τη  θεωρία  αυτή,  η</p><p>σφαίρα  στην  οποία  ήταν  συγκεντρωμένη  όλη  η  ενέργεια</p><p>εξερράγη,  με  αποτέλεσμα  το  σύμπαν,  από  απειροελάχιστες</p><p>διαστάσεις που είχε μέχρι τότε, να αρχίσει να διαστέλλεται και να</p><p>δημιουργηθούν οι γαλαξίες και τα άστρα. Ή κάτι τέτοιο.</p><p>Η Βιτόρια συνέχισε:</p><p>«Όταν η Καθολική Εκκλησία πρότεινε για πρώτη φορά τη θεωρία</p><p>της Μεγάλης Έκρηξης, το 1927, οι...»</p><p>«Συγνώμη...»  τη  διέκοψε  ο  Λάνγκντον,  χωρίς  να  μπορέσει  να</p><p>συγκρατήσει  τον  εαυτό  του.  «Λέτε  ότι  η  Μεγάλη  Έκρηξη  ήταν</p><p>ιδέα των καθολικών;»</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε να απορεί με την ερώτηση του.</p><p>«Φυσικά!  Τη  θεωρία  τη  διατύπωσε  ένας  καθολικός  μοναχός,  ο</p><p>Ζορζ Λεμέτρ, το 1927».</p><p>«Μα  νόμιζα  ότι...»  Δίστασε  για  λίγο.  «Η  θεωρία  της  Μεγάλης</p><p>Έκρηξης δε διατυπώθηκε από τον Έντουιν Χαμπλ, αστρονόμο στο</p><p>Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ;»</p><p>Ο Κέλερ έδειξε έντονα ενοχλημένος.</p><p>«Τυπική  αμερικανική  επιστημονική  αλαζονεία...  Ο  Χαμπλ</p><p>δημοσίευσε τη μελέτη του το 1929, δυο χρόνια μετά τον Λεμέτρ».</p><p>Ο Λάνγκντον  συνοφρυώθηκε. Ναι,  αλλά  το  διάσημο  διαστημικό</p><p>τηλεσκόπιο  ονομάζεται  «Χαμπλ»,  κύριέ  μου...  Δεν  έχω  ακούσει</p><p>για κανένα τηλεσκόπιο Λεμέτρ!</p><p>«Ο  κύριος  Κέλερ  έχει  δίκιο»,  είπε  η  Βιτόρια,  «η  ιδέα  ανήκε  στον</p><p>Λεμέτρ.  Ο  Χαμπλ  απλώς  την  επιβεβαίωσε  συγκεντρώνοντας</p><p>αδιάσειστα στοιχεία τα οποία αποδείκνυαν ότι η Μεγάλη Έκρηξη</p><p>ήταν επιστημονικά δυνατή».</p><p>«Α!»  έκανε  ο  Λάνγκντον.  Αναρωτιόταν  αν  οι  φανατικοί</p><p>θαυμαστές  του  Χαμπλ  στο  Τμήμα  Αστρονομίας  του  Χάρβαρντ</p><p>ανέφεραν καν το όνομα του Λεμέτρ στις διαλέξεις τους.</p><p>«Όταν  ο  Λεμέτρ  διατύπωσε  για  πρώτη  φορά  τη  θεωρία  της</p><p>Μεγάλης  Έκρηξης»,  συνέχισε  η  Βιτόρια,  «οι  επιστήμονες  την</p><p>απέρριψαν ως εντελώς γελοία. Η ύλη, υποστήριζε η επιστήμη, δεν</p><p>μπορούσε  να  δημιουργηθεί  από  το  τίποτα.  Έτσι,  όταν  ο  Χαμπλ</p><p>συγκλόνισε  τον  κόσμο  αποδεικνύοντας  επιστημονικά  ότι  η</p><p>θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης ήταν σωστή, η εκκλησία χαιρέτισε</p><p>την ανακάλυψη θεωρώντας τη δική της νίκη, μια απόδειξη ότι η</p><p>Βίβλος ήταν επιστημονικά ακριβής. Η θεϊκή αλήθεια...»</p><p>Ο  Λάνγκντον  κούνησε  το  κεφάλι  για  να  δείξει  ότι  την</p><p>παρακολουθούσε. Πράγματι, είχε στρέψει ολόκληρη την προσοχή</p><p>του τώρα στα όσα άκουγε.</p><p>«Φυσικά,  οι  επιστήμονες  δεν  ενθουσιάστηκαν  με  την  ιδέα  της</p><p>χρησιμοποίησης  των  ανακαλύψεων  τους  από  την  εκκλησία  για</p><p>την  προώθηση  της  θρησκείας,  κι  έτσι  προχώρησαν  αμέσως  στη</p><p>μαθηματικοποίηση  της  θεωρίας  της  Μεγάλης  Έκρηξης,</p><p>αφαιρώντας  όλες  τις  θρησκευτικές  αναφορές,  διεκδικώντας  έτσι</p><p>την  πατρότητα  της.  Δυστυχώς  για  την  επιστήμη  όμως,  οι</p><p>εξισώσεις των επιστημόνων ακόμα και σήμερα πάσχουν από μια</p><p>σοβαρή  αδυναμία,  την  οποία  η  εκκλησία  αρέσκεται  να</p><p>επισημαίνει σε κάθε ευκαιρία».</p><p>Ο Κέλερ ρουθούνισε ενοχλημένος.</p><p>«Η  ανωμαλία».  Πρόφερε  τη  λέξη  με  έναν  τρόπο  σαν  να</p><p>αποτελούσε την κατάρα της ζωής του.</p><p>«Ναι,  η  ανωμαλία»,  είπε  η  Βιτόρια.  «Η  ακριβής  στιγμή  της</p><p>Δημιουργίας. Ο χρόνος μηδέν». Κοίταξε τον Λάνγκντον. «Ακόμα</p><p>και σήμερα η επιστήμη αδυνατεί να συλλάβει την αρχική στιγμή</p><p>της Δημιουργίας. Οι εξισώσεις μας ερμηνεύουν το πρώιμο σύμπαν</p><p>μάλλον  ικανοποιητικά,  όμως  καθώς  γυρίζουμε  πίσω  στο  χρόνο,</p><p>πλησιάζοντας  τη  στιγμή  μηδέν,  ξαφνικά  οι  μαθηματικές  μας</p><p>αρχές καταρρέουν και τα πάντα χάνουν το νόημα τους».</p><p>«Σωστά»,  είπε  ο  Κέλερ,  με  έναν  κοφτό  τόνο  στη  φωνή  του,  ο</p><p>οποίος  φανέρωνε  την  ένταση  που  του  προκαλούσε  το</p><p>συγκεκριμένο  ζήτημα.  «Και,  βέβαια,  η  εκκλησία  ερμηνεύει  την</p><p>αδυναμία αυτή ως απόδειξη της θαυμαστής επέμβασης του Θεού.</p><p>Όμως πρέπει να επανέλθεις στο θέμα και να μας πεις πού θέλεις</p><p>να καταλήξεις».</p><p>Το πρόσωπο της Βιτόρια πήρε μια απόμακρη έκφραση.</p><p>«Θέλω να καταλήξω στο ότι ο πατέρας μου πάντοτε πίστευε στη</p><p>συμμετοχή του Θεού στη Μεγάλη Έκρηξη. Παρότι η επιστήμη δεν</p><p>ήταν  σε  θέση  να  συλλάβει  τη  θεϊκή  στιγμή  της  Δημιουργίας,</p><p>εκείνος  πίστευε  ότι  κάποια  μέρα  αυτό  θα  άλλαζε».  Έγνεψε</p><p>θλιμμένα προς μια  επιγραφή που βρισκόταν πάνω από το χώρο</p><p>εργασίας  του  πατέρα  της,  λειτουργώντας  ως  υπόμνηση.  «Ο</p><p>μπαμπάς  μου  συνήθιζε  να  κουνάει  αυτό  το  χαρτί  μπροστά  στο</p><p>πρόσωπο μου κάθε φορά που είχα αμφιβολίες».</p><p>Ο Λάνγκντον διάβασε τι έγραφε:</p><p>Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΕΣ</p><p>Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΠΟΛΥ ΝΕΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ</p><p>«Ο  μπαμπάς  μου  ήθελε  να  οδηγήσει  την  επιστήμη  σε  ένα</p><p>υψηλότερο επίπεδο», είπε η Βιτόρια, «όπου θα στήριζε την έννοια</p><p>του Θεού». Πέρασε το χέρι της μέσα από τα μακριά μαλλιά της, με</p><p>μια  μελαγχολική  έκφραση  στο  πρόσωπο  της.  «Επιχείρησε  να</p><p>κάνει  κάτι που κανένας  επιστήμονας  δεν  είχε σκεφτεί  να κάνει.</p><p>Κάτι  που  κανένας  δεν  είχε  την  τεχνολογία  για  να  κάνει,</p><p>τουλάχιστον μέχρι τώρα».</p><p>Έκανε  παύση,  σαν  να  μην  ήταν  σίγουρη  πώς  να  περιγράψει</p><p>με</p><p>λόγια  αυτό  που  ήθελε  να  πει.  «Σχεδίασε  ένα  πείραμα  για  να</p><p>αποδείξει ότι η Γένεση ήταν δυνατή».</p><p>Να αποδείξει τη Γένεση; αναρωτήθηκε έκπληκτος ο Λάνγκντον.</p><p>«Γενηθήτω φώς»; Ύλη από το τίποτα;</p><p>Το ψυχρό βλέμμα του Κέλερ τους διαπέρασε.</p><p>«Συγνώμη... Τι είπες;»</p><p>«Ο πατέρας μου δημιούργησε ένα σύμπαν... από το μηδέν».</p><p>Το κεφάλι του Κέλερ τινάχτηκε από την έκπληξη.</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Για να το θέσω καλύτερα, επανέλαβε τη Μεγάλη Έκρηξη».</p><p>Ο Κέλερ έμοιαζε έτοιμος να πεταχτεί όρθιος.</p><p>Ο Λάνγκντον  τα  είχε  επίσης χαμένα. Δημιούργησε  ένα σύμπαν;</p><p>Επανέλαβε τη Μεγάλη Έκρηξη;</p><p>«Το  πείραμα  έγινε  σε  πολύ  μικρότερη  κλίμακα,  φυσικά»,  είπε  η</p><p>Βιτόρια,  μιλώντας  γρηγορότερα  τώρα.  «Η  διαδικασία  ήταν</p><p>εντυπωσιακά  απλή.  Επιτάχυνε  δυο  εξαιρετικά  λεπτές  δέσμες</p><p>σωματιδίων προς  αντίθετες  κατευθύνσεις  μέσα στο  σωλήνα  του</p><p>επιταχυντή. Οι δυο δέσμες συγκρούστηκαν μετωπικά με τεράστια</p><p>ταχύτητα, εισχωρώντας η μια μέσα στην άλλη, με αποτέλεσμα να</p><p>συμπιεστεί όλη τους η ενέργεια σε ένα απειροελάχιστο σημείο. Ο</p><p>πατέρας μου κατόρθωσε  έτσι  να πετύχει ασύλληπτη  ενεργειακή</p><p>πυκνότητα».</p><p>Ένας  χείμαρρος  από  όρους  κύλησε  από  το  στόμα  της,  στο</p><p>άκουσμα  καθενός  από  τους  οποίους  τα  μάτια  του  διευθυντή</p><p>γούρλωναν όλο και περισσότερο.</p><p>Ο  Λάνγκντον  προσπαθούσε  να  παρακολουθήσει  τα  όσα</p><p>λέγονταν.</p><p>Άρα  ο  Λεονάρντο  Βάρτα  πέτυχε  μια  προσομοίωση  της</p><p>συμπυκνωμένης σφαίρας ενέργειας από την οποία υποτίθεται ότι</p><p>δημιουργήθηκε το σύμπαν.</p><p>«Το  αποτέλεσμα»,  είπε  η  Βιτόρια,  «ήταν  ένα  αληθινό  θαύμα.</p><p>Όταν  δημοσιευτεί,  θα  κλονίσει  τα  θεμέλια  της  σύγχρονης</p><p>φυσικής».</p><p>Μιλούσε και πάλι αργά τώρα, σαν να απολάμβανε την τεράστια</p><p>σημασία των όσων είχε να πει. «Χωρίς προειδοποίηση, μέσα στο</p><p>σωλήνα  του  επιταχυντή  από  αυτό  το  σημείο  της  έντονα</p><p>εστιασμένης ενέργειας σωματίδια ύλης άρχισαν να ξεπηδούν από</p><p>το πουθενά».</p><p>Ο Κέλερ δεν έκανε καμία κίνηση, απλώς κρατούσε τα μάτια του</p><p>καρφωμένα πάνω της.</p><p>«Υλη», επανέλαβε η Βιτόρια. «Που δημιουργήθηκε από το μηδέν.</p><p>Ήταν  μια  απίστευτη  επίδειξη  υποατομικών  πυροτεχνημάτων.</p><p>Ένα μικροσκοπικό σύμπαν ήρθε στη ζωή. Είχε αποδείξει όχι μόνο</p><p>ότι η ύλη μπορεί να δημιουργηθεί από το τίποτα αλλά και ότι η</p><p>Μεγάλη Έκρηξη και η Γένεση μπορούν να εξηγηθούν απλώς με</p><p>την αποδοχή της παρουσίας μιας τεράστιας πηγής ενέργειας».</p><p>«Εννοείς το Θεό;» ρώτησε επιτακτικά ο Κέλερ.</p><p>«Θεός,  Βούδας,  Δύναμη,  Γιαχβέ,  ανωμαλία,  σημείο  ενότητας...</p><p>Πείτε το όπως θέλετε, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Επιστήμη και</p><p>θρησκεία στηρίζουν την  ίδια αλήθεια: Η αμιγής ενέργεια είναι ο</p><p>πατέρας της Δημιουργίας».</p><p>Όταν τελικά ο Κέλερ μίλησε, η φωνή του ήταν βαριά.</p><p>«Βιτόρια, δε σε καταλαβαίνω. Είναι σαν να μου λες ότι ο πατέρας</p><p>σου δημιούργησε ύλη... από το τίποτα;»</p><p>«Ναι». Η Βιτόρια έδειξε προς τους κυλίνδρους. «Και εκεί βρίσκεται</p><p>η απόδειξη. Στους κυλίνδρους αυτούς φυλάσσονται δείγματα της</p><p>ύλης που δημιούργησε».</p><p>Ο  Κέλερ  έβηξε  και  πλησίασε  τους  κυλίνδρους  με  έναν</p><p>επιφυλακτικό τρόπο που θύμιζε ανήσυχο ζώο το οποίο διαγράφει</p><p>κύκλους γύρω από κάτι που γνωρίζει από ένστικτο ότι δεν είναι...</p><p>σωστό.</p><p>«Προφανώς κάτι δεν έχω καταλάβει...»  είπε. «Πώς περιμένεις να</p><p>πιστέψει  κάποιος  ότι  αυτοί  οι  κύλινδροι  περιέχουν  σωματίδια</p><p>ύλης τα οποία δημιούργησε ο πατέρας σου; Αυτά τα σωματίδια θα</p><p>μπορούσαν να προέρχονται από οπουδήποτε».</p><p>«Όχι», είπε η Βιτόρια με σταθερή φωνή, η οποία φανέρωνε έντονη</p><p>αυτοπεποίθηση,  «δε  θα  μπορούσαν  να  προέρχονται  από</p><p>οπουδήποτε.  Τα  συγκεκριμένα  σωματίδια  είναι  μοναδικά.</p><p>Ανήκουν  σε  ένα  είδος  που  δεν  υπάρχει  πουθενά  στον  πλανήτη,</p><p>επομένως θα πρέπει να έχουν δημιουργηθεί».</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ σκοτείνιασε.</p><p>«Βιτόρια,  τι  εννοείς  λέγοντας  ότι  ανήκουν  σε  ένα  συγκεκριμένο</p><p>είδος; Υπάρχει μόνο ένα είδος ύλης, και...» Σταμάτησε απότομα.</p><p>Η  έκφραση  στο  πρόσωπο  της  Βιτόρια  ήταν  μια  έκφραση</p><p>θριάμβου.</p><p>«Εσείς  ο  ίδιος  έχετε  δώσει  διάλεξη  πάνω  στο  θέμα  αυτό,</p><p>διευθυντά.  Το  σύμπαν  περιέχει  δύο  είδη  ύλης.  Αυτό  είναι  ένα</p><p>επιστημονικό  γεγονός».  Η  Βιτόρια  στράφηκε  προς  τον</p><p>Λάνγκντον. «Κύριε Λάνγκντον,  τι αναφέρει η Βίβλος σχετικά με</p><p>τη Δημιουργία; Τι δημιούργησε ο Θεός;»</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε άβολα, δεν καταλάβαινε τι σχέση είχε αυτό</p><p>με όσα είχε ακούσει.</p><p>«Εεε...  ο  Θεός  δημιούργησε...  το  φως  και  το  σκοτάδι,  τον</p><p>παράδεισο και την κόλαση...»</p><p>«Ακριβώς!»  αναφώνησε  η  Βιτόρια.  «Δημιούργησε  τα  πάντα  σε</p><p>ζεύγη  αντιθέτων.  Συμμετρία.  Τέλεια  ισορροπία».  Γύρισε  πάλι</p><p>προς  τον  Κέλερ.  «Διευθυντά,  η  επιστήμη  υποστηρίζει  το  ίδιο</p><p>πράγμα  με  τη  θρησκεία,  ότι  δηλαδή  η  Μεγάλη  Έκρηξη</p><p>δημιούργησε τα πάντα στο σύμπαν σε ζεύγη αντιθέτων».</p><p>«Συμπεριλαμβανομένης  και  της  ίδιας  της  ύλης»,  ψιθύρισε  ο</p><p>Κέλερ, απευθυνόμενος περισσότερο στον εαυτό του.</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Κι  όταν  ο πατέρας μου πραγματοποίησε  το πείραμα  του,  όπως</p><p>ήταν φυσικό, εμφανίστηκαν δύο είδη ύλης».</p><p>Ο  Λάνγκντον  αναρωτήθηκε  τι  ακριβώς  να  σήμαινε  αυτό.  ο</p><p>Λεονάρντο Βάρα δημιούργησε το αντίθετο της ύλης;</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε θυμωμένος.</p><p>«Η ουσία στην οποία αναφέρεσαι υπάρχει μόνο σε άλλα σημεία</p><p>του  σύμπαντος.  Σίγουρα  δεν  υπάρχει  στη  Γη.  Και  πιθανότατα</p><p>ούτε καν στο γαλαξία μας!»</p><p>«Ακριβώς!» επανέλαβε η Βιτόρια. «Γεγονός που αποδεικνύει ότι τα</p><p>σωματίδια  που  βρίσκονται  μέσα  σε  αυτούς  τους  κυλίνδρους  θα</p><p>πρέπει να δημιουργήθηκαν».</p><p>Η έκφραση του προσώπου του Κέλερ σκλήρυνε.</p><p>«Βιτόρια, δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι ότι αυτοί οι κύλινδροι</p><p>περιέχουν πραγματικά δείγματα;»</p><p>«Αυτό  ακριβώς  ισχυρίζομαι».  Γύρισε  και  κοίταξε  με  περηφάνια</p><p>τους  κυλίνδρους.  «Διευθυντά,  έχετε  μπροστά  σας  τα  πρώτα</p><p>δείγματα αντιύλης».</p><p>20</p><p>ΦΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ,  σκεφτόταν  ο Ασασίνος  καθώς προχωρούσε με</p><p>μεγάλες δρασκελιές στη σκοτεινή στοά.</p><p>Ο  δαυλός  που  κρατούσε  στο  χέρι  του  ήταν  υπερβολή,  το  ήξερε</p><p>αυτό,  τον  είχε  πάρει  όμως  για  εντυπωσιασμό.  Η  εντύπωση  που</p><p>δίνεις είναι τα πάντα. Ο φόβος, όπως είχε μάθει, ήταν σύμμαχος</p><p>του.</p><p>Ο φόβος εξουδετερώνει ταχύτερα από οποιοδήποτε όπλο.</p><p>Δεν υπήρχε κάποιος καθρέφτης στο πέρασμα για να μπορέσει να</p><p>θαυμάσει τη μεταμφίεση του, αλλά μπορούσε να καταλάβει από</p><p>τη σκιά των αμφίων του όπως αυτά ανέμιζαν ότι ήταν τέλεια. Το</p><p>να  καταφέρει  να  αναμειχτεί  με  τους  άλλους  και  να  περάσει</p><p>απαρατήρητος  ήταν  μέρος  του  σχεδίου,  της  διαβολικά  ευφυούς</p><p>συνωμοσίας.</p><p>Ούτε  στα  πιο  τολμηρά  του  όνειρα  δεν  είχε  φανταστεί  ότι  θα</p><p>έπαιζε αυτό το ρόλο.</p><p>Δύο  βδομάδες  πριν  θα  θεωρούσε  το  έργο  που  τον  περίμενε  στο</p><p>τέρμα  της  στοάς  αδύνατον.  Αποστολή  αυτοκτονίας.  Πορεία</p><p>κατευθείαν  προς  το  στόμα  του  λύκου,  χωρίς  κανένα  όπλο  για</p><p>άμυνα. Όμως ο Ιανός είχε αλλάξει τον ορισμό του αδύνατου.</p><p>Τα  μυστικά  που  είχε  μοιραστεί  ο  Ιανός  με  τον  Ασασίνο  τις  δύο</p><p>τελευταίες βδομάδες ήταν πολλά... Η στοά που διέσχιζε αυτή τη</p><p>στιγμή  ήταν  ένα  από  αυτά.  Αρχαία,  κι  όμως  συνέχιζε  να  είναι</p><p>απόλυτα λειτουργική.</p><p>Καθώς πλησίαζε τον εχθρό του ο Ασασίνος αναρωτήθηκε αν αυτό</p><p>που τον περίμενε εκεί θα ήταν τόσο εύκολο όσο είχε υποσχεθεί ο</p><p>Ιανός,  ο  οποίος  τον  είχε  διαβεβαιώσει  ότι  κάποιος  από  μέσα  θα</p><p>έκανε  όλες  τις  απαραίτητες  προετοιμασίες.  Κάποιος  από  μέσα.</p><p>Απίστευτο!</p><p>Όσο πιο πολύ το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε</p><p>ότι η υπόθεση ήταν παιχνιδάκι.</p><p>Wahad...  tintain...  thalatha...  arbaa,  έλεγε  από  μέσα  του  στα</p><p>αραβικά καθώς πλησίαζε στο τέρμα. Ένα... δύο... τρία... τέσσερα...</p><p>21</p><p>«ΕΧΩ  ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ  ότι  έχετε  ακούσει  για  την  αντιύλη,  κύριε</p><p>Λάνγκντον...»</p><p>Η  Βιτόρια  τον  παρατηρούσε  προσεκτικά.  Η  μαυρισμένη</p><p>επιδερμίδα  της  ερχόταν  σε  έντονη  αντίθεση  με  το  λευκό</p><p>εργαστήριο.</p><p>Ο  Λάνγκντον  γύρισε  τα  μάτια  του  προς  τα  πάνω.  Ξαφνικά</p><p>αισθανόταν ηλίθιος.</p><p>«Ναι. Δηλαδή... στο περίπου».</p><p>Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.</p><p>«Βλέπετε το Σταρ Τρεκ».</p><p>Ο Λάνγκντον κοκκίνισε.</p><p>«Να  σας  πω,  αρέσει  στους  φοιτητές  μου...»  Συνοφρυώθηκε.  «Η</p><p>αντιύλη</p><p>δεν  είναι  η  κινητήρια  δύναμη  του  διαστημόπλοιου</p><p>Εντερπράιζ;»</p><p>Εκείνη έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Η  καλή  επιστημονική  φαντασία  έχει  τις  ρίζες  της  στη  σωστή</p><p>επιστήμη».</p><p>«Επομένως η αντιύλη είναι πραγματική;»</p><p>«Είναι ένα δεδομένο της φύσης. Το καθετί έχει το αντίθετο του.</p><p>Για τα πρωτόνια υπάρχουν τα ηλεκτρόνια. Για τα ʺπάνωʺ κουάρκ</p><p>υπάρχουν τα ʺκάτωʺ κουάρκ. Υπάρχει μια κοσμική συμμετρία σε</p><p>υποατομικό επίπεδο. Η αντιύλη είναι το γιν στο γιανγκ της ύλης.</p><p>Αποτελεί το δεύτερο σκέλος της φυσικής εξίσωσης».</p><p>Ο  Λάνγκντον  θυμήθηκε  την  πίστη  του  Γαλιλαίου  στο  δυαδισμό</p><p>των πραγμάτων.</p><p>«Οι  επιστήμονες  γνώριζαν  από  το  1918»,  είπε  η  Βιτόρια,  «ότι  η</p><p>Μεγάλη  Έκρηξη  δημιούργησε  δύο  είδη  ύλης.  Το  ένα  είδος  είναι</p><p>αυτό που βλέπουμε εδώ στη Γη, αυτό από το οποίο αποτελούνται</p><p>οι  πέτρες,  τα  δέντρα,  οι  άνθρωποι.  Το  άλλο  είδος  είναι  το</p><p>αντίστροφο  της,  πανομοιότυπο  με  την  ύλη  σε  όλα,  με  μόνη</p><p>διαφορά ότι τα φορτία των σωματιδίων του είναι αντίθετα».</p><p>Ο Κέλερ μίλησε σαν να έβγαινε από νάρκη. Η φωνή του ξαφνικά</p><p>ακουγόταν αβέβαιη.</p><p>«Μα  υπάρχουν  τεράστια  τεχνολογικά  εμπόδια  για  την</p><p>αποθήκευση  της  αντιύλης.  Τι  γίνεται  με  το  φαινόμενο  της</p><p>εξαϋλωσης;»</p><p>«Ο  πατέρας  μου  δημιούργησε  ένα  κενό  αντίθετης  πολικότητας</p><p>προκειμένου να αποσπάσει  τα ποζιτρόνια  της αντιύλης από  τον</p><p>επιταχυντή προτού αυτά αποσυντεθούν».</p><p>Ο Κέλερ φάνηκε να δυσπιστεί.</p><p>«Μα ένα τέτοιο κενό θα αποσπούσε ταυτόχρονα και την ύλη. Δε</p><p>θα υπήρχε τρόπος να διαχωριστούν τα σωματίδια».</p><p>«Εφάρμοσε  ένα  μαγνητικό  πεδίο.  Η  ύλη  συγκεντρώθηκε  στα</p><p>δεξιά και η αντιύλη στα αριστερά. Στους δύο αντίθετους πόλους».</p><p>Εκείνη  τη  στιγμή  το  τείχος  των  αμφιβολιών που  είχε  ορθώσει  ο</p><p>Κέλερ  φάνηκε  να  καταρρέει.  Σήκωσε  τα  μάτια  του  στη  Βιτόρια,</p><p>φανερά  έκπληκτος,  και  ύστερα,  αναπάντεχα,  ξέσπασε  σε</p><p>ασταμάτητο  «Α‐πί‐στευ‐το!»  είπε  σκουπίζοντας  το  στόμα  του.</p><p>«Όμως...» Η λογική του μάλλον συνέχιζε να αντιστέκεται. «Όμως,</p><p>ακόμα κι αν το κενό έδωσε το επιθυμητό αποτέλεσμα, αυτοί εδώ</p><p>οι  κύλινδροι  αποτελούνται  από  ύλη.  Η  αντιύλη  θα  αντιδρούσε</p><p>αυτόματα με...»</p><p>«Το δείγμα δεν έρχεται σε επαφή με τον κύλινδρο», είπε η Βιτόρια,</p><p>έχοντας  προφανώς  προβλέψει  την  ερώτηση.  «Η  αντιύλη</p><p>αιωρείται.  Οι  κύλινδροι  ονομάζονται  ʺπαγίδες  αντιύληςʺ,  επειδή</p><p>κυριολεκτικά  παγιδεύουν  την  αντιύλη  στο  κέντρο  τους,</p><p>αναγκάζοντας  τη  να  αιωρείται  σε  ασφαλή  απόσταση  από  τις</p><p>πλευρές και τη βάση τους».</p><p>«Αιωρείται; Μα... πως;»</p><p>«Ανάμεσα σε δυο διασταυρούμενα μαγνητικά πεδία. Ορίστε, δείτε</p><p>μόνος σας».</p><p>Η  Βιτόρια  πήγε  στην  άλλη  άκρη  του  δωματίου  και  πήρε  μια</p><p>μεγάλη  ηλεκτρονική  συσκευή.  Το  παράξενο  αντικείμενο  θύμισε</p><p>στον  Λάνγκντον  τα  όπλα  ακτινών  όπως  απεικονίζονταν  στα</p><p>κινούμενα  σχέδια...  Ήταν  ένας  φαρδύς  σωλήνας  σε  σχήμα</p><p>κανονιού με ένα στόχαστρο στο πάνω μέρος και ένα σύμπλεγμα</p><p>από  ηλεκτρονικές  συσκευές  από  κάτω.  Η  Βιτόρια  ευθυγράμμισε</p><p>το  στόχαστρο  με  έναν  κύλινδρο,  κοίταξε  μέσα  από  το  φακό  και</p><p>ρύθμισε ορισμένους διακόπτες. Ύστερα απομακρύνθηκε λίγο και</p><p>έγνεψε στον Κέλερ να κοιτάξει.</p><p>Ο διευθυντής φαινόταν τελείως σαστισμένος.</p><p>«Συγκεντρώσατε ορατές ποσότητες;»</p><p>«Πέντε  χιλιάδες  νανογραμμάρια»,  είπε  η  Βιτόρια.  «Ένα  υγρό</p><p>πλάσμα που περιέχει εκατομμύρια ποζιτρόνια».</p><p>«Εκατομμύρια; Μα  η  μεγαλύτερη  ποσότητα  που  είχε  εντοπιστεί</p><p>ποτέ ήταν μόνο μερικά σωματίδια...»</p><p>«Ξένον»,  είπε  απλώς  η  Βιτόρια.  «Ο  πατέρας  μου  επιτάχυνε  τη</p><p>δέσμη των σωματιδίων μέσω ενός πίδακα από ξένον, αφαιρώντας</p><p>τα  ηλεκτρόνια.  Επέμενε  να  κρατήσει  μυστική  την  ακριβή</p><p>διαδικασία,  πάντως  περιλάμβανε  την  ταυτόχρονη  εισαγωγή</p><p>ελεύθερων ηλεκτρονίων στον επιταχυντή».</p><p>Ο  Λάνγκντον  αισθανόταν  τελείως  χαμένος.  Είχε  φτάσει  στο</p><p>σημείο  να  αναρωτιέται  αν  ο  διάλογος  τους  συνεχιζόταν  στα</p><p>αγγλικά.</p><p>Ο Κέλερ έμεινε σιωπηλός. Οι ρυτίδες στο μέτωπο του έγιναν πιο</p><p>βαθιές. Ξαφνικά πήρε μια κοφτή ανάσα και το σώμα του κρέμασε</p><p>σαν να είχε χτυπηθεί από σφαίρα.</p><p>«Θεωρητικά, αυτό θα άφηνε μόνο...»</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Ναι. Και μάλιστα, πολλά».</p><p>Ο  Κέλερ  έστρεψε  και  πάλι  το  βλέμμα  του  στον  κύλινδρο  που</p><p>βρισκόταν  μπροστά  του.  Με  κάπως  αβέβαιο  ύφος,  έγειρε  πάνω</p><p>στην πολυθρόνα του, έβαλε το μάτι του στη διόπτρα και κοίταξε</p><p>προσεκτικά. Έμεινε στην  ίδια θέση για πολλή ώρα, χωρίς να πει</p><p>το  παραμικρό.  Όταν  τελικά  τραβήχτηκε,  στο  μέτωπο  του  είχαν</p><p>σχηματιστεί  χοντροί  κόμποι  ιδρώτα.  Οι  ρυτίδες  έντασης  που</p><p>χάραζαν μέχρι πριν από λίγο το πρόσωπο του είχαν εξαφανιστεί.</p><p>Η φωνή του μόλις που ακουγόταν.</p><p>«Θεέ μου! Πραγματικά τα καταφέρατε!»</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε και πάλι καταφατικά.</p><p>«Ο πατέρας μου τα κατάφερε».</p><p>«Δεν... δεν ξέρω τι να πω».</p><p>Η Βιτόρια στράφηκε στον Λάνγκντον.</p><p>«Θα θέλατε να ρίξετε μια ματιά κι εσείς;»</p><p>Του  έκανε  νόημα  να  πλησιάσει  στη  συσκευή  που  είχε</p><p>χρησιμοποιήσει προηγουμένως ο διευθυντής του κέντρου.</p><p>Χωρίς να ξέρει τι θα έπρεπε να περιμένει, ο Λάνγκντον πλησίασε.</p><p>Από μισό μέτρο απόσταση ο κύλινδρος έμοιαζε άδειος. Ό,τι κι αν</p><p>ήταν αυτό που περιείχε, πρέπει να είχε απειροελάχιστο μέγεθος.</p><p>Ο  Λάνγκντον  έφερε  το  μάτι  του  στη  διόπτρα.  Χρειάστηκε  λίγα</p><p>δευτερόλεπτα για να εστιάσει στην εικόνα μπροστά του.</p><p>Και τότε το είδε.</p><p>Το  αντικείμενο  δε  βρισκόταν  στη  βάση  του  κυλίνδρου,  όπως</p><p>περίμενε, αλλά αιωρούνταν στο κέντρο του, μετεωριζόταν χωρίς</p><p>να  στηρίζεται  πουθενά,  ένα  γυαλιστερό  υγρό  σφαιρίδιο  που</p><p>θύμιζε  υδράργυρο.  Αιωρούνταν  σαν  να  το  ανύψωνε  κάποια</p><p>μαγική  δύναμη,  ενώ  περιστρεφόταν  διαρκώς  στο  κενό.</p><p>Μεταλλικοί κυματισμοί όργωναν ολόκληρη την επιφάνεια του. Το</p><p>αιωρούμενο  σταγονίδιο  θύμισε  στον  Λάνγκντον  ένα  βίντεο  που</p><p>είχε  δει  κάποτε  το  οποίο  παρουσίαζε  μια  σταγόνα  νερού  σε</p><p>μηδενική  βαρύτητα.  Παρότι  ήξερε  πως  το  σφαιρίδιο  ήταν</p><p>μικροσκοπικό,  μπορούσε  να  διακρίνει  και  την  παραμικρή</p><p>μεταβολή  στην  επιφάνεια  του  καθώς  περιστρεφόταν  αργά  στο</p><p>κενό.</p><p>«Αιωρείται χωρίς να αγγίζει... πουθενά», είπε.</p><p>«Έτσι πρέπει», απάντησε η Βιτόρια. «Η αντιύλη είναι  εξαιρετικά</p><p>ασταθής. Από  ενεργειακή άποψη η αντιύλη  είναι  το  κατοπτρικό</p><p>είδωλο  της  ύλης,  επομένως,  αν  έρθουν  σε  επαφή,  η  μια  αναιρεί</p><p>την άλλη. Το να διατηρηθεί η αντιύλη απόλυτα διαχωρισμένη από</p><p>την  ύλη  αποτελεί,  φυσικά,  μεγάλη  πρόκληση,  επειδή  τα  πάντα</p><p>πάνω  στη  Γη  είναι  φτιαγμένα  από  ύλη.  Τα  δείγματα  πρέπει  να</p><p>αποθηκεύονται  χωρίς  να  έρχονται  σε  επαφή  με  το  παραμικρό,</p><p>ούτε καν με τον αέρα».</p><p>Ο  Λάνγκντον  είχε  μείνει  έκπληκτος.  Αυτό  είναι  που  λέμε</p><p>«απόλυτο κενό».</p><p>«Αυτές  οι  παγίδες  αντιύλης...»  διέκοψε  ο  Κέλερ,  φανερά</p><p>εντυπωσιασμένος.  Χάιδεψε  με  ένα  τρεμάμενο  δάχτυλο  τη  βάση</p><p>ενός από τους κυλίνδρους. «Είναι δημιούργημα του πατέρα σου;»</p><p>«Για την ακρίβεια», είπε εκείνη, «είναι δικό μου δημιούργημα».</p><p>Ο Κέλερ σήκωσε τα μάτια του.</p><p>Η φωνή της Βιτόρια ήταν επίπεδη, χωρίς ίχνος αλαζονείας.</p><p>«Ο πατέρας μου παρήγαγε τα πρώτα σωματίδια αντιύλης, αλλά</p><p>δεν μπορούσε να βρει λύση στο πρόβλημα της αποθήκευσης τους.</p><p>Του  πρότεινα  αυτό.  Στεγανό  νανοσυνθετικό  κέλυφος  με</p><p>αντίρροπους ηλεκτρομαγνήτες σε κάθε άκρο».</p><p>«Φαίνεται ότι η ιδιοφυΐα του πατέρα σου ήταν μεταδοτική...»</p><p>«Όχι  ακριβώς.  Δανείστηκα  την  ιδέα  από  τη  φύση.  Υπάρχουν</p><p>κάποια  είδη  μέδουσας  που  παγιδεύουν  ψάρια  με  τα  κνιδωτά</p><p>νημάτιά  τους  χρησιμοποιώντας  νηματοκυστικές  ώσεις.  Η  ίδια</p><p>αρχή  εφαρμόζεται  κι  εδώ.  Κάθε  κύλινδρος  διαθέτει  δύο</p><p>ηλεκτρομαγνήτες, έναν σε κάθε άκρο.</p><p>Τα αντίρροπα μαγνητικά πεδία διασταυρώνονται στο κέντρο του</p><p>κυλίνδρου και κρατάνε την αντιύλη εκεί, αιωρούμενη στο κενό».</p><p>Ο  Λάνγκντον  κοίταξε  ξανά  τον  κύλινδρο.  Αντιύλη  που</p><p>αιωρούνταν  στο  κενό,  χωρίς  να  αγγίζει  τίποτα  απολύτως.  Ο</p><p>Κέλερ είχε δίκιο:</p><p>Ήταν ιδιοφυές.</p><p>«Πού  βρίσκεται  η  ενεργειακή  πηγή  των  μαγνητών;»  ρώτησε  ο</p><p>Κέλερ.</p><p>Η Βιτόρια του έδειξε.</p><p>«Στη  στήλη  κάτω από  την παγίδα. Οι  κύλινδροι  είναι  βιδωμένοι</p><p>στη  θέση</p><p>υποδοχής,  από  όπου  επαναφορτίζονται  διαρκώς,  ώστε</p><p>να μη σταματάει ούτε στιγμή η λειτουργία των μαγνητών».</p><p>«Κι αν το πεδίο διακοπεί;»</p><p>«Θα συμβεί  το  προφανές. Η  αντιύλη  θα πάψει  να  αιωρείται,  θα</p><p>πέσει  στη  βάση  της  παγίδας  και  θα  έχουμε  το  φαινόμενο  της</p><p>εξαΰλωσης».</p><p>Ο Λάνγκντον τέντωσε τα αφτιά του.</p><p>«Εξαΰλωση;» Δεν του άρεσε ο ήχος της λέξης.</p><p>Η Βιτόρια δεν έδειχνε να προβληματίζεται.</p><p>«Ναι.  Αν  έρθουν  σε  επαφή  η  αντιύλη  με  την  ύλη,  αμφότερες</p><p>εκμηδενίζονται  αυτόματα.  Οι  φυσικοί  ονομάζουν  τη  διαδικασία</p><p>ʺεξαΰλωσηʺ».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε.</p><p>«Α!»</p><p>«Είναι  η  απλούστερη  αντίδραση  στη  φύση.  Ένα  σωματίδιο  ύλης</p><p>και  ένα  σωματίδιο  αντιύλης  συνδυάζονται  και  απελευθερώνουν</p><p>δυο  νέα  σωματίδια,  τα  οποία  ονομάζονται  φωτόνια.  Το  φωτόνιο</p><p>είναι στην ουσία μια μικρή δέσμη φωτός».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε διαβάσει για τα φωτόνια, τα σωματίδια φωτός,</p><p>τα  οποία  αποτελούσαν  την  καθαρότερη  μορφή  ενέργειας.</p><p>Αποφάσισε  να  μη  ρωτήσει  πώς  χρησιμοποιούσε  ο  κυβερνήτης</p><p>Κερκ τις τορπίλες φωτονίων εναντίων των Κλίνγκον.</p><p>«Άρα,  αν  η  αντιύλη  πέσει,  αυτό  που  θα  δούμε  θα  είναι  μια</p><p>μικροσκοπική έκρηξη φωτός;»</p><p>Η Βιτόρια ανασήκωσε τους ώμους της.</p><p>«Εξαρτάται  από  το  τι  θεωρείτε  μικροσκοπικό.  Επιτρέψτε  μου  να</p><p>σας κάνω μια μικρή επίδειξη».</p><p>Άπλωσε  τα  χέρια  της  προς  τον  κύλινδρο  και  άρχισε  να  τον</p><p>ξεβιδώνει από τη βάση φόρτισης.</p><p>Ο  Κέλερ  άφησε  μια  κραυγή  τρόμου  και  τινάχτηκε  μπροστά,</p><p>χτυπώντας τα χέρια της για να την εμποδίσει.</p><p>«Βιτόρια! Έχεις τρελαθεί;»</p><p>22</p><p>ΗΤΑΝ  ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ,  όμως  ο  Κέλερ  είχε  σταθεί  προς  στιγμήν</p><p>όρθιος,  τρεκλίζοντας  πάνω  στα  δύο  ατροφικά  πόδια  του.  Το</p><p>πρόσωπο του ήταν κάτωχρο από το φόβο.</p><p>«Βιτόρια! Δεν μπορείς να αποσυνδέσεις την παγίδα!»</p><p>Ο  Λάνγκντον  παρακολουθούσε,  αιφνιδιασμένος  από  το</p><p>απρόσμενο ξέσπασμα πανικού του διευθυντή.</p><p>«Πεντακόσια  νανογραμμάρια!»  είπε  ο  Κέλερ.  «Αν  διακόψεις  το</p><p>μαγνητικό πεδίο...»</p><p>«Διευθυντά»,  τον  καθησύχασε  η  Βιτόρια,  «είναι  απολύτως</p><p>ασφαλές.  Κάθε  παγίδα  διαθέτει  μηχανισμό  ασφαλείας,  μια</p><p>εφεδρική  μπαταρία  σε  περίπτωση  που  αποσυνδεθεί  από  το</p><p>φορτιστή  της.  Το  δείγμα  παραμένει  αιωρούμενο  ακόμα  κι  αν</p><p>απομακρύνω τον κύλινδρο από τη βάση του».</p><p>Ο  Κέλερ  έδειχνε  αβέβαιος.  Τελικά,  με  φανερό  δισταγμό,</p><p>βολεύτηκε πίσω στην πολυθρόνα του.</p><p>«Οι μπαταρίες ενεργοποιούνται αυτόματα», είπε η Βιτόρια, «όταν</p><p>η παγίδα απομακρύνεται  από  το φορτιστή  της. Λειτουργούν για</p><p>είκοσι  τέσσερις ώρες,  αποτελώντας κάτι  σαν  εφεδρική  δεξαμενή</p><p>καυσίμων».</p><p>Στράφηκε  στον  Λάνγκντον,  σαν  να  είχε  διαισθανθεί  την</p><p>αμηχανία του.</p><p>«Η αντιύλη διαθέτει ορισμένα εκπληκτικά χαρακτηριστικά, κύριε</p><p>Λάνγκντον,  τα  οποία  την  καθιστούν  ιδιαίτερα  επικίνδυνη.  Ένα</p><p>δείγμα  δέκα  χιλιοστών  του  γραμμαρίου,  ποσότητα  που</p><p>αντιστοιχεί στον όγκο ενός κόκκου άμμου, θεωρείται ότι περιέχει</p><p>ενέργεια  αντίστοιχη  με  περίπου  διακόσιους  τόνους  συμβατικών</p><p>καυσίμων για διαστημόπλοια».</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε το κεφάλι του να γυρίζει ξανά...</p><p>«Η  αντιύλη  είναι  η  αυριανή  πηγή  ενέργειας.  Είναι  χίλιες  φορές</p><p>ισχυρότερη  από  την  πυρηνική  ενέργεια.  Πρόκειται  για  καθαρή</p><p>ενέργεια,  με  απόδοση  εκατό  τοις  εκατό.  Κανένα  παράγωγο,</p><p>καθόλου  ακτινοβολία,  καθόλου  μόλυνση.  Ελάχιστα  γραμμάρια</p><p>θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν με ενέργεια μια μεγαλούπολη</p><p>για μια βδομάδα».</p><p>Γραμμάρια; Ο Λάνγκντον απομακρύνθηκε νευρικά από τη στήλη.</p><p>«Μην  ανησυχείτε»,  είπε  η  Βιτόρια,  «αυτά  τα  δείγματα</p><p>αντιστοιχούν  σε  απειροελάχιστα  κλάσματα  του  γραμμαρίου,</p><p>εκατομμυριοστά. Είναι σχετικά αβλαβή».</p><p>Άπλωσε ξανά τα χέρια της στον κύλινδρο και τον ξεβίδωσε από</p><p>τη στήλη τροφοδοσίας.</p><p>Το  πρόσωπο  του Κέλερ  σφίχτηκε,  ωστόσο  δεν  επενέβη. Μόλις  η</p><p>παγίδα  αποσπάστηκε  από  τη  βάση  της,  ακούστηκε  ένας  οξύς</p><p>βόμβος και μια μικρή οθόνη υγρών κρυστάλλων ενεργοποιήθηκε.</p><p>Κόκκινα ψηφία άρχισαν να αναβοσβήνουν, καθώς είχε ξεκινήσει</p><p>η αντίστροφη μέτρηση των είκοσι τεσσάρων ωρών.</p><p>24:00:00</p><p>23:59:59</p><p>23:59:58</p><p>Ο Λάνγκντον παρατήρησε το ρολόι που μετρούσε αντίστροφα και</p><p>αποφάσισε  ότι  παρουσίαζε  μια  ανησυχητική  ομοιότητα  με</p><p>ωρολογιακή βόμβα.</p><p>«Η μπαταρία»,  εξήγησε η Βιτόρια, «θα τροφοδοτήσει τη συσκευή</p><p>για  είκοσι  τέσσερις  ώρες,  ώσπου  να  αποφορτιστεί.  Μπορεί  να</p><p>επαναφορτιστεί  αν  τοποθετηθεί  η  παγίδα  πίσω  στη  βάση  της.</p><p>Αποτελεί  μια  δικλίδα  ασφαλείας,  εξυπηρετεί  όμως  και</p><p>μεταφορικούς σκοπούς».</p><p>«Μεταφορικούς;» Ο Κέλερ  έδειχνε  εμβρόντητος. «Θέλεις  να πεις</p><p>ότι βγάλατε αυτό το πράγμα από το εργαστήριο;»</p><p>«Και  βέβαια  όχι»,  είπε  η  Βιτόρια.  «Όμως  η  δυνατότητα</p><p>μετακίνησης μας επιτρέπει να το μελετάμε».</p><p>Η Βιτόρια οδήγησε τον Λάνγκντον και τον Κέλερ στην άλλη άκρη</p><p>του δωματίου. Τράβηξε στην άκρη μια κουρτίνα, αποκαλύπτοντας</p><p>ένα παράθυρο πίσω από το οποίο ανοιγόταν ένα μεγάλο δωμάτιο.</p><p>Οι τοίχοι, το πάτωμα και η οροφή ήταν επενδυμένα με ατσάλι. Το</p><p>δωμάτιο  θύμισε  στον  Λάνγκντον  τη  δεξαμενή  ενός  παλιού</p><p>πετρελαιοφόρου με το οποίο είχε ταξιδέψει κάποτε στην Παπούα</p><p>Νέα Γουινέα προκειμένου να μελετήσει την τεχνική ζωγραφικής</p><p>σώματος που ονομάζεται «Hanta».</p><p>«Είναι θάλαμος εξαΰλωσης», δήλωσε η Βιτόρια.</p><p>Ο Κέλερ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω, έκπληκτος.</p><p>«Δηλαδή έχετε παρακολουθήσει αντιδράσεις εξαΰλωσης;»</p><p>«Ο  πατέρας  μου  γοητευόταν  από  τη  θεωρία  της  Μεγάλης</p><p>Έκρηξης...  Τεράστιες  ποσότητες  ενέργειας  από  απειροελάχιστες</p><p>ποσότητες ύλης...»</p><p>Η  Βιτόρια  τράβηξε  ένα  ατσάλινο  συρτάρι  που  βρισκόταν  κάτω</p><p>από το παράθυρο. Τοποθέτησε την παγίδα μέσα στο συρτάρι και</p><p>το  έκλεισε.  Στη  συνέχεια  κατέβασε  ένα  μοχλό  που  βρισκόταν</p><p>δίπλα σε αυτό.</p><p>Λίγες  στιγμές  αργότερα  η  παγίδα  εμφανίστηκε  από  την  άλλη</p><p>πλευρά  του  παραθύρου,  κυλώντας  ομαλά  πάνω  σε  ηλεκτρικές</p><p>ράγες  στο  μεταλλικό  δάπεδο,  μέχρι  που  σταμάτησε  κοντά  στο</p><p>κέντρο του δωματίου.</p><p>Η Βιτόρια χαμογέλασε κάπως σφιγμένα.</p><p>«Πρόκειται  να  παρακολουθήσετε  την  πρώτη  σας</p><p>αλληλοεξουδετέρωση  ύλης  ‐  αντιύλης.  Μιλάμε  για  μερικά</p><p>εκατομμυριοστά  του  γραμμαρίου,  ένα  σχετικά  μικροσκοπικό</p><p>δείγμα».</p><p>Ο Λάνγκντον  είχε  τα  μάτια  του  καρφωμένα  πάνω  στην  παγίδα</p><p>αντιύλης,  που  αποτελούσε  το  μοναδικό  αντικείμενο  καταμεσής</p><p>του τεράστιου θαλάμου. Ο Κέλερ,  εμφανώς ανήσυχος, στράφηκε</p><p>με τη σειρά του προς το παράθυρο.</p><p>«Κανονικά»,  εξήγησε  η  Βιτόρια,  «θα  ήμασταν  υποχρεωμένοι  να</p><p>περιμένουμε  είκοσι  τέσσερις  ώρες,  ώσπου  να  αποφορτιστούν  οι</p><p>μπαταρίες, όμως αυτός ο θάλαμος διαθέτει κάτω από το δάπεδο</p><p>μαγνήτες  οι  οποίοι  μπορούν  να  επηρεάσουν  την  παγίδα,</p><p>διακόπτοντας  την  αιώρηση  της  αντιύλης.  Και  μόλις  ύλη  και</p><p>αντιύλη έρθουν σε επαφή...»</p><p>«Εξαΰλωση...» ψιθύρισε ο Κέλερ.</p><p>«Και  κάτι  ακόμα»,  είπε  η  Βιτόρια.  «Η  αντιύλη  εκλύει  καθαρή</p><p>ενέργεια.  Η  μετατροπή  μάζας  σε  φωτόνια  γίνεται  σε  ποσοστό</p><p>εκατό τοις εκατό. Για το λόγο αυτό μην κοιτάζετε κατευθείαν το</p><p>δείγμα. Προστατέψτε τα μάτια σας».</p><p>Ο  Λάνγκντον  γενικά  ήταν  ανήσυχος,  όμως  στην  προκειμένη</p><p>περίπτωση  αισθανόταν  ότι  η  Βιτόρια  γινόταν  υπερβολικά</p><p>δραματική.</p><p>Να  μην  κοιτάξω  κατευθείαν  τον  κύλινδρο;  Η  συσκευή  απείχε</p><p>περισσότερα  από  είκοσι  πέντε  μέτρα  και  βρισκόταν  πίσω  από</p><p>έναν  υπερενισχυμένο  τοίχο  από  χρωματιστό  πλεξιγκλάς.</p><p>Επιπλέον,  το  περιεχόμενο  του  κυλίνδρου  ήταν  αόρατο,</p><p>μικροσκοπικό.  Να  προστατέψω  τα  μάτια  μου;  σκέφτηκε  ο</p><p>Λάνγκντον. Μα  πόση  ενέργεια  θα  μπορούσε  να  απελευθερώσει</p><p>αυτός ο κόκκος...</p><p>Η Βιτόρια πίεσε το κουμπί.</p><p>Την  ίδια  στιγμή  ο  Λάνγκντον  ένιωσε  να  τυφλώνεται.  Μια</p><p>υπέρλαμπρη  κουκκίδα  εμφανίστηκε μέσα στον  κύλινδρο,  για  να</p><p>διαλυθεί σε μια τεράστια έκρηξη φωτός, που ξεχύθηκε προς όλες</p><p>τις κατευθύνσεις, χτυπώντας με τρομακτική δύναμη το παράθυρο</p><p>που βρισκόταν μπροστά του. Ο Αμερικανός μελετητής συμβόλων</p><p>πισωπάτησε, καθώς η έκρηξη τράνταξε το θωρακισμένο θάλαμο.</p><p>Το φως συνέχισε  να λάμπει  δυνατά για  λίγη ώρα,  εκτυφλωτικό,</p><p>και μετά άρχισε  να αποσύρεται με  ταχύτητα</p><p>προς  τα πίσω,  σαν</p><p>να το ρουφούσε ο  ίδιος του ο εαυτός, για να καταλήξει και πάλι</p><p>μια  μικροσκοπική  κουκκίδα,  η  οποία  τελικά  εξαφανίστηκε</p><p>εντελώς. Ο Λάνγκντον ανοιγόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας</p><p>να  συνέλθει.  Η  όραση  του  επανήλθε  σταδιακά. Με  μισόκλειστα</p><p>μάτια,  κοίταξε  το  θάλαμο,  που  ήταν  γεμάτος  καπνό.  Το  δοχείο</p><p>στο δάπεδο είχε εξαφανιστεί εντελώς.</p><p>Είχε εξαϋλωθεί, χωρίς να αφήσει πίσω του ούτε ίχνος.</p><p>Έμεινε να κοιτάζει κατάπληκτος.</p><p>«Θ...Θεέ μου!»</p><p>Η Βιτόρια κατένεψε θλιμμένα.</p><p>«Αυτό ακριβώς υποστήριζε και ο πατέρας μου».</p><p>23</p><p>Ο ΚΕΛΕΡ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να πάρει τα μάτια του από το θάλαμο</p><p>εξαΰλωσης, ενώ στο πρόσωπο του είχε ζωγραφιστεί μια έκφραση</p><p>απόλυτης  κατάπληξης  μπροστά  στο  θέαμα  που  είχε  μόλις</p><p>παρακολουθήσει.  Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον,  ο  οποίος  στεκόταν</p><p>δίπλα του, έδειχνε ακόμα πιο εντυπωσιασμένος.</p><p>«Θέλω να  δω  τον πατέρα μου»,  είπε  επιτακτικά  η  Βιτόρια.  «Σας</p><p>έδειξα το εργαστήριο. Τώρα θέλω να δω τον πατέρα μου».</p><p>Ο  Κέλερ  γύρισε  αργά  προς  το  μέρος  της,  μην  έχοντας  ακούσει</p><p>προφανώς τίποτα απʹ ό,τι του είχε πει.</p><p>«Γιατί  περιμένατε  τόσο  πολύ,  Βιτόρια;  Εσύ  κι  ο  πατέρας  σου</p><p>έπρεπε  να  με  είχατε  ενημερώσει  αμέσως  για  αυτή  την</p><p>ανακάλυψη».</p><p>Η  Βιτόρια  τον  κάρφωσε  κατευθείαν  στα  μάτια.  Πόσους  λόγους</p><p>θέλεις;</p><p>«Διευθυντά, αυτό μπορούμε να το συζητήσουμε αργότερα. Τώρα</p><p>όμως θέλω να δω τον πατέρα μου».</p><p>«Αντιλαμβάνεσαι τη σημασία αυτής της ανακάλυψης;»</p><p>«Φυσικά!» του αντιγύρισε η Βιτόρια. «Έσοδα για το CERN. Πολλά</p><p>έσοδα! Τώρα θέλω...»</p><p>«Αυτός  είναι  ο  λόγος  που  το  κρατήσατε  μυστικό;»  ρώτησε  με</p><p>έντονο  ύφος  ο  Κέλερ,  σε  μια  εμφανή  προσπάθεια  να  της</p><p>αποσπάσει  λόγια.  «Επειδή  φοβόσασταν  ότι  το  διοικητικό</p><p>συμβούλιο  κι  εγώ  θα  ψηφίζαμε  υπέρ  της  εκχώρησης  των</p><p>δικαιωμάτων εκμετάλλευσης της ανακάλυψης;»</p><p>«Μα  θα  έπρεπε  να  εκχωρηθούν»,  έκανε  απότομα  η  Βιτόρια,</p><p>νιώθοντας  να  παρασύρεται  στη  συζήτηση  αυτή.  «Η  αντιύλη</p><p>αποτελεί  σημαντική  τεχνολογία.  Ταυτόχρονα  όμως  είναι  και</p><p>επικίνδυνη.  Ο  πατέρας  μου  κι  εγώ  θέλαμε  χρόνο  για  να</p><p>βελτιώσουμε τις διαδικασίες και να την κάνουμε ασφαλή».</p><p>«Με άλλα λόγια,  δεν  εμπιστευόσασταν το  διοικητικό συμβούλιο,</p><p>δεν πιστεύατε  ότι  θα  έβαζε  την ασφαλή  επιστήμη πάνω από  το</p><p>οικονομικό όφελος».</p><p>Η  Βιτόρια  ένιωσε  να  εκπλήσσεται  από  τον αδιάφορο  και  απαθή</p><p>τόνο του Κέλερ.</p><p>«Υπήρχαν κι άλλα ζητήματα...» είπε. «Ο πατέρας μου χρειαζόταν</p><p>χρόνο  προκειμένου  να  παρουσιάσει  την  αντιύλη  μέσα  από  το</p><p>κατάλληλο οπτικό πρίσμα».</p><p>«Πράγμα που σημαίνει;...»</p><p>Εσύ τι νομίζεις ότι σημαίνει;</p><p>«Ύλη από καθαρή  ενέργεια; Κάτι από  το  τίποτα; Αυτό αποτελεί</p><p>ουσιαστικά  την  απόδειξη  ότι  η  Γένεση  είναι  επιστημονικά</p><p>δυνατή».</p><p>«Άρα δεν ήθελε να αγνοηθούν οι θρησκευτικές προεκτάσεις  της</p><p>ανακάλυψης  του  μέσα  στον  κυκεώνα  της  εμπορικής</p><p>εκμετάλλευσης της...»</p><p>«Κατά κάποιον τρόπο...»</p><p>«Κι εσύ;»</p><p>Κατά τραγική ειρωνεία, οι ανησυχίες της Βιτόρια κινούνταν προς</p><p>την  αντίθετη  κατεύθυνση.  Η  εμπορευματοποίηση  ήταν  ζωτικής</p><p>σημασίας για την επιτυχία οποιασδήποτε νέας πηγής ενέργειας.</p><p>Παρότι  η  τεχνολογία  της  αντιύλης  πρόσφερε  ασύλληπτες</p><p>δυνατότητες  ως  ενεργειακή  πηγή  τεράστιας  αποδοτικότητας,  η</p><p>οποία  είχε  ταυτόχρονα  το  πλεονέκτημα  ότι  δε  μόλυνε  το</p><p>περιβάλλον,  στην  περίπτωση  που  η  ανακάλυψη</p><p>δημοσιοποιούνταν  πρόωρα  κινδύνευε  να  δαιμονοποιηθεί  μέσα</p><p>από  πολιτικές  αντιπαραθέσεις  και  λάθη  χειρισμού  στο  πλαίσιο</p><p>της  εκστρατείας  προώθησης  της,  όπως  είχε  γίνει  στο  παρελθόν</p><p>και  με  την  πυρηνική  και  την  ηλιακή  ενέργεια.  Η  χρήση  της</p><p>πυρηνικής  ενέργειας  είχε  επεκταθεί  πριν  η  τεχνολογία  της</p><p>καταστεί  ασφαλής,  με  αποτέλεσμα  να  συμβούν  μοιραία</p><p>ατυχήματα. Η χρήση της ηλιακής  ενέργειας  είχε  επεκταθεί πριν</p><p>βρεθεί  τρόπος  για  να  καταστεί  αποδοτική,  με  αποτέλεσμα  ο</p><p>κόσμος  να  ζημιωθεί  οικονομικά.  Και  οι  δυο  τεχνολογίες</p><p>απέκτησαν  κακή  φήμη  και  στην  ουσία  έτειναν  πλέον  να</p><p>εγκαταλειφτούν.</p><p>«Τα  δικά  μου  ενδιαφέροντα»,  είπε  η  Βιτόρια,  «δεν  είναι  τόσο...</p><p>ανώτερα  και  πνευματικά,  όσο  ο  συγκερασμός  επιστήμης  και</p><p>θρησκείας».</p><p>«Το περιβάλλον...» αποφάνθηκε με σιγουριά ο Κέλερ.</p><p>«Απεριόριστη  ενέργεια.  Τέλος  στην  εξόρυξη  ορυκτών</p><p>κοιτασμάτων.  Τέλος  στη  μόλυνση.  Τέλος  στη  ραδιενέργεια.  Η</p><p>τεχνολογία της αντιύλης θα μπορούσε να σώσει τον πλανήτη».</p><p>«Ή να τον καταστρέψει», έκανε σαρκαστικά ο Κέλερ. «Εξαρτάται</p><p>από το ποιος θα τη χρησιμοποιήσει και για ποιο σκοπό».</p><p>Η Βιτόρια ένιωσε ένα παγωμένο ρίγος παρατηρώντας το ανάπηρο</p><p>κορμί του Κέλερ. Εξέπεμπε κάτι που την έκανε να ανατριχιάζει.</p><p>«Ποιος άλλος γνώριζε για αυτό;» ρώτησε εκείνος.</p><p>«Κανείς», είπε η Βιτόρια. «Σας το είπα ήδη».</p><p>«Τότε, γιατί νομίζεις ότι δολοφονήθηκε ο πατέρας σου;»</p><p>Οι μύες στο πρόσωπο της Βιτόρια σφίχτηκαν.</p><p>«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Είχε εχθρούς εδώ στο CERN, αυτό</p><p>το γνωρίζετε, όμως ο θάνατος του δε θα μπορούσε να έχει καμία</p><p>σχέση  με  την  αντιύλη.  Ορκιστήκαμε  ο  ένας  στον  άλλο  να  το</p><p>κρατήσουμε μυστικό για μερικούς μήνες ακόμα, μέχρι να είμαστε</p><p>έτοιμοι».</p><p>«Και  είσαι  βέβαιη  ότι  ο  πατέρας  σου  κράτησε  τον  όρκο  σιωπής</p><p>που είχε δώσει;»</p><p>Η Βιτόρια είχε αρχίσει να εξοργίζεται.</p><p>«Ο πατέρας μου  είχε  κρατήσει  πολύ  δυσκολότερους  όρκους  από</p><p>αυτόν!»</p><p>«Κι εσύ δε μίλησες σε κάποιον;»</p><p>«Και βέβαια όχι!»</p><p>Ο  Κέλερ  ξεφύσηξε  βαριά.  Έκανε  παύση,  σαν  να  διάλεγε</p><p>προσεκτικά τις επόμενες λέξεις του.</p><p>«Ας  υποθέσουμε  ότι  κάποιος  το  πληροφορήθηκε.  Και  ας</p><p>υποθέσουμε  ότι  αυτός  ο  κάποιος  είχε  πρόσβαση  σε  αυτό  το</p><p>εργαστήριο.</p><p>Τι φαντάζεσαι ότι θα αναζητούσε; Μήπως ο πατέρας σου φύλαγε</p><p>εδώ  τις  σημειώσεις  του;  Έγγραφα  όπου  είχε  καταγράψει  την</p><p>πρόοδο που σημείωνε;»</p><p>«Διευθυντά,  μέχρι  τώρα  έδειξα  υπομονή,  απαιτώ  όμως  κάποιες</p><p>απαντήσεις.  Διαρκώς  υπαινίσσεστε  ότι  έγινε  κάποια  διάρρηξη,</p><p>όμως είδατε το σαρωτή αμφιβληστροειδούς. Ο πατέρας μου ήταν</p><p>ιδιαίτερα εχέμυθος και πολύ προσεκτικός σε θέματα ασφάλειας».</p><p>«Κάνε μου αυτή τη χάρη», είπε απότομα ο Κέλερ, αιφνιδιάζοντας</p><p>τη. «Τι θα έλειπε;»</p><p>«Δεν  μπορώ  να  φανταστώ».  Η  Βιτόρια,  φανερά  εκνευρισμένη,</p><p>έλεγξε  ξανά  το  εργαστήριο.  Όλα  τα  δείγματα  αντιύλης</p><p>βρίσκονταν  στη  θέση  τους.  Ο  χώρος  εργασίας  του  πατέρα  της</p><p>έδειχνε εντάξει. «Κανείς δεν μπήκε εδώ μέσα», είπε με σιγουριά.</p><p>«Όλα εδώ πάνω δείχνουν φυσιολογικά».</p><p>Ήταν η σειρά του Κέλερ να αιφνιδιαστεί.</p><p>«Εδώ πάνω;»</p><p>Η Βιτόρια είχε μιλήσει εντελώς αυθόρμητα.</p><p>«Ναι, εδώ, στο πάνω εργαστήριο».</p><p>«Χρησιμοποιείτε και το κάτω εργαστήριο;»</p><p>«Ως αποθήκη».</p><p>Ο Κέλερ κύλησε την πολυθρόνα του για να βρεθεί μπροστά της,</p><p>ξεσπώντας και πάλι σε μια κρίση βήχα.</p><p>«Χρησιμοποιείτε το Θάλαμο Επικίνδυνων Υλικών ως αποθήκη;</p><p>Αποθήκη για τι πράγμα;»</p><p>Για επικίνδυνα υλικά, τι άλλο! Η Βιτόρια ένιωθε να εξαντλείται η</p><p>υπομονή της.</p><p>«Για αντιύλη».</p><p>Ο  Κέλερ  στηρίχτηκε  στα  μπράτσα  της  πολυθρόνας  του  και</p><p>ανασηκώθηκε.</p><p>«Υπάρχουν  κι  άλλα  δείγματα;  Γιατί,  που  να  πάρει,  δε  μου  το</p><p>είπες!»</p><p>«Μόλις το έκανα»,  του αντιγύρισε κοφτά η Βιτόρια. «Εξάλλου δε</p><p>μου δώσατε την ευκαιρία!»</p><p>«Είναι απόλυτη ανάγκη να ελέγξουμε αυτά τα δείγματα», είπε ο</p><p>Κέλερ. «Τώρα!»</p><p>«Δείγμα»,  τον διόρθωσε η Βιτόρια. «Στον ενικό αριθμό. Και είναι</p><p>απόλυτα ασφαλές. Κανείς δε θα μπορούσε...»</p><p>«Μόνο ένα;» Ο Κέλερ φάνηκε να διστάζει. «Γιατί δε βρίσκεται εδώ</p><p>πάνω;»</p><p>«Ο  πατέρας  μου  ήθελε  να  αποθηκευτεί  κάτω  από  το  πετρώδες</p><p>υπόστρωμα  για  λόγους  ασφάλειας.  Είναι  μεγαλύτερο  από  τα</p><p>υπόλοιπα».</p><p>Τα γεμάτα ανησυχία βλέμματα που αντάλλαξαν ο Κέλερ με τον</p><p>Λάνγκντον  δεν πέρασαν απαρατήρητα από  τη Βιτόρια. Ο Κέλερ</p><p>κύλησε ξανά την πολυθρόνα του προς το μέρος της.</p><p>«Δημιουργήσατε  ένα  δείγμα  μεγαλύτερο  από  πεντακόσια</p><p>νανογραμμάρια;»</p><p>«Ήταν  απαραίτητο»,  δικαιολογήθηκε  η  Βιτόρια.  «Έπρεπε  να</p><p>αποδείξουμε  ότι  η  σχέση  επένδυσης  ‐  απόδοσης  είναι</p><p>συμφέρουσα».</p><p>Η Βιτόρια γνώριζε ότι το μεγάλο ερώτημα που συνόδευε όλες τις</p><p>νέες  πηγές  ενέργειας  ήταν  πάντα</p><p>εκείνο  της  σχέσης  επένδυσης</p><p>προς απόδοση ‐ με άλλα λόγια, πόσα κεφάλαια απαιτούνταν για</p><p>να παραχθεί η ενέργεια. Η κατασκευή μιας πετρελαιοπηγής που</p><p>θα  απέδιδε  μόνο  ένα  βαρέλι  πετρελαίου  ήταν  ζημιογόνο</p><p>εγχείρημα.  Αν  όμως  η  ίδια  αυτή  πετρελαιοπηγή,  με  ελάχιστα</p><p>επιπλέον  έξοδα,  μπορούσε  να  αποδώσει  εκατομμύρια  βαρέλια,</p><p>τότε  άξιζε  τον  κόπο.  Το  ίδιο  ίσχυε  και  για  την  αντιύλη.  Η</p><p>ενεργοποίηση  ηλεκτρομαγνητών  σε  μήκος  είκοσι  εφτά</p><p>χιλιομέτρων  προκειμένου  να  δημιουργηθεί  ένα  απειροελάχιστο</p><p>δείγμα αντιύλης απαιτούσε μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας από</p><p>αυτή  που  περιείχε  η  παραχθείσα  αντιύλη.  Για  να  αποδειχτεί  η</p><p>αποδοτικότητα, και κατʹ επέκταση η οικονομική βιωσιμότητα, της</p><p>αντιύλης  ήταν  απαραίτητη  η  δημιουργία  μεγαλυτέρων</p><p>δειγμάτων.</p><p>Παρότι  ο  πατέρας  της  Βιτόρια  δίσταζε  να  δημιουργήσει  ένα</p><p>μεγαλύτερο δείγμα,  εκείνη τον είχε πιέσει  ιδιαίτερα. Υποστήριζε</p><p>ότι,  προκειμένου  να  έχει  η  αντιύλη  την  αντιμετώπιση  που</p><p>δικαιούνταν, η  ίδια και ο πατέρας της έπρεπε να αποδείξουν δυο</p><p>πράγματα: πρώτον, ότι ήταν εφικτή η παραγωγή ποσοτήτων που</p><p>συνέφεραν από οικονομική άποψη και, δεύτερον, ότι τα δείγματα</p><p>μπορούσαν να αποθηκευτούν με ασφάλεια. Στο τέλος κατόρθωσε</p><p>να τον πείσει. Ο πατέρας της, παρά τις σοβαρές του επιφυλάξεις,</p><p>έδωσε  τη  συγκατάθεση  του,  όχι  όμως  χωρίς  να  επιβάλει</p><p>συγκεκριμένους  και  ιδιαίτερα  αυστηρούς  όρους  όσον  αφορά  τη</p><p>μυστικότητα του προγράμματος και την πρόσβαση στους χώρους</p><p>όπου  εργάζονταν  οι  δυο  τους.  Η  αντιύλη  ‐και  σε  αυτό  είχε</p><p>επιμείνει ιδιαίτερα ο πατέρας της‐ θα αποθηκευόταν στο Θάλαμο</p><p>Επικίνδυνων  Υλικών,  μια  μικρή  γρανιτώδη  κοιλότητα  η  οποία</p><p>βρισκόταν άλλα είκοσι πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια του</p><p>εδάφους.  Το  δείγμα αυτό θα ήταν  το μυστικό  τους. Μόνο  οι  δυο</p><p>τους θα είχαν πρόσβαση σε αυτό.</p><p>«Βιτόρια;» επέμεινε ο Κέλερ, με φανερή ένταση στη φωνή του.</p><p>«Πόσο  μεγάλο  ήταν  τελικά  αυτό  το  δείγμα  που  δημιουργήσατε</p><p>μαζί με τον πατέρα σου;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωθε μια παράξενη ικανοποίηση βαθιά μέσα της.</p><p>Ήξερε  ότι  η  ποσότητα  θα  άφηνε  άναυδο  ακόμα  και  το  μεγάλο</p><p>Μαξιμίλιαν  Κέλερ.  Στο  μυαλό  της  σχηματίστηκε  η  εικόνα  της</p><p>αντιύλης  που  ήταν  αποθηκευμένη  μερικές  δεκάδες  μέτρα  πιο</p><p>κάτω.  Ήταν  ένα  ασύλληπτο  θέαμα!  Μέσα  στην  παγίδα,  άνετα</p><p>ορατό  με  γυμνό  μάτι,  χόρευε  ένα  μικρό  σφαιρίδιο  αντιύλης.  Το</p><p>συγκεκριμένο  δεν  ήταν  ένας  ακόμα  μικροσκοπικός  κόκκος.  Το</p><p>σταγονίδιο αυτό είχε το μέγεθος μιας μπίλιας ρουλεμάν.</p><p>Η Βιτόρια πήρε μια βαθιά ανάσα.</p><p>«Ένα ολόκληρο τέταρτο του γραμμαρίου».</p><p>Ο Κέλερ έγινε κάτασπρος.</p><p>«Ορίστε;» Άλλη μια κρίση βήχα τον ταλαιπώρησε για αρκετή ώρα.</p><p>«Ένα  τέταρτο  του  γραμμαρίου;  Αυτό  ισοδυναμεί  με...  σχεδόν</p><p>πέντε χιλιοτόνους!»</p><p>Χιλιοτόνους. Η Βιτόρια μισούσε τη λέξη. Η ίδια και ο πατέρας της</p><p>δεν τη χρησιμοποιούσαν ποτέ. Ένας χιλιοτόνος ισοδυναμούσε με</p><p>χίλιους  τόνους  ΤΝΤ.  Οι  χιλιοτόνοι  ήταν  μια  μονάδα  που</p><p>χρησιμοποιούνταν  στη  βιομηχανία  όπλων.  Όταν  γινόταν</p><p>συζήτηση  για  τη  γόμωση  κάποιας  βόμβας.  Ήταν  μέτρο</p><p>καταστροφικής δύναμης. Εκείνη και ο πατέρας της μιλούσαν για</p><p>ηλεκτροβόλτ  και  τζάουλ,  όρους  που  χρησιμοποιούνταν  για  την</p><p>ωφέλιμη απόδοση ενέργειας.</p><p>«Μια  τέτοια  ποσότητα  αντιύλης  θα  μπορούσε  κυριολεκτικά  να</p><p>αφανίσει  τα  πάντα  σε  ακτίνα  ενός  χιλιομέτρου!»  αναφώνησε  ο</p><p>Κέλερ.</p><p>«Ναι,  αν  εκμηδενιζόταν  ολόκληρη  ταυτόχρονα»,  αντιγύρισε  η</p><p>Βιτόρια, «πράγμα που κανείς δε θα έκανε!»</p><p>«Εκτός  αν  αυτός  ο  κάποιος  δε  γνώριζε  τις  συνέπειες.  Ή  αν  η</p><p>τροφοδοσία των ηλεκτρομαγνητών σταματούσε!»</p><p>Ο Κέλερ κινούνταν ήδη προς το ασανσέρ.</p><p>«Γιʹ αυτόν ακριβώς το λόγο ο πατέρας μου αποθήκευσε το δείγμα</p><p>στο  Θάλαμο  Επικίνδυνων  Υλικών,  που  τροφοδοτείται  συνεχώς,</p><p>ακόμα  κι  αν  διακοπεί  η  ηλεκτρική  ενέργεια,  ενώ  διαθέτει  και</p><p>επιπλέον σύστημα ασφάλειας».</p><p>Ο Κέλερ γύρισε προς το μέρος της και τη ρώτησε με μια έκφραση</p><p>προσδοκίας:</p><p>«Είχατε  εγκαταστήσει  επιπρόσθετα  μέτρα  ασφάλειας  στο</p><p>θάλαμο;»</p><p>«Ναι. Ένα δεύτερο σαρωτή αμφιβληστροειδούς».</p><p>Ο Κέλερ πρόφερε δύο λέξεις μόνο:</p><p>«Κάτω. Τώρα!»</p><p>Το ασανσέρ υπηρεσίας κατέβηκε σαν σφαίρα.</p><p>Άλλα είκοσι πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Η</p><p>Βιτόρια ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να οσμιστεί το φόβο των δύο</p><p>αντρών καθώς ο ανελκυστήρας κατέβαινε όλο και πιο βαθιά μέσα</p><p>στη  γη.  Το  συνήθως  ανέκφραστο  πρόσωπο  του  Κέλερ  ήταν</p><p>σφιγμένο.  Το  ξέρω,  σκέφτηκε  η  κοπέλα,  ότι  το  δείγμα  είναι</p><p>τεράστιο, όμως τα προληπτικά μέτρα που πήραμε είναι...</p><p>Έφτασαν στο τέρμα.</p><p>Το ασανσέρ άνοιξε και η Βιτόρια τους οδήγησε στο μισοσκότεινο</p><p>διάδρομο.  Πιο  κάτω  αυτός  κατέληγε  σε  αδιέξοδο.  Στο  σημείο</p><p>εκείνο βρισκόταν μια τεράστια ατσάλινη πόρτα.</p><p>ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΛΙΚΑ.</p><p>Η  συσκευή  σάρωσης  του  αμφιβληστροειδούς  δίπλα  στην  πόρτα</p><p>ήταν  πανομοιότυπη  με  εκείνη  στο  εργαστήριο  πάνω.  Η  Βιτόρια</p><p>πλησίασε. Προσεκτικά, ευθυγράμμισε το μάτι της με το φακό.</p><p>Τραβήχτηκε  πίσω.  Κάτι  δεν  πήγαινε  καλά...  Ο  συνήθως</p><p>πεντακάθαρος φακός ήταν πιτσιλισμένος, λερωμένος με κάτι που</p><p>έμοιαζε  με...  Αίμα;  Αιφνιδιασμένη,  στράφηκε  προς  τους  δυο</p><p>άντρες,  όμως  τα  πρόσωπα  που  αντίκρισε  ήταν  κέρινα.  Τόσο  ο</p><p>Κέλερ όσο και ο Λάνγκντον ήταν κάτωχροι. Τα μάτια τους ήταν</p><p>καρφωμένα στο δάπεδο, σε ένα σημείο δίπλα στα πόδια της.</p><p>Η Βιτόρια ακολούθησε το βλέμμα τους προς τα κάτω.</p><p>«Όχι!» ούρλιαξε ο Λάνγκντον, κάνοντας να την εμποδίσει.</p><p>Ήταν όμως πολύ αργά.</p><p>Η  νεαρή  γυναίκα  είχε  εντοπίσει  το  αντικείμενο  που  βρισκόταν</p><p>στο  δάπεδο.  Της  ήταν  τελείως  ξένο  και  ταυτόχρονα  τρομερά</p><p>οικείο.</p><p>Χρειάστηκε μόνο μια στιγμή για να το συνειδητοποιήσει. Μετά, με</p><p>ένα  αίσθημα  φρίκης  που  την  έκανε  να  παραλύσει,  κατάλαβε.</p><p>Πεταμένος σαν σκουπίδι στο πάτωμα ήταν ο βολβός ενός ματιού.</p><p>Η  Βιτόρια  θα  αναγνώριζε  οπουδήποτε  αυτή  την  ανοιχτή</p><p>απόχρωση του καστανού.</p><p>24</p><p>Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ το σύστημα ασφάλειας</p><p>κράτησε την αναπνοή του τη στιγμή που ο διοικητής του έσκυψε</p><p>πάνω από τον ώμο του για να μελετήσει προσεκτικά την κονσόλα</p><p>με τις οθόνες που βρισκόταν μπροστά τους. Πέρασε ένα λεπτό.</p><p>Η σιωπή του είναι κάτι πολύ φυσικό και αναμενόμενο, σκέφτηκε</p><p>ο  φρουρός.  Ο  διοικητής  ήταν  ένας  άνθρωπος  που  τηρούσε</p><p>αυστηρά το πρωτόκολλο. Δε θα είχε φτάσει να διοικεί μια από τις</p><p>πλέον  επίλεκτες  δυνάμεις  ασφαλείας  του  κόσμου  αν  άνοιγε  το</p><p>στόμα του χωρίς πρώτα να βάλει το μυαλό του να σκεφτεί.</p><p>Ναι, όμως τι σκέφτεται;</p><p>Το  αντικείμενο  που  έβλεπαν  στην  οθόνη  και  το  οποίο</p><p>προσπαθούσαν  να  καταλάβουν  τι  ήταν  έμοιαζε  με  ένα  είδος</p><p>κυλίνδρου. Ήταν ένας κύλινδρος με διαφανή τοιχώματα. Ως εδώ</p><p>τα πράγματα ήταν απλά. Από εκεί και πέρα δυσκόλευαν.</p><p>Μέσα  στον  κύλινδρο,  σαν  αποτέλεσμα  κάποιου  ειδικού  εφέ,</p><p>διακρινόταν ένα σταγονίδιο κάποιου μεταλλικού υγρού το οποίο</p><p>έμοιαζε  να  αιωρείται  στο  κενό.  Το  σταγονίδιο  μια  εμφανιζόταν</p><p>και  μια  εξαφανιζόταν  όπως  το  φώτιζαν  τα  κόκκινα  ψηφία  που</p><p>αναβόσβηναν  στην  οθόνη  υγρών  κρυστάλλων  μετρώντας</p><p>αντίστροφα, γεγονός που έκανε το φρουρό να ανατριχιάζει.</p><p>«Μπορείς  να  φωτίσεις  λίγο  περισσότερο  την  εικόνα;»  ρώτησε  ο</p><p>διοικητής, ξαφνιάζοντας τον.</p><p>Εκείνος υπάκουσε στη διαταγή και η  εικόνα καθάρισε κάπως. Ο</p><p>διοικητής  έγειρε  μπροστά,  μισοκλείνοντας  τα  μάτια  του  σε  μια</p><p>προσπάθεια  να  διακρίνει  καλύτερα  κάτι  που  μόλις  είχε  γίνει</p><p>ορατό στη βάση του κυλίνδρου.</p><p>Ο φρουρός ακολούθησε το βλέμμα του διοικητή του. Δίπλα στην</p><p>οθόνη υγρών κρυστάλλων μόλις που διακρινόταν ένα ακρωνύμιο.</p><p>Τέσσερα  κεφαλαία  γράμματα  φωτίζονταν  από  την  περιοδική</p><p>λάμψη των ψηφίων.</p><p>«Μείνε  εδώ»,  είπε  ο  διοικητής.  «Μην  αναφέρεις  τίποτα.  Θα  το</p><p>χειριστώ εγώ».</p><p>25</p><p>ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΛΙΚΑ.  Πενήντα  μέτρα  κάτω  από  την  επιφάνεια</p><p>του εδάφους. Η Βιτόρια Βέτρα ένιωσε τα γόνατα της να λυγίζουν</p><p>και έπεσε σχεδόν πάνω στο σαρωτή. Αντιλήφθηκε τον Αμερικανό</p><p>να  τρέχει  για  να  τη  βοηθήσει,  να  την  κρατάει,  να  την</p><p>υποβαστάζει, σηκώνοντας το βάρος της. Στο πάτωμα,</p><p>δίπλα στα</p><p>πόδια της, το μάτι του πατέρα της ατένιζε το κενό. Τα πνευμόνια</p><p>της κόντευαν να σκάσουν από την έλλειψη αέρα. Του έβγαλαν το</p><p>μάτι! Ο κόσμος  της κατέρρεε. Ο Κέλερ  είχε πλησιάσει από πίσω</p><p>της,  κάτι  της  έλεγε.  Ο  Λάνγκντον  την  καθοδηγούσε.  Σαν  σε</p><p>όνειρο,  βρέθηκε  να  κοιτάζει  μέσα  στο  σαρωτή.  Ο  μηχανισμός</p><p>έβγαλε το γνώριμο ήχο.</p><p>Η πόρτα γλίστρησε στο πλάι.</p><p>Παρά  τον  τρόμο  που  είχε  προκαλέσει  η  εικόνα  του  ματιού  του</p><p>πατέρα της βαθιά μες στην ψυχή της, η Βιτόρια διαισθανόταν ότι</p><p>μια  νέα  φρίκη  την  περίμενε  μέσα.  Όταν  έστρεψε  το  θολό  της</p><p>βλέμμα στο δωμάτιο, επιβεβαιώθηκε η υποψία της ότι υπήρχε και</p><p>επόμενο  κεφάλαιο  στον  εφιάλτη.  Η  μία  και  μοναδική  στήλη</p><p>τροφοδοσίας υψωνόταν άδεια μπροστά της.</p><p>Ο κύλινδρος είχε χαθεί. Είχαν βγάλει το μάτι του πατέρα της για</p><p>να  τον κλέψουν.  Τα γεγονότα διαδέχονταν υπερβολικά γρήγορα</p><p>το ένα το άλλο, δεν είχε το απαραίτητο χρονικό περιθώριο για να</p><p>τα κατανοήσει πλήρως.  Τα πάντα είχαν πάει στραβά.  Το δείγμα</p><p>που  είχαν  δημιουργήσει  για  να  αποδείξουν  ότι  η  αντιύλη  είναι</p><p>ασφαλής και βιώσιμη πηγή ενέργειας είχε κλαπεί. Μα κανείς δε</p><p>γνώριζε ότι το δείγμα αυτό υπήρχε καν! Ωστόσο δεν μπορούσε να</p><p>αρνηθεί  την  αλήθεια  όσων  είχαν  συμβεί.  Κάποιος  το  είχε</p><p>ανακαλύψει.  Η  Βιτόρια  δεν  μπορούσε  να  φανταστεί  ποιος  θα</p><p>μπορούσε να είναι αυτός ο κάποιος.</p><p>Ακόμα  και  ο  Κέλερ,  για  τον  οποίο  έλεγαν  ότι  γνώριζε  όλα  όσα</p><p>συνέβαιναν  στο  CERN,  ήταν  φανερό  ότι  δεν  είχε  ιδέα  για  το</p><p>πείραμα.</p><p>Ο πατέρας της ήταν νεκρός. Η ιδιοφυΐα του είχε οδηγήσει τελικά</p><p>στη δολοφονία του.</p><p>Την  ώρα  που  η  οδύνη  πλημμύριζε  την  καρδιά  της  ένα  νέο</p><p>συναίσθημα αναδύθηκε στο συνειδητό της Βιτόρια. Και ήταν πολύ</p><p>χειρότερο.  Συντριπτικό!  Τη  σκότωνε...  Το  συναίσθημα  ήταν  η</p><p>ενοχή.  Ανεξέλεγκτη,  ανελέητη  ενοχή.  Η  Βιτόρια  γνώριζε  ότι</p><p>εκείνη  είχε  πείσει  τον  πατέρα  της  να  δημιουργήσει  το  δείγμα.</p><p>Παρακάμπτοντας τις δικές του αντιρρήσεις. Και τώρα εκείνος είχε</p><p>δολοφονηθεί για αυτό.</p><p>Ένα τέταρτο του γραμμαρίου...</p><p>Όπως  και  κάθε  άλλη  τεχνολογία  (η  φωτιά,  η  πυρίτιδα,  ο</p><p>κινητήρας  εσωτερικής  καύσης),  αν  έπεφτε  σε  λάθος  χέρια,  η</p><p>αντιύλη  μπορούσε  να  αποδειχτεί  θανάσιμη.  Απόλυτα</p><p>καταστροφική.  Η  αντιύλη  ήταν  ένα  θανατηφόρο  όπλο.</p><p>Πανίσχυρο  και  ασταμάτητο.  Μόλις  ο  κύλινδρος  αποσπάστηκε</p><p>από τη βάση επαναφόρτισής του στο CERN, ξεκίνησε η αμείλικτη</p><p>αντίστροφη  μέτρηση.  Ένα  τρένο  που  ταξίδευε  με  ξέφρενη</p><p>ταχύτητα, οδεύοντας προς τον εκτροχιασμό.</p><p>Και όταν τελείωνε ο χρόνος...</p><p>Μια  εκτυφλωτική  λάμψη.  Ένας  κρότος  σαν  από  κεραυνό.</p><p>Αυτόματη  εξαΰλωση.  Μονάχα  η  λάμψη...  και  ένας  άδειος</p><p>κρατήρας. Ένας μεγάλος άδειος κρατήρας.</p><p>Η σκέψη ότι η σεμνή ιδιοφυΐα του πατέρα της χρησιμοποιούνταν</p><p>ως εργαλείο καταστροφής ήταν σαν δηλητήριο στο αίμα της.</p><p>Η  αντιύλη  ήταν  το  απόλυτο  τρομοκρατικό  όπλο.  Δεν  είχε</p><p>μεταλλικά  μέρη  ώστε  να  εντοπιστεί  από  τους  ανιχνευτές</p><p>μετάλλων, δεν άφηνε χημικά ίχνη ώστε να τη μυρίσουν τα ειδικά</p><p>εκπαιδευμένα  σκυλιά,  δε  διέθετε  μηχανισμό  πυροδότησης  ώστε</p><p>να  τον  εξουδετερώσουν  οι  αρχές,  αν  εντόπιζαν  τον  κύλινδρο.  Η</p><p>αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει...</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Έβγαλε το μαντίλι του</p><p>και  σκέπασε  το μάτι  του Λεονάρντο Βέτρα πάνω στο  δάπεδο. Η</p><p>Βιτόρια  στεκόταν  τώρα  στην  είσοδο  του  άδειου  θαλάμου  με  τα</p><p>χαρακτηριστικά  του  προσώπου  της  αλλοιωμένα  από  την  οδύνη</p><p>και τον πανικό.</p><p>Ο Λάνγκντον κινήθηκε ξανά προς το μέρος της αυθόρμητα, όμως</p><p>ο Κέλερ παρενέβη.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ ήταν  τελείως ανέκφραστο. Έκανε νόημα</p><p>στον  Ρόμπερτ  να  μιλήσουν  κατʹ  ιδίαν.  Εκείνος  τον  ακολούθησε</p><p>διστακτικά, αφήνοντας τη Βιτόρια να τα βγάλει πέρα μόνη της.</p><p>«Είστε  ο  ειδικός»,  ψιθύρισε  γεμάτος  ένταση  ο  Κέλερ.  «Θέλω  να</p><p>ξέρω  τι  σκοπεύουν  να  κάνουν  αυτοί  οι  μπάσταρδοι  οι</p><p>Πεφωτισμένοι με την αντιύλη».</p><p>Ο  Λάνγκντον  προσπάθησε  να  συγκεντρωθεί.  Παρά  την  τρέλα</p><p>που επικρατούσε γύρω του, η πρώτη του αντίδραση ήταν λογική:</p><p>απόρριψη  βάσει  των  δεδομένων  που  είχε  μέχρι  τώρα</p><p>συγκεντρώσει στο πλαίσιο της ερευνάς του. Ο Κέλερ συνέχιζε να</p><p>κάνει υποθέσεις. Παράλογες υποθέσεις.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι έχουν διαλυθεί, κύριε Κέλερ. Επιμένω σε αυτό.</p><p>Θα μπορούσαν  να  υπάρχουν  άπειρες  εξηγήσεις  για  το  έγκλημα</p><p>του οποίου είμαστε μάρτυρες... Υπεύθυνος θα μπορούσε να είναι</p><p>μέχρι και κάποιος άλλος εργαζόμενος στο CERN που είχε μάθει</p><p>για  την  ανακάλυψη  του  Βέτρα  και  θεωρούσε  ότι  το  όλο</p><p>πρόγραμμα ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο για να συνεχιστεί».</p><p>Ο Κέλερ ήταν φανερά έκπληκτος.</p><p>«Πιστεύετε ότι έχουμε να κάνουμε με έγκλημα συνείδησης, κύριε</p><p>Λάνγκντον;  Αυτό  είναι  παράλογο.  Όποιος  κι  αν  σκότωσε  τον</p><p>Λεονάρντο,  ήθελε  ένα  πράγμα:  το  δείγμα  της  αντιύλης.  Και  δε</p><p>χωράει αμφιβολία ότι έχει σχέδια για αυτό».</p><p>«Εννοείτε τρομοκρατικά σχέδια...»</p><p>«Σαφώς!»</p><p>«Μα οι Πεφωτισμένοι δεν ήταν τρομοκράτες...»</p><p>«Αυτό να το πείτε στον Λεονάρντο Βέτρα».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ότι υπήρχε κάποια αλήθεια στο σχόλιο</p><p>αυτό.  Ο  Λεονάρντο  Βέτρα  είχε  πράγματι  σημαδευτεί  με  το</p><p>σύμβολο της αδελφότητας. Γιατί είχε γίνει αυτό; Το ιερό σύμβολο</p><p>αποτελούσε  εξαιρετικά  πολύπλοκη  υπόθεση  για  να</p><p>χρησιμοποιηθεί  απλώς ως προσπάθεια  να καλύψει  ο  δολοφόνος</p><p>τα  ίχνη  του,  αποπροσανατολίζοντας  τις  έρευνες και στρέφοντας</p><p>τις υποψίες αλλού. Πρέπει να υπήρχε κάποια άλλη εξήγηση.</p><p>Για άλλη μια φορά ο Λάνγκντον πίεσε τον εαυτό του να εξετάσει</p><p>το  απίθανο.  Αν  οι  Πεφωτισμένοι  παρέμεναν  ενεργοί  και  ήταν</p><p>αυτοί  που  έκλεψαν  την  αντιύλη,  ποιος  θα  ήταν  ο  σκοπός  τους;</p><p>Ποιος  θα  ήταν  ο  στόχος  τους;  Ο  εγκέφαλος  του  έδωσε  την</p><p>απάντηση αυτόματα. Ο Λάνγκντον την απέρριψε εξίσου γρήγορα.</p><p>Πράγματι, οι Πεφωτισμένοι είχαν έναν προφανή εχθρό, αλλά μια</p><p>τρομοκρατική  επίθεση  ευρείας  κλίμακας  εναντίον  του</p><p>συγκεκριμένου εχθρού ήταν αδιανόητη. Ήταν τελείως ξένη προς</p><p>το  χαρακτήρα  τους.  Ναι,  οι  Πεφωτισμένοι  είχαν  σκοτώσει</p><p>ανθρώπους, όμως μεμονωμένα άτομα, προσεκτικά επιλεγμένους</p><p>στόχους.  Μια  επίθεση  που  θα  προκαλούσε  μαζική  καταστροφή</p><p>ήταν, κατά κάποιον τρόπο, αδέξια, άκομψη κίνηση.</p><p>Ο Λάνγκντον σταμάτησε απότομα, για να κάνει μια στροφή στο</p><p>συλλογισμό  του...  Από  την  άλλη,  θα  ήταν  μια  μεγαλόπρεπη</p><p>συμβολική  κίνηση:  η  αντιύλη,  η  απόλυτη  επιστημονική</p><p>ανακάλυψη, να χρησιμοποιηθεί για την εξόντωση του...</p><p>Αρνήθηκε να αποδεχτεί την παράλογη σκέψη.</p><p>«Υπάρχει»,  είπε  ξαφνικά,  «μια  λογική  εξήγηση  που  δεν  έχει  να</p><p>κάνει με την τρομοκρατία».</p><p>Ο  Κέλερ  τον  κοίταξε,  περιμένοντας  προφανώς  να  ακούσει  αυτή</p><p>την εξήγηση.</p><p>Ο Λάνγκντον προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε μια τάξη.</p><p>Ιστορικά,  οι  Πεφωτισμένοι  είχαν  ασκήσει  την  τεράστια  επιρροή</p><p>τους με οικονομικά μέσα. Έλεγχαν τράπεζες. Είχαν στη διάθεση</p><p>τους ράβδους χρυσού. Φήμες τους ήθελαν να έχουν στην κατοχή</p><p>τους  το  πολυτιμότερο  πετράδι  στον  πλανήτη:  το  Διαμάντι  των</p><p>Πεφωτισμένων,  ένα  αψεγάδιαστο  διαμάντι  τεραστίων</p><p>διαστάσεων.</p><p>«Χρήματα»,  είπε ο Λάνγκντον. «Η αντιύλη θα μπορούσε να έχει</p><p>κλαπεί για οικονομικό όφελος».</p><p>Ο Κέλερ δε φάνηκε να πείθεται.</p><p>«Οικονομικό  όφελος; Που  θα μπορούσε  να πουλήσει  κανείς  ένα</p><p>σταγονίδιο αντιύλης;»</p><p>«Όχι το δείγμα», αντέτεινε ο Λάνγκντον. «Την τεχνολογία. Αυτή</p><p>πρέπει  να  αξίζει  μια  περιουσία.  Ίσως  κάποιος  να  έκλεψε  το</p><p>δείγμα  προκειμένου  να  το  αναλύσει  και  έτσι  να  αναπτύξει  την</p><p>τεχνολογία παραγωγής αντιύλης».</p><p>«Βιομηχανική κατασκοπία; Μα ο κύλινδρος θα είναι ασφαλής για</p><p>μόλις είκοσι τέσσερις ώρες, μέχρι να αποφορτιστούν οι μπαταρίες.</p><p>Οι  ερευνητές  θα  εξαϋλωθούν πριν προλάβουν  να  ανακαλύψουν</p><p>το παραμικρό».</p><p>«Θα μπορούσαν  να  επαναφορτίσουν  τον  κύλινδρο πριν  εκραγεί.</p><p>Θα  μπορούσαν  να  κατασκευάσουν  μια  συμβατή  στήλη</p><p>επαναφόρτισης, σαν αυτές που βρίσκονται εδώ στο κέντρο».</p><p>«Σε είκοσι τέσσερις ώρες;» σχολίασε με δύσπιστο ύφος ο Κέλερ.</p><p>«Ακόμα κι αν  έκλεβαν  τα σχέδια,  ένας φορτιστής  τέτοιου  είδους</p><p>θα απαιτούσε μήνες για να κατασκευαστεί, όχι ώρες!»</p><p>«Έχει δίκιο». Η φωνή της Βιτόρια έτρεμε.</p><p>Οι  δυο  άντρες  γύρισαν  προς  το  μέρος  της.  Η  Βιτόρια  τους</p><p>πλησίασε με βήμα τόσο κλονισμένο όσο και η φωνή της.</p><p>«Έχει  δίκιο.  Κανείς  δε  θα  μπορούσε  να  κατασκευάσει  εγκαίρως</p><p>ένα  φορτιστή.  Το  σύστημα  σύνδεσης  και  μόνο  θα  απαιτούσε</p><p>βδομάδες.  Φίλτρα  ροής,  σερβο‐πηνία,  αγωγοί  ενέργειας,  και  όλα</p><p>αυτά  προσαρμοσμένα  στη  συγκεκριμένη  ενεργειακή  τιμή  του</p><p>περιβάλλοντος...»</p><p>Ο  Λάνγκντον  συνοφρυώθηκε.  Καταλάβαινε  τι  του  έλεγαν.  Η</p><p>παγίδα  αντιύλης  δεν  ήταν  κάτι  που  θα  μπορούσε  απλώς  να</p><p>συνδέσει κάποιος σε μια πρίζα στον τοίχο. Μόλις απομακρύνθηκε</p><p>από  το  CERN  ο  κύλινδρος  είχε  ξεκινήσει  ένα  εικοσιτετράωρο</p><p>ταξίδι  χωρίς  επιστροφή,  το  οποίο  θα  τερματιζόταν  με  την</p><p>εξαΰλωση του.</p><p>Γεγονός που οδηγούσε σε ένα και μόνο, τρομακτικό συμπέρασμα.</p><p>«Πρέπει  να  ειδοποιήσουμε  την  INTERPOL»,  είπε  η  Βιτόρια.  Η</p><p>φωνή  της  ακούστηκε  μακρινή  ακόμα  και  στην  ίδια.  «Πρέπει  να</p><p>καλέσουμε τις αρμόδιες αρχές. Αμέσως!»</p><p>Ο Κέλερ κούνησε το κεφάλι του.</p><p>«Κατηγορηματικά όχι».</p><p>Η απάντηση του την άφησε άναυδη.</p><p>«Όχι; Τι εννοείτε;»</p><p>«Εσύ κι ο πατέρας σου με φέρατε σε πάρα πολύ δύσκολη θέση με</p><p>την υπόθεση αυτή».</p><p>«Διευθυντά,  χρειαζόμαστε  βοήθεια.  Είναι  απόλυτη  ανάγκη  να</p><p>βρεθεί η παγίδα και να επιστραφεί εδώ πριν πάθει κάποιος κακό.</p><p>Είναι υποχρέωση μας!»</p><p>«Υποχρέωση μας  είναι  να  βάλουμε  το  μυαλό μας  να  δουλέψει»,</p><p>είπε  ο  Κέλερ,  σκληραίνοντας  τον  τόνο  της  φωνής  του.  «Η</p><p>κατάσταση  αυτή  θα  μπορούσε  να  έχει  σοβαρές,  πάρα  πολύ</p><p>σοβαρές επιπτώσεις για το CERN».</p><p>«Ανησυχείτε  για  τη  φήμη  του  κέντρου;  Συνειδητοποιείτε  τι</p><p>καταστροφή  θα  μπορούσε  να  προκαλέσει  αυτός  ο  κύλινδρος  σε</p><p>μια  αστική περιοχή; Η  έκρηξη  θα  αφανίσει  τα πάντα  σε  ακτίνα</p><p>ενός χιλιομέτρου.</p><p>Εννέα οικοδομικά τετράγωνα!»</p><p>«Ίσως εσύ κι ο πατέρας σου θα έπρεπε να το είχατε σκεφτεί αυτό</p><p>πριν δημιουργήσετε το δείγμα».</p><p>Η  Βιτόρια  ένιωσε  σαν  να  της  είχαν  μπήξει  ένα  μαχαίρι  στην</p><p>καρδιά.</p><p>«Μα... πήραμε όλες τις προφυλάξεις».</p><p>«Προφανώς δεν ήταν αρκετές».</p><p>«Όμως κανείς δε γνώριζε για την αντιύλη».</p><p>Καταλάβαινε,  βέβαια,  ότι  το  επιχείρημα  της  ήταν  παράλογο.</p><p>Φυσικά  και  κάποιος  γνώριζε.  Κάποιος  είχε  ανακαλύψει  το</p><p>μυστικό.</p><p>Η Βιτόρια δεν το είχε πει σε κανέναν. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχαν</p><p>μόνο  δυο  εξηγήσεις:  Είτε  ο  πατέρας  της  είχε  εκμυστηρευτεί  την</p><p>ανακάλυψη του σε κάποιον χωρίς να της το πει ‐πράγμα που δεν</p><p>ήταν  λογικό,  αφού  ο  πατέρας  της  ήταν  εκείνος  που  της  είχε</p><p>ζητήσει να ορκιστούν να την κρατήσουν μυστική‐ είτε οι δυο τους</p><p>παρακολουθούνταν.  Το  κινητό  ίσως;  Θυμόταν  ότι  είχαν  μιλήσει</p><p>λίγες φορές το διάστημα που ταξίδευε η Βιτόρια. Μήπως είχαν πει</p><p>πολλά;  Ήταν  πιθανό.  Υπήρχε,  επίσης,  και  το  ηλεκτρονικό</p><p>ταχυδρομείο. Όμως ήταν προσεκτικοί στα όσα έγραφαν, έτσι δεν</p><p>ήταν;  Το  σύστημα  ασφάλειας  του  κέντρου;  Μήπως</p><p>παρακολουθούνταν  με  κάποιον  τρόπο,  χωρίς  να  το  γνωρίζουν;</p><p>Ήξερε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία τώρα πια. Αυτό</p><p>που είχε γίνει δεν άλλαζε. Ο πατέρας μου είναι νεκρός.</p><p>Η σκέψη αυτή  την  έκανε  να αναλάβει  δράση. Έβγαλε  το  κινητό</p><p>από την τσέπη του σορτς της.</p><p>Ο  Κέλερ  κινήθηκε  γρήγορα  προς  το  μέρος  της  βήχοντας</p><p>ασταμάτητα, ενώ τα μάτια του πετούσαν αστραπές από το θυμό.</p><p>«Πού... τηλεφωνείς;»</p><p>«Στο τηλεφωνικό κέντρο του CERN. Μπορούν να μας συνδέσουν</p><p>με την INTERPOL».</p><p>«Βάλε  το  μυαλό  σου  να  δουλέψει!»  Ο  Κέλερ  βαριανάσαινε  τη</p><p>στιγμή που σταμάτησε απότομα μπροστά της. «Είναι δυνατόν να</p><p>είσαι  τόσο  αφελής;  Ο  κύλινδρος  θα  μπορούσε  να  βρίσκεται</p><p>οπουδήποτε  στον  κόσμο  αυτή  τη  στιγμή  που  μιλάμε.  Καμία</p><p>υπηρεσία  πληροφοριών  στον  πλανήτη  δε  θα  μπορούσε  να</p><p>κινητοποιηθεί και να τον ανακαλύψει εγκαίρως».</p><p>«Άρα δε θα κάνουμε τίποτα;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωθε τύψεις που προκαλούσε έναν άνθρωπο με τόσο</p><p>εύθραυστη  υγεία,  όμως  ο  διευθυντής  φερόταν  τόσο  αλλόκοτα,</p><p>που δεν τον αναγνώριζε πια.</p><p>«Αυτό  που  θα  κάνουμε  θα  είναι  να  φερθούμε  έξυπνα»,  είπε  ο</p><p>Κέλερ.  «Δε  θα  θέσουμε  σε  κίνδυνο  τη  φήμη  του  κέντρου</p><p>ανακατεύοντας  στην  υπόθεση  τις  αρχές,  οι  οποίες  δεν  μπορούν</p><p>να  βοηθήσουν  ούτως  ή  άλλως.  Όχι  ακόμα.  Όχι  χωρίς  να  το</p><p>σκεφτούμε».</p><p>Η  Βιτόρια  ήξερε  ότι  το  επιχείρημα  του  Κέλερ  είχε  λογική  βάση,</p><p>αλλά  ταυτόχρονα  γνώριζε  ότι  η  λογική,  εξ  ορισμού,  δεν</p><p>αναγνώριζε  την  έννοια  της  ηθικής  υποχρέωσης.  Ο  πατέρας  της</p><p>έζησε με οδηγό την ηθική υποχρέωση: προσεκτική εφαρμογή της</p><p>επιστήμης,  υπευθυνότητα  απέναντι  στην  κοινωνία,  πίστη  στην</p><p>εγγενή  καλοσύνη  του  ανθρώπου.  Η  Βιτόρια  επίσης  πίστευε  σε</p><p>αυτά  τα  πράγματα,  αλλά  τα  αντιλαμβανόταν  μέσα  από  το</p><p>πρίσμα του κάρμα. Γυρίζοντας την πλάτη της στον Κέλερ, άνοιξε</p><p>με μια απότομη κίνηση το τηλέφωνο της.</p><p>«Δεν μπορείς να τηλεφωνήσεις», της είπε.</p><p>«Για προσπαθήστε να με εμποδίσετε...»</p><p>Ο Κέλερ δεν έκανε καμία κίνηση.</p><p>Την αμέσως επόμενη στιγμή η Βιτόρια συνειδητοποίησε το γιατί.</p><p>Σε  τόσο μεγάλο βάθος κάτω από την  επιφάνεια  του  εδάφους  το</p><p>κινητό της δεν είχε σήμα.</p><p>Έξαλλη, κατευθύνθηκε προς τον ανελκυστήρα.</p><p>26</p><p>Ο  ΑΣΑΣΙΝΟΣ  ΣΤΕΚΟΤΑΝ  στο  τέρμα  της  πέτρινης  στοάς.  Ο</p><p>δαυλός  του  συνέχιζε  να  φέγγει  δυνατά,  με  τον  καπνό  του  να</p><p>αναμειγνύεται  με  τη  μυρωδιά  των  βρύων  και  της  κλεισούρας.</p><p>Επικρατούσε απόλυτη σιωπή.</p><p>Η σιδερένια πόρτα που του έκλεινε το δρόμο έδειχνε τόσο παλιά</p><p>όσο  και  η  στοά,  σκουριασμένη  αλλά  στερεή  ακόμα.  Περίμενε</p><p>μέσα στο σκοτάδι έχοντας εμπιστοσύνη.</p><p>Ήταν  σχεδόν ώρα.  Ο  Ιανός  του  είχε  υποσχεθεί  ότι  κάποιος  από</p><p>μέσα θα άνοιγε την πόρτα. Ο Ασασίνος ένιωθε δέος μπροστά στο</p><p>μέγεθος  της  προδοσίας.  Ήταν  διατεθειμένος  να  περιμένει</p><p>ολόκληρη τη νύχτα μπροστά σε εκείνη την πόρτα προκειμένου να</p><p>εκτελέσει  την αποστολή  του,  όμως  διαισθανόταν  ότι  κάτι  τέτοιο</p><p>δε  θα  ήταν  απαραίτητο.  Εργαζόταν  για  λογαριασμό  ενός</p><p>αποφασισμένου άντρα.</p><p>Λίγα λεπτά αργότερα, ακριβώς τη συμφωνημένη ώρα, ακούστηκε</p><p>καθαρά το κροτάλισμα από βαριά κλειδιά στην άλλη πλευρά της</p><p>πόρτας. Μέταλλο τριβόταν πάνω σε μέταλλο καθώς ξεκλείδωνε η</p><p>μια  κλειδαριά  μετά  την  άλλη.  Ένας  ένας  με  τη  σειρά,  τρεις</p><p>τεράστιοι  μηχανισμοί  άρχισαν  να  υποχωρούν.  Οι  κλειδαριές</p><p>έτριζαν σαν να μην είχαν χρησιμοποιηθεί για αιώνες. Τελικά και</p><p>οι τρεις άνοιξαν.</p><p>Ύστερα ακολούθησε σιωπή.</p><p>Ο  Ασασίνος  περίμενε  υπομονετικά  πέντε  λεπτά,  ακριβώς  όπως</p><p>του  είχε  ζητηθεί.  Ύστερα,  ανατριχιάζοντας  ολόκληρος  σαν  να</p><p>διαπερνούσε  το  σώμα  του  ηλεκτρισμός,  έσπρωξε.  Η  τεράστια</p><p>πόρτα άνοιξε.</p><p>27</p><p>«Βικτόρια, δε θα το επιτρέψω!»</p><p>Ο  Κέλερ  ανέπνεε  με  δυσκολία  και  η  κατάσταση  του  ολοένα</p><p>χειροτέρευε  καθώς  ο  ανελκυστήρας  που  οδηγούσε  στο  Θάλαμο</p><p>Επικίνδυνων Υλικών ανέβαινε προς τα πάνω.</p><p>Η  Βιτόρια  τον  αγνόησε.  Λαχταρούσε  λίγη  ηρεμία,  αναζητούσε</p><p>κάτι οικείο σε αυτό το μέρος που δε θύμιζε πια σε τίποτα το σπίτι</p><p>της. Ήξερε πως ήταν μάταιο.  Για  την ώρα  έπρεπε να πνίξει  τον</p><p>πόνο της και να δράσει. Να βρω ένα τηλέφωνο.</p><p>Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  στεκόταν  δίπλα  της  σιωπηλός,  ως</p><p>συνήθως.  Η  Βιτόρια  είχε  πάψει  να  αναρωτιέται  ποιος  να  ήταν</p><p>αυτός  ο  άντρας.  Ειδικός;  Θα  μπορούσε  να  είχε  πει  κάτι</p><p>περισσότερο αόριστο ο Κέλερ; Ο κύριος Λάνγκντον μπορεί να μας</p><p>βοηθήσει  να  εντοπίσουμε  το  δολοφόνο  του  πατέρα  σου.  Ο</p><p>Λάνγκντον  δε  βοηθούσε  καθόλου.  Η  ζεστασιά  και  η  καλοσύνη</p><p>του  δεν  της φαίνονταν προσποιητά,  αλλά  ήταν φανερό  ότι  κάτι</p><p>της έκρυβε. Και οι δυο της έκρυβαν κάτι.</p><p>Ο Κέλερ της μιλούσε ξανά.</p><p>«Ως  διευθυντής  του  CERN,  είμαι  υπεύθυνος  για  το  μέλλον  της</p><p>επιστήμης.  Αν  μετατρέψεις  αυτή  την  κατάσταση  σε  διεθνές</p><p>επεισόδιο και το κέντρο ζημιωθεί...»</p><p>«Το μέλλον της επιστήμης;» Η Βιτόρια στράφηκε απότομα προς το</p><p>μέρος  του.  «Δηλαδή  σκέφτεστε  σοβαρά  να  αποποιηθείτε  τις</p><p>ευθύνες  σας,  αρνούμενος  ότι  το  δείγμα  αυτό  αντιύλης  προήλθε</p><p>από  το CERN;  Έχετε</p><p>σκοπό  να  αδιαφορήσετε  για  τις  ζωές  των</p><p>ανθρώπων που εμείς θέσαμε σε κίνδυνο;»</p><p>«Όχι  εμείς»,  της  αντιγύρισε  ο  Κέλερ.  «Εσείς.  Εσύ  κι  ο  πατέρας</p><p>σου».</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε αλλού.</p><p>«Και όσον αφορά τις ζωές που κινδυνεύουν»,  είπε ο Κέλερ, «όλα</p><p>αυτά  γίνονται  ακριβώς  για  τη  ζωή.  Το  ξέρεις  ότι  η  τεχνολογία</p><p>παραγωγής  αντιύλης  θα  έχει  τεράστιες  επιπτώσεις  στη  ζωή  σε</p><p>αυτό  τον  πλανήτη.  Αν  το  CERN  χρεοκοπήσει,  αν  καταστραφεί</p><p>από  το  σκάνδαλο,  όλοι  βγαίνουν  χαμένοι.  Το  μέλλον  της</p><p>ανθρωπότητας  βρίσκεται  στα  χέρια  επιστημονικών  ιδρυμάτων</p><p>όπως  αυτό  εδώ,  επιστημόνων  όπως  εσύ  κι  ο  πατέρας  σου,</p><p>ανθρώπων  που  εργάζονται  για  να  λύσουν  τα  προβλήματα  του</p><p>αύριο».</p><p>Η Βιτόρια είχε ακούσει και στο παρελθόν τη θεωρία του Κέλερ ότι</p><p>η  επιστήμη  είναι  ο  σύγχρονος  Θεός.  Ούτε  και  τότε  την  είχε</p><p>αποδεχτεί.  Η  ίδια  η  επιστήμη  προκαλούσε  τα  μισά  από  τα</p><p>προβλήματα  που  επιχειρούσε  να  λύσει.  Η  «πρόοδος»  ήταν  η</p><p>σοβαρότερη ασθένεια που απειλούσε τη μητέρα Γη.</p><p>«Η επιστημονική πρόοδος εμπεριέχει κινδύνους», παραδέχτηκε ο</p><p>Κέλερ.  «Έτσι  ήταν  πάντα.  Τα  διαστημικά  προγράμματα,  η</p><p>γενετική  έρευνα,  η  ιατρική...  Παντού  γίνονται  σφάλματα.  Είναι</p><p>απαραίτητο  η  επιστήμη  να  επιβιώσει  των  λαθών  της,  με</p><p>οποιοδήποτε κόστος. Για το καλό όλων μας».</p><p>Η Βιτόρια είχε μείνει έκπληκτη από την ικανότητα του Κέλερ να</p><p>κρίνει  θέματα  ηθικής  λαμβάνοντας  την  απαραίτητη  επι‐</p><p>στημονική απόσταση. Η ευφυΐα του έμοιαζε να είναι προϊόν μιας</p><p>ψυχρής απομάκρυνσης από τον εσωτερικό του κόσμο.</p><p>«Θεωρείτε  ότι  το  CERN  είναι  τόσο  ζωτικής  σημασίας  για  το</p><p>μέλλον του πλανήτη, ώστε θα πρέπει να είμαστε ελεύθεροι από</p><p>κάθε ηθικό περιορισμό;»</p><p>«Μη  μου  μιλάς  για  ηθική.  Εσείς  ξεπεράσατε  τα  όρια  όταν</p><p>δημιουργήσατε εκείνο το δείγμα, θέτοντας ολόκληρο το κέντρο σε</p><p>κίνδυνο. Προσπαθώ να προστατέψω όχι μόνο τις θέσεις εργασίας</p><p>τριών  χιλιάδων  επιστημόνων  που  δουλεύουν  εδώ  αλλά  και  τη</p><p>φήμη του πατέρα σου. Σκέψου λίγο εκείνον. Ένας άντρας σαν τον</p><p>πατέρα σου δεν αξίζει να περάσει στην  ιστορία ως ο δημιουργός</p><p>ενός όπλου μαζικής καταστροφής».</p><p>Τα βέλη του βρήκαν το στόχο τους. Εγώ είμαι αυτή που έπεισε τον</p><p>πατέρα  μου  να  δημιουργήσει  εκείνο  το  δείγμα.  Το  λάθος  είναι</p><p>δικό μου! σκέφτηκε με πόνο.</p><p>Όταν  άνοιξε  η  πόρτα,  ο  Κέλερ  συνέχιζε  να  μιλάει.  Η  Βιτόρια</p><p>βγήκε από το ασανσέρ, έβγαλε το τηλέφωνο της και προσπάθησε</p><p>ξανά.</p><p>Συνέχιζε  να  μην  έχει  σήμα.  Διάβολε!  Κατευθύνθηκε  προς  την</p><p>πόρτα.</p><p>«Βιτόρια,  σταμάτα!»  Ο  διευθυντής  άσθμαινε  τώρα  καθώς</p><p>επιτάχυνε  την  αναπηρική  πολυθρόνα  του  για  να  την</p><p>ακολουθήσει. «Περίμενε λίγο. Πρέπει να μιλήσουμε».</p><p>«Basta diparlare, αρκετά με τα λόγια!»</p><p>«Σκέψου τον πατέρα σου», την παρότρυνε ο Κέλερ. «Τι θα έκανε</p><p>εκείνος;»</p><p>Η κοπέλα συνέχισε να απομακρύνεται.</p><p>«Βιτόρια, δεν υπήρξα απόλυτα ειλικρινής απέναντί σου».</p><p>Η Βιτόρια επιβράδυνε το βήμα της, σχεδόν χωρίς να το θέλει.</p><p>«Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν...» είπε ο Κέλερ. «Προσπαθούσα απλώς</p><p>να  σε  προστατέψω.  Πες  μου  μόνο  τι  θέλεις.  Πρέπει  να</p><p>συνεργαστούμε σʹ αυτό».</p><p>Η Βιτόρια κοντοστάθηκε, όμως δε γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Θέλω να βρω την αντιύλη. Και θέλω να μάθω ποιος σκότωσε τον</p><p>πατέρα μου».</p><p>Περίμενε.</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε.</p><p>«Βιτόρια,  γνωρίζουμε  ήδη  ποιος  σκότωσε  τον  πατέρα  σου.</p><p>Συγνώμη...»</p><p>Τώρα η Βιτόρια γύρισε για να τον κοιτάξει.</p><p>«Τι πράγμα;»</p><p>«Δεν ήξερα πώς να σʹ το πω. Είναι δύσκολο...»</p><p>«Ξέρετε ποιος σκότωσε τον πατέρα μου;»</p><p>«Έχουμε σοβαρότατες υποψίες, ναι. Ο δολοφόνος άφησε ένα είδος</p><p>επισκεπτηρίου.  Αυτός  είναι  ο  λόγος  που  κάλεσα  τον  κύριο</p><p>Λάνγκντον.  Η  οργάνωση  που  ανέλαβε  την  ευθύνη  ανήκει  στο</p><p>αντικείμενο της ειδικότητας του».</p><p>«Η οργάνωση; Τρομοκρατική οργάνωση;»</p><p>«Βιτόρια, έκλεψαν ένα τέταρτο του γραμμαρίου αντιύλης».</p><p>Η Βιτόρια  κοίταξε  τον  Ρόμπερτ Λάνγκντον στην άλλη άκρη  του</p><p>δωματίου. Τώρα τα πράγματα άρχιζαν να βγάζουν κάποιο νόημα.</p><p>Έτσι  εξηγείται  η  τόση μυστικότητα.  Απορούσε με  τον  εαυτό  της</p><p>που δεν το είχε υποψιαστεί νωρίτερα. Ο Κέλερ είχε καλέσει τελικά</p><p>τις αρχές.</p><p>Τις αρχές. Τώρα της φαινόταν προφανές. Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον</p><p>ήταν  Αμερικανός,  περιποιημένος,  συντηρητικός,  σίγουρα</p><p>εξαιρετικά  ευφυής.  Τι  άλλο  θα  μπορούσε  να  είναι;  Η  Βιτόρια</p><p>έπρεπε  να  το  είχε  μαντέψει  από  την  αρχή.  Ένιωσε  να</p><p>αναπτερώνονται οι ελπίδες της καθώς στράφηκε προς εκείνον.</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  θέλω  να  μάθω  ποιος  σκότωσε  τον  πατέρα</p><p>μου.</p><p>Και  θέλω  να  ξέρω  αν  η  υπηρεσία  σας  μπορεί  να  εντοπίσει  την</p><p>αντιύλη».</p><p>Ο Λάνγκντον ήρθε σε δύσκολη θέση.</p><p>«Η υπηρεσία μου;»</p><p>«Είστε μέλος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, υποθέτω».</p><p>«Για να είμαι ειλικρινής... όχι».</p><p>Ο Κέλερ παρενέβη.</p><p>«Ο  κύριος  Λάνγκντον  είναι  καθηγητής  θρησκευτικής</p><p>εικονολογίας  και  ιστορίας  της  τέχνης  στο  Πανεπιστήμιο  του</p><p>Χάρβαρντ».</p><p>Η  Βιτόρια  αισθάνθηκε  σαν  να  την  είχαν  λούσει  με  παγωμένο</p><p>νερό.</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Είναι ειδικός στα σύμβολα των αιρέσεων». Ο Κέλερ αναστέναξε.</p><p>«Βιτόρια,  πιστεύουμε  ότι  ο  πατέρας  σου  δολοφονήθηκε  από  μια</p><p>σατανιστική οργάνωση».</p><p>Η Βιτόρια άκουσε  τις  λέξεις,  αλλά ο  εγκέφαλος  της αδυνατούσε</p><p>να τις επεξεργαστεί. Σατανιστική οργάνωση!</p><p>«Τα  μέλη  της  οργάνωσης  που  ανέλαβαν  την  ευθύνη</p><p>αυτοαποκαλούνται ʺΠεφωτισμένοιʺ».</p><p>Η  Βιτόρια  κοίταξε  τον  Κέλερ  και  ύστερα  τον  Λάνγκντον,</p><p>προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτά που άκουγε ήταν κάποιου</p><p>είδους κακόγουστο αστείο.</p><p>«Πεφωτισμένοι;»  ρώτησε  επιτακτικά.  «Όπως  λέμε  ʺΒαυαροί</p><p>Πεφωτισμένοιʺ;»</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε έκπληκτος.</p><p>«Τους έχεις ακουστά;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωθε τα δάκρυα της απόγνωσης να συγκεντρώνονται,</p><p>έτοιμα να ξεχυθούν.</p><p>«Βαυαροί  Πεφωτισμένοι:  Η Νέα Παγκόσμια  Τάξη.  Ένα  παιχνίδι</p><p>για  υπολογιστές.  Οι  μισοί  κομπιουτεράδες  εδώ  το  παίζουν  στο</p><p>Διαδίκτυο». Η φωνή της ράγισε. «Όμως δεν καταλαβαίνω...»</p><p>Ο Κέλερ κοίταξε απορημένος τον Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Είναι  ένα  δημοφιλές  παιχνίδι.  Μια  αρχαία  αδελφότητα</p><p>καταλαμβάνει  την  παγκόσμια  εξουσία.  Υπάρχουν  μερικές</p><p>ιστορικές  αναφορές.  Δεν  ήξερα  ότι  κυκλοφορούσε  και  στην</p><p>Ευρώπη».</p><p>Η Βιτόρια τα είχε χαμένα.</p><p>«Μα για  τι  πράγμα μιλάτε;  Οι Πεφωτισμένοι  είναι  ένα παιχνίδι</p><p>για υπολογιστές!»</p><p>«Βιτόρια», είπε ο Κέλερ, «οι Πεφωτισμένοι είναι η οργάνωση που</p><p>ανέλαβε την ευθύνη για το θάνατο του πατέρα σου».</p><p>Η  κοπέλα  είχε  εξαντλήσει  και  το  τελευταίο  ίχνος  δύναμης  που</p><p>διέθετε για να καταπνίξει τα δάκρυα της. Πίεσε τον εαυτό της να</p><p>συγκρατηθεί  και  να  εξετάσει  την  κατάσταση  λογικά,  όμως  όσο</p><p>περισσότερο  συγκεντρωνόταν  τόσο  λιγότερο  καταλάβαινε.  Ο</p><p>πατέρας  της  είχε  δολοφονηθεί.  Το  κέντρο  είχε  δεχτεί  ένα</p><p>σοβαρότατο  πλήγμα  στους  μηχανισμούς  ασφαλείας  του.  Κάπου</p><p>υπήρχε  μια  βόμβα  για  την  έκρηξη  της  οποίας  είχε  αρχίσει  η</p><p>αντίστροφη  μέτρηση,  μια  βόμβα  για  την  οποία  υπεύθυνη  ήταν</p><p>εκείνη. Και ο διευθυντής είχε καλέσει έναν καθηγητή ιστορίας της</p><p>τέχνης  για  να  τους  βοηθήσει  να  εντοπίσουν  μια  μυθική</p><p>αδελφότητα σατανιστών.</p><p>Η  Βιτόρια  αισθάνθηκε  ξαφνικά  ολομόναχη.  Έκανε  να  φύγει,</p><p>όμως ο Κέλερ την εμπόδισε. Ψαχούλεψε για λίγο στην τσέπη του.</p><p>Έβγαλε ένα τσαλακωμένο φαξ και της το έδωσε.</p><p>Η Βιτόρια παρέλυσε από τη φρίκη μόλις είδε την εικόνα.</p><p>«Τον μαρκάρισαν»,  είπε ο Κέλερ. «Σημάδεψαν το στήθος του,  τα</p><p>καθάρματα!»</p><p>28</p><p>Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ  ΣΙΛΒΙ ΜΠΟΝΤΛΟΚ  βρισκόταν  σε  κατάσταση</p><p>πανικού.  Βημάτιζε  νευρικά  έξω  από  το  άδειο  γραφείο  του</p><p>διευθυντή. Που στο διάβολο είναι; Τι να κάνω τάρα;</p><p>Ήταν  μια  περίεργη  μέρα.  Φυσικά,  οποιαδήποτε  μέρα  για  τη</p><p>γραμματέα  του  Μαξιμίλιαν  Κέλερ  μπορούσε  να  κρύβει  μια</p><p>παράξενη  έκπληξη,  όμως  ο  διευθυντής  ήταν  στο  φόρτε  του</p><p>σήμερα.</p><p>«Βρες μου τον Λεονάρντο Βέτρα!»  της είπε επιτακτικά με το που</p><p>μπήκε η Σιλβί στο γραφείο το πρωί.</p><p>Υπάκουα,  εκείνη  τηλεφώνησε  και  άφησε  μήνυμα  τόσο  στο</p><p>βομβητή  όσο  και  στο  ηλεκτρονικό  ταχυδρομείο  του  Λεονάρντο</p><p>Βέτρα.</p><p>Τίποτα.</p><p>Τελικά ο Κέλερ είχε</p><p>φύγει ξεφυσώντας, προφανώς για να πάει να</p><p>βρει τον Βέτρα ο ίδιος. Όταν επέστρεψε μερικές ώρες αργότερα, ο</p><p>Κέλερ  δεν  έδειχνε  καλά...  Όχι  ότι  υπήρχαν  φορές  που  έδειχνε</p><p>πραγματικά  καλά,  αλλά  αυτή  τη  φορά  ήταν  χειρότερα  απʹ  ό,τι</p><p>συνήθως.</p><p>Κλειδώθηκε στο γραφείο του και η Σιλβί τον άκουσε να ανοίγει το</p><p>μόντεμ του, να παίρνει τηλέφωνα, να στέλνει φαξ, να συνομιλεί</p><p>με κάποιον. Ύστερα ο Κέλερ έφυγε πάλι. Δεν είχε επιστρέψει από</p><p>τότε.</p><p>Η  γραμματέας  του  αποφάσισε  να  αγνοήσει  τα  καμώματα  του,</p><p>θεωρώντας  τα  ένα  ακόμα  από  τα  συνηθισμένα  δραματικά</p><p>ξεσπάσματα  του  Κέλερ,  όμως  είχε  αρχίσει  να  ανησυχεί  όταν</p><p>εκείνος  δεν  εμφανίστηκε  εγκαίρως  για  τις  καθημερινές  ενέσεις</p><p>του.  Η  κατάσταση  της  υγείας  του  διευθυντή  απαιτούσε</p><p>συστηματική θεραπεία.</p><p>Τις  φορές  που  αποφάσιζε  να  κάνει  του  κεφαλιού  του  τα</p><p>αποτελέσματα  ήταν  πάντοτε  δυσάρεστα:  αναπνευστικό  σοκ,</p><p>ασταμάτητος  βήχας  και  αγώνας  δρόμου  από  το  νοσηλευτικό</p><p>προσωπικό  του  κέντρου.  Σε  μερικές  περιπτώσεις  η  Σιλβί  είχε</p><p>σκεφτεί ότι ο Μαξιμίλίαν Κέλερ ήθελε να πεθάνει.</p><p>Ήξερε ότι θα μπορούσε να στείλει μήνυμα στο βομβητή του, όμως</p><p>είχε μάθει  ότι  ο  οίκτος ήταν κάτι που  δεν μπορούσε να  δεχτεί  ο</p><p>εγωισμός του Κέλερ. Την περασμένη βδομάδα είχε εξοργιστεί σε</p><p>τέτοιο βαθμό με κάποιον επισκέπτη επιστήμονα που είχε κάνει το</p><p>λάθος να εκφράσει τη λύπη του για το πρόβλημα του διευθυντή,</p><p>ώστε  ο  Κέλερ  στάθηκε  κακήν  κακώς  στα  πόδια  του  και  πέταξε</p><p>ένα  σημειωματάριο  στο  κεφάλι  του  ανθρώπου.  Ο  «βασιλιάς»</p><p>Κέλερ έδειχνε εντυπωσιακή ευκινησία όταν θύμωνε.</p><p>Για  την  ώρα  όμως  η  ανησυχία  της  Σιλβί  για  την  υγεία  του</p><p>διευθυντή  έμπαινε  σε  δεύτερη  μοίρα,  καθώς  βρισκόταν</p><p>αντιμέτωπη  με  ένα  πολύ  πιο  πιεστικό  δίλημμα.  Κάποια  κοπέλα</p><p>από το τηλεφωνικό κέντρο του CERN είχε καλέσει πριν από πέντε</p><p>λεπτά σε κατάσταση υστερίας για να ειδοποιήσει ότι υπήρχε ένα</p><p>επείγον τηλεφώνημα για το διευθυντή.</p><p>«Δεν μπορεί να μιλήσει τώρα», είχε απαντήσει η Σιλβί.</p><p>Η τηλεφωνήτρια όμως της είπε ποιος βρισκόταν στην άλλη άκρη</p><p>της γραμμής.</p><p>Η Σιλβί μόνο που δεν ξέσπασε σε γέλια.</p><p>«Αστειεύεσαι,  ε;»  Όταν  άκουσε  την  απάντηση,  το  πρόσωπο  της</p><p>σκοτείνιασε.  Δεν  μπορούσε  να  πιστέψει  στα  αφτιά  της.  «Και  η</p><p>αναγνώριση κλήσης επιβεβαιώνει...»</p><p>Η  Σιλβί  συνοφρυώθηκε.  «Καταλαβαίνω...  Εντάξει.  Μπορείς  να</p><p>ρωτήσεις  τι...«Αναστέναξε.  «Όχι.  Εντάξει,  πες  του  να  περιμένει.</p><p>Θα  εντοπίσω  το  διευθυντή  αμέσως.  Ναι,  καταλαβαίνω.  Θα</p><p>βιαστώ».</p><p>Όμως δεν είχε καταφέρει να εντοπίσει το διευθυντή. Είχε καλέσει</p><p>στο κινητό του τρεις φορές, και κάθε φορά άκουγε το ίδιο μήνυμα:</p><p>«Ο  συνδρομητής  που  καλέσατε  βρίσκεται  προσωρινά  εκτός</p><p>δικτύου».  Εκτός  δικτύου;  Καλά,  πόσο  μακριά  θα  μπορούσε  να</p><p>πάει; Έτσι, η γραμματέας κάλεσε τον Κέλερ στο βομβητή του. Δυο</p><p>φορές.  Καμία  απάντηση.  Δεν  το  συνήθιζε  καθόλου  αυτό.  Είχε</p><p>στείλει  μέχρι  και  μήνυμα  στο  φορητό  υπολογιστή  του.  Τίποτα.</p><p>Ήταν λες και ο άνθρωπος είχε χαθεί από προσώπου γης.</p><p>Και τώρα τι κάνω; αναρωτιόταν πλέον.</p><p>Εκτός  από  το  να  τον  αναζητήσει  η  ίδια  σε  ολόκληρο  το</p><p>συγκρότημα, η Σιλβί ήξερε ότι  είχε μόνο μία ακόμα επιλογή για</p><p>να καταφέρει να τραβήξει την προσοχή του διευθυντή. Δε θα του</p><p>άρεσε, όμως ο άντρας που βρισκόταν σε αναμονή στη γραμμή του</p><p>τηλεφώνου  δεν  ήταν  κάποιος  τον  οποίο  θα  έπρεπε  να  αφήσει  ο</p><p>Κέλερ  να περιμένει. Ούτε φαινόταν  να  έχει  διάθεση  να ακούσει</p><p>ότι ο διευθυντής δεν ήταν διαθέσιμος.</p><p>Απορώντας με το  ίδιο της το θάρρος, η Σιλβί πήρε την απόφαση</p><p>της.  Μπήκε  στο  γραφείο  του  Κέλερ  και  προχώρησε  προς  το</p><p>μεταλλικό κουτί που βρισκόταν στον τοίχο πίσω από το τεράστιο</p><p>τραπέζι του. Άνοιξε το κάλυμμα, κοίταξε τα κουμπιά και εντόπισε</p><p>το σωστό διακόπτη.</p><p>Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και άρπαξε το μικρόφωνο.</p><p>29</p><p>Η  ΒΙΤΟΡΙΑ  ΔΕ  ΘΥΜΟΤΑΝ  πώς  είχαν  φτάσει  στον  κεντρικό</p><p>ανελκυστήρα,  όμως  βρίσκονταν  εκεί.  Ανέβαιναν.  Ο  Κέλερ  ήταν</p><p>πίσω  της,  αναπνέοντας  με  εξαιρετική  δυσκολία  πλέον.  Το</p><p>ανήσυχο  βλέμμα  του  Λάνγκντον  τη  διαπερνούσε  σαν  να  ήταν</p><p>φάντασμα.  Είχε  πάρει  το  φαξ  από  το  χέρι  της  και  το  είχε</p><p>γλιστρήσει στην τσέπη του για να μην το βλέπει  εκείνη,  όμως η</p><p>εικόνα είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της.</p><p>Καθώς το ασανσέρ ανέβαινε, ο κόσμος της Βιτόρια κατέρρεε στο</p><p>σκοτάδι. Μπαμπά!  Τον  αναζήτησε  στις  αναμνήσεις  της.  Για  μια</p><p>φευγαλέα  στιγμή  βρέθηκε  μαζί  του  στην  όαση  του  μυαλού  της.</p><p>Ήταν  εννέα  χρονών  και  έκανε  βαρελάκια  σε  πλαγιές</p><p>καταστόλιστες  με  εντελβάις,  με  τον  ελβετικό  ουρανό  να</p><p>στριφογυρίζει πάνω από το κεφάλι της.</p><p>Μπαμπά! Μπαμπά!</p><p>Ο Λεονάρντο Βέτρα γελούσε δίπλα της, λάμποντας από ευτυχία.</p><p>«Τι συμβαίνει, άγγελε μου;»</p><p>«Μπαμπά!» είπε ναζιάρικα εκείνη, αγκαλιάζοντας τον σφιχτά.</p><p>«Ρώτησε με πώς είμαι!»</p><p>«Μα  δείχνεις  τόσο  χαρούμενη,  γλυκιά  μου!  Γιατί  να  σε  ρωτήσω</p><p>πώς είσαι;»</p><p>«Απλώς ρώτησε με».</p><p>Ανασήκωσε τους ώμους του σε μια κίνηση παραίτησης.</p><p>«Πώς είσαι;»</p><p>Το κοριτσάκι ξέσπασε αμέσως σε γέλια.</p><p>«Πώς είμαι; Είμαι από ύλη! Οι πέτρες! Τα δέντρα! Τα άτομα!</p><p>Ακόμα και οι μυρμηγκοφάγοι! Όλα είναι από ύλη!»</p><p>Γέλασε και εκείνος.</p><p>«Τώρα το σκέφτηκες αυτό;»</p><p>«Έξυπνο, ε;»</p><p>«Μικρέ μου θηλυκέ Αϊνστάιν!»</p><p>Το κοριτσάκι κατσούφιασε.</p><p>«Έχει χαζά μαλλιά. Είδα μια φωτογραφία του».</p><p>«Έχει όμως έξυπνο μυαλό. Σου είπα τι απέδειξε, έτσι δεν είναι;»</p><p>Τα μάτια της γούρλωσαν από φόβο.</p><p>«Μπαμπά! Όχι! Υποσχέθηκες!»</p><p>«E=MC2!» Τη γαργάλησε παιχνιδιάρικα. «E=MC2!»</p><p>«Όχι μαθηματικά! Σου είπα, τα σιχαίνομαι!»</p><p>«Χαίρομαι  που  τα  σιχαίνεσαι,  γιατί  τα  κορίτσια  δεν  επιτρέπεται</p><p>καν να μαθαίνουν μαθηματικά».</p><p>Η Βιτόρια σταμάτησε απότομα.</p><p>«Όχι;»</p><p>«Και βέβαια όχι! Όλοι το ξέρουν αυτό. Τα κορίτσια παίζουν με τις</p><p>κουκλίτσες.  Τα  αγόρια  μαθαίνουν  μαθηματικά.  Δεν  έχει</p><p>μαθηματικά για τα κορίτσια. Δε μου επιτρέπεται καν να μιλάω σε</p><p>κοριτσάκια για τα μαθηματικά».</p><p>«Τι; Μα δεν είναι δίκαιο!»</p><p>«Οι κανόνες είναι κανόνες. Απαγορεύεται αυστηρά να μαθαίνουν</p><p>μαθηματικά τα κοριτσάκια».</p><p>Η Βιτόρια έδειχνε έντρομη.</p><p>«Μα οι κούκλες είναι βαρετές!»</p><p>«Λυπάμαι», είπε ο πατέρας της. «Θα μπορούσα να σου μιλήσω για</p><p>τα μαθηματικά, όμως αν με πιάσουν...»</p><p>Κοίταξε νευρικά τριγύρω στους έρημους λόφους.</p><p>Η Βιτόρια ακολούθησε το βλέμμα του.</p><p>«Εντάξει», ψιθύρισε, «πες μου πολύ σιγανά».</p><p>Το  τράνταγμα  του  ασανσέρ  την  ξάφνιασε.  Η  Βιτόρια  άνοιξε  τα</p><p>μάτια της. Εκείνος είχε χαθεί.</p><p>Η  πραγματικότητα  επανήλθε  βίαια,  κάνοντας  τη  να</p><p>ανατριχιάσει.  Κοίταξε  τον  Λάνγκντον.  Το  ειλικρινές  ενδιαφέρον</p><p>που διάβαζε στο βλέμμα του  τη ζέσταινε σαν να την τύλιγαν οι</p><p>φτερούγες  ενός  φύλακα  αγγέλου,  ιδίως  δίπλα  στην  παγωμένη</p><p>αύρα του Κέλερ.</p><p>Μία και μοναδική καίρια ερώτηση απασχολούσε πλέον τη σκέψη</p><p>της  Βιτόρια,  σφυροκοπώντας  τη  ανελέητα.  Πού  βρίσκεται  η</p><p>αντιύλη;</p><p>Η τρομακτική απάντηση απείχε μόνο μερικές στιγμές.</p><p>30</p><p>«Ο ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝ ΚΕΛΕΡ παρακαλείται να επικοινωνήσει αμέσως</p><p>με το γραφείο του».</p><p>Οι  εκτυφλωτικές  ακτίνες  του  ήλιου  πλημμύρισαν  τα  μάτια  του</p><p>Λάνγκντον  καθώς  άνοιγε  η  πόρτα  του  ασανσέρ  στο  κεντρικό</p><p>αίθριο.</p><p>Πριν  προλάβει  να  σβήσει  ο  απόηχος  της  ανακοίνωσης  από  τα</p><p>μεγάφωνα  που  βρίσκονταν  τοποθετημένα  κάπου  ψηλά,  όλες  οι</p><p>ηλεκτρονικές  συσκευές  στην  αναπηρική  πολυθρόνα  του  Κέλερ</p><p>άρχισαν  να  χτυπάνε,  να  κουδουνίζουν  ή  να  δονούνται</p><p>ταυτόχρονα:  ο  βομβητής  του,  το  τηλέφωνο  του,  το  ηλεκτρονικό</p><p>του ταχυδρομείο. Ο Κέλερ κοίταζε τα φωτάκια να αναβοσβήνουν</p><p>με έκδηλη απορία. Ο διευθυντής είχε επιστρέψει στην επιφάνεια</p><p>του  εδάφους,  επομένως  βρισκόταν  και  πάλι  μέσα  στο  χώρο</p><p>εμβέλειας των διαφόρων δικτύων.</p><p>«Διευθυντά Κέλερ, παρακαλώ επικοινωνήστε με το γραφείο σας».</p><p>Ο  ήχος  του  ονόματος  του  από  τα  μεγάφωνα  φάνηκε  να</p><p>αιφνιδιάζει τον Κέλερ.</p><p>Σήκωσε  τα  μάτια  του  προς  το  σημείο  από  όπου  ακουγόταν  η</p><p>ανακοίνωση.  Στην  αρχή  φάνηκε  να  εκνευρίζεται,  όμως  σχεδόν</p><p>αμέσως τον κατέλαβε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα ανησυχίας.</p><p>Το βλέμμα</p><p>και  το</p><p>κοίταξε.</p><p>Αμέσως ένιωσε ένα κύμα ναυτίας να ανεβαίνει και να τον πνίγει.</p><p>Η  τυπωμένη  σελίδα  απεικόνιζε  ένα  ανθρώπινο  πτώμα.  Ήταν</p><p>εντελώς  γυμνό,  με  το  κεφάλι  στραμμένο  έτσι  ώστε  να  βλέπει</p><p>προς τα πίσω, σχηματίζοντας μια αφύσικη γωνία με το υπόλοιπο</p><p>σώμα. Στο θώρακα του θύματος υπήρχε  ένα φριχτό  έγκαυμα. Ο</p><p>άντρας  είχε  μαρκαριστεί...  Στη  σάρκα  του  είχε  χαραχτεί  με</p><p>πυρακτωμένο μέταλλο μία και μοναδική λέξη. Ήταν μια λέξη την</p><p>οποία  ο  Λάνγκντον  γνώριζε  καλά.  Πολύ  καλά.  Έμεινε  με  το</p><p>βλέμμα  καρφωμένο  στα  περίτεχνα  γράμματα,  αδυνατώντας  να</p><p>πιστέψει αυτό που έβλεπε.</p><p>«Illuminati»,  ψέλλισε,  με  την  καρδιά  του  να  σφυροκοπάει  μέσα</p><p>στο στήθος του. «Δεν είναι δυνατόν...»</p><p>Με  αργές  κινήσεις,  νιώθοντας  φόβο  μπροστά  σε  αυτό  που</p><p>επρόκειτο να διαπιστώσει με  τα  ίδια  του  τα μάτια,  ο Λάνγκντον</p><p>περιέστρεψε  τη  σελίδα  του  φαξ  κατά  εκατόν  ογδόντα  μοίρες.</p><p>Κοίταξε τη λέξη ανεστραμμένη.</p><p>Αμέσως ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Αισθάνθηκε σαν να τον</p><p>είχε  χτυπήσει  φορτηγό.  Αδυνατώντας  να  συνειδητοποιήσει</p><p>απόλυτα  αυτό  που  έβλεπε,  περιέστρεψε  τη  σελίδα  ξανά,</p><p>διαβάζοντας  τη  λέξη κανονικά,  και  υστέρα  ξαναγύρισε  το  χαρτί</p><p>ανάποδα για να τη διαβάσει ανεστραμμένη.</p><p>«Illuminati... Οι Πεφωτισμένοι...» ψιθύρισε.</p><p>Εμβρόντητος,  ο  Λάνγκντον  κατέρρευσε  σε  μια  καρέκλα.  Έμεινε</p><p>ακίνητος  για  λίγο,  σχεδόν  κεραυνοβολημένος.  Σιγά  σιγά  το</p><p>βλέμμα  του στράφηκε στο κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε στο</p><p>φαξ. Όποιος κι αν ήταν ο αποστολέας του φαξ, βρισκόταν ακόμα</p><p>στη  γραμμή,  περιμένοντας  για  να  του  μιλήσει.  Ο  Λάνγκντον</p><p>κράτησε τα μάτια του καρφωμένα για πολλή ώρα στο φωτάκι που</p><p>αναβόσβηνε.</p><p>Κάποια στιγμή, τρέμοντας, αποφάσισε να σηκώσει το ακουστικό.</p><p>2</p><p>«ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΩ την προσοχή σας τώρα;» ρώτησε η</p><p>αντρική φωνή όταν ο Λάνγκντον απάντησε τελικά στο τηλέφωνο.</p><p>«Μάλιστα,  κύριε,  σίγουρα  τα  καταφέρατε.  Θέλετε  να  μου</p><p>εξηγήσετε τι σημαίνουν όλα αυτά;»</p><p>«Προσπάθησα  να  το  κάνω  προηγουμένως».  Η  φωνή  ήταν</p><p>αυστηρή,  άχρωμη.  «Είμαι  φυσικός.  Διευθύνω  ένα  ερευνητικό</p><p>κέντρο.</p><p>Είχαμε ένα φόνο. Είδατε το πτώμα».</p><p>«Πώς με βρήκατε;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  δυσκολευόταν  να  συγκεντρωθεί  σε  αυτά  που</p><p>άκουγε.  Το  μυαλό  του  είχε  αρχίσει  να  καλπάζει  από  τη  στιγμή</p><p>που είχε δει την εικόνα στο φαξ.</p><p>«Σας  το  είπα ήδη. Από  το Διαδίκτυο. Από  την  ιστοσελίδα για  το</p><p>βιβλίο σας Η Τέχνη των Πεφωτισμένων».</p><p>Ο  Λάνγκντον  προσπάθησε  να  συγκροτήσει  τις  σκέψεις  του.  Το</p><p>βιβλίο του ήταν σχεδόν άγνωστο στους ευρύτερους φιλολογικούς</p><p>κύκλους, όμως είχε κερδίσει αρκετούς αναγνώστες στο Διαδίκτυο.</p><p>Παρʹ όλα αυτά, ο ισχυρισμός του άντρα που βρισκόταν στην άλλη</p><p>άκρη της γραμμής εξακολουθούσε να μην έχει λογική.</p><p>«Στη σελίδα αυτή δεν υπάρχει το τηλέφωνο μου», τον αντέκρουσε</p><p>ο Λάνγκντον. «Είμαι βέβαιος γιʹ αυτό».</p><p>«Έχω εδώ στο εργαστήριο ανθρώπους που είναι εξαιρετικά ικανοί</p><p>να αποσπούν πληροφορίες για τους χρήστες από το Διαδίκτυο».</p><p>Ο Λάνγκντον συνέχιζε να αμφιβάλλει.</p><p>«Φαίνεται πως το εργαστήριο σας ξέρει πολλά για το Διαδίκτυο».</p><p>«Λογικό είναι», του αντιγύρισε ο άντρας. «Εμείς το εφηύραμε».</p><p>Κάτι στη φωνή του έλεγε στον Λάνγκντον ότι ο συνομιλητής του</p><p>δεν αστειευόταν.</p><p>«Πρέπει οπωσδήποτε να σας δω», επέμεινε ο άντρας. «Το ζήτημα</p><p>αυτό  δεν μπορεί  να συζητηθεί  από  το  τηλέφωνο.  Το  εργαστήριο</p><p>μου απέχει μόλις μία ώρα από τη Βοστόνη με το αεροπλάνο».</p><p>Ο Λάνγκντον στεκόταν στο ημίφως του γραφείου του μελετώντας</p><p>το  φαξ  που  κρατούσε  στα  χέρια  του.  Η  εικόνα  ήταν</p><p>συγκλονιστική.</p><p>Πιθανότατα  αντιπροσώπευε  την  ανακάλυψη  του  αιώνα  στον</p><p>τομέα  της  επιγραφικής.  Μία  ολόκληρη  δεκαετία  ερευνών</p><p>επιβεβαιωνόταν με ένα και μόνο σύμβολο.</p><p>«Είναι επείγον», τον πίεσε η φωνή.</p><p>Τα μάτια του Λάνγκντον παρέμεναν καρφωμένα στην περίτεχνα</p><p>γραμμένη λέξη. «Illuminati», διάβαζε ξανά και ξανά. Το έργο του</p><p>πάντοτε  στηριζόταν  στο  συμβολικό  αντίστοιχο  των  απο‐</p><p>λιθωμάτων,  δηλαδή  σε  αρχαία  έγγραφα  και  σε  ιστορικές</p><p>διαδόσεις,  όμως  η  εικόνα που  κρατούσε  μπροστά  στα  μάτια  του</p><p>αντιπροσώπευε  το  σήμερα.  Το  παρόν.  Ένιωθε  σαν</p><p>παλαιοντολόγος  που  έρχεται  πρόσωπο  με  πρόσωπο  με  ένα</p><p>ζωντανό δεινόσαυρο.</p><p>«Πήρα το θάρρος να στείλω ένα αεροπλάνο να σας παραλάβει»,</p><p>είπε η φωνή. «Θα βρίσκεται στη Βοστόνη σε είκοσι λεπτά».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε  το στόμα  του να στεγνώνει. Μία ώρα</p><p>με το αεροπλάνο...</p><p>«Σας παρακαλώ να με συγχωρέσετε για την πρωτοβουλία», είπε η</p><p>φωνή. «Σας χρειάζομαι εδώ».</p><p>Ο  Λάνγκντον  κοίταξε  ξανά  το  φαξ,  ένα  ακλόνητο  στοιχείο  σε</p><p>άσπρο και μαύρο που συνιστούσε την επιβεβαίωση ενός αρχαίου</p><p>μύθου. Οι συνειρμοί ήταν τρομακτικοί. Κοίταξε αφηρημένος έξω</p><p>από τα μεγάλα παράθυρα. Οι πρώτες αχτίδες της αυγής έβρισκαν</p><p>το  δρόμο  τους ανάμεσα από  τα κλαδιά  των σημύδων στην πίσω</p><p>αυλή, όμως η εικόνα αυτή φάνταζε κάπως διαφορετική εκείνο το</p><p>πρωινό.</p><p>Νιώθοντας να τον πλημμυρίζει  ένα αλλόκοτο μείγμα φόβου και</p><p>ενθουσιασμού,  ο  Λάνγκντον  συνειδητοποίησε  ότι  δεν  είχε  άλλη</p><p>επιλογή.</p><p>«Κερδίσατε»,  είπε.  «Πείτε  μου  από  που  θα  με  παραλάβει  το</p><p>αεροπλάνο».</p><p>3</p><p>ΤΗΝ  ΙΔΙΑ  ΣΤΙΓΜΗ  χιλιάδες  χιλιόμετρα  μακριά  δυο  άντρες</p><p>συναντιούνταν. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μεσαιωνικό. Πέτρινο.</p><p>«Benvenuto»,  είπε ο άντρας που φαινόταν να βρίσκεται σε θέση</p><p>ισχύος.  «Καλώς  όρισες!»  Ήταν  καθισμένος  στη  σκιά,  αθέατος.</p><p>«Πέτυχες στην αποστολή σου;»</p><p>«Si»,  απάντησε  η  σκοτεινή  φιγούρα.  «Perfettamente.  Όλα  πήγαν</p><p>τέλεια». Οι λέξεις του ήχησαν τόσο σταθερές και σκληρές όσο οι</p><p>πέτρινοι τοίχοι.</p><p>«Και δε θα υπάρξει αμφιβολία για το ποιος είναι υπεύθυνος;»</p><p>«Καμία».</p><p>«Έξοχα! Έχεις αυτό που ζήτησα;»</p><p>Τα  μάτια  του  δολοφόνου  γυάλισαν,  σκοτεινά  σαν  το  πετρέλαιο.</p><p>Έφερε  μπροστά  του  μια  βαριά  ηλεκτρονική  συσκευή  και  την</p><p>τοποθέτησε στο τραπέζι.</p><p>Ο άντρας που καθόταν στη σκιά φάνηκε να ικανοποιείται.</p><p>«Τα πήγες καλά».</p><p>«Είναι  τιμή  μου  να  υπηρετώ  την  αδελφότητα»,  απάντησε  ο</p><p>δολοφόνος.</p><p>«Η  δεύτερη  φάση  θα  ξεκινήσει  σύντομα.  Φρόντισε  να</p><p>ξεκουραστείς λίγο. Απόψε θα αλλάξουμε τον κόσμο».</p><p>4</p><p>ΤΟ  SAAB  900S  του  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  διέσχισε  σαν  βολίδα  τη</p><p>σήραγγα  Κάλαχαν  και  βγήκε  στην  ανατολική  πλευρά  του</p><p>λιμανιού  της  Βοστόνης,  κοντά  στην  είσοδο  του  αεροδρομίου</p><p>Λόγκαν.  Ο Λάνγκντον  έλεγξε  τις  οδηγίες  που  είχε  λάβει,  βρήκε</p><p>την οδό Αβιέισιον και έστριψε αριστερά, περνώντας μπροστά από</p><p>το  παλιό  κτίριο  των  Ανατολικών  Αερογραμμών.  Περίπου</p><p>τριακόσια  μέτρα  πιο  κάτω  διακρινόταν  ένα  υπόστεγο  μέσα  στο</p><p>σκοτάδι.  Ένα  τεράστιο  «4»  ήταν  ζωγραφισμένο  πάνω  του.</p><p>Παρκάρισε  στο  χώρο  στάθμευσης  και  βγήκε  από  το  αυτοκίνητο</p><p>του.</p><p>Ένας στρογγυλοπρόσωπος άντρας ντυμένος με μια μπλε φόρμα</p><p>πιλότου ξεπρόβαλε πίσω από το κτίριο.</p><p>«Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον;» ρώτησε από μακριά.</p><p>Η φωνή του άντρα ήταν φιλική. Είχε μια προφορά που ο Ρόμπερτ</p><p>δεν μπορούσε να προσδιορίσει.</p><p>«Ναι,  ο  ίδιος»,  απάντησε  ο  Λάνγκντον  καθώς  κλείδωνε  το</p><p>αυτοκίνητο του.</p><p>«Άψογος  συγχρονισμός»,  είπε  ο  άντρας.  «Μόλις  προσγειώθηκα.</p><p>Ακολουθήστε με, παρακαλώ».</p><p>Καθώς  έκαναν το γύρο  του κτιρίου ο Λάνγκντον αισθανόταν τα</p><p>νεύρα  του  τεντωμένα.  Δεν  ήταν  συνηθισμένος  να  δέχεται</p><p>μυστηριώδη  τηλεφωνήματα και  να κλείνει μυστικά  ραντεβού με</p><p>αγνώστους.</p><p>Μη γνωρίζοντας τι έπρεπε να περιμένει, είχε ντυθεί με τα ρούχα</p><p>που φορούσε συνήθως στην  τάξη:  κοτλέ παντελόνι,  ζιβάγκο και</p><p>τουίντ  σακάκι.  Ενώ  προχωρούσαν  σκεφτόταν  το  φαξ  που  είχε</p><p>διπλωμένο  στην  τσέπη  του  σακακιού  του,  αδυνατούντος  ακόμα</p><p>να πιστέψει αυτό που είχε δει να απεικονίζει.</p><p>Ο  πιλότος  φάνηκε  να  αντιλαμβάνεται  την  ανησυχία  του</p><p>Λάνγκντον.</p><p>«Δεν έχετε πρόβλημα με τις πτήσεις, κύριε, έτσι δεν είναι;»</p><p>«Όχι,  κανένα  πρόβλημα»,  απάντησε  ο  Λάνγκντον.  Με  τα</p><p>σημαδεμένα πτώματα έχω πρόβλημα, όχι με τις πτήσεις.</p><p>Ο  άντρας  οδήγησε  τον  Λάνγκντον  πίσω  από  το  υπόστεγο.</p><p>Στρίβοντας  στη  γωνία  βρέθηκαν  στο  διάδρομο  απογείωσης.  Ο</p><p>Λάνγκντον  έμεινε  στήλη  άλατος,  κοιτάζοντας</p><p>του Λάνγκντον συνάντησε το δικό του, το ίδιο και της</p><p>Βιτόρια. Οι τρεις τους έμειναν ακίνητοι για ένα λεπτό, σαν να είχε</p><p>σβήσει  μεμιάς  όλη  η  ένταση  ανάμεσα  τους  και  να  είχε</p><p>αντικατασταθεί  από  ένα  κοινό  δυσάρεστο  προαίσθημα  ότι  κάτι</p><p>σοβαρό είχε συμβεί.</p><p>Ο  Κέλερ  έβγαλε  το  κινητό  από  τη  θήκη  του  στο  μπράτσο  της</p><p>πολυθρόνας. Κάλεσε ένα νούμερο και προσπάθησε να αποτρέψει</p><p>μια νέα κρίση βήχα. Η Βιτόρια και ο Λάνγκντον περίμεναν.</p><p>«Εδώ...  διευθυντής  Κέλερ»,  είπε  ασθμαίνοντας.  «Ναι;  Ήμουν  σε</p><p>κάποιο  υπόγειο  εργαστήριο,  εκτός  δικτύου».  Ακούγοντας  αυτά</p><p>που του έλεγαν από την άλλη άκρη της γραμμής, τα γκρίζα μάτια</p><p>του γούρλωναν όλο και περισσότερο. «Ποιος; Ναι, πέρασε μου τη</p><p>γραμμή».  Ακολούθησε  μια  παύση.  «Παρακαλώ;  Ναι,  είμαι  ο</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ, διευθυντής του CERN. Με ποιον μιλάω;»</p><p>Η Βιτόρια και ο Λάνγκντον παρακολουθούσαν σιωπηλοί όση ώρα</p><p>ο Κέλερ άκουγε προσεκτικά το συνομιλητή του.</p><p>«Δε  θα  ήταν  φρόνιμο»,  είπε  τελικά  ο  διευθυντής,  «να</p><p>συζητήσουμε το θέμα αυτό από το τηλέφωνο. Θα βρίσκομαι εκεί</p><p>πολύ σύντομα». Ο βήχας είχε αρχίσει και πάλι. «Ραντεβού... στο</p><p>αεροδρόμιο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Σε σαράντα λεπτά». Ο Κέλερ</p><p>δυσκολευόταν  να  αναπνεύσει.  Ξέσπασε  σε  ασταμάτητο  βήχα,</p><p>μόλις  και  μετά  βίας  κατορθώνοντας  να  ψελλίσει  τις  λέξεις:</p><p>«Εντοπίστε τον κύλινδρο αμέσως... Έρχομαι». Ύστερα έκλεισε το</p><p>τηλέφωνο.</p><p>Η  Βιτόρια  έτρεξε  στο  πλευρό  του  Κέλερ,  όμως  εκείνος  δεν</p><p>μπορούσε  να  μιλήσει  πια.  Ο  Λάνγκντον  παρακολουθούσε</p><p>ανήμπορος  την  ώρα  που  η  κοπέλα  καλούσε  τη  νοσηλευτική</p><p>μονάδα  του  κέντρου  από  το  κινητό  της.  Ο  Ρόμπερτ  αισθανόταν</p><p>σαν πλοίο που έπλεε στις παρυφές μιας καταιγίδας... Η τρικυμία</p><p>τον επηρέαζε, όμως δεν τον είχε παρασύρει ακόμα.</p><p>Ραντεβού  στο  αεροδρόμιο  Λεονάρντο  ντα  Βίντσι.  Τα  λόγια  του</p><p>Κέλερ αντηχούσαν στο μυαλό του.</p><p>Οι  αόριστες  υποψίες  που  τριγύριζαν  στο  μυαλό  του  Λάνγκντον</p><p>ολόκληρο  το  πρωί  αποκρυσταλλώθηκαν  σε  μια  ολοζώντανη</p><p>εικόνα μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Καθώς στεκόταν</p><p>εκεί, αιχμάλωτος σε μια δίνη αβεβαιότητας, ένιωσε να ανοίγει ένα</p><p>μικρό πορτάκι στο μυαλό του, σαν να είχε μόλις διασχίσει κάποιο</p><p>κρίσιμο  κατώφλι.  Το  αμφίγραμμα.  ο  δολοφονημένος  ιερέας‐</p><p>επιστήμονας.  Η  αντιύλη.  Και  τώρα...  ο  στόχος.  Το  αεροδρόμιο</p><p>Λεονάρντο  ντα  Βίντσι  θα  μπορούσε  να  σημαίνει  μόνο  ένα</p><p>πράγμα. Σε μια στιγμή αιφνίδιας συνειδητοποίησης, ο Λάνγκντον</p><p>κατάλαβε  ότι  είχε  μόλις  περάσει  στην  απέναντι  όχθη.  Είχε</p><p>πιστέψει.</p><p>Πέντε χιλιοτόνοι. «Γενηθήτω φως».</p><p>Από  κάποιο  σημείο  εμφανίστηκαν  ξαφνικά  δύο  νοσοκόμοι  με</p><p>λευκές  ποδιές,  σαν  να  είχαν  υλοποιηθεί  από  το  πουθενά.</p><p>Διέσχισαν τρέχοντας το αίθριο, γονάτισαν δίπλα στον Κέλερ και</p><p>τοποθέτησαν  μια  μάσκα  οξυγόνου  στο  πρόσωπο  του.  Οι</p><p>επιστήμονες που έτυχε να περνάνε από εκεί σταμάτησαν για να</p><p>παρακολουθήσουν τη σκηνή.</p><p>Ο  Κέλερ  πήρε  δύο  βαθιές  εισπνοές,  έκανε  τη  μάσκα  στην  άκρη</p><p>και,  αγωνιζόμενος  ακόμα  να  αναπνεύσει,  σήκωσε  τα  μάτια  του</p><p>και κοίταξε τη Βιτόρια και τον Λάνγκντον.</p><p>«Ρώμη».</p><p>«Ρώμη;» ρώτησε επιτακτικά η Βιτόρια. «Η αντιύλη βρίσκεται στη</p><p>Ρώμη; Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;»</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ ήταν παραμορφωμένο από την αγωνία, τα</p><p>γκρίζα μάτια του γεμάτα δάκρυα.</p><p>«Οι Ελβετοί...»</p><p>Πνιγόταν,  δεν  μπορούσε  να  συνεχίσει,  και  οι  νοσοκόμοι</p><p>τοποθέτησαν  ξανά  τη  μάσκα  στο  πρόσωπο  του.  Καθώς</p><p>ετοιμάζονταν να τον απομακρύνουν, ο Κέλερ άπλωσε το χέρι του</p><p>και έσφιξε το μπράτσο του Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος έγνεψε καθησυχαστικά. Είχε καταλάβει.</p><p>«Πηγαίνετε...»  κατάφερε  να  ψελλίσει  ο  διευθυντής  μέσα  από  τη</p><p>μάσκα. «Πηγαίνετε... Τηλεφωνήστε μου...»</p><p>Οι νοσοκόμοι είχαν αρχίσει ήδη να τον απομακρύνουν.</p><p>Η  Βιτόρια  είχε  μείνει  καρφωμένη  στο  σημείο  όπου  στεκόταν,</p><p>παρακολουθώντας  τον  Κέλερ  να  χάνεται  σε  κάποιο  διάδρομο.</p><p>Ύστερα στράφηκε στον Λάνγκντον.</p><p>«Ρώμη; Μα... τι ήταν αυτό που είπε για τους Ελβετούς;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  έβαλε  το  χέρι  του  στον  ώμο  της  ψελλίζοντας  τις</p><p>λέξεις:</p><p>«Εννοούσε την Ελβετική Φρουρά... Τους ορκισμένους φύλακες της</p><p>Πόλης του Βατικανού».</p><p>31</p><p>ΤΟ  ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ  ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ  Χ‐33  απογειώθηκε  με</p><p>εκκωφαντικό θόρυβο και κατευθύνθηκε νότια, προς τη Ρώμη. Από</p><p>τη  στιγμή  που  επιβιβάστηκαν  ο  Λάνγκντον  καθόταν  σιωπηλός.</p><p>Τα  τελευταία  δεκαπέντε  λεπτά  είχαν  περάσει  μέσα  σε  μια</p><p>παραζάλη.  Τώρα  που  είχε  ολοκληρώσει  την  ενημέρωση  της</p><p>Βιτόρια σχετικά με τους Πεφωτισμένους και τον ιερό πόλεμο τους</p><p>εναντίον  του  Βατικανού,  άρχιζε  να  συνειδητοποιεί  την  όλη</p><p>κατάσταση.</p><p>Τι στο διάβολο κάνω εγώ εδώ πέρα; αναρωτήθηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Έπρεπε  να  είχα  γυρίσει  στο  σπίτι  μου  όσο  είχα  την  ευκαιρία!</p><p>Βαθιά  μέσα  του  όμως  ήξερε  ότι  αυτό  δεν  αποτελούσε  ποτέ</p><p>επιλογή για εκείνον.</p><p>Η φωνή της λογικής ούρλιαζε στον Λάνγκντον να επιστρέψει στη</p><p>Βοστόνη, όμως η ακαδημαϊκή περιέργεια είχε κατά κάποιον τρόπο</p><p>υπερισχύσει της σύνεσης. Όλα τα στοιχεία που είχε μελετήσει και</p><p>τον είχαν πείσει για την εξαφάνιση των Πεφωτισμένων έμοιαζαν</p><p>ξαφνικά  σαν  μια  πανέξυπνη φάρσα.  Ένα  μέρος  του  εαυτού  του</p><p>λαχταρούσε  να  βρει  αποδείξεις,  επιβεβαίωση.  Εξάλλου  υπήρχε</p><p>και ένα ζήτημα συνείδησης. Με τον Κέλερ άρρωστο και τη Βιτόρια</p><p>μόνη της, ο Λάνγκντον ένιωθε ότι, αν οι γνώσεις του σχετικά με</p><p>τους Πεφωτισμένους μπορούσαν να βοηθήσουν με οποιονδήποτε</p><p>τρόπο, είχε ηθική υποχρέωση να είναι παρών.</p><p>Δεν ήταν, βέβαια, μόνο αυτό. Παρότι ο Λάνγκντον ντρεπόταν να</p><p>το  παραδεχτεί,  ο  αρχικός  τρόμος  που  ένιωσε  όταν</p><p>πληροφορήθηκε  το  μέρος  όπου  είχε  καταλήξει  η  αντιύλη  δεν</p><p>οφειλόταν μόνο στην αγωνία του για τον κίνδυνο που διέτρεχαν</p><p>ανθρώπινες  ζωές  στην  Πόλη  του  Βατικανού  αλλά  και  σε  κάτι</p><p>άλλο.</p><p>Στο ενδιαφέρον του για την τέχνη. Η μεγαλύτερη συλλογή έργων</p><p>τέχνης  στον  κόσμο  απειλούνταν  τώρα  από  μια  ωρολογιακή</p><p>βόμβα.  Τα  Μουσεία  του  Βατικανού  φιλοξενούσαν  περισσότερα</p><p>από  εξήντα  χιλιάδες  εκθέματα  ανεκτίμητης  αξίας  σε  χίλιες</p><p>τετρακόσιες  εφτά  αίθουσες:  Μιχαήλ  Άγγελος,  Ντα  Βίντσι,</p><p>Μπερνίνι, Μποτιτοέλι... Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε αν όλα αυτά</p><p>τα  αριστουργήματα  θα  ήταν  δυνατόν  να  απομακρυνθούν</p><p>εγκαίρως,  αν  παρίστατο  ανάγκη.  Ήξερε  όμως  πως  κάτι  τέτοιο</p><p>ήταν  αδύνατον.  Πολλά  από  τα  εκθέματα  ήταν  γλυπτά  που</p><p>ζύγιζαν τόνους.</p><p>Εκτός  αυτού,  οι  μεγαλύτεροι  θησαυροί  ήταν  αρχιτεκτονικά</p><p>μνημεία:  η  Καπέλα  Σιξτίνα,  η  βασιλική  του  Αγίου  Πέτρου,  η</p><p>περίφημη  σπειροειδής  σκάλα  του  Μιχαήλ  Άγγελου  η  οποία</p><p>οδηγούσε  στα  Μουσεία  του  Βατικανού,  όλα  τους  ανεκτίμητες</p><p>μαρτυρίες  της  δημιουργικής  ιδιοφυΐας  του  ανθρώπου.  Ο</p><p>Λάνγκντον αναρωτήθηκε πόση ώρα να έμενε σε εκείνο το ρολόι</p><p>της παγίδας αντιύλης.</p><p>«Ευχαριστώ που ήρθατε», είπε η Βιτόρια με ήρεμη φωνή.</p><p>Ο  Λάνγκντον  επέστρεψε  στην  πραγματικότητα  και  σήκωσε  τα</p><p>μάτια του για να την κοιτάξει. Η κοπέλα καθόταν στην απέναντι</p><p>σειρά των καθισμάτων. Ακόμα και κάτω από το ψυχρό φως που</p><p>έριχναν  οι  λάμπες  φθορίου  στην  καμπίνα  των  επιβατών  εκείνη</p><p>έμοιαζε να περιβάλλεται από μια αύρα ηρεμίας, εκπέμποντας μια</p><p>σχεδόν  μαγνητική  ακτινοβολία  πληρότητας.  Η  αναπνοή  της</p><p>ακουγόταν  πιο  ήσυχη  και  βαθιά  τώρα,  σαν  να  είχε  τεθεί  σε</p><p>λειτουργία  κάπου  μέσα  της  ένας  μηχανισμός  αυτοσυντήρησης,</p><p>πυροδοτημένος από τη λαχτάρα για δικαιοσύνη και για εκδίκηση</p><p>μιας κόρης που αγαπούσε βαθιά τον πατέρα της.</p><p>Η Βιτόρια δεν είχε το χρόνο να αλλάξει το σορτς και το αμάνικο</p><p>πουκάμισο  που  φορούσε,  και  η  μαυρισμένη  επιδερμίδα  της  είχε</p><p>ανατριχιάσει  από  το  κρύο  που  επικρατούσε  στο  αεροπλάνο.</p><p>Αυθόρμητα  ο  Λάνγκντον  έβγαλε  το  σακάκι  του  και  της  το</p><p>πρόσφερε.</p><p>«Αμερικανικός ιπποτισμός;»</p><p>Το δέχτηκε, ευχαριστώντας τον σιωπηλά με τα μάτια της.</p><p>Το αεροσκάφος έπεσε σε κενά αέρος και ο Λάνγκντον ένιωσε ένα</p><p>αίσθημα  κινδύνου  να  τον  κυριεύει.  Η  χωρίς  παράθυρα  καμπίνα</p><p>του  προκαλούσε  ασφυξία  και  προσπάθησε  να  φανταστεί  τον</p><p>εαυτό του σε κάποιο απέραντο λιβάδι. Η επιλογή τοπίου, το ήξερε,</p><p>αποτελούσε</p><p>τραγική  ειρωνεία.  Σε  ένα  τέτοιο  απέραντο  λιβάδι</p><p>βρισκόταν όταν είχε συμβεί.</p><p>Τρομακτικό  σκοτάδι.  Έδιωξε  τη  σκέψη  από  το  μυαλό  του.  Όλα</p><p>αυτά είναι παρελθόν.</p><p>Η Βιτόρια τον παρακολουθούσε.</p><p>«Πιστεύετε στο Θεό, κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Η ερώτηση τον αιφνιδίασε. Η ειλικρίνεια και η αγωνία στη φωνή</p><p>της ήταν ακόμα πιο αφοπλιστικές από την  ίδια την ερώτηση. Αν</p><p>πιστεύω  στο  θεό;  Έλπιζε  ότι  θα  έβρισκαν  κάποιο  περισσότερο</p><p>ευχάριστο και εύκολο θέμα συζήτησης για να περάσει η ώρα.</p><p>«Πνευματικό γρίφο», σκέφτηκε ο Λάνγκντον, έτσι με αποκαλούν</p><p>οι  φίλοι  μου.  Παρότι  μελετούσε  τη  θρησκεία  εδώ  και  χρόνια,  ο</p><p>Ρόμπερτ  δεν  ήταν  θρησκευόμενος  άνθρωπος.  Αναγνώριζε  τη</p><p>δύναμη  της  πίστης,  την  προσφορά  των  εκκλησιών,  το  κουράγιο</p><p>που  έδινε  η  θρησκεία  σε  τόσους  πολλούς  ανθρώπους,  όμως  η</p><p>πνευματική αναστολή  της αμφιβολίας,  απαραίτητη προϋπόθεση</p><p>προκειμένου να «πιστέψει» κάποιος,  είχε αποδειχτεί αξεπέραστο</p><p>εμπόδιο για το διερευνητικό μυαλό του.</p><p>«Θέλα να πιστέψω», άκουσε τον εαυτό του να λέει.</p><p>Η  απάντηση  της  Βιτόρια  δεν  περιείχε  ίχνος  επίκρισης  ή</p><p>πρόκλησης.</p><p>«Τότε, γιατί δεν πιστεύετε;»</p><p>Γέλασε σιγανά.</p><p>«Κοιτάξτε,  δεν είναι  τόσο εύκολο.  Για να βρεις  την πίστη πρέπει</p><p>να  πραγματοποιήσεις  ένα  ʺάλμαʺ  προκειμένου  να  καλύψεις  το</p><p>χάσμα  που  τη  χωρίζει  από  την  ανθρώπινη  λογική.  Πρέπει  να</p><p>είσαι σε θέση να αποδεχτείς εγκεφαλικά τα θαύματα, τις άμωμες</p><p>συλλήψεις,  τις θείες παρεμβάσεις. Κι  έπειτα είναι και οι κώδικες</p><p>συμπεριφοράς...</p><p>Η  Βίβλος,  το  Κοράνι,  τα  βουδιστικά  κείμενα,  όλα  θέτουν</p><p>παρόμοιες  προϋποθέσεις  και...  παρόμοιες  ποινές.  Υποστηρίζουν</p><p>ότι,  εφόσον  δε  ζω  συμφωνά  με  ένα  συγκεκριμένο  κώδικα,  θα</p><p>καταλήξω στην κόλαση. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που θα</p><p>κυβερνούσε το σύμπαν με αυτό τον τρόπο».</p><p>«Ελπίζω  να μην  επιτρέπετε  στους φοιτητές  σας  να  αποφεύγουν</p><p>τόσο  απροκάλυπτα  να  δώσουν  ουσιαστικές  απαντήσεις  στα</p><p>ερωτήματα που τους θέτετε».</p><p>Το σχόλιο τον αιφνιδίασε.</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  δε  σας  ρώτησα  αν  πιστεύετε  στα  όσα  λέει  ο</p><p>άνθρωπος για το Θεό. Σας ρώτησα αν πιστεύετε στο Θεό. Υπάρχει</p><p>διαφορά.  Τα  ιερά  κείμενα  είναι  απλώς  ιστορίες,  μια  καταγραφή</p><p>των μύθων και του χρονικού της προσπάθειας του ανθρώπου να</p><p>κατανοήσει  τη  δική  του  ανάγκη  να  ανακαλύψει  το  νόημα  της</p><p>ύπαρξης του.</p><p>Δε  σας  ζητάω  να  κρίνετε  έργα  λογοτεχνίας,  σας  ρωτάω  αν</p><p>πιστεύετε  στο  Θεό.  Όταν  βρίσκεστε  ξαπλωμένος  κάτω  από  τα</p><p>αστέρια, αισθάνεστε το θεϊκό στοιχείο; Νιώθετε βαθιά μέσα σας</p><p>ότι αυτό που βλέπετε είναι έργο του Θεού;»</p><p>Ο Λάνγκντον το σκέφτηκε για αρκετή ώρα.</p><p>«Γίνομαι αδιάκριτη», απολογήθηκε η Βιτόρια.</p><p>«Όχι. Απλώς εγώ...»</p><p>«Λογικά,  πρέπει  να  κάνετε  τέτοιες  συζητήσεις  γύρω  από  την</p><p>πίστη με τους φοιτητές σας».</p><p>«Ατελείωτες...»</p><p>«Και φαντάζομαι ότι παίζετε το ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου.</p><p>Ρίχνετε διαρκώς λάδι στη φωτιά, τροφοδοτώντας τη συζήτηση».</p><p>Ο Λάνγκντον χαμογέλασε.</p><p>«Μάλλον διδάσκετε κι εσείς».</p><p>«Όχι,  όμως  μαθήτευσα  δίπλα  σε  έναν  υπέροχο  δάσκαλο.  Ο</p><p>πατέρας μου ήταν ικανός να φέρει προς συζήτηση ακόμα και ότι η</p><p>ταινία Μέμπιους έχει δυο πλευρές».</p><p>Ο  Λάνγκντον  γέλασε,  φέρνοντας  στο  νου  του  την  πανέξυπνη</p><p>αυτή  κατασκευή:  Η  ταινία  Μέμπιους*  ήταν  ένας  δακτύλιος</p><p>κατασκευασμένος από μια λουρίδα χαρτί η μια άκρη της οποίας</p><p>παρέμενε  σταθερή,  ενώ  η  άλλη  είχε  περιστραφεί  κατά  εκατόν</p><p>ογδόντα  μοίρες.  Στη  συνέχεια  οι  δύο  απέναντι  πλευρές  είχαν</p><p>ενωθεί, με αποτέλεσμα η ταινία από τεχνική άποψη να διαθέτει</p><p>μόνο  μία  πλευρά.  Ο  Λάνγκντον  είχε  δει  για  πρώτη  φορά  το</p><p>παράδοξο αυτό σχήμα σε έργα του Μ. Κ. Έσερ.</p><p>«Θα μπορούσα να σας κάνω μια ερώτηση, κυρία Βέτρα;»</p><p>«Βιτόρια,  παρακαλώ.  Το  ʺκυρία  Βέτραʺ  με  κάνει  να  αισθάνομαι</p><p>γριά».</p><p>Ο Λάνγκντον άφησε ένα μικρό αναστεναγμό, συνειδητοποιώντας</p><p>ξαφνικά τη δική του ηλικία.</p><p>«Βιτόρια, είμαι ο Ρόμπερτ».</p><p>«Είχες μια ερώτηση».</p><p>* Άουγκουστ Φέρντιναντ Μέμπιους (1790-1868): Γερμανός μαθηματικός και</p><p>θεωρητικός αστρονόμος. Η παράξενη κατασκευή του που έγινε γνωστή ως</p><p>«ταινία Μέμπιους» έχει πολλές παράξενες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και</p><p>το ότι πρακτικά διαθέτει μόνο μία πλευρά. (Σ.τ.Ε.)</p><p>«Ναι. Ως  επιστήμονας  και  κόρη  ενός  καθολικού  ιερέα,  τι  άποψη</p><p>έχεις εσύ για τη θρησκεία;»</p><p>Η Βιτόρια έκανε μια παύση, ενώ με το χέρι της τράβηξε πίσω ένα</p><p>τσουλούφι που είχε πέσει στα μάτια της.</p><p>«Η θρησκεία είναι σαν τη γλώσσα ή τα ρούχα: Όλοι μας έχουμε</p><p>την τάση να στραφούμε προς τις συνήθειες εκείνες με τις οποίες</p><p>μεγαλώσαμε.  Τελικά  όμως  όλοι  λέμε  το  ίδιο  πράγμα:  ότι  η  ζωή</p><p>έχει νόημα και ότι είμαστε ευγνώμονες προς τη δύναμη που μας</p><p>δημιούργησε».</p><p>Ο Λάνγκντον έβρισκε την άποψη ενδιαφέρουσα.</p><p>«Δηλαδή  υποστηρίζεις  ότι  το  αν  κάποιος  θα  γίνει  χριστιανός  ή</p><p>μουσουλμάνος εξαρτάται από τον τόπο όπου γεννήθηκε;»</p><p>«Δεν  είναι  προφανές;  Εξέτασε  τη  διασπορά  των  θρησκειών  σε</p><p>ολόκληρο τον πλανήτη».</p><p>«Άρα η πίστη είναι τυχαία;»</p><p>«Καθόλου.  Η  πίστη  είναι  παγκόσμιο  φαινόμενο.  Οι</p><p>συγκεκριμένες μέθοδοι που εφαρμόζουμε για να τη συλλάβουμε</p><p>είναι τυχαίες.</p><p>Μερικοί  από  εμάς  προσεύχονται  στον  Ιησού,  κάποιοι  άλλοι</p><p>πηγαίνουν στη Μέκκα, ενώ υπάρχουν και αυτοί που μελετάνε τα</p><p>υποατομικά σωματίδια. Τελικά αυτό που αναζητούμε όλοι είναι η</p><p>αλήθεια,  η  δύναμη  που  μας  ξεπερνά,  αυτό  το  κάτι  που  είναι</p><p>μεγαλύτερο από εμάς».</p><p>Ο  Λάνγκντον  ευχόταν  να  μπορούσαν  και  οι  φοιτητές  του  να</p><p>εκφραστούν  με  τόση  σαφήνεια.  Δηλαδή,  αν  ήθελε  να  είναι</p><p>ειλικρινής, ευχόταν να μπορούσε και ο ίδιος να εκφραστεί με τόση</p><p>σαφήνεια.</p><p>«Και ο θεός;» ρώτησε. «Πιστεύεις στο Θεό;»</p><p>Η Βιτόρια παρέμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα.</p><p>«Η επιστήμη μου λέει ότι ο Θεός πρέπει να υπάρχει. Το μυαλό μου</p><p>μου  λέει  ότι  ποτέ  δεν  πρόκειται  να  κατανοήσω  το  Θεό.  Και  η</p><p>καρδιά μου μου λέει ότι δεν πρέπει να τον κατανοήσω...»</p><p>Άλλη μία σύντομη και περιεκτική απάντηση.</p><p>«Επομένως  πιστεύεις  ότι  ο  Θεός  είναι  γεγονός,  όμως  δεν</p><p>πρόκειται ποτέ να Τον κατανοήσουμε».</p><p>«Την»,  τον  διόρθωσε  χαμογελώντας.  «Οι  ιθαγενείς  Αμερικανοί</p><p>είχαν βρει τη σωστή απάντηση».</p><p>Ο Λάνγκντον γέλασε σιγανά.</p><p>«Η Μητέρα Γη».</p><p>«Γαία.  Ο  πλανήτης  είναι  ένας  οργανισμός.  Όλοι  εμείς  είμαστε</p><p>κύτταρα  με  διαφορετικές  λειτουργίες.  Κι  όμως  συνδεόμαστε</p><p>μεταξύ  μας.  Υπηρετούμε  ο  ένας  τον  άλλο.  Υπηρετούμε  το</p><p>σύνολο».</p><p>Κοιτάζοντας  τη  ο Λάνγκντον  αισθάνθηκε  να  σκιρτάει  μέσα  του</p><p>κάτι που  δεν  είχε αισθανθεί  για πολύ καιρό.  Τα μάτια  της  ήταν</p><p>απόλυτα  καθάρια,  η  φωνή  της  το  ίδιο.  Ένιωσε  μαγεμένος,</p><p>γοητευμένος.</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  επιτρέψτε  μου  να  σας  κάνω  μία  ακόμα</p><p>ερώτηση».</p><p>«Ρόμπερτ»,  είπε  εκείνος.  Το  «κύριε  Λάνγκντον»  με  κάνει  να</p><p>αισθάνομαι μεγάλος. Είμαι μεγάλος!</p><p>«Αν  δε  γίνομαι  αδιάκριτη,  Ρόμπερτ,  πώς  άρχισες  να  ασχολείσαι</p><p>με τους Πεφωτισμένους;»</p><p>Ο Λάνγκντον έκανε μια αναδρομή στο παρελθόν.</p><p>«Ξέρεις, τα χρήματα ήταν η αρχική αιτία».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε να απογοητεύεται.</p><p>«Τα χρήματα; Εννοείς ότι έγινες ειδικός σύμβουλος;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  γέλασε,  συνειδητοποιώντας  πώς  πρέπει  να  είχε</p><p>ακουστεί η απάντηση του.</p><p>«Όχι.  Τα  χρήματα  ως  νόμισμα».  Έβαλε  το  χέρι  στην  τσέπη  του</p><p>παντελονιού  του  και  έβγαλε  μερικά  χαρτονομίσματα.  Βρήκε</p><p>κάποιο του ενός δολαρίου. «Γοητεύτηκα από την οργάνωση όταν</p><p>έμαθα  για  πρώτη  φορά  ότι  τα  αμερικανικά  νομίσματα  είναι</p><p>γεμάτα σύμβολα της αδελφότητας των Πεφωτισμένων».</p><p>Τα μάτια της Βιτόρια στένεψαν. Προφανώς δεν ήταν σίγουρη αν</p><p>έπρεπε να τον πάρει στα σοβαρά ή όχι.</p><p>Ο Λάνγκντον της έδωσε το χαρτονόμισμα.</p><p>«Κοίταξε  την  πίσω  όψη  του.  Βλέπεις  τη  Μεγάλη  Σφραγίδα  στα</p><p>αριστερά;»</p><p>Η Βιτόρια γύρισε ανάποδα το χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου.</p><p>«Εννοείς την πυραμίδα;»</p><p>«Ναι, την κόλουρο πυραμίδα. Ξέρεις τι σχέση έχουν οι πυραμίδες</p><p>με την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών;»</p><p>Η  Βιτόρια  ανασήκωσε  τους  ώμους  της,  δηλώνοντας  έτσι  την</p><p>άγνοια της.</p><p>«Ακριβώς», είπε</p><p>ο Λάνγκντον. «Απολύτως καμία».</p><p>Η κοπέλα έδειχνε μπερδεμένη.</p><p>«Τότε,  γιατί  είναι  το  κεντρικό  σύμβολο  της Μεγάλης Σφραγίδας</p><p>της χώρας;»</p><p>«Είναι  ένα  κάπως  αλλόκοτο  κομμάτι  της  ιστορίας»,  είπε  ο</p><p>Λάνγκντον. «Η πυραμίδα είναι ένα αποκρυφιστικό σύμβολο που</p><p>περιγράφει μια ανοδική σύγκλιση, μια πνευματική ανάταση, μια</p><p>πορεία προς την απόλυτη πηγή της φώτισης. Βλέπεις τι υπάρχει</p><p>από πάνω;»</p><p>Η Βιτόρια μελέτησε προσεκτικά το χαρτονόμισμα.</p><p>«Ένα μάτι μέσα σε ένα τρίγωνο».</p><p>«Ονομάζεται ʺπαντεπόπτης οφθαλμόςʺ. Έχεις δει πουθενά αλλού</p><p>αυτό το μάτι μέσα στο τρίγωνο;»</p><p>Η Βιτόρια έμεινε σιωπηλή για λίγο.</p><p>«Νομίζω πως ναι, όμως δεν είμαι σίγουρη...»</p><p>«Είναι χαραγμένο σε μασονικές στοές σε ολόκληρο τον κόσμο».</p><p>«Το σύμβολο είναι μασονικό;»</p><p>«Όχι  ακριβώς.  Είναι  των Πεφωτισμένων.  Το  ονόμαζαν  ʺφωτεινό</p><p>δέλταʺ. Ήταν μια πρόσκληση για αλλαγή μέσω  της  διαφώτισης.</p><p>Το μάτι συμβολίζει  την  ικανότητα  της αδελφότητας να διεισδύει</p><p>και  να  παρακολουθεί  τα  πάντα.  Το  τρίγωνο  που  λάμπει</p><p>συμβολίζει  τη  φώτιση.  Το  τρίγωνο  είναι,  επίσης,  το  ελληνικό</p><p>γράμμα δέλτα, το οποίο στα μαθηματικά συμβολίζει την...»</p><p>«...αλλαγή, τη μετάβαση».</p><p>Ο Λάνγκντον χαμογέλασε.</p><p>«Ξέχασα ότι μιλούσα σε επιστήμονα».</p><p>«Επομένως  αυτό  που  λες  είναι  ότι  η  Μεγάλη  Σφραγίδα  των</p><p>Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί  ένα κάλεσμα για μια φωτισμένη</p><p>καθολική αλλαγή;»</p><p>«Κάποιοι θα το ονόμαζαν ʺΝέα Παγκόσμια Τάξηʺ».</p><p>Η  Βιτόρια  φάνηκε  να  αναστατώνεται.  Έστρεψε  το  βλέμμα  της</p><p>ξανά στο χαρτονόμισμα.</p><p>«Η φράση κάτω από την πυραμίδα λέει ʺNovus... Ordo...ʺ».</p><p>«ʺNovus Ordo Sedorumʺ», είπε ο Λάνγκντον. «Σημαίνει ʺΝέα Τάξη</p><p>εις  τους Αιώνεςʺ,  όμως άλλοι  το μεταφράζουν ως  ʺΝέα Κοσμική</p><p>Τάξηʺ».</p><p>«Κοσμική με την έννοια της μη θρησκευτικής;»</p><p>«Ακριβώς. Η φράση δε δηλώνει απλώς με απόλυτη σαφήνεια τον</p><p>αντικειμενικό στόχο της αδελφότητας αλλά έρχεται και σε ευθεία</p><p>αντίθεση με τη διπλανή της ρήση ʺΕναποθέτουμε τις Ελπίδες μας</p><p>στο Θεόʺ».</p><p>Η Βιτόρια έδειχνε προβληματισμένη.</p><p>«Μα πώς είναι δυνατόν όλα αυτά τα σύμβολα να καταλήξουν να</p><p>τυπώνονται πάνω στο ισχυρότερο νόμισμα στον κόσμο;»</p><p>«Οι  περισσότεροι  ακαδημαϊκοί  συμφωνούν  ότι  αυτό  οφείλεται</p><p>στον  πρώην  αντιπρόεδρο  των  ΗΠΑ  Χένρι  Γουάλας.  Ανήκε  στα</p><p>ανώτατα κλιμάκια της μασονίας και οπωσδήποτε είχε δεσμούς με</p><p>τους Πεφωτισμένους. Το αν ήταν μέλος της αδελφότητας ή αν το</p><p>έκανε  εν  αγνοία  του,  κάτω  από  την  επιρροή  τους,  αυτό  δεν  το</p><p>γνωρίζει κανείς. Το σίγουρο είναι ότι ο Γουάλας ήταν εκείνος που</p><p>έπεισε  τον  Πρόεδρο  να  υιοθετήσει  το  κράτος  τη  συγκεκριμένη</p><p>σφραγίδα».</p><p>«Πώς; Για ποιο λόγο θα συμφωνούσε ο Πρόεδρος να...»</p><p>«Πρόεδρος ήταν ο Φράνκλιν Ρούζβελτ. Ο Γουάλας του είπε απλά</p><p>ότι  η  φράση  ʺNovus  Ordo  Sedorumʺ  σήμαινε  ʺΝέα  Οικονομική</p><p>Συμφωνίαʺ*».</p><p>Η Βιτόρια δε φάνηκε να πείθεται.</p><p>«Και  ο  Ρούζβελτ  δε  ζήτησε  από  κανέναν  άλλο  να  κοιτάξει  το</p><p>σύμβολο  πριν  δώσει  εντολή  στο  Υπουργείο  Οικονομικών  να  το</p><p>τυπώσει;»</p><p>«Δεν είχε λόγο. Ο Ρούζβελτ και ο Γουάλας ήταν σαν αδέλφια».</p><p>«Αδέλφια;»</p><p>«Έλεγξε  τα  βιβλία  της  ιστορίας,  αν  θες»,  είπε  ο  Λάνγκντον</p><p>χαμογελώντας. «Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ήταν γνωστός μασόνος».</p><p>32</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ την ανάσα του την ώρα που το Χ‐33</p><p>κατέβαινε  σαν  βολίδα  στο  Διεθνή  Αερολιμένα  Λεονάρντο  ντα</p><p>Βίντσι  στη  Ρώμη.  Η  Βιτόρια  καθόταν  απέναντι  του  με  τα  μάτια</p><p>κλειστά,  σαν  να προσπαθούσε  να  ελέγξει  την  κατάσταση με  τη</p><p>* New Deal: Ονομασία που δόθηκε στην προσπάθεια του Ρούζβελτ να</p><p>αναζωογονήσει την αμερικανική οικονομία τη δεκαετία του 1930. (Σ.τ.Μ.)</p><p>θέληση της. Το αεροσκάφος προσγειώθηκε και κινήθηκε προς ένα</p><p>ιδιωτικό υπόστεγο.</p><p>«Λυπάμαι  για  την  καθυστέρηση»,  απολογήθηκε  ο  πιλότος</p><p>βγαίνοντας από το πιλοτήριο. «Ήμουν υποχρεωμένος να μειώσω</p><p>ταχύτητα.  Τήρηση  των  ορίων  θορύβου  πάνω  από  κατοικημένες</p><p>περιοχές και τα σχετικά...»</p><p>Ο  Λάνγκντον  κοίταξε  το  ρολόι  του.  Η  πτήση  είχε  διαρκέσει</p><p>τριάντα εφτά λεπτά.</p><p>Ο πιλότος άνοιξε την εξωτερική πόρτα.</p><p>«Θέλει να μου πει κανείς τι τρέχει;»</p><p>Ούτε η Βιτόρια ούτε ο Λάνγκντον έδωσαν κάποια απάντηση.</p><p>«Πολύ καλά»,  είπε και  τεντώθηκε. «Θα βρίσκομαι στο πιλοτήριο</p><p>παρέα  με  το  κλιματιστικό  και  τη  μουσική  μου.  Μόνο  εγώ  και  ο</p><p>Γκαρθ»*.</p><p>Ήταν αργά το απόγευμα και ο ήλιος έκαιγε έξω από το υπόστεγο.</p><p>Ο Λάνγκντον είχε ρίξει το σακάκι στον ώμο του. Η Βιτόρια ύψωσε</p><p>το πρόσωπο της προς τον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν</p><p>να της μετέδιδε ο ήλιος κάποιου είδους αναζωογονητική ενέργεια.</p><p>Μεσόγειος,  σκέφτηκε  ο  Λάνγκντον,  που  είχε  αρχίσει  ήδη  να</p><p>ιδρώνει.</p><p>«Λίγο μεγάλος δεν είσαι για καρτούν;» ρώτησε η Βιτόρια χωρίς να</p><p>ανοίξει τα μάτια της.</p><p>«Συγνώμη;»</p><p>«Το ρολόι σου. Το πρόσεξα στο αεροπλάνο».</p><p>Ο Λάνγκντον κοκκίνισε ελαφρά. Ήταν πια συνηθισμένος στο να</p><p>πρέπει  να  υπερασπίζεται  τη  συγκεκριμένη  επιλογή  του.  Η</p><p>συλλεκτική  έκδοση  του  ρολογιού  με  τον  Μίκι  Μάους  ήταν  ένα</p><p>* Ο συγγραφέας αναφέρεται στον Γκαρθ Μπρουκς, το δημοφιλέστερο</p><p>τραγουδιστή κάντρι μουσικής στις ΗΠΑ. (Σ.τ.Μ.)</p><p>δώρο  από  τους  γονείς  του  όταν  ήταν  ακόμα  παιδί.  Παρότι  το</p><p>θέαμα του Μίκι που γύριζε τα χέρια του δείχνοντας την ώρα και</p><p>τα  λεπτά  ήταν  μάλλον  αστείο  στον  καρπό  ενός  ενηλίκου,  ο</p><p>Λάνγκντον  δεν  είχε  φορέσει  άλλο  ρολόι  στη  ζωή  του.  Ήταν</p><p>αδιάβροχο  και  φωσφόριζε  στο  σκοτάδι,  πράγμα  που  το</p><p>καθιστούσε  ιδανικό για την πισίνα ή για τα σκοτεινά μονοπάτια</p><p>του  πανεπιστημίου  τα  βράδια.  Όταν  οι  φοιτητές  του  τον</p><p>ρωτούσαν  για  τη  στιλιστική  επιλογή  του,  τους  απαντούσε  ότι</p><p>φορούσε  τον Μίκι  για  να  του  υπενθυμίζει  καθημερινά να μείνει</p><p>νέος εσωτερικά.</p><p>«Είναι έξι ακριβώς», είπε.</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά, με τα μάτια ακόμα κλειστά.</p><p>«Νομίζω ότι το μεταφορικό μας μέσο μόλις κατέφτασε».</p><p>Ο  Λάνγκντον  άκουσε  το  μακρινό  βόμβο,  σήκωσε  τα  μάτια  του</p><p>στον  ουρανό  και  ένιωσε  ένα  αίσθημα  ναυτίας.  Ένα  ελικόπτερο</p><p>πλησίαζε από το βορρά, χαμηλώνοντας πάνω από το διάδρομο. Ο</p><p>Λάνγκντον είχε ταξιδέψει μόνο μία φορά με ελικόπτερο, όταν είχε</p><p>πάει  στην  Κόκκινη  Κοιλάδα  των  Άνδεων  αναζητώντας  τις</p><p>γραμμές  Νάσκα*  στις  έρημους  της  ομώνυμης  περιοχής,  και  δεν</p><p>του  είχε αρέσει  καθόλου.  Ιπτάμενο κονσερβοκούτι. Έχοντας ήδη</p><p>πετάξει  δυο  φορές  με  το  διαστημικό  Χ‐33  μέσα  στο  ίδιο  πρωινό,</p><p>είχε  την  ελπίδα  ότι  το  Βατικανό  θα  έστελνε  αυτοκίνητο.</p><p>Προφανώς όχι.</p><p>Το  ελικόπτερο  επιβράδυνε  όταν  έφτασε  κοντά  τους,  αιωρήθηκε</p><p>επιτόπου  για  λίγο  και  υστέρα  προσγειώθηκε  στο  διάδρομο,</p><p>* Γιγαντιαία γεώγλυφα (σπείρες, ζώα και γραμμές) σε γεωμετρική διάταξη, τα</p><p>οποία σχηματίστηκαν πριν από αιώνες στην ομώνυμη κοιλάδα του νότιου Περού</p><p>και συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια που</p><p>αντιμετωπίζει η αρχαιολογία, η οποία δεν έχει ανακαλύψει ακόμα τι σκοπό</p><p>εξυπηρετούσαν. Πάντως, η επικρατούσα άποψη είναι ότι δημιουργήθηκαν από</p><p>τον πολιτισμό Νάσκα (200 π.Χ,-600 μ.Χ.), καθώς μοιάζουν με τα μοτίβα των</p><p>αγγείων του. (Σ.τ.Ε.)</p><p>ακριβώς  μπροστά  τους.  Η  άτρακτος  ήταν  λευκή  και  στο  πλάι</p><p>έφερε ένα θυρεό: τρία κλειδιά τοποθετημένα σταυρωτά πάνω από</p><p>μια  ασπίδα,  με  την  παπική  τιάρα  στην  κορυφή.  Γνώριζε  το</p><p>έμβλημα πολύ καλά.</p><p>Ήταν η παραδοσιακή σφραγίδα του Βατικανού,  το  ιερό σύμβολο</p><p>της Αγίας Έδρας  (η λέξη «έδρα» χρησιμοποιούνταν κυριολεκτικά</p><p>και αναφερόταν στον αρχαίο θρόνο του αγίου Πέτρου).</p><p>Το  Άγιο  Ελικόπτερο,  χλεύασε  ο  Λάνγκντον  βλέποντας  το</p><p>αεροσκάφος  να  προσγειώνεται.  Είχε  ξεχάσει  ότι  το  Βατικανό</p><p>διέθετε  ένα  ελικόπτερο  το  οποίο  χρησιμοποιούνταν  για  να</p><p>μεταφέρει τον Πάπα στο αεροδρόμιο, σε συναντήσεις ή στο θερινό</p><p>παλάτι  στο  Καστέλ  Γκαντόλφο.  Ο  Λάνγκντον  θα  προτιμούσε</p><p>χίλιες φορές ένα αυτοκίνητο.</p><p>Ο  πιλότος  κατέβηκε  από  το  ελικόπτερο  και  κινήθηκε  προς  το</p><p>μέρος  τους  διασχίζοντας  τον  ασφαλτοστρωμένο  διάδρομο  με</p><p>μεγάλα βήματα.</p><p>Τώρα ήταν</p><p>η σειρά της Βιτόρια να αισθανθεί άβολα.</p><p>«Αυτός είναι ο πιλότος μας;»</p><p>Ο Λάννκντον συμμεριζόταν την ανησυχία της.</p><p>«Να πετάει κανείς ή να μην πετάει; Ιδού η απορία...»</p><p>Ο πιλότος  ήταν  ντυμένος  με  μια  στολή φτιαγμένη,  θαρρείς,  για</p><p>κάποια  θεατρική  παράσταση  έργου  του  Σαίξπηρ.  Το  φουσκωτό</p><p>γιλέκο  του  είχε  κάθετες  ρίγες  σε  έντονο  μπλε  και  χρυσαφί.</p><p>Φορούσε ασορτί παντελόνι μέχρι το γόνατο και γκέτες. Στα πόδια</p><p>του  είχε  περασμένα  μαύρα  ίσια  παπούτσια  που  θύμιζαν</p><p>παντόφλες. Στο κεφάλι φορούσε ένα μαύρο βελούδινο μπερέ.</p><p>«Η  παραδοσιακή  στολή  της  Ελβετικής  Φρουράς»,  εξήγησε  ο</p><p>Λάνγκντον.  «Σχεδιασμένη  από  τον  ίδιο  τον  Μιχαήλ  Άγγελο».</p><p>Καθώς  ο  άντρας  πλησίαζε,  ο  Αμερικανός  έκανε  ένα  μορφασμό.</p><p>«Οφείλω  να  ομολογήσω  ότι  δεν  ήταν  μια  από  τις  καλύτερες</p><p>στιγμές του καλλιτέχνη».</p><p>Παρά  τη  φανταχτερή  στολή  που  φορούσε,  ήταν  φανερό  ότι  ο</p><p>άντρας βρισκόταν σε σοβαρή αποστολή. Πλησίασε προς το μέρος</p><p>τους με όλο το κόρδωμα και την έπαρση επίλεκτου πεζοναύτη. Ο</p><p>Λάνγκντον  είχε  διαβάσει  επανειλημμένα  σχετικά  με  τις</p><p>υψηλότατες προδιαγραφές που έπρεπε να πληροί κάποιος για να</p><p>γίνει  μέλος  της  επίλεκτης  Ελβετικής  Φρουράς.  Η  στρατολόγηση</p><p>γινόταν  από  τα  τέσσερα  καθολικά  καντόνια  της  Ελβετίας.  Οι</p><p>υποψήφιοι έπρεπε να είναι Ελβετοί μεταξύ δεκαεννέα και τριάντα</p><p>ετών,  με  ύψος  τουλάχιστον  1,70  μέτρο,  εκπαιδευμένοι  από  τον</p><p>Ελβετικό Στρατό και ανύπαντροι.</p><p>Το  αυτοκρατορικό  αυτό  σώμα  θεωρούνταν  από  τις  κυβερνήσεις</p><p>όλου  του  κόσμου  μια  από  τις  πιο  αξιόπιστες  και  θανάσιμες</p><p>δυνάμεις ασφαλείας στον πλανήτη.</p><p>«Είστε από το CERN;»  ρώτησε ο φρουρός μόλις  έφτασε μπροστά</p><p>τους. Η φωνή του ήταν παγερή και άχρωμη.</p><p>«Μάλιστα, κύριε», απάντησε ο Λάνγκντον.</p><p>«Φτάσατε  εξαιρετικά  γρήγορα»,  είπε,  ρίχνοντας  ένα  απορημένο</p><p>βλέμμα στο Χ‐33. Στράφηκε στη Βιτόρια. «Κυρία μου, έχετε κάποιο</p><p>άλλο ένδυμα;»</p><p>«Με συγχωρείτε;»</p><p>Έγνεψε προς τα πόδια της.</p><p>«Τα  κοντά  παντελόνια  δεν  επιτρέπονται  μέσα  στην  Πόλη  του</p><p>Βατικανού».</p><p>Ο Λάνγκντον  έστρεψε  το  βλέμμα  του στα πόδια  της Βιτόρια και</p><p>συνοφρυώθηκε.  Το  είχε  ξεχάσει.  Στην  Πόλη  του  Βατικανού</p><p>απαγορευόταν αυστηρά να κυκλοφορεί  κανείς με  το πόδι γυμνό</p><p>πάνω  από  το  γόνατο,  είτε  ήταν  άντρας  είτε  γυναίκα.  Ο</p><p>κανονισμός αυτός αποτελούσε έκφραση σεβασμού στην ιερότητα</p><p>της Πόλης του Θεού.</p><p>«Αυτό είναι το μόνο που έχω», είπε εκείνη. «Ήρθαμε βιαστικά».</p><p>Ο  φρουρός  έγνεψε,  φανερά  δυσαρεστημένος.  Ύστερα  στράφηκε</p><p>στον Λάνγκντον.</p><p>«Οπλοφορείτε;»</p><p>Αν οπλοφορώ; απόρησε ο Λάνγκντον. Εδώ δεν έχω φέρει μαζί μου</p><p>ούτε μια αλλαξιά εσώρουχα! Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.</p><p>Ο  στρατιώτης  έσκυψε  στα  πόδια  του  Λάνγκντον  και  ξεκίνησε</p><p>σωματική έρευνα, αρχίζοντας από τις κάλτσες του. Άνθρωπος με</p><p>μεγάλη  εμπιστοσύνη!  σκέφτηκε  ο  Αμερικανός.  Τα  δυνατά  χέρια</p><p>του φρουρού μετακινούνταν προς  τα πάνω χτυπώντας  τα πόδια</p><p>του  Λάνγκντον,  πλησιάζοντας  επικίνδυνα  τον  καβάλο  του.</p><p>Τελικά  πέρασαν  στο  θώρακα  και  στους  ώμους  του.  Έχοντας</p><p>σιγουρευτεί  ότι  εκείνος  ήταν  εντάξει,  ο  φρουρός  γύρισε  στη</p><p>Βιτόρια. Έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα στα πόδια και στον κορμό</p><p>της.</p><p>Η Βιτόρια τον αγριοκοίταξε.</p><p>«Ούτε να το σκεφτείς...»</p><p>Ο  φρουρός  κάρφωσε  τη  Βιτόρια  με  ένα  βλέμμα  που  προφανώς</p><p>είχε  στόχο  να  τη  φοβίσει.  Η  κοπέλα  ούτε  καν  ανοιγόκλεισε  τα</p><p>μάτια.</p><p>«Τι είναι αυτό;» είπε ο φρουρός, δείχνοντας κάτι που φούσκωνε σε</p><p>μια από τις μπροστινές τσέπες του σορτς.</p><p>Η  Βιτόρια  έβγαλε  από  την  τσέπη  της  ένα  πολύ  λεπτό  κινητό</p><p>τηλέφωνο.  Ο  φρουρός  το  πήρε,  το  άνοιξε,  περίμενε  μέχρι  να</p><p>ακούσει το σήμα και ύστερα, έχοντας προφανώς πειστεί ότι ήταν</p><p>πράγματι απλώς  ένα  τηλέφωνο,  της  το  επέστρεψε. Η Βιτόρια  το</p><p>έβαλε ξανά στην τσέπη της.</p><p>«Γυρίστε, παρακαλώ», είπε ο φρουρός.</p><p>Η Βιτόρια συμμορφώθηκε, τεντώνοντας τα χέρια της στο πλάι και</p><p>κάνοντας  μια  πλήρη  περιστροφή.  Ο  φρουρός  την  εξέτασε</p><p>προσεκτικά. Ο Λάνγκντον  είχε  ήδη  καταλήξει  ότι  το  εφαρμοστό</p><p>σορτς και το πουκάμισο που φορούσε η Βιτόρια δε φούσκωναν σε</p><p>κανένα σημείο που δε θα έπρεπε. Προφανώς ο φρουρός κατέληξε</p><p>στο ίδιο συμπέρασμα.</p><p>«Ευχαριστώ. Ακολουθήστε με, παρακαλώ».</p><p>Ο έλικας του ελικοπτέρου της Ελβετικής Φρουράς γυρνούσε αργά</p><p>καθώς πλησίαζαν η Βιτόρια και ο Λάνγκντον. Η κοπέλα ανέβηκε</p><p>πρώτη, με άνεση επαγγελματία, χωρίς σχεδόν να σκύψει καθόλου</p><p>καθώς  περνούσε  κάτω  από  τα  περιστρεφόμενα  πτερύγια.  Ο</p><p>Λάνγκντον κοντοστάθηκε για λίγο.</p><p>«Υποθέτω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάρουμε αυτοκίνητο...»</p><p>φώναξε, μισο‐αστειευόμενος, στον Ελβετό φρουρό, ο οποίος πήγε</p><p>να σκαρφαλώσει στη θέση του πιλότου.</p><p>Ο άντρας δεν απάντησε.</p><p>Ο Λάνγκντον ήξερε ότι, με τους μανιακούς οδηγούς της Ρώμης, η</p><p>πτήση ήταν ασφαλέστερη, ούτως ή άλλως. Πήρε μια βαθιά ανάσα</p><p>και  ανέβηκε,  σκύβοντας  προσεκτικά  καθώς  περνούσε  κάτω  από</p><p>τα περιστρεφόμενα πτερύγια.</p><p>Καθώς  ο  φρουρός  έβαζε  μπροστά  τις  μηχανές,  η  Βιτόρια  του</p><p>φώναξε:</p><p>«Έχετε εντοπίσει τον κύλινδρο;»</p><p>Ο φρουρός γύρισε και την κοίταξε απορημένος.</p><p>«Τον ποιό;»</p><p>«Τον κύλινδρο. Καλέσατε το CERN για κάποιον κύλινδρο, σωστά;»</p><p>Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Δεν  έχω  ιδέα  για  τι  πράγμα  μιλάτε.  Είμαστε  πολύ</p><p>απασχολημένοι  σήμερα.  Ο  διοικητής  μου  με  έστειλε  να  σας</p><p>παραλάβω. Αυτό γνωρίζω μόνο».</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε ανήσυχη τον Λάνγκντον.</p><p>«Προσδεθείτε,  παρακαλώ»,  είπε  ο  πιλότος,  ανεβάζοντας  τις</p><p>στροφές του κινητήρα.</p><p>Ο Λάνγκντον άπλωσε τα χέρια του στη ζώνη και την έσφιξε γύρω</p><p>του.  Η  στενόχωρη  άτρακτος  φάνηκε  να  συρρικνώνεται  ακόμα</p><p>περισσότερο. Την επόμενη στιγμή, με έναν εκκωφαντικό θόρυβο,</p><p>το ελικόπτερο απογειώθηκε και έστριψε απότομα προς τα βόρεια,</p><p>με κατεύθυνση προς τη Ρώμη.</p><p>Η  Αιώνια  Πόλη,  η  πόλη  που  κάποτε  κυβερνούσε  ο  Ιούλιος</p><p>Καίσαρας,  η  πόλη  όπου  σταυρώθηκε  ο  άγιος  Πέτρος.  Η  κοιτίδα</p><p>του  συγχρόνου  πολιτισμού.  Και  στην  καρδιά  της...  μια</p><p>ωρολογιακή βόμβα.</p><p>33</p><p>ΑΠΟ  ΨΗΛΑ  Η  ΡΩΜΗ  έμοιαζε  με  λαβύρινθο,  ένα  χαώδες</p><p>σύμπλεγμα  παμπάλαιων  δρόμων  που  ελίσσονταν  γύρω  από</p><p>κτίρια, σιντριβάνια και αρχαία ερείπια.</p><p>Το  ελικόπτερο  του  Βατικανού  πετούσε  χαμηλά,  σκίζοντας  τον</p><p>αέρα  καθώς  κατευθυνόταν  προς  τα  βορειοδυτικά,  περνώντας</p><p>μέσα  από  το  μόνιμο  στρώμα  νέφους  που  προξενούσε  η  πυκνή</p><p>κυκλοφορία στους δρόμους της πόλης.</p><p>Ο  Λάνγκντον  παρατηρούσε  τα  μοτοποδήλατα,  τα  τουριστικά</p><p>λεωφορεία  και  τις  στρατιές  των  μικροσκοπικών  μοντέλων  της</p><p>Φίατ  που  έκαναν  κύκλους  γύρω  από  πλατείες  κινούμενα  προς</p><p>όλες  τις  κατευθύνσεις.  Koyaanisqatsi,  σκέφτηκε,  φέρνοντας  στο</p><p>μυαλό του τη λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Ινδιάνοι Χόπι για να</p><p>δηλώσουν τη «ζωή εκτός ισορροπίας».</p><p>Η Βιτόρια καθόταν στο διπλανό κάθισμα, εκπέμποντας μια αύρα</p><p>σιωπηλής αποφασιστικότητας.</p><p>Το ελικόπτερο έστριψε απότομα.</p><p>Νιώθοντας  το  στομάχι  του  να  αναποδογυρίζει,  ο  Λάνγκντον</p><p>έστρεψε το βλέμμα του πέρα στον ορίζοντα. Εντόπισε τα ερείπια</p><p>του  ρωμαϊκού  Κολοσσαίου,  το  οποίο  ο  ίδιος  πίστευε  πάντα  ότι</p><p>συνιστούσε μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ιστορίας. Ενώ</p><p>σήμερα  θεωρούνταν  ένα  απαράμιλλο  σύμβολο  της  ανόδου  του</p><p>ανθρώπινου  πολιτισμού,  το  στάδιο  είχε  κατασκευαστεί  για  να</p><p>χρησιμοποιηθεί  ως  αρένα,  η  οποία,  μάλιστα,  φιλοξένησε  επί</p><p>αιώνες  κάθε  είδους  βάρβαρες  εκδηλώσεις:  κατασπάραξη</p><p>αιχμαλώτων  από  πεινασμένα  λιοντάρια,  μονομαχίες  σκλάβων</p><p>μέχρι  θανάτου,  ομαδικούς  βιασμούς  εξωτικών  γυναικών  που</p><p>είχαν  αιχμαλωτιστεί  σε  μακρινές  χώρες,  καθώς  και  δημόσιους</p><p>αποκεφαλισμούς  και  ευνουχισμούς.  Αποτελούσε  τραγική</p><p>ειρωνεία, σκέφτηκε ο Λάνγκντον ‐ή, πάλι, ίσως να ήταν απολύτως</p><p>ταιριαστό‐  το  γεγονός  ότι  το  Κολοσσαίο  είχε  αποτελέσει  το</p><p>αρχιτεκτονικό  πρότυπο  για  την  κατασκευή  του  γηπέδου</p><p>αμερικανικού  ποδοσφαίρου  του  Χάρβαρντ,  όπου  οι  βάρβαρες</p><p>αρχαίες  παραδόσεις  αναβίωναν  κάθε  φθινόπωρο,  όταν</p><p>φανατισμένοι  οπαδοί  ούρλιαζαν  ζητώντας  από  το  Χάρβαρντ  να</p><p>πιει το αίμα του Γέιλ.</p><p>Καθώς το ελικόπτερο συνέχιζε</p><p>την πορεία του προς τα βόρεια, ο</p><p>Λάνγκντον  διέκρινε  τη  Ρωμαϊκή  Αγορά,  την  καρδιά  της</p><p>προχριστιανικής  Ρώμης.  Τα  ερείπια  των  κιόνων  θύμιζαν</p><p>ρημαγμένες  ταφόπλακες  σε  κοιμητήριο  οι  οποίες  είχαν  με</p><p>κάποιον  τρόπο  κατορθώσει  να  ξεφύγουν  από  την  αδηφάγα</p><p>μητρόπολη  που  εκτεινόταν  γύρω  τους.  Στα  δυτικά  η  φαρδιά</p><p>κοιλάδα  του  ποταμού  Τίβερη  ενωνόταν  με  μεγάλες  γέφυρες  με</p><p>την  πόλη.  Ακόμα  και  από  τον  αέρα  ο  Λάνγκντον  μπορούσε  να</p><p>καταλάβει  ότι  το  νερό  ήταν  βαθύ.  Τα  ρεύματα  του  ποταμού</p><p>κατέβαζαν  καφετί  νερό,  γεμάτο  ιζήματα  και  αφρούς  από</p><p>πρόσφατες νεροποντές.</p><p>«Ευθεία  μπροστά»,  είπε  ο  πιλότος,  ανεβάζοντας  το  ελικόπτερο</p><p>πιο ψηλά.</p><p>Ο  Λάνγκντον  και  η  Βιτόρια  κοίταξαν  έξω  και  την  είδαν.  Σαν</p><p>βουνό που αναδύεται μέσα από  την πρωινή ομίχλη,  ο  τεράστιος</p><p>τρούλος υψωνόταν μέσα στην καταχνιά του ορίζοντα: η βασιλική</p><p>του Αγίου Πέτρου.</p><p>«Εδώ όμως»,  είπε ο Λάνγκντον στη Βιτόρια, «ο Μιχαήλ Άγγελος</p><p>πέτυχε απόλυτα».</p><p>Ο Αμερικανός δεν είχε ξαναδεί τον Άγιο Πέτρο από τον αέρα. Η</p><p>μαρμάρινη  πρόσοψη  έλαμπε  σαν  φλόγα  κάτω  από  τον</p><p>απογευματινό ήλιο. Διακοσμημένο με εκατόν σαράντα αγάλματα</p><p>αγίων,  μαρτύρων  και  αγγέλων,  το  κολοσσιαίο  οικοδόμημα  είχε</p><p>πλάτος ίσο με αυτό δύο ποδοσφαιρικών γηπέδων και μήκος ίσο με</p><p>έξι  γήπεδα.  Το  τεράστιο  εσωτερικό  της  βασιλικής  είχε  χώρο  για</p><p>πάνω από εξήντα χιλιάδες πιστούς, αριθμό εκατονταπλάσιο του</p><p>πληθυσμού της Πόλης του Βατικανού, της μικρότερης χώρας του</p><p>κόσμου.</p><p>Έμοιαζε  απίστευτο,  όμως  ακόμα  και  ένα  κτίσμα  αυτού  του</p><p>μεγέθους δεν έκανε την πλατεία που εκτεινόταν μπροστά του να</p><p>δείχνει  μικρή.  Φτιαγμένη  εξ  ολοκλήρου  από  γρανίτη,  η  πλατεία</p><p>του Αγίου Πέτρου ήταν ένας ασύλληπτα μεγάλος ανοιχτός χώρος</p><p>για  τα  δεδομένα  της  στενόχωρης,  πυκνοδομημένης  Ρώμης,  κάτι</p><p>σαν  το  Σέντραλ  Παρκ  στο  πιο  κλασικό.  Μπροστά  από  τη</p><p>βασιλική, στην περιφέρεια της αχανούς οβάλ πλατείας, διακόσιοι</p><p>ογδόντα  τέσσερις  στύλοι  ήταν  διατεταγμένοι  σε  τέσσερις</p><p>ομόκεντρους  κύκλους  φθίνουσας  διαμέτρου  από  την  εξωτερική</p><p>περίμετρο προς το κέντρο, ένα αρχιτεκτονικό τέχνασμα που είχε</p><p>στόχο  να  ενισχύσει  την  αίσθηση  μεγαλείου  που  απέπνεε  η</p><p>πλατεία.</p><p>Καθώς χάζευε το μεγαλόπρεπο κτίσμα που ορθωνόταν μπροστά</p><p>του, ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε τι θα σκεφτόταν ο άγιος Πέτρος</p><p>αν βρισκόταν εκεί αυτή τη στιγμή. Ο απόστολος είχε πεθάνει με</p><p>φριχτό  τρόπο,  σταυρωμένος  ανάποδα,  σε  εκείνο  ακριβώς  το</p><p>σημείο.</p><p>Τώρα  αναπαυόταν  στην  πιο  ιερή  από  τις  λειψανοθήκες,</p><p>ενταφιασμένος  σε  μια  κρύπτη  μερικά  επίπεδα  κάτω  από  την</p><p>επιφάνεια  του  εδάφους,  ακριβώς κάτω από  τον  κεντρικό  τρούλο</p><p>της βασιλικής.</p><p>«Η Πόλη του Βατικανού», είπε ο πιλότος, όμως στη φωνή του δεν</p><p>υπήρχε ίχνος καλωσορίσματος.</p><p>Ο  Λάνγκντον  μελέτησε  τα  πανύψηλα  πέτρινα  τείχη  που</p><p>ορθώνονταν  μπροστά  τους,  απόρθητες  οχυρώσεις  που</p><p>περιέζωναν το συγκρότημα, μια παράδοξα γήινη άμυνα για έναν</p><p>πνευματικό κόσμο μυστικών, δύναμης και μυστηρίου.</p><p>«Κοίτα!»  πετάχτηκε  ξαφνικά η  Βιτόρια,  αρπάζοντας  το μπράτσο</p><p>του Λάνγκντον.</p><p>Αναστατωμένη,  του  έγνεψε  προς  την  κατεύθυνση  της  πλατείας</p><p>του  Αγίου  Πέτρου,  που  εκτεινόταν  ακριβώς  από  κάτω  τους.  Ο</p><p>Λάνγκντον πίεσε το πρόσωπο του στο παράθυρο και κοίταξε.</p><p>«Εκεί πέρα», του είπε, δείχνοντας κάτι με το δάχτυλο της.</p><p>Ο  Λάνγκντον  ακολούθησε  τη  νοητή  ευθεία  του.  Το  πίσω  μέρος</p><p>της  πλατείας  θύμιζε  χώρο  στάθμευσης,  όπου  στριμώχνονταν</p><p>περίπου  δώδεκα  φορτηγάκια.  Στην  οροφή  του  κάθε  φορτηγού</p><p>διακρίνονταν δορυφορικές κεραίες στραμμένες προς τον ουρανό.</p><p>Στα πιάτα ήταν αποτυπωμένα γνώριμα ονόματα:</p><p>TELEVISOR EUROPEA</p><p>VIDEO ITALIA</p><p>BBC</p><p>UNITED PRESS INTERNATIONAL</p><p>Ο  Λάνγκντον  αισθάνθηκε  ξαφνικά  μπερδεμένος.  Αναρωτήθηκε</p><p>αν είχε ήδη διαρρεύσει η είδηση για την αντιύλη.</p><p>Η Βιτόρια έδειχνε ιδιαίτερα νευρική.</p><p>«Γιατί βρίσκονται οι δημοσιογράφοι εδώ; Τι συμβαίνει;»</p><p>Ο πιλότος  γύρισε  και  της  έριξε  ένα περίεργο  βλέμμα πάνω από</p><p>τον ώμο του.</p><p>«Τι συμβαίνει; Δε γνωρίζετε;»</p><p>«Όχι»,  απάντησε  η  κοπέλα  απότομα,  με  φωνή  αφύσικα  βραχνή</p><p>και δυνατή.</p><p>«Il Conclavo»,  είπε  εκείνος. «Πρόκειται  να σφραγιστεί  σε περίπου</p><p>μία ώρα. Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθεί».</p><p>Il Conclavo.</p><p>Η  λέξη  αντηχούσε  για  αρκετή  ώρα  στα  αφτιά  του  Λάνγκντον</p><p>μέχρι να συνειδητοποιήσει πλήρως τη σημασία της. Il Conclavo. Το</p><p>κονκλάβιο του Βατικανού. Πώς ήταν δυνατόν να το έχει ξεχάσει;</p><p>Η είδηση προβαλλόταν συνέχεια τις τελευταίες μέρες.</p><p>Δεκαπέντε  μέρες  πριν  ο  Πάπας,  έπειτα  από  μια  εξαιρετικά</p><p>πετυχημένη  ποιμαντορία  δώδεκα  ετών  από  τον  παπικό  θρόνο,</p><p>είχε  αποβιώσει.  Όλες  οι  εφημερίδες  στον  πλανήτη  είχαν</p><p>κυκλοφορήσει έχοντας στο πρωτοσέλιδο την είδηση του μοιραίου</p><p>εγκεφαλικού που  είχε  υποστεί  ο Ποντίφικας  ενώ κοιμόταν,  ενός</p><p>ξαφνικού  και  απρόσμενου  θανάτου,  που  πολλοί  ψιθύριζαν  ότι</p><p>ήταν  ύποπτος.  Τώρα,  πάντως,  σύμφωνα  με  την  ιερή  παράδοση,</p><p>δεκαπέντε  μέρες  μετά  το  θάνατο  του  Πάπα,  στο  Βατικανό</p><p>πραγματοποιούνταν το κονκλάβιο, η ιερή τελετή κατά την οποία</p><p>εκατόν  εξήντα  πέντε  καρδινάλιοι  από  ολόκληρο  τον  κόσμο  ‐οι</p><p>ισχυρότεροι  άντρες  της  χριστιανοσύνης‐  συγκεντρώνονταν  στην</p><p>Πόλη του Βατικανού προκειμένου να εκλέξουν το νέο Ποντίφικα.</p><p>Όλοι  οι  καρδινάλιοι  τον  πλανήτη  βρίσκονται  εδώ  σήμερα,</p><p>σκέφτηκε ο Λάνγκντον καθώς το ελικόπτερο περνούσε πάνω από</p><p>τη  βασιλική  του  Αγίου  Πέτρου.  Ο  μικρόκοσμος  της  Πόλης  του</p><p>Βατικανού  απλωνόταν  από  κάτω  του.  Ολόκληρη  η  δομή  της</p><p>εξουσίας  της Ρωμαιοκαθολικής  Εκκλησίας  κάθεται πάνω σε μια</p><p>ωρολογιακή βόμβα.</p><p>34</p><p>Ο ΚΑΡΔΙΝΑΛΙΟΣ ΜΟΡΤΑΤΙ σήκωσε τα μάτια του προς τα πάνω</p><p>και  κοίταξε  την  περίτεχνη  οροφή  της  Καπέλα  Σιξτίνα,</p><p>προσπαθώντας  να  απολαύσει  λίγες  στιγμές  ηρεμίας  και</p><p>αυτοσυγκέντρωσης.  Το  παρεκκλήσι  με  τις  πανέμορφες</p><p>τοιχογραφίες  αντηχούσε  από  τις  φωνές  καρδινάλιων  που</p><p>εκπροσωπούσαν έθνη από ολόκληρο τον κόσμο.</p><p>Κάτω από το φως των κεριών, οι άντρες τάραζαν την ηρεμία του</p><p>ιερού  ναού  ψιθυρίζοντας  ζωηρά  και  συνομιλώντας  σε  διάφορες</p><p>γλώσσες,  μεταξύ  των  οποίων  κυρίαρχες  ήταν  τα  αγγλικά,  τα</p><p>ιταλικά και τα ισπανικά.</p><p>Το φως στο παρεκκλήσι συνήθως προκαλούσε δέος και κατάνυξη,</p><p>έτσι όπως οι μακριές ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν το σκοτάδι</p><p>σαν  ουράνιες  ακτίνες.  Όχι  σήμερα  όμως...  Όπως  όριζε  η</p><p>παράδοση,  όλα  τα παράθυρα  του  ιερού  ναού  είχαν  καλυφτεί  με</p><p>μαύρο  βελούδο,  στο  όνομα  της  μυστικότητας.  Αυτό  εξασφάλιζε</p><p>ότι  κανείς  από  μέσα  δε  θα  μπορούσε  να  κάνει  σινιάλο  ή  να</p><p>επικοινωνήσει  με  οποιονδήποτε  τρόπο  με  τον  εξωτερικό  κόσμο.</p><p>Το αποτέλεσμα ήταν ένα βαθύ σκοτάδι, που έσπαγε μόνο από το</p><p>φως των κεριών, ένα τρεμουλιαστό φως που έμοιαζε να εξαγνίζει</p><p>όλους όσους άγγιζε, κάνοντας τους να μοιάζουν απόκοσμοι, σαν</p><p>άγιοι.</p><p>Πόσο μεγάλο προνόμιο, σκέφτηκε ο Μορτάτι, αποτελεί για μένα η</p><p>επίβλεψη  αυτού  του  καθαγιασμένου  γεγονότος.  Οι  καρδινάλιοι</p><p>που  είχαν  υπερβεί  το  ογδοηκοστό  έτος  της  ηλικίας  τους</p><p>θεωρούνταν  υπερβολικά  ηλικιωμένοι  για  να  ανήκουν  στους</p><p>εκλέκτορες,  γιʹ  αυτό  και  δεν  ήταν  παρόντες  στο  κονκλάβιο.</p><p>Συνεπώς,  σε  ηλικία  εβδομήντα  εννέα  ετών,  ο  Μορτάτι  ήταν  ο</p><p>γηραιότερος  από  τους  ιερωμένους  και  του  είχε  ανατεθεί  η</p><p>επίβλεψη των διαδικασιών.</p><p>Σύμφωνα με την παράδοση, οι καρδινάλιοι συγκεντρώνονταν εκεί</p><p>δυο  ώρες  πριν  από  το  κονκλάβιο  για  να  έχουν  την  ευκαιρία  να</p><p>συναντήσουν παλιούς φίλους και  να κάνουν κάποιες  τελευταίες</p><p>διαβουλεύσεις. Στις 19:00 ο γραμματέας του κεκοιμημένου Πάπα</p><p>ερχόταν,  έλεγε  την  εναρκτήρια  προσευχή  και  ύστερα</p><p>αποχωρούσε.  Στη  συνέχεια  η  Ελβετική  Φρουρά  σφράγιζε  τις</p><p>πόρτες,  κλειδώνοντας  μέσα  όλους  τους  καρδινάλιους.  Αυτό</p><p>σηματοδοτούσε την έναρξη της παλαιότερης και πλέον μυστικής</p><p>πολιτικής διαδικασίας στον κόσμο.</p><p>Οι καρδινάλιοι δεν επρόκειτο να βγουν μέχρις ότου αποφασίσουν</p><p>ποιος από εκείνους θα γινόταν ο επόμενος Πάπας.</p><p>Κονκλάβιο. Ακόμα και η λέξη ήταν μυστικιστική. «Con clave»</p><p>στα</p><p>λατινικά  σήμαινε  «κλειδωμένος  με  κλειδί».  Στους  καρδινάλιους</p><p>δεν  επιτρεπόταν  η  παραμικρή  επαφή  με  τον  εξωτερικό  κόσμο.</p><p>Κανένα  τηλεφώνημα.  Κανένα  μήνυμα.  Καμία  ψιθυριστή  οδηγία</p><p>από  τη  χαραμάδα  κάποιας  πόρτας.  Το  κονκλάβιο  ήταν</p><p>αποκλεισμένο  από  τα  πάντα,  καθώς  δεν  επιτρεπόταν  να</p><p>επηρεαστεί από οποιοδήποτε ερέθισμα από τον εξωτερικό κόσμο.</p><p>Αυτό  θα  εξασφάλιζε  ότι  οι  καρδινάλιοι  θα  είχαν  «Solum</p><p>Deumpme oculis», μόνο το Θεό μπροστά στα μάτια τους.</p><p>Έξω  από  τους  τοίχους  του  παρεκκλησίου,  φυσικά,  τα  μέσα</p><p>μαζικής ενημέρωσης παρακολουθούσαν και περίμεναν, κάνοντας</p><p>εικασίες  σχετικά  με  το  ποιος  από  τους  καρδινάλιους  θα</p><p>εκλεγόταν πνευματικός ηγέτης ενός δισεκατομμυρίου καθολικών</p><p>σε  ολόκληρο  τον  κόσμο.  Τα  κονκλάβια  πραγματοποιούνταν  σε</p><p>μια  έντονη,  πολιτικά  φορτισμένη  ατμόσφαιρα.  Μάλιστα,  στο</p><p>πέρασμα  των  αιώνων  είχαν  γίνει  θέατρα  θανάσιμων</p><p>συγκρούσεων...  Δηλητηριάσεις,  ξυλοδαρμοί,  ακόμα  και  φόνοι</p><p>είχαν λάβει χώρα στο ιερό αυτό κτίριο.</p><p>Όμως  όλα  αυτά  αποτελούν  παρελθόν,  σκέφτηκε  ο  Μορτάτι.  Το</p><p>αποψινό κονκλάβιο θα διεξαχθεί σε κλίμα ενότητας, αγάπης και,</p><p>πάνα απʹ όλα, θα είναι... σύντομο.</p><p>Τουλάχιστον αυτή ήταν η αρχική πρόβλεψη του.</p><p>Τώρα  όμως μια  απροσδόκητη  εξέλιξη  ανέτρεπε  τα  πάντα.  Κατά</p><p>ανεξήγητο  τρόπο,  τέσσερις  καρδινάλιοι  απουσίαζαν  από  το</p><p>παρεκκλήσι. Ο Μορτάτι γνώριζε ότι όλες οι έξοδοι από την Πόλη</p><p>του  Βατικανού  φυλάσσονταν,  συνεπώς  οι  καρδινάλιοι  που</p><p>έλειπαν δε θα μπορούσαν να είχαν πάει μακριά, ωστόσο, καθώς</p><p>απέμενε λιγότερο από μία ώρα μέχρι  την εναρκτήρια προσευχή,</p><p>ένιωθε κάποια ανησυχία. Σε τελική ανάλυση, οι τέσσερις άντρες</p><p>που  απουσίαζαν  δεν  ήταν  τυχαίοι  καρδινάλιοι.  Ήταν  οι</p><p>καρδινάλιοι. Οι τέσσερις υποψήφιοι, οι εκλεκτοί.</p><p>Ως  επόπτης  του  κονκλαβίου,  ο  Μορτάτι  είχε  φροντίσει  να</p><p>ενημερώσει με τον προβλεπόμενο τρόπο την Ελβετική Φρουρά για</p><p>την απουσία των καρδινάλιων. Δεν είχε λάβει ακόμα απάντηση.</p><p>Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους είχαν ήδη παρατηρήσει την</p><p>ανεξήγητη απουσία των τεσσάρων. Οι πρώτοι ψίθυροι ανησυχίας</p><p>είχαν αρχίσει να ακούγονται. Από όλους τους καρδινάλιους, αυτοί</p><p>οι  τέσσερις  θα  έπρεπε  να  είχαν  έρθει  εγκαίρως! Ο Μορτάτι  είχε</p><p>αρχίσει  να  φοβάται  ότι  τους  περίμενε  μια  μακριά  και  δύσκολη</p><p>νύχτα τελικά.</p><p>Δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο δίκιο είχε.</p><p>35</p><p>ΤΟ  ΕΛΙΚΟΔΡΟΜΙΟ  του  Βατικανού,  για  λόγους  ασφάλειας  και</p><p>περιορισμού  του  θορύβου,  βρίσκεται  στο  βορειοδυτικό  άκρο  της</p><p>Πόλης  του  Βατικανού,  όσο  το  δυνατόν  πιο  μακριά  από  τη</p><p>βασιλική του Αγίου Πέτρου.</p><p>«Tenafirma»,  ανακοίνωσε  ο  πιλότος  μόλις  προσγειώθηκαν.</p><p>Κατέβηκε και άνοιξε τη συρόμενη πόρτα για τον Λάνγκντον και</p><p>τη Βιτόρια.</p><p>Ο Αμερικανός, γεμάτος χαρά που πατούσαν επιτέλους σε «στέρεο</p><p>έδαφος», κατέβηκε από το αεροσκάφος και γύρισε να βοηθήσει τη</p><p>Βιτόρια,  όμως  εκείνη  είχε  ήδη  πηδήξει  με  άνεση  στη  γη.  Και  ο</p><p>τελευταίος μυς του σώματος της έμοιαζε να είναι δοσμένος στην</p><p>επίτευξη ενός και μόνο στόχου: του εντοπισμού της αντιύλης πριν</p><p>αυτή αφήσει πίσω της κάποια φριχτή παράδοση.</p><p>Αφού άπλωσε ένα προστατευτικό αντηλιακό κάλυμμα πάνω από</p><p>το  τζάμι  του  πιλοτηρίου,  ο  πιλότος  τους  οδήγησε  σε  ένα</p><p>υπερμέγεθες όχημα σαν αυτά που χρησιμοποιούνται στα γήπεδα</p><p>του  γκολφ,  το  οποίο  τους  περίμενε  κοντά  στο  ελικοδρόμιο.  Το</p><p>όχημα  τους  μετέφερε  κατά  μήκος  της  δυτικής  συνοριακής</p><p>γραμμής  της  χώρας,  ένα  τσιμεντένιο  τείχος  ύψους  σχεδόν</p><p>πενήντα  μέτρων,  με  πάχος  αρκετά  μεγάλο  ώστε  να  αντέξει</p><p>ακόμα και σε επίθεση από άρματα μάχης. Παραταγμένοι από τη</p><p>μέσα πλευρά  του  τείχους,  σε  απόσταση πενήντα μέτρων  ο  ένας</p><p>από  τον  άλλο,  Ελβετοί  φρουροί  στέκονταν  σε  στάση  προσοχής,</p><p>επιτηρώντας τον εσωτερικό περίβολο. Το όχημα έστριψε απότομα</p><p>δεξιά και μπήκε στη Βία ντέλα Οσερβατόριο. Πινακίδες έδειχναν</p><p>προς διάφορες κατευθύνσεις.</p><p>ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ</p><p>ΑΙΘΙΟΠΙΚΟ ΚΟΛΕΓΙΟ</p><p>ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ</p><p>ΚΑΠΕΛΑ ΣΙΞΤΙΝΑ</p><p>Επιτάχυναν πάνω στον περιποιημένο δρόμο, περνώντας μπροστά</p><p>από  ένα  ογκώδες  κτίριο  με  μια  ταμπέλα  που  έγραφε  RADIO</p><p>VATICANO.  Αυτό,  συνειδητοποίησε  με  έκπληξη  ο  Λάνγκντον,</p><p>ήταν  το  κτίριο  του  ραδιοφωνικού  σταθμού  με  τη  μεγαλύτερη</p><p>ακροαματικότητα στον κόσμο, του Ραδιοφώνου του Βατικανού, το</p><p>οποίο  μετέφερε  το  λόγο  του  Θεού  σε  εκατομμύρια  πιστούς  σε</p><p>ολόκληρο τον πλανήτη.</p><p>«Attenzione!»  φώναξε  ο  πιλότος.  «Προσοχή!»  Και  έστριψε</p><p>απότομα σε μια πλατεία.</p><p>Καθώς το όχημα κινούνταν κυκλικά, ο Λάνγκντον δυσκολευόταν</p><p>να πιστέψει την εικόνα που αντίκριζαν τα μάτια του. Οι κήποι του</p><p>Βατικανού, σκέφτηκε. Η καρδιά της Πόλης του Βατικανού. Ευθεία</p><p>μπροστά του υψωνόταν η πίσω πλευρά της βασιλικής του Αγίου</p><p>Πέτρου,  μια  θέα  που,  όπως  συνειδητοποίησε  ο  Λάνγκντον,  οι</p><p>περισσότεροι άνθρωποι  δεν  έβλεπαν ποτέ. Στα δεξιά  εκτεινόταν</p><p>το  Δικαστικό Μέγαρο,  με  τη  μοναδική  μπαρόκ  διακόσμηση,  την</p><p>οποία  μόνο  οι  Βερσαλίες  μπορούσαν  να  συναγωνιστούν.  Το</p><p>Κυβερνητικό  Μέγαρο,  ένα  κτίριο  με  αυστηρή  όψη  όπου</p><p>στεγάζονταν οι  διοικητικές υπηρεσίες  της Πόλης  του Βατικανού,</p><p>βρισκόταν  τώρα  πίσω  τους.  Στα  αριστερά  τους  ξεχώριζε  το</p><p>πελώριο ορθογώνιο οικοδόμημα που φιλοξενούσε τα Μουσεία του</p><p>Βατικανού. Ο Λάνγκντον ήξερε ότι στο συγκεκριμένο ταξίδι δε θα</p><p>είχε χρόνο για επισκέψεις σε μουσεία.</p><p>«Που  έχουν  πάει  όλοι;»  ρώτησε  η  Βιτόρια,  παρατηρώντας  τους</p><p>άδειους κήπους και τα έρημα μονοπάτια.</p><p>Ο φρουρός έλεγξε το υπερσύγχρονο μαύρο ψηφιακό ρολόι του με</p><p>χρονόμετρο, ένα χρονογράφο σε στρατιωτικό στιλ, που χτυπούσε</p><p>στο  μάτι  ως  παράξενος  αναχρονισμός  κάτω  από  το  φουσκωτό</p><p>μανίκι του.</p><p>«Οι  καρδινάλιοι  έχουν  συγκεντρωθεί  στην  Καπέλα  Σιξτίνα.  Το</p><p>κονκλάβιο ξεκινάει σε λιγότερο από μία ώρα».</p><p>Ο  Λάνγκντον  έγνεψε‐καταφατικά,  ενθυμούμενος  αόριστα  ότι</p><p>πριν  από  κάθε  κονκλάβιο  οι  καρδινάλιοι  περνούσαν  δυο  ώρες</p><p>μέσα  στην  Καπέλα  Σιξτίνα  συζητώντας  με  τους  υπόλοιπους</p><p>συναδέλφους  τους  από  ολόκληρο  τον  κόσμο  και  προσπαθώντας</p><p>να συγκεντρωθούν στο έργο που τους περίμενε. Το διάστημα αυτό</p><p>τους παραχωρούνταν ώστε να ανανεωθούν παλιές φιλίες μεταξύ</p><p>των καρδινάλιων και να αποφορτιστεί η εκλογική ατμόσφαιρα.</p><p>«Και οι υπόλοιποι κάτοικοι και το προσωπικό;»</p><p>«Απαγορεύεται  η  παρουσία  τους  στην  πόλη  μέχρι  την</p><p>ολοκλήρωση  του  κονκλαβίου,  για  λόγους  μυστικότητας  και</p><p>ασφάλειας».</p><p>«Και πότε ολοκληρώνεται το κονκλάβιο;»</p><p>Ο φρουρός ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Μόνο ο θεός το ξέρει».</p><p>Τα λόγια του ήχησαν παράξενα αληθινά...</p><p>Αφού στάθμευσε  το όχημα στο παχύ γρασίδι ακριβώς πίσω από</p><p>τη  βασιλική  του  Αγίου  Πέτρου,  ο  φρουρός  συνόδεψε  τον</p><p>Λάνγκντον και τη Βιτόρια σε ένα πέτρινο μονοπάτι που οδηγούσε</p><p>σε μια μαρμάρινη πλατεία  λίγο πιο πέρα από  την πίσω πλευρά</p><p>του ναού. Διασχίζοντας την πλατεία, προσέγγισαν τον πίσω τοίχο</p><p>της  βασιλικής  και  κινήθηκαν  παράλληλα  με  αυτόν,  αφήνοντας</p><p>πίσω  τους  μια  τριγωνική  αυλή,  περνώντας  τη  Βία Μπελβεντέρε</p><p>και φτάνοντας σε μια  σειρά  κτιρίων που  βρίσκονταν σε  κοντινή</p><p>απόσταση το ένα με το άλλο. Η ιστορία της τέχνης που δίδασκε ο</p><p>Λάνγκντον  τον  είχε  εφοδιάσει  με  επαρκή  γνώση  των  ιταλικών</p><p>ώστε  να  μπορέσει  να  διαβάσει  τις  πινακίδες  του  Τυπογραφείου</p><p>του  Βατικανού,  του  Εργαστηρίου  Αποκατάστασης  Ταπισερί,  του</p><p>Ταχυδρομικού  Γραφείου  και  της  εκκλησίας  της  Αγίας  Άννας.</p><p>Διέσχισαν μία ακόμα μικρή πλατεία και έφτασαν στον προορισμό</p><p>τους.</p><p>Το Γραφείο της Ελβετικής Φρουράς στεγάζεται κοντά στο Γραφείο</p><p>του Πάπα, νοτιοανατολικά της βασιλικής του Αγίου Πέτρου.</p><p>Πρόκειται για ένα χαμηλό πέτρινο κτίριο. Αριστερά και δεξιά της</p><p>εισόδου, σαν πέτρινα αγάλματα, στέκονται δύο φρουροί.</p><p>Ο  Λάνγκντον  όφειλε  να  παραδεχτεί  ότι  αυτοί  οι  φρουροί  δεν</p><p>έδειχναν  και  τόσο  αστείοι.  Παρότι  φορούσαν  την  ίδια</p><p>παραδοσιακή  στολή  με  τις  μπλε  και  χρυσαφιές  ρίγες,  ήταν</p><p>οπλισμένοι με το γνωστό «μακρύ ξίφος του Βατικανού». Το όνομα</p><p>ήταν μάλλον παραπλανητικό, αφού στην ουσία επρόκειτο για ένα</p><p>δόρυ δυόμισι</p><p>περίπου μέτρων, το οποίο κατέληγε σε μια λάμα που</p><p>θύμιζε  πέλεκυ.  Το  όπλο,  σύμφωνα  με  τις  φήμες,  είχε</p><p>αποκεφαλίσει αμέτρητους μουσουλμάνους υπερασπιζόμενο τους</p><p>χριστιανούς σταυροφόρους το δέκατο τρίτο αιώνα.</p><p>Μόλις  πλησίασαν  ο  Λάνγκντον  και  η  Βιτόρια,  οι  δύο  φρουροί</p><p>έκαναν  ένα  βήμα  μπροστά  και  σταύρωσαν  τα  όπλα  τους,</p><p>μπλοκάροντας  την  είσοδο.  Ο  ένας  κοίταξε  απορημένος  τον</p><p>πιλότο.</p><p>«pantaloni», είπε, γνέφοντας προς το σορτσάκι της Βιτόρια.</p><p>Ο πιλότος τους έκανε νόημα να παραμερίσουν.</p><p>«Il comandante vuole vederli subito. O διοικητής θέλει να τους δει</p><p>αμέσως!»</p><p>Οι φρουροί συνοφρυώθηκαν. Απρόθυμα, έκαναν στην άκρη.</p><p>Μέσα  στο  κτίριο  ο  αέρας  ήταν  δροσερός.  Ο  Λάνγκντον  είχε</p><p>φανταστεί  το  διοικητήριο  της  επίλεκτης  φρουράς  εντελώς</p><p>διαφορετικό.</p><p>Διακοσμημένοι  και  άψογα  επιπλωμένοι,  οι  διάδρομοι</p><p>φιλοξενούσαν πίνακες ζωγραφικής που ο Αμερικανός καθηγητής</p><p>ήταν βέβαιος ότι οποιοδήποτε μουσείο στον κόσμο θα παρουσίαζε</p><p>ευχαρίστως στην κεντρική αίθουσα του.</p><p>Ο πιλότος έγνεψε προς τα κάτω, δείχνοντας μια απότομη σκάλα.</p><p>«Κατεβείτε, παρακαλώ».</p><p>Ο  Λάνγκντον  και  η  Βιτόρια  κατέβηκαν  τα  λευκά  μαρμάρινα</p><p>σκαλοπάτια,  περνώντας  ανάμεσα  από  δυο  σειρές  γλυπτών  που</p><p>αναπαριστούσαν  γυμνούς  άντρες.  Το  επίμαχο  σημείο  σε  κάθε</p><p>άγαλμα  καλυπτόταν  από  ένα  φύλλο  συκής,  το  οποίο  είχε</p><p>ανοιχτότερο χρώμα από το υπόλοιπο σώμα.</p><p>Ο Μεγάλος Ευνουχισμός, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Επρόκειτο  για  μια  από  τις  μεγαλύτερες  τραγωδίες  στην  ιστορία</p><p>της  αναγεννησιακής  τέχνης.  Το  1857  ο  Πάπας  Πίος  ο  Θʹ</p><p>αποφάσισε  ότι  η  ακριβής  αναπαράσταση  της  μορφής  του</p><p>αντρικού σώματος ενδεχομένως  ,να προκαλούσε εξάρσεις πόθου</p><p>μέσα  στο  Βατικανό.  Έτσι,  πήρε  ένα  καλέμι  και  ένα  σφυρί  και</p><p>απέσπασε  τα  γεννητικά  όργανα  από  κάθε  άγαλμα  που</p><p>αναπαριστούσε  γυμνό  άντρα  μέσα  στην  Πόλη  του  Βατικανού.</p><p>Κατέστρεψε έργα του Μιχαήλ Άγγελου,  του Μπραμάντε και  του</p><p>Μπερνίνι.  Χρησιμοποιήθηκαν  γύψινα  φύλλα  συκής  για  να</p><p>καλυφτεί  η  ζημιά.  Εκατοντάδες  γλυπτά  είχαν  ευνουχιστεί.  Ο</p><p>Λάνγκντον συχνά αναρωτιόταν αν κάπου στον κόσμο υπήρχε ένα</p><p>τεράστιο κιβώτιο γεμάτο μαρμάρινα πέη.</p><p>«Εδω», ανακοίνωσε ο φρουρός.</p><p>Είχαν  φτάσει  στο  τέλος  της  σκάλας,  που  κατέληγε  μπροστά  σε</p><p>μια βαριά ατσάλινη πόρτα. Ο φρουρός πληκτρολόγησε τον κωδικό</p><p>εισόδου και η πόρτα άνοιξε αυτόματα. Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια</p><p>πέρασαν μέσα.</p><p>Πέρα από το κατώφλι επικρατούσε το απόλυτο χάος.</p><p>36</p><p>ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ της Ελβετικής Φρουράς.</p><p>Ο  Λάνγκντον  στάθηκε  στην  πόρτα  χαζεύοντας  την  εικόνα  της</p><p>απόλυτης  σύγκρουσης  των  αιώνων  που  είχε  αποκαλυφτεί</p><p>μπροστά  τους.  Το  δωμάτιο  ήταν  μια  πλούσια  στολισμένη</p><p>αναγεννησιακή βιβλιοθήκη με εντοιχισμένα ράφια για τα βιβλία,</p><p>ανατολίτικα  χαλιά  και  πολύχρωμες  ταπετσαρίες.  Ταυτόχρονα</p><p>όμως  ήταν  γεμάτο  εξοπλισμό  εξαιρετικά  υψηλής  τεχνολογίας.</p><p>Υπήρχαν ολόκληρες σειρές από υπολογιστές, φαξ, ηλεκτρονικούς</p><p>χάρτες  του  συγκροτήματος  του  Βατικανού  και  τηλεοράσεις</p><p>συντονισμένες  στο  CNN.  Άντρες  με  φανταχτερά  χρωματιστά</p><p>παντελόνια  πληκτρολογούσαν  ασταμάτητα  σε  υπολογιστές  και</p><p>άκουγαν με προσήλωση τις πληροφορίες που τους μεταδίδονταν</p><p>από τα φουτουριστικά ακουστικά τους.</p><p>«Περιμένετε εδώ», είπε ο φρουρός.</p><p>Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια περίμεναν ενώ ο φρουρός διέσχισε το</p><p>δωμάτιο  και  πλησίασε  έναν  εξαιρετικά  ψηλό  και  μυώδη  άντρα</p><p>ντυμένο  με  σκούρα  μπλε  στρατιωτική  στολή.  Μιλούσε  σε  ένα</p><p>κινητό τηλέφωνο και στεκόταν τόσο ευθυτενής, που η σπονδυλική</p><p>του στήλη σχεδόν είχε σχηματίσει λόρδωση. Ο φρουρός κάτι  του</p><p>είπε και ο άντρας γύρισε και έριξε μια ματιά στον Λάνγκντον και</p><p>στη Βιτόρια.</p><p>Έγνεψε  και  ύστερα  τους  γύρισε  την  πλάτη  και  συνέχισε  το</p><p>τηλεφώνημα του.</p><p>Ο φρουρός επέστρεψε κοντά τους.</p><p>«Ο διοικητής Ολιβέτι θα σας δει σε λίγο».</p><p>«Ευχαριστούμε».</p><p>Ο φρουρός γύρισε και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε το διοικητή Ολιβέτι στην άλλη άκρη του</p><p>δωματίου,  συνειδητοποιώντας  ότι  στην  πραγματικότητα  ήταν  ο</p><p>αρχηγός  των  ενόπλων  δυνάμεων  μιας  ολόκληρης  χώρας.  Η</p><p>Βιτόρια  και  ο  Λάνγκντον  συνέχιζαν  να  περιμένουν,  παρα‐</p><p>τηρώντας  τα  όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια  τους. Φρουροί</p><p>ντυμένοι  με  τις  χαρακτηριστικές  φανταχτερές  στολές  περι‐</p><p>φέρονταν  αδιάκοπα  εκτοξεύοντας  διαταγές  στα  ιταλικά  με</p><p>βροντερή φωνή.</p><p>«Continua cercando!» ούρλιαζε ένας στο τηλέφωνο.</p><p>«Probasti il museo?» ρωτούσε ένας άλλος.</p><p>Ο Λάνγκντον  δε  χρειαζόταν  να μιλάει  ιταλικά άπταιστα  για  να</p><p>καταλάβει  ότι  το  κέντρο  επιχειρήσεων  βρισκόταν  σε  κατάσταση</p><p>γενικού συναγερμού. Αυτά ήταν τα καλά νέα. Τα κακά νέα ήταν</p><p>ότι προφανώς δεν είχαν εντοπίσει ακόμα την αντιύλη. Οι έρευνες</p><p>συνεχίζονταν.</p><p>«Είσαι εντάξει;» ρώτησε ο Λάνγκντον τη Βιτόρια.</p><p>Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της και χαμογέλασε κουρασμένα.</p><p>Όταν  κάποια  στιγμή  ο  διοικητής  έκλεισε  το  τηλέφωνο  και</p><p>προχώρησε προς το μέρος τους, με κάθε βήμα που έκανε φάνταζε</p><p>ακόμα  πιο  μεγαλόσωμος.  Ο  Λάνγκντον  ήταν  επίσης  ψηλός  και</p><p>δεν ήταν συνηθισμένος να σηκώνει τα μάτια του για να κοιτάξει</p><p>κάποιον  άνθρωπο,  όμως  στην  περίπτωση  του  διοικητή  Ολιβέτι</p><p>αυτό ήταν απαραίτητο. Ο Αμερικανός διαισθάνθηκε αμέσως ότι ο</p><p>διοικητής  ήταν  ένας  άνθρωπος  που  είχε  αντιμετωπίσει  πολλές</p><p>δύσκολες  καταστάσεις  στη  ζωή  του.  Το  πρόσωπο  του  ήταν</p><p>αργασμένο,  σκληρό.  Τα σκούρα μαλλιά  του ήταν κομμένα πολύ</p><p>κοντά, σε στρατιωτικό στιλ, και στα μάτια του έκαιγε μια φλόγα</p><p>ανυποχώρητης  αποφασιστικότητας,  ένα  χαρακτηριστικό  που</p><p>αποκτάται μόνο έπειτα από πολλά χρόνια σκληρής εκπαίδευσης.</p><p>Οι κινήσεις  του ήταν απόλυτα ελεγχόμενες και ακριβείς,  ενώ το</p><p>ακουστικό που ήταν διακριτικά τοποθετημένο πίσω από το αφτί</p><p>του  τον  έκανε  να  μοιάζει  περισσότερο  με  πράκτορα  των</p><p>αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών παρά με μέλος της Ελβετικής</p><p>Φρουράς.</p><p>Ο  διοικητής  τους  μίλησε  στα  αγγλικά  με  μια  ελαφρώς  ξενική</p><p>προφορά.  Η  φωνή  του  ήταν  αιφνιδιαστικά  σιγανή  για  τόσο</p><p>μεγαλόσωμο  άντρα,  σχεδόν  ψίθυρος.  Μιλούσε  κοφτά,  με</p><p>στρατιωτική ακρίβεια.</p><p>«Καλησπέρα»,  είπε.  «Είμαι  ο  Ολιβέτι,  ανώτατος  διοικητής  της</p><p>Ελβετικής Φρουράς. Εγώ κάλεσα το διευθυντή σας».</p><p>Η  Βιτόρια  χρειάστηκε  να  κοιτάξει  προς  τα  πάνω  για  να  του</p><p>μιλήσει.</p><p>«Ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε, κύριε».</p><p>Ο  διοικητής  δεν  απάντησε.  Τους  έκανε  νεύμα  να  τον</p><p>ακολουθήσουν  και  τους  οδήγησε  μέσα  από  το  λαβύρινθο  των</p><p>ηλεκτρονικών  συσκευών  σε  μια  πόρτα  στον  πλαϊνό  τοίχο  του</p><p>δωματίου.</p><p>«Περάστε», είπε, κρατώντας τους την πόρτα ανοιχτή.</p><p>Ο  Λάνγκντον  και  η  Βιτόρια  πέρασαν  και  αυτό  το  κατώφλι  και</p><p>βρέθηκαν  σε  ένα  σκοτεινό  δωμάτιο  ελέγχου.  Σε  έναν  τοίχο</p><p>καλυμμένο  με  οθόνες  εμφανίζονταν  διαδοχικά  ασπρόμαυρες</p><p>εικόνες  από  διάφορα  σημεία  του  συγκροτήματος.  Ένας  νεαρός</p><p>φρουρός παρακολουθούσε τις εικόνες με προσήλωση.</p><p>«Fuori!» διέταξε ο Ολιβέτι. «Έξω!»</p><p>Ο φρουρός μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε.</p><p>Ο Ολιβέτι πλησίασε μια από τις οθόνες και την έδειξε στους δυο</p><p>επισκέπτες. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος τους.</p><p>«Η  εικόνα  αυτή  προέρχεται  από  μια  ασύρματη  κάμερα  η  οποία</p><p>βρίσκεται  κρυμμένη  κάπου  μέσα  στην Πόλη  του  Βατικανού.  Θα</p><p>ήθελα μια εξήγηση».</p><p>Ο  Λάνγκντον  και  η  Βιτόρια  έσκυψαν  πάνω  από  την  οθόνη  και</p><p>πήραν  μια  βαθιά  εισπνοή  ταυτόχρονα.  Η  εικόνα  ήταν  πολύ</p><p>καθαρή.</p><p>Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Επρόκειτο για την παγίδα αντιύλης</p><p>από  το  CERN.  Μέσα  στον  κύλινδρο  ένα  αστραφτερό  σφαιρίδιο</p><p>από  κάποιο  μεταλλικό  υγρό  αιωρούνταν  απειλητικά  στο  κενό,</p><p>φωτισμένο  περιοδικά  από  τους  αριθμούς  που  αναβόσβηναν</p><p>ρυθμικά στην οθόνη υγρών κρυστάλλων του ψηφιακού ρολογιού.</p><p>Αυτό  που  έκανε  την  εικόνα  ακόμα  πιο  ανατριχιαστική  ήταν  το</p><p>γεγονός ότι ο χώρος γύρω από τον κύλινδρο ήταν βυθισμένος στο</p><p>σκοτάδι,  σαν  να βρισκόταν η αντιύλη σε  κάποια  ντουλάπα ή σε</p><p>ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο πάνω μέρος της οθόνης εμφανιζόταν</p><p>με φωτεινά γράμματα η εξής πληροφορία:</p><p>ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ‐ ΚΑΜΕΡΑ</p><p>ΝΟΥΜΕΡΟ 86.</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε το χρόνο που απέμενε στο ψηφιακό ρολόι στη</p><p>βάση του κυλίνδρου.</p><p>«Λιγότερο από έξι ώρες», ψιθύρισε στον Λάνγκντον με πρόσωπο</p><p>σφιγμένο από την ένταση.</p><p>Εκείνος κοίταξε το ρολόι του.</p><p>«Επομένως πρέπει να το βρούμε μέχρι...» Σταμάτησε, νιώθοντας</p><p>έναν τεράστιο κόμπο στο στομάχι του.</p><p>«Μέχρι τα μεσάνυχτα», είπε η Βιτόρια με σβησμένη φωνή.</p><p>Μεσάνυχτα!  σκέφτηκε  ο Λάνγκντον.  Υπάρχει  μια  ροπή  προς  το</p><p>μελόδραμα.  Προφανώς  όποιος  είχε  κλέψει  τον  κύλινδρο  το</p><p>προηγούμενο  βράδυ  είχε  υπολογίσει  το  χρόνο  στην  εντέλεια.</p><p>Ένιωσε  ένα  πολύ  άσχημο  προαίσθημα  να  τον  βαραίνει,  καθώς</p><p>συνειδητοποιούσε ότι τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο χώρο μιας</p><p>επικείμενης καταστροφής.</p><p>Όταν  έκανε  την  επόμενη  ερώτηση,  ο  ψίθυρος  του  Ολιβέτι  είχε</p><p>μετατραπεί σε κάτι που έμοιαζε περισσότερο με συριγμό.</p><p>«Το αντικείμενο αυτό ανήκει στο ίδρυμα σας;»</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Μάλιστα,  κύριε  διοικητά.  Κλάπηκε  από  εμάς.  Περιέχει  μια</p><p>εξαιρετικά εκρηκτική ουσία που ονομάζεται αντιύλη».</p><p>Ο Ολιβέτι δε φάνηκε να αντιδρά στο άκουσμα της λέξης.</p><p>«Γνωρίζω  πολύ  καλά  τις  εκρηκτικές  ουσίες,  κυρία  Βέτρα.  Την</p><p>αντιύλη την ακούω πρώτη φορά».</p><p>«Πρόκειται για μια νέα τεχνολογία. Είναι απόλυτη ανάγκη να την</p><p>εντοπίσουμε άμεσα ή να εκκενώσουμε την Πόλη του Βατικανού».</p><p>Ο Ολιβέτι έκλεισε τα μάτια του αργά και τα άνοιξε ξανά, σαν να</p><p>προσπαθούσε να εστιάσει στη Βιτόρια για να σιγουρευτεί ότι είχε</p><p>ακούσει καλά.</p><p>«Να  εκκενώσουμε  την  Πόλη  του  Βατικανού;  Γνωρίζετε  τι</p><p>πρόκειται να γίνει εδώ σήμερα το βράδυ;»</p><p>«Μάλιστα,  κύριε.  Και  οι  ζωές  των  καρδινάλιων  βρίσκονται  σε</p><p>κίνδυνο.  Μας  απομένουν  περίπου  έξι  ώρες.  Έχετε  σημειώσει</p><p>κάποια πρόοδο στις έρευνες για τον κύλινδρο;»</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Δεν έχουμε καν αρχίσει να ψάχνουμε».</p><p>Η Βιτόρια παραλίγο να πνιγεί.</p><p>«Ορίστε;  Μα  ακούσαμε  καθαρά  τους  άντρες  σας  να  μιλάνε  για</p><p>κάποια έρευνα στο...»</p><p>«Έρευνα ναι», είπε ο Ολιβέτι, «όχι όμως για τον κύλινδρο σας. Οι</p><p>άντρες μου ψάχνουν για κάτι άλλο, που δε σας αφορά».</p><p>Η φωνή της Βιτόρια ράγισε.</p><p>«Δεν έχετε αρχίσει καν να ψάχνετε για τον κύλινδρο;»</p><p>Οι κόρες των ματιών του Ολιβέτι φάνηκαν να συρρικνώνονται. Ο</p><p>διοικητής  της  Ελβετικής  Φρουράς  είχε  ένα  ανέκφραστο  βλέμμα</p><p>εντόμου.</p><p>«Κυρία Βέτρα... Έτσι δε σας λένε; Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω</p><p>κάτι. Ο διευθυντής του κέντρου σας αρνήθηκε να μοιραστεί μαζί</p><p>μου  οποιαδήποτε  πληροφορία  σχετικά  με  το  αντικείμενο  αυτό</p><p>από  το  τηλέφωνο,  λέγοντας  μόνο  ότι  είναι  απαραίτητο  να</p><p>εντοπιστεί  αμέσως.  Είμαστε  εξαιρετικά  απασχολημένοι  και  δεν</p><p>έχω  την  πολυτέλεια  να  διαθέσω  κάποιους  από  τους  άντρες  μου</p><p>για μια μάταιη έρευνα μέχρις ότου μάθω μερικά πράγματα».</p><p>«Τη στιγμή αυτή χρειάζεται να γνωρίζετε μόνο ένα πράγμα, κύριε</p><p>διοικητά»,  είπε  η  Βιτόρια,  «και  αυτό  είναι  ότι  σε  έξι  ώρες  η</p><p>συσκευή  για  την  οποία  μιλάμε  θα  αφανίσει  ολόκληρο  το</p><p>συγκρότημα του Βατικανού».</p><p>Ο Ολιβέτι δεν έκανε την παραμικρή κίνηση.</p><p>«Κυρία  Βέτρα,  πρέπει  να  ξέρετε  κάτι».  Η  φωνή  του  είχε  ένα</p><p>μάλλον συγκαταβατικό τόνο. «Παρά την αρχαϊκή εξωτερική όψη</p><p>της Πόλης  του  Βατικανού,  όλες  οι  είσοδοι,  τόσο  οι  δημόσιες  όσο</p><p>και  οι  ιδιωτικές,  είναι  εφοδιασμένες  με  τις  πιο  προηγμένες</p><p>συσκευές  ανίχνευσης.  Αν  κάποιος  επιχειρούσε  να  περάσει</p><p>οποιοδήποτε  είδος  εκρηκτικού  μηχανισμού,  θα  εντοπιζόταν</p><p>αμέσως.  Έχουμε  ανιχνευτές  ραδιενεργών  ισοτόπων,  φίλτρα</p><p>σχεδιασμένα από την αμερικανική Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών</p><p>ώστε  να  συλλαμβάνουν  και  το  παραμικρό  χημικό  ίχνος  που</p><p>αφήνουν  πίσω  τους  οι  εκρηκτικές  ύλες  και  οι  τοξίνες.</p><p>Χρησιμοποιούμε,  επίσης,  τους  πλέον  σύγχρονους  ανιχνευτές</p><p>μετάλλων και σαρωτές ακτινών Χ».</p><p>«Πολύ εντυπωσιακό»,  είπε η Βιτόρια, μιμούμενη τον ψυχρό τόνο</p><p>του  Ολιβέτι.  «Δυστυχώς,  η  αντιύλη  δεν  είναι  ραδιενεργή,  το</p><p>χημικό  της  ίχνος  είναι  αυτό  του  καθαρού  υδρογόνου  και  ο</p><p>κύλινδρος  είναι  πλαστικός.  Καμία  από  τις  συσκευές  που</p><p>αναφέρατε δε θα μπορούσε να την εντοπίσει».</p><p>«Μα  η  συσκευή  αυτή  διαθέτει  κάποια  πηγή  ενέργειας»,  είπε  ο</p><p>Ολιβέτι,  γνέφοντας  προς  την  οθόνη  υγρών  κρυστάλλων  που</p><p>συνέχιζε  να  αναβοσβήνει.  «Ακόμα  και  το  παραμικρό  ίχνος</p><p>νικελίου‐καδμίου θα εντοπιζόταν...»</p><p>«Οι μπαταρίες είναι επίσης πλαστικές».</p><p>Ήταν φανερό ότι ο Ολιβέτι άρχιζε να χάνει την υπομονή του.</p><p>«Πλαστικές μπαταρίες;»</p><p>«Ηλεκτρολύτης πολυμερούς ζελατίνας με τεφλόν».</p><p>Ο Ολιβέτι  έγειρε προς  το μέρος  της  σαν  να  ήθελε  να  τονίσει  το</p><p>πλεονέκτημα που του έδινε το ύψος του.</p><p>«Signonna,  το  Βατικανό  αποτελεί  στόχο  δεκάδων  απειλών  για</p><p>τοποθέτηση βόμβας κάθε μήνα. Εγώ προσωπικά εκπαιδεύω κάθε</p><p>Ελβετό  φρουρό  πάνω  στη  σύγχρονη  τεχνολογία  εκρηκτικών.</p><p>Γνωρίζω πολύ  καλά  ότι  δεν  υπάρχει  καμία  ουσία στον πλανήτη</p><p>ικανή να προκαλέσει την καταστροφή που περιγράφετε, εκτός κι</p><p>αν μιλάτε για κάποια πυρηνική κεφαλή με γόμωση στο μέγεθος</p><p>μιας μπάλας του μπέιζμπολ».</p><p>Η Βιτόρια τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν αστραπές.</p><p>«Η  φύση  έχει  ακόμα  πολλά  μυστήρια  που  πρέπει  να</p><p>αποκαλύψουμε».</p><p>Ο Ολιβέτι την πλησίασε περισσότερο.</p><p>«Θα μπορούσα να ρωτήσω ποια ακριβώς είστε; Ποια είναι η θέση</p><p>σας στο CERN;»</p><p>«Είμαι  ανώτερο  μέλος  του  ερευνητικού  προσωπικού  και</p><p>διορισμένη  αντιπρόσωπος  του  κέντρου  στο  Βατικανό  για  το</p><p>χειρισμό αυτής της κρίσης».</p><p>«Με  συγχωρείτε  που  γίνομαι  αγενής,  όμως,  αν  πρόκειται</p><p>πραγματικά  για  κρίση,  γιατί  συζητάω  μαζί  σας  αυτή  τη  στιγμή</p><p>και  όχι  με  το  διευθυντή  σας;  Και  τι  θέλετε  να  δείξετε  ερχόμενη</p><p>στην Πόλη του Βατικανού φορώντας σορτσάκι;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  ξεφύσηξε  δυνατά.  Δεν  πίστευε  στα  αφτιά  του!  Ο</p><p>άνθρωπος  επέμενε  να  αγνοεί  το  επείγον  της  κατάστασης  και,</p><p>αντί  να  δραστηριοποιηθεί,  κολλούσε  στα  τυπικά  του  κώδικα</p><p>ένδυσης.  Από  την  άλλη,  βέβαια,  όφειλε  να  παραδεχτεί  ότι,  αν</p><p>μερικά  μαρμάρινα  πέη  μπορούσαν  να  προκαλέσουν  λάγνες</p><p>σκέψεις στους κατοίκους του Βατικανού, το σορτσάκι της Βιτόρια</p><p>Βέτρα  αποτελούσε  οπωσδήποτε  απειλή  για  την  ασφάλεια  του</p><p>κράτους.</p><p>«Διοικητά Ολιβέτι»,  παρενέβη  ο Λάνγκντον,  σε  μια  προσπάθεια</p><p>να  αποφορτίσει  την  κατάσταση,  που  είχε  γίνει  εκρηκτική.</p><p>«Ονομάζομαι Ρόμπερτ Λάνγκντον. Είμαι καθηγητής ιστορίας της</p><p>τέχνης  και  θρησκευτικής  εικονολογίας  στις Ηνωμένες Πολιτείες</p><p>και  δεν  έχω  επίσημη  σχέση  με  το  CERN.  Παρακολούθησα  μια</p><p>επίδειξη  των  δυνατοτήτων  της  αντιύλης  και  μπορώ  να</p><p>επιβεβαιώσω τα όσα είπε η κυρία Βέτρα, ότι δηλαδή πρόκειται για</p><p>μια  εξαιρετικά  επικίνδυνη  ουσία.  Έχουμε  λόγους  να πιστεύουμε</p><p>ότι  τοποθετήθηκε μέσα στο συγκρότημα του Βατικανού από μια</p><p>αντιθρησκευτική  οργάνωση  που  επιχειρεί  να  δημιουργήσει</p><p>αναστάτωση στις εργασίες του κονκλαβίου».</p><p>Ο  Ολιβέτι  γύρισε  και  κοίταξε  από  πάνω  μέχρι  κάτω  τον</p><p>Λάνγκντον.</p><p>«Έχω μια γυναίκα με σορτσάκι που μου λέει  ότι  ένα σταγονίδιο</p><p>κάποιου υγρού θα τινάξει στον αέρα την Πόλη του Βατικανού και</p><p>έναν  Αμερικανό  καθηγητή  που  μου  λέει  ότι  αποτελούμε  στόχο</p><p>επίθεσης  κάποιας  αντιθρησκευτικής  οργάνωσης.  Τι  ακριβώς</p><p>περιμένετε να κάνω;»</p><p>«Να βρείτε τον κύλινδρο», είπε η Βιτόρια. «Αμέσως!»</p><p>«Αδύνατον!  Η  συσκευή  αυτή  θα  μπορούσε  να  βρίσκεται</p><p>οπουδήποτε. Η Πόλη του Βατικανού είναι τεράστια...»</p><p>«Οι  κάμερες  σας  δε  διαθέτουν  σύστημα  εντοπισμού  τους  από</p><p>δορυφόρο;»</p><p>«Δεν  αποτελεί  συνηθισμένο  φαινόμενο  η  κλοπή  τους!  Ίσως</p><p>περάσουν μέρες μέχρι να εντοπιστεί η χαμένη κάμερα».</p><p>«Δεν έχουμε μέρες στη διάθεση μας», είπε με έμφαση η Βιτόρια.</p><p>«Μας απομένουν μόλις έξι ώρες».</p><p>«Έξι ώρες μέχρι να συμβεί τι πράγμα, κυρία Βέτρα;» Η φωνή του</p><p>Ολιβέτι  δυνάμωσε ξαφνικά. Έδειξε  την  εικόνα που  εμφανιζόταν</p><p>στην οθόνη. «Μέχρι να μηδενιστούν αυτά τα νούμερα; Μέχρι να</p><p>εξαφανιστεί  η Πόλη  του  Βατικανού;  Πιστέψτε  με,  δε  μου  αρέσει</p><p>καθόλου να παραβιάζεται το σύστημα ασφάλειας του Βατικανού.</p><p>Ούτε  μου  αρέσουν  οι  αλλόκοτες  συσκευές  που  εμφανίζονται</p><p>μυστηριωδώς  μέσα  στα  τείχη  της</p><p>πόλης.  Φυσικά  και  ανησυχώ.</p><p>Είναι  η  δουλειά  μου  να  ανησυχώ.  Όμως  αυτά  που  είπατε  είναι</p><p>απαράδεκτα».</p><p>Ο Λάνγκντον μίλησε αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτεί ή να προλάβει</p><p>να συγκρατήσει τον εαυτό του.</p><p>«Έχετε ακούσει ποτέ για τους Πεφωτισμένους;»</p><p>Το  αυστηρό  προσωπείο  του  διοικητή  φάνηκε  να  ραγίζει.  Το</p><p>πρόσωπο  του  πάνιασε  και  η  όλη  στάση  του  θύμιζε  καρχαρία</p><p>έτοιμο να επιτεθεί.</p><p>«Σας προειδοποιώ: Δεν έχω χρόνο για τέτοιες συζητήσεις».</p><p>«Άρα έχετε ακουστά τους Πεφωτισμένους...»</p><p>Τα μάτια του Ολιβέτι πετούσαν σπίθες.</p><p>«Είμαι  ορκισμένος  υπερασπιστής  της  Καθολικής  Εκκλησίας.</p><p>Φυσικά  και  έχω  ακουστά  τους  Πεφωτισμένους.  Έχουν  διαλυθεί</p><p>εδώ και δεκαετίες».</p><p>Ο Λάνγκντον έχωσε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε το φαξ με</p><p>την εικόνα του σημαδεμένου πτώματος του Λεονάρντο Βέτρα. Το</p><p>έδωσε στον Ολιβέτι.</p><p>«Είμαι  ειδικός  στην  ιστορία  αυτής  της  αδελφότητας»,  είπε  ο</p><p>Λάνγκντον  καθώς  ο  Ολιβέτι  εξέταζε  προσεκτικά  την  εικόνα.</p><p>«Δυσκολεύομαι  να  αποδεχτώ  ότι  οι  Πεφωτισμένοι  παραμένουν</p><p>ενεργοί, όμως η εμφάνιση αυτού του συμβόλου σε συνδυασμό με</p><p>το  γεγονός  ότι  η  οργάνωση  είναι  ορκισμένος  εχθρός  και  έχει</p><p>κηρύξει  τον  πόλεμο  στην  Πόλη  του  Βατικανού  με  έκανε  να</p><p>αλλάξω γνώμη».</p><p>«Πρόκειται  για  φάρσα,  για  μια  εικόνα  δημιουργημένη  με  τη</p><p>βοήθεια υπολογιστή».</p><p>Ο Ολιβέτι επέστρεψε το φαξ στον Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος  έμεινε  να  τον  κοιτάζει,  μην  μπορώντας  να  πιστέψει  τα</p><p>όσα του έλεγε ο διοικητής.</p><p>«Φάρσα;  Προσέξτε  τη  συμμετρία!  Από  όλους  τους  ανθρώπους,</p><p>εσείς θα έπρεπε να αναγνωρίζετε την αυθεντικότητα του...»</p><p>«Πάσχετε από έλλειψη αξιοπιστίας, κύριε Λάνγκντον. Ίσως να μη</p><p>σας  έχει  ενημερώσει  η  κυρία  Βέτρα,  όμως  οι  επιστήμονες  του</p><p>CERN  επί  δεκαετίες  ασκούν  έντονη  κριτική  στην  πολιτική  του</p><p>Βατικανού.</p><p>Συστηματικά  μας  ζητάνε  να  ανακαλέσουμε  τη  θεωρία  της</p><p>Δημιουργίας, να απολογηθούμε επίσημα για τον Γαλιλαίο και για</p><p>τον  Κοπέρνικο,  να  σταματήσουμε  την  κριτική  που  ασκούμε</p><p>εναντίον  επικίνδυνων  ή  ανήθικων  ερευνών.  Ποιο  σενάριο  σας</p><p>φαίνεται πιθανότερο:  ότι  μια πανάρχαιη  σατανιστική  οργάνωση</p><p>επανεμφανίστηκε έχοντας στη διάθεση της ένα προηγμένο όπλο</p><p>μαζικής  καταστροφής  ή  ότι  κάποιος  φαρσέρ  από  το  CERN</p><p>προσπαθεί  να  διακόψει  ένα  ιερό  τελετουργικό  στο  Βατικανό  με</p><p>μια καλοσχεδιασμένη απάτη;»</p><p>«Στη φωτογραφία αυτή», είπε η Βιτόρια με φωνή που έβραζε από</p><p>οργή,  «είναι  ο  πατέρας  μου.  Ο  δολοφονημένος  πατέρας  μου.</p><p>Νομίζετε ότι θα μπορούσα ποτέ να κάνω ένα τέτοιο... αστείο;»</p><p>«Δεν  ξέρω,  κυρία  Βέτρα.  Αυτό  που  ξέρω  είναι  ότι,  μέχρις  ότου</p><p>πάρω  κάποιες  απαντήσεις  που  να  έχουν  λογική,  δεν  υπάρχει</p><p>περίπτωση  να  σημάνω  συναγερμό.  Καθήκον  μου  είναι  η</p><p>επαγρύπνηση  και  η  διακριτικότητα,  έτσι  ώστε  τα  πνευματικά</p><p>ζητήματα  να  μπορούν  να  εξετάζονται  στο  χώρο  αυτό  με</p><p>πνευματική  ενάργεια.  Και  σήμερα  αυτό  ισχύει  περισσότερο  από</p><p>κάθε άλλη μέρα».</p><p>«Τουλάχιστον αναβάλετε το κονκλάβιο», πρότεινε ο Λάνγκντον.</p><p>«Να αναβάλω...» Ο Ολιβέτι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα...</p><p>τόση  άγνοια!  Το  κονκλάβιο  δεν  είναι  κάποιος  αμερικανικός</p><p>αγώνας  μπέιζμπολ  για  να  αναβληθεί  εξαιτίας  της  βροχής!</p><p>Πρόκειται  για  ένα  ιερό  τελετουργικό,  το  οποίο  διέπεται  από</p><p>αυστηρό κώδικα και περιλαμβάνει συγκεκριμένες διαδικασίες. Για</p><p>να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι ένα δισεκατομμύριο καθολικοί</p><p>σε ολόκληρο τον κόσμο περιμένουν το νέο τους ηγέτη. Ή στο ότι</p><p>τα μέσα μαζικής  ενημέρωσης από ολόκληρο τον πλανήτη έχουν</p><p>συγκεντρωθεί  απέξω.  Το  πρωτόκολλο  που  διέπει  αυτή  τη</p><p>διαδικασία είναι ιερό, δεν αλλάζει.</p><p>Από  το  1179  τα  κονκλάβια  έχουν  αγνοήσει  σεισμούς,  λοιμούς,</p><p>ακόμα και  την πανώλη. Πιστέψτε με,  το σημερινό  δεν πρόκειται</p><p>να  αναβληθεί  εξαιτίας  κάποιου  δολοφονημένου  επιστήμονα  και</p><p>μιας σταγόνας κάποιου παντελώς άγνωστου υλικού».</p><p>«Οδηγήστε με στον υπεύθυνο», ζήτησε επιτακτικά η Βιτόρια.</p><p>Ο Ολιβέτι την αγριοκοίταξε.</p><p>«Βρίσκεστε ενώπιον του».</p><p>«Όχι», είπε εκείνη. «Θέλω κάποιον από τους κληρικούς».</p><p>Οι φλέβες στο μέτωπο του Ολιβέτι είχαν πεταχτεί τόσο, που είχαν</p><p>αρχίσει να φαίνονται.</p><p>«Οι  κληρικοί  έχουν  φύγει.  Εκτός  από  την  Ελβετική  Φρουρά,  οι</p><p>μόνοι που βρίσκονται στην Πόλη  του Βατικανού αυτή  τη στιγμή</p><p>είναι  τα  μέλη  του  Κολεγίου  των  Καρδινάλιων.  Και  αυτοί</p><p>βρίσκονται μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα».</p><p>«Που είναι ο γραμματέας;» ρώτησε ήρεμα ο Λάνγκντον.</p><p>«Ποιος;»</p><p>«Ο  γραμματέας  του  μακαριστού  Πάπα».  Ο  Λάνγκντον  πρόφερε</p><p>τη λέξη με αυτοπεποίθηση, παρακαλώντας να μην τον απατούσε</p><p>η  μνήμη  του.  Θυμόταν  ότι  είχε  διαβάσει  κάποτε  σχετικά  με  τον</p><p>παράξενο  διακανονισμό  για  τη  μετάβαση  της  εξουσίας  στο</p><p>Βατικανό μετά  το θάνατο  ενός Πάπα. Αν θυμόταν σωστά,  κατά</p><p>τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από το θάνατο του Πάπα</p><p>μέχρι  την  εκλογή  του  διαδόχου  του  το  σύνολο  της  διοικητικής,</p><p>δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας περνούσε προσωρινά στον</p><p>προσωπικό βοηθό του αποβιώσαντος Ποντίφικα, στο γραμματέα</p><p>του,  ο  οποίος  και  επόπτευε  τις  εργασίες  του  κονκλαβίου  μέχρις</p><p>ότου  επιλέξουν  οι  καρδινάλιοι  τον  επόμενο  Άγιο  Πατέρα.</p><p>«Νομίζω  ότι  ο  γραμματέας  είναι  ο  γενικός  υπεύθυνος  αυτή  τη</p><p>στιγμή», επέμεινε.</p><p>«Η  camerlengo?»  έκανε  βλοσυρά  ο Ολιβέτι.  «Ο καμεράριος  είναι</p><p>απλώς  ένας  ιερέας  εδώ.  Δεν  είναι  καν  ανώτερο  στέλεχος  του</p><p>ιερατείου.  Είναι  ο  προσωπικός  γραμματέας  του  αποβιώσαντος</p><p>Πάπα».</p><p>«Όμως βρίσκεται εδώ. Κι εσείς είστε υπόλογος σʹ εκείνον».</p><p>Ο Ολιβέτι σταύρωσε τα μπράτσα του στο στήθος του.</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  είναι  γεγονός  ότι  οι  νόμοι  του  Βατικανού</p><p>ορίζουν πως ο καμεράριος αναλαμβάνει την κεντρική εκτελεστική</p><p>εξουσία κατά  τη  διάρκεια  του κονκλαβίου,  όμως αυτό συμβαίνει</p><p>επειδή  δεν  είναι  εκλόγιμος  για  τη  θέση  του Πάπα,  γεγονός  που</p><p>διασφαλίζει το αμερόληπτο της εκλογικής διαδικασίας. Είναι σαν</p><p>να πέθαινε ξαφνικά ο Πρόεδρος σας και ένας από τους βοηθούς</p><p>του  να  καθόταν  προσωρινά  στο  Οβάλ  Γραφείο.  Ο  καμεράριος</p><p>είναι νεαρός και η αντίληψη του για τα θέματα ασφάλειας ‐ή για</p><p>οτιδήποτε  άλλο,  ας  είμαστε  ρεαλιστές‐  είναι  ιδιαίτερα</p><p>περιορισμένη. Στην ουσία εγώ είμαι επικεφαλής εδώ».</p><p>«Οδηγήστε μας σʹ αυτόν», είπε η Βιτόρια.</p><p>«Αδύνατον.  Το  κονκλάβιο  αρχίζει  σε  σαράντα  λεπτά.  Ο</p><p>καμεράριος βρίσκεται στο Γραφείο του Πάπα και προετοιμάζεται.</p><p>Δεν  έχω  καμία  διάθεση  να  τον  απασχολήσω  με  θέματα</p><p>ασφάλειας».</p><p>Η  Βιτόρια  άνοιξε  το  στόμα  της  για  να  απαντήσει,  αλλά  την</p><p>πρόλαβε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο Ολιβέτι άνοιξε.</p><p>Ένας φρουρός με πλήρη εξάρτυση στεκόταν απέξω, δείχνοντας το</p><p>ρολόι του.</p><p>«EE lʹora, comandante».</p><p>Ο Ολιβέτι έλεγξε το ρολόι του και έγνεψε καταφατικά. Ναι, ήταν</p><p>η  ώρα.  Στράφηκε  στον  Λάνγκντον  και  στη  Βιτόρια  με  ύφος</p><p>δικαστή που προσπαθούσε να αποφασίσει για την τύχη τους.</p><p>«Ακολουθήστε με».</p><p>Τους οδήγησε έξω από το δωμάτιο ελέγχου, στην άλλη άκρη του</p><p>κέντρου  επιχειρήσεων,  όπου  βρισκόταν  ένας  μικρός  γυάλινος</p><p>τετράγωνος θάλαμος.</p><p>«Το γραφείο μου». Ο Ολιβέτι  τους πέρασε μέσα.  Το δωμάτιο δεν</p><p>είχε  κάτι  το  ιδιαίτερο.  Υπήρχαν  μόνο  ένα  γραφείο  όπου</p><p>στοιβάζονταν  διάφορα  έγγραφα,  αρχειοθήκες,  πτυσσόμενες</p><p>καρέκλες  και  ένας  ψύκτης.  «Θα  επιστρέψω  σε  δέκα  λεπτά.</p><p>Προτείνω να αξιοποιήσετε το χρόνο αυτό για να αποφασίσετε τι</p><p>θα θέλατε να κάνετε στη συνέχεια».</p><p>Η Βιτόρια γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Δεν μπορείτε να φύγετε έτσι! Ο κύλινδρος είναι...»</p><p>«Δεν έχω χρόνο γιʹ αυτά», της αντιγύρισε θυμωμένα ο Ολιβέτι.</p><p>«Ίσως  θα  έπρεπε  να  σας  θέσω  υπό  περιορισμό  και  να</p><p>συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση μετά το κονκλάβιο,  όταν θα έχω</p><p>χρόνο».</p><p>«Signore», τον πίεσε ο φρουρός, δείχνοντας το ρολόι του ξανά.</p><p>«Spazzare di cappella».</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε καταφατικά και έκανε να φύγει.</p><p>«Spazzare di cappella?» ρώτησε επιτακτικά η Βιτόρια. «Φεύγετε για</p><p>να σκουπίσετε το παρεκκλήσι;»</p><p>Ο Ολιβέτι γύρισε και την κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες.</p><p>«Σαρώνουμε  το  χώρο  ψάχνοντας  για  ηλεκτρονικούς  κοριούς,</p><p>κυρία</p><p>Βέτρα...  Είναι  ζήτημα  διακριτικότητας».  Έγνεψε  προς  τα</p><p>πόδια της.</p><p>«Αλλά δεν περιμένω από σας να καταλάβετε...»</p><p>Τελείωσε  τη  φράση  του  και  έκλεισε  με  δύναμη  την  πόρτα,</p><p>κάνοντας  το  βαρύ  γυαλί  να  τρίξει.  Με  μια  γρήγορη  κίνηση,</p><p>έβγαλε ένα κλειδί, το έβαλε στην πόρτα και το γύρισε. Ακούστηκε</p><p>ο ήχος του πίρου που γλιστρούσε στη θέση του.</p><p>«Idiotal»  ούρλιαξε  η  Βιτόρια.  «Ηλίθιε!  Δεν  μπορείς  να  μας</p><p>κρατήσεις εδώ μέσα!»</p><p>Πίσω από το τζάμι ο Λάνγκντον είδε τον Ολιβέτι να λέει κάτι στο</p><p>φρουρό.  Ο  στρατιώτης  έγνεψε.  Καθώς  ο  Ολιβέτι  έβγαινε  με</p><p>γρήγορο  βήμα  από  το  δωμάτιο,  ο  σκοπός  έκανε  μεταβολή  και</p><p>στράφηκε προς το μέρος τους. Σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος</p><p>του. Στο γοφό του κρεμόταν ένα πιστόλι.</p><p>Τέλεια, σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Καλύτερα δε γίνεται.</p><p>37</p><p>Η ΒΙΤΟΡΙΑ ΑΓΡΙΟΚΟΙΤΑΞΕ τον Ελβετό φρουρό που στεκόταν έξω</p><p>από την κλειδωμένη πόρτα του γραφείου του Ολιβέτι. Ο σκοπός</p><p>της  απάντησε  με  τον  ίδιο  τρόπο.  Η  φανταχτερή  στολή  του  δεν</p><p>ταίριαζε καθόλου με το σαφώς απειλητικό παρουσιαστικό του.</p><p>Che  fiasco!  σκέφτηκε  η  Βιτόρια.  Είμαστε  όμηροι  ενός  ένοπλου</p><p>φρουρού που φοράει πιτζάμες.</p><p>Ο  Λάνγκντον  είχε  πέσει  σε  σιωπή.  Η  Βιτόρια  έλπιζε  ότι</p><p>χρησιμοποιούσε  το  εξαιρετικό  μυαλό  του  για  να  σκεφτεί  έναν</p><p>τρόπο να ξεμπλέξουν. Καταλάβαινε όμως από την έκφραση του</p><p>προσώπου  του  ότι  η  σιωπή  του  οφειλόταν  περισσότερο  στο  σοκ</p><p>που ένιωθε παρά στο ότι είχε απορροφηθεί σε σκέψεις. Η κοπέλα</p><p>λυπόταν που τον είχε μπλέξει σε όλο αυτό.</p><p>Το πρώτο πράγμα που της πέρασε από το μυαλό να κάνει ήταν να</p><p>βγάλει το κινητό της και να τηλεφωνήσει στον Κέλερ, όμως ήξερε</p><p>πως κάτι τέτοιο θα ήταν σκέτη ανοησία. Κατά πρώτον, ο φρουρός</p><p>πιθανότατα  θα  έμπαινε  στο  γραφείο  και  θα  της  έπαιρνε  το</p><p>τηλέφωνο. Κατά  δεύτερον,  αν η  κρίση που  είχε  υποστεί  ο Κέλερ</p><p>εξελισσόταν  ως  συνήθως,  ο  διευθυντής  πιθανότατα  θα  ήταν</p><p>ξαπλωμένος σε κάποιο κρεβάτι. Όχι ότι είχε σημασία... Ο Ολιβέτι</p><p>δεν  έδειχνε  διατεθειμένος  να  εμπιστευτεί  οποιονδήποτε  τη</p><p>δεδομένη στιγμή χωρίς απτές αποδείξεις.</p><p>Θυμήσου! είπε στον εαυτό της. Θυμήσου τη διέξοδο από αυτή τη</p><p>δοκιμασία!</p><p>Η ανάκληση ήταν μια από τις  τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι</p><p>βουδιστές.  Αντί  να  ζητάνε  από  το  μυαλό  τους  να  βρει  κάποια</p><p>διέξοδο  όταν  βρίσκονταν  αντιμέτωποι  με  μια  πρόκληση  στην</p><p>οποία  ενδεχομένως  να  μην  μπορούσαν  να  ανταποκριθούν,  του</p><p>ζητούσαν  απλώς  να  τη  θυμηθεί.  Έχοντας  ως  αφετηρία  της</p><p>προσπάθειας  τους  την  προϋπόθεση  ότι  κάποτε  γνώριζαν  την</p><p>απάντηση  στο  πρόβλημα,  έθεταν  τον  εαυτό  τους  σε  μια</p><p>διανοητική κατάσταση που τους υπαγόρευε ότι πρέπει να υπήρχε</p><p>κάποια  απάντηση,  εξουδετερώνοντας  έτσι  το  συναίσθημα  της</p><p>απελπισίας,  που  εγκλώβιζε  το  νου  τους.  Η  Βιτόρια</p><p>χρησιμοποιούσε  συχνά  αυτή  την  τεχνική  προκειμένου  να  λύνει</p><p>επιστημονικούς  γρίφους,  και  μάλιστα  εκείνους  για  τους  οποίους</p><p>οι περισσότεροι άνθρωποι νόμιζαν ότι δεν υπήρχε λύση.</p><p>Για  την  ώρα,  πάντως,  η  τεχνική  της  ανάκλησης  έφερνε  μηδέν</p><p>αποτέλεσμα.  Έτσι,  εξέτασε  τις  επιλογές  της,  τις  ανάγκες  της.</p><p>Ήταν ανάγκη να ειδοποιήσει κάποιον. Έπρεπε να βρεθεί κάποιος</p><p>μέσα στο Βατικανό που να την πάρει στα σοβαρά. Όμως ποιος; Ο</p><p>καμεράριος;</p><p>Μα  βρισκόταν  κλεισμένη  σε  ένα  γυάλινο  κλουβί  με  μία  μόνο</p><p>έξοδο.</p><p>Εργαλεία,  είπε  στον  εαυτό  της.  Υπάρχουν  πάντοτε  εργαλεία.</p><p>Επανεξέτασε το περιβάλλον σου.</p><p>Αυτόματα  χαλάρωσε  τους  ώμους  της,  έκλεισε  τα  μάτια  της  και</p><p>πήρε τρεις βαθιές εισπνοές, κρατώντας τον αέρα στους πνεύμονες</p><p>της.</p><p>Ένιωσε  τους  παλμούς  της  καρδιάς  της  να  επιβραδύνονται  και</p><p>τους  μυς  της  να  χαλαρώνουν.  Το  μυαλό  της  καθάρισε,  καθώς  ο</p><p>πανικός που την αποδιοργάνωνε υποχώρησε. Εντάξει, σκέφτηκε,</p><p>άσε το μυαλό σου ελεύθερο. Τι κάνει αυτή την κατάσταση θετική;</p><p>Ποια είναι τα πλεονεκτήματα μου;</p><p>Ο αναλυτικός νους  της Βιτόρια Βέτρα ήταν ένα πανίσχυρο όπλο</p><p>όταν  εκείνη  βρισκόταν  σε  κατάσταση  ηρεμίας.  Μέσα  σε</p><p>δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε ότι ο περιορισμός τους ήταν στην</p><p>πραγματικότητα το κλειδί για την ελευθερία τους.</p><p>«Θα κάνω ένα τηλεφώνημα», είπε ξαφνικά.</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε πάνω της.</p><p>«Ετοιμαζόμουν  να  σου  προτείνω  να  τηλεφωνήσεις  στον  Κέλερ,</p><p>όμως...»</p><p>«Δε θα πάρω τον Κέλερ. Θα τηλεφωνήσω σε κάποιον άλλο...»</p><p>«Σε ποιον;»</p><p>«Στον καμεράριο».</p><p>Ο Λάνγκντον έδειχνε να τα έχει τελείως χαμένα.</p><p>«Θα τηλεφωνήσεις στο γραμματέα; Πώς;»</p><p>«Ο  Ολιβέτι  είπε  ότι  ο  καμεράριος  βρίσκεται  στο  Γραφείο  του</p><p>Πάπα».</p><p>«Εντάξει.  Ξέρεις  τον  αριθμό  του  προσωπικού  τηλεφώνου  του</p><p>Πάπα;»</p><p>«Όχι, όμως δε θα χρησιμοποιήσω το δικό μου τηλέφωνο». Έγνεψε</p><p>προς  μια  τηλεφωνική  συσκευή  υψηλής  τεχνολογίας  που</p><p>βρισκόταν πάνω στο γραφείο του Ολιβέτι. Ήταν γεμάτη πλήκτρα</p><p>αυτόματης  κλήσης.  «Ο  υπεύθυνος  της  ασφάλειας  θα  πρέπει</p><p>οπωσδήποτε  να  έχει  απευθείας  σύνδεση  με  το  Γραφείο  του</p><p>Πάπα».</p><p>«Έχει,  επίσης,  έναν  μπρατσαρά  σκοπό  που  οπλοφορεί  στημένο</p><p>στα δυο μέτρα...»</p><p>«Κι εμείς είμαστε κλειδωμένοι εδώ μέσα».</p><p>«Δε χρειαζόταν να μου το υπενθυμίσεις...»</p><p>«Εννοώ ότι ο φρουρός είναι κλειδωμένος απ έξω. Βρισκόμαστε στο</p><p>προσωπικό γραφείο του Ολιβέτι. Αμφιβάλλω αν έχει και κάποιος</p><p>άλλος το κλειδί...»</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε και κοίταξε το φρουρό.</p><p>«Το γυαλί είναι μάλλον λεπτό, και αυτό που έχει περασμένο στη</p><p>μέση του δε μοιάζει με παιχνιδάκι».</p><p>«Και  τι  θα  κάνει;  Θα  με  πυροβολήσει  επειδή  χρησιμοποίησα  το</p><p>τηλέφωνο;»</p><p>«Πού να ξέρω! Βρισκόμαστε σε ένα πολύ παράξενο μέρος, κι έτσι</p><p>όπως πάνε τα πράγματα...»</p><p>«Είτε  θα  κάνουμε  μια  προσπάθεια»,  είπε  η  Βιτόρια,  «είτε  θα</p><p>περάσουμε  τις  επόμενες  πέντε  ώρες  και  σαράντα  πέντε  λεπτά</p><p>φυλακισμένοι στο Βατικανό. Τουλάχιστον θα έχουμε θέσεις στην</p><p>πρώτη σειρά όταν θα εκραγεί η αντιύλη».</p><p>Ο Λάνγκντον χλόμιασε.</p><p>«Μα ο φρουρός θα καλέσει τον Ολιβέτι μόλις κάνεις να πιάσεις το</p><p>τηλέφωνο. Εξάλλου αυτό το πράγμα έχει είκοσι πλήκτρα, και δε</p><p>βλέπω  να  γράφει  πουθενά  σε  τι  αντιστοιχεί  το  καθένα.  Θα  τα</p><p>δοκιμάσεις όλα, ελπίζοντας να σταθείς τυχερή;»</p><p>«Όχι»,  είπε  εκείνη,  πλησιάζοντας  με  αυτοπεποίθηση  το</p><p>τηλέφωνο. «Μόνο ένα». Η Βιτόρια σήκωσε το ακουστικό και πίεσε</p><p>το  πλήκτρο  που  βρισκόταν πάνω πάνω.  «Το  νούμερο  ένα.  Βάζω</p><p>στοίχημα  μερικά  από  αυτά  τα  αμερικανικά  δολάρια  με  τα</p><p>σύμβολα των Πεφωτισμένων που έχεις στην τσέπη σου ότι αυτό</p><p>το  πλήκτρο  αντιστοιχεί  στο  Γραφείο  του  Πάπα.  Τι  άλλο  θα</p><p>μπορούσε  να  αποτελεί  την  πρώτη  προτεραιότητα  ενός  διοικητή</p><p>της Ελβετικής Φρουράς;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  δεν  πρόλαβε  να  απαντήσει.  Ο  φρουρός  που</p><p>στεκόταν  έξω από  την πόρτα άρχισε  να  χτυπάει  το  τζάμι  με  τη</p><p>λαβή του όπλου του. Της έκανε νόημα να κατεβάσει το ακουστικό.</p><p>Η Βιτόρια του έκλεισε το μάτι. Ο φρουρός κοκκίνισε από οργή.</p><p>Ο Λάνγκντον απομακρύνθηκε από την πόρτα και γύρισε προς τη</p><p>Βιτόρια.</p><p>«Για  το  καλό  μας,  ελπίζω  να  έχεις  δίκιο,  γιατί  ο  τύπος  εδώ  δε</p><p>φαίνεται καθόλου ευχαριστημένος!»</p><p>«Σκατά!» είπε εκείνη, κρατώντας το ακουστικό στο αφτί της.</p><p>«Ηχογραφημένο μήνυμα».</p><p>«Ηχογραφημένο  μήνυμα;»  έκανε  έκπληκτος  ο  Λάνγκντον.  «Ο</p><p>Πάπας έχει τηλεφωνητή;»</p><p>«Δεν ήταν  το  Γραφείο  του Πάπα»,  είπε  η  Βιτόρια,  κλείνοντας  το</p><p>τηλέφωνο.  «Ήταν  το  αναθεματισμένο  εβδομαδιαίο  μενού  της</p><p>καντίνας των στρατιωτών του Βατικανού».</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε και χαμογέλασε δειλά στο φρουρό, που είχε</p><p>κολλήσει  το  εξαγριωμένο  πρόσωπο  του  πάνω  στο  γυαλί,  ενώ</p><p>ταυτόχρονα καλούσε τον Ολιβέτι από τον ασύρματο του.</p><p>38</p><p>ΤΟ  ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ  ΚΕΝΤΡΟ  του  Βατικανού  βρίσκεται</p><p>εγκατεστημένο  στο  Γραφείο  Τηλεπικοινωνιών,  πίσω  από  το</p><p>Ταχυδρομείο του Βατικανού. Είναι ένα σχετικά μικρό δωμάτιο, το</p><p>οποίο  φιλοξενεί  έναν  τηλεφωνικό  πίνακα  οχτώ  γραμμών  τύπου</p><p>Corelco  141.  Το  κέντρο  διεκπεραιώνει  πάνω  από  δύο  χιλιάδες</p><p>τηλεφωνικές κλήσεις καθημερινά, οι περισσότερες από τις οποίες</p><p>περνάνε αυτόματα στο σύστημα καταγραφής πληροφοριών.</p><p>Εκείνο  το  βράδυ  ο  μοναδικός  τηλεφωνητής  που  είχε  βάρδια</p><p>με  το  στόμα</p><p>ανοιχτό  το  αεροσκάφος που  βρισκόταν  σταματημένο  στην  άκρη</p><p>του διαδρόμου.</p><p>«Θα πετάξουμε με αυτό;»</p><p>Ο άντρας χαμογέλασε πλατιά.</p><p>«Σας αρέσει;»</p><p>Ο Λάνγκντον συνέχισε να το κοιτάζει για αρκετή ώρα.</p><p>«Αν μου αρέσει; Τι στο διάβολο είναι αυτό το πράγμα;»</p><p>Το  σκάφος  που  έβλεπαν  μπροστά  τους  ήταν  τεράστιο.  Θύμιζε</p><p>αμυδρά διαστημική άκατο, με τη διαφορά ότι το πάνω μέρος ήταν</p><p>εντελώς επίπεδο, σαν να είχε κάνει κάποιος μια οριζόντια τομή.</p><p>Έτσι όπως στεκόταν ακίνητο στο διάδρομο απογείωσης, ήταν σαν</p><p>μια  γιγαντιαία σφήνα. Η πρώτη σκέψη  του Λάνγκντον  ήταν  ότι</p><p>θα πρέπει  να  ονειρευόταν.  Το σκάφος  είχε  τέλεια αεροδυναμικό</p><p>σχήμα.  Τα  φτερά  στην  ουσία  ήταν  ανύπαρκτα,  καθώς  έμοιαζαν</p><p>με δύο κοντόχοντρα πτερύγια στο πίσω μέρος της ατράκτου, ενώ</p><p>διακρίνονταν  επίσης  και  δυο  ουραία  πτερύγια.  Το  υπόλοιπο</p><p>αεροπλάνο ήταν η άτρακτος, περίπου εξήντα μέτρα σε μήκος και</p><p>χωρίς καθόλου παράθυρα.</p><p>«Ζυγίζει διακόσια πενήντα χιλιάδες κιλά πλήρες καυσίμων», είπε</p><p>ο  πιλότος  με  ύφος  πατέρα  που  καμαρώνει  για  το  νεογέννητο</p><p>παιδί  του.  «Κινείται  με  υγρό  υδρογόνο.  Η  άτρακτος  είναι</p><p>κατασκευασμένη  από  πλέγμα  τιτανίου  με  ίνες  σιλικονούχου</p><p>καρβιδίου.  Η  σχέση  ώσης  προς  βάρος  είναι  20:1,  ενώ  τα</p><p>περισσότερα αεριωθούμενα κινούνται με σχέση 7:1. Ο διευθυντής</p><p>πρέπει  να  βιάζεται  πάρα  πολύ  να  σας  δει.  Συνήθως  δεν</p><p>επιστρατεύει τα μεγάλα μέσα...»</p><p>«Αυτό το πράγμα πετάει;» ρώτησε ο Λάνγκντον.</p><p>Ο πιλότος χαμογέλασε.</p><p>«Ω,  ναι».  Οδήγησε  τον  Λάνγκντον  στο  αεροπλάνο  διασχίζοντας</p><p>το  διάδρομο  απογείωσης.  «Δείχνει  κάπως  τρομακτικό,  το  ξέρω,</p><p>αλλά καλά θα κάνετε να το συνηθίσετε. Σε πέντε χρόνια το μόνο</p><p>που θα βλέπετε θα είναι αυτά τα κουκλιά. Πρόκειται για τη νέα</p><p>γενιά πολιτικών μεταγωγικών υψηλής ταχύτητας. Το εργαστήριο</p><p>μας είναι ένα από τα πρώτα που απέκτησαν τέτοιο αεροσκάφος».</p><p>Πρέπει  να  είναι  ένα  πολύ  σημαντικό  εργαστήριο,  σκέφτηκε  ο</p><p>Λάνγκντον.</p><p>«Το συγκεκριμένο είναι το πρωτότυπο του Boeing X‐33», συνέχισε</p><p>ο  πιλότος,  «όμως  υπάρχουν  και  δεκάδες  άλλα.  Η NASA  έχει  το</p><p>δικό της μοντέλο, οι Ρώσοι έχουν το Scramjet, οι Βρετανοί μια άλλη</p><p>εκδοχή.  Το  μέλλον  βρίσκεται  ήδη  εδώ,  μόνο  που  αργεί  λίγο  να</p><p>φτάσει στο  ευρύ κοινό. Σύντομα θα κουνήσουμε όλοι  το μαντίλι</p><p>στα συμβατικά αεριωθούμενα».</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε επιφυλακτικά το</p><p>σκάφος.</p><p>«Μου  φαίνεται  πως  εγώ  θα  προτιμούσα  ένα  συμβατικό</p><p>αεροπλάνο».</p><p>Ο πιλότος τού έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στη σκάλα.</p><p>«Από δω, παρακαλώ, κύριε Λάνγκντον. Προσοχή μη σκοντάψετε».</p><p>Λίγα  λεπτά αργότερα  ο Λάνγκντον  βρισκόταν  καθισμένος  στην</p><p>άδεια  καμπίνα.  Ο  πιλότος  τον  βόλεψε  στην  πρώτη  σειρά  των</p><p>καθισμάτων, του έδεσε τη ζώνη και εξαφανίστηκε στο μπροστινό</p><p>μέρος του αεροσκάφους.</p><p>Η  καμπίνα  των  επιβατών  παρουσίαζε  εντυπωσιακές  ομοιότητες</p><p>με  το  εσωτερικό  ενός  μεγάλου  επιβατικού  αεροπλάνου  της</p><p>γραμμής.</p><p>Η μόνη διαφορά ήταν ότι δεν υπήρχαν παράθυρα, κάτι που έκανε</p><p>τον  Λάνγκντον  να  αισθάνεται  άβολα.  Σε  ολόκληρη  τη  ζωή  του</p><p>τον  ταλαιπωρούσε  μια  ελαφράς  μορφής  κλειστοφοβία,</p><p>αποτέλεσμα ενός περιστατικού που είχε συμβεί στα παιδικά του</p><p>χρόνια,  το  οποίο  δεν  είχε  ξεπεράσει  εντελώς.  Η  αποστροφή  του</p><p>προς  τους  κλειστούς  χώρους  δεν  τον  αποδιοργάνωνε  τελείως,</p><p>όμως οπωσδήποτε του προκαλούσε ενόχληση. Οι εκδηλώσεις της</p><p>ήταν έμμεσες. Απέφευγε τα σπορ σε κλειστούς χώρους,  όπως το</p><p>σκουός,  και  είχε  πληρώσει  ευχαρίστως  μια  μικρή  περιουσία  για</p><p>την ευάερη, ψηλοτάβανη οικία του σε βικτοριανό στιλ, παρότι θα</p><p>μπορούσε εύκολα να είχε τακτοποιηθεί σε ένα από τα σπίτια που</p><p>διατίθενταν  για  το  διδακτικό  προσωπικό  του  πανεπιστημίου.  Ο</p><p>Λάνγκντον  συχνά  υποψιαζόταν  ότι  η  έλξη  που  του  ασκούσε  ο</p><p>κόσμος της τέχνης από όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί πήγαζε από</p><p>την αγάπη που  είχε για  τους  τεράστιους,  ανοιχτούς χώρους  των</p><p>μουσείων.</p><p>Οι  μηχανές  του  αεροσκάφους  βρυχήθηκαν  καθώς  τέθηκαν  σε</p><p>λειτουργία,  κάνοντας  ολόκληρη  την  άτρακτο  να  δονείται.  Ο</p><p>Λάνγκντον  ξεροκατάπιε  και  πήρε  θέση  αναμονής  για  την</p><p>απογείωση.</p><p>Αισθάνθηκε το αεροπλάνο να κινείται στο διάδρομο. Από κάποιο</p><p>ηχείο πάνω από το κεφάλι του άρχισε να παίζει απαλά μουσική</p><p>κάντρι.</p><p>Ένα  τηλέφωνο  που  βρισκόταν  στερεωμένο  στα  τοιχώματα  της</p><p>ατράκτου πλάι  του χτύπησε διακριτικά δύο φορές. Ο Λάνγκντον</p><p>σήκωσε το ακουστικό.</p><p>«Παρακαλώ;»</p><p>«Είστε άνετα, κύριε Λάνγκντον;»</p><p>«Καθόλου».</p><p>«Χαλαρώστε. Θα φτάσουμε στον προορισμό μας σε μία ώρα».</p><p>«Και  ποιος  ακριβώς  είναι  ο  προορισμός  μας;»  ρώτησε  ο</p><p>Λάνγκντον,  συνειδητοποιώντας  ότι  δεν  είχε  την παραμικρή  ιδέα</p><p>προς τα πού κατευθύνονταν.</p><p>«Γενεύη»,  απάντησε  ο  πιλότος  καθώς  ανέβαζε  τις  στροφές  των</p><p>κινητήρων. «Το εργαστήριο βρίσκεται στη Γενεύη».</p><p>«Γενεύη...» επανέλαβε ο Λάνγκντον, νιώθοντας κάπως καλύτερα.</p><p>«Στα  βόρεια  της  Πολιτείας  της  Νέας  Υόρκης.  Έχω  συγγενείς</p><p>κοντά  στη  λίμνη  Σενέκα.  Δεν  ήξερα  ότι  η  Γενεύη  διέθετε</p><p>εργαστήριο φυσικής».</p><p>Ο πιλότος γέλασε.</p><p>«Όχι η Γενεύη της Νέας Υόρκης, κύριε Λάνγκντον. Η Γενεύη της</p><p>Ελβετίας».</p><p>Του πήρε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσει το νόημα αυτής της</p><p>τελευταίας λέξης.</p><p>«Της Ελβετίας;» Ο Λάνγκντον ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς</p><p>του να ανεβαίνουν κατακόρυφα. «Μα... νόμιζα ότι είχατε πει πως</p><p>το εργαστήριο απέχει μόλις μία ώρα!»</p><p>«Έτσι  είναι,  κύριε  Λάνγκντον».  Ο  πιλότος  άρχισε  να  χαχανίζει</p><p>αυτάρεσκα. «Αυτό το αεροσκάφος πετάει με ταχύτητα δεκαπέντε</p><p>φορές μεγαλύτερη από αυτή του ήχου».</p><p>5</p><p>ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟ ευρωπαϊκό δρόμο ο δολοφόνος</p><p>έκανε μανούβρες για να περάσει ανάμεσα από το πλήθος. Ήταν</p><p>ένας δυνατός άντρας, σκοτεινός και  ισχυρός. Το ανάλαφρο βήμα</p><p>του ξεγελούσε. Ένιωθε ακόμα τους μυς του τεντωμένους από την</p><p>έξαψη που του είχε προκαλέσει η προηγουμένη συνάντηση του.</p><p>Πήγε  καλά,  είπε  στον  εαυτό  του.  Παρότι  ο  εργοδότης  του  δεν</p><p>αποκάλυπτε ποτέ το πρόσωπο του, ο δολοφόνος ένιωθε ότι ήταν</p><p>τιμή  του  να παρουσιάζεται  μπροστά  του. Μα  είχαν πραγματικά</p><p>περάσει  μόλις  δεκαπέντε  μέρες  από  τη  στιγμή  που  ο  εργοδότης</p><p>του είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του; Ο δολοφόνος</p><p>θυμόταν  ακόμα  κάθε  λέξη  που  είχε  ειπωθεί  σε  εκείνο  το</p><p>τηλεφώνημα...</p><p>«Το  όνομα μου  είναι  Ιανός»,  είχε  πει  ο  άντρας  στην άλλη άκρη</p><p>της  γραμμής.  «Είμαστε  σύμμαχοι,  κατά  κάποιον  τρόπο.  Έχουμε</p><p>έναν  κοινό  εχθρό.  Έμαθα  ότι  προσφέρετε  τις  υπηρεσίες  σας  επʹ</p><p>αμοιβή».</p><p>«Εξαρτάται από το ποιον εκπροσωπείτε», απάντησε ο δολοφόνος.</p><p>Ο άντρας που του είχε τηλεφωνήσει του απάντησε.</p><p>«Αυτό το θεωρείτε αστείο εσείς;»</p><p>«Το όνομά μας σας είναι γνωστό, βλέπω», σχολίασε ο άντρας.</p><p>«Φυσικά! Η αδελφότητα είναι θρυλική».</p><p>«Κι όμως αμφιβάλλετε για την ειλικρίνεια των λόγων μου».</p><p>«Όλοι γνωρίζουν ότι τα μέλη της αδελφότητας σκόρπισαν στους</p><p>πέντε ανέμους».</p><p>«Ναι, σατανικό σχέδιο! Ο πλέον επικίνδυνος εχθρός είναι εκείνος</p><p>τον οποίο κανείς δε φοβάται».</p><p>Ο δολοφόνος συνέχιζε να αμφιβάλλει.</p><p>«Δηλαδή η αδελφότητα υπάρχει ακόμα;»</p><p>«Κινείται  στις  σκιές,  όμως  είναι  ισχυρότερη  από  ποτέ.  Τα</p><p>παρακλάδια  μας  απλώνονται  παντού  τριγύρω  σας,  ακόμα  και</p><p>μέσα στο ιερό οχυρό του μεγαλύτερου ορκισμένου εχθρού μας».</p><p>«Αδύνατον. Είναι άτρωτοι!»</p><p>«Το χέρι μας φτάνει μακριά».</p><p>«Κανένα χέρι δεν μπορεί να φτάσει τόσο μακριά».</p><p>«Πολύ  σύντομα  θα  πειστείτε.  Αυτή  τη  στιγμή  που  μιλάμε  μια</p><p>αδιαμφισβήτητη επίδειξη της δύναμης της αδελφότητας έχει ήδη</p><p>πραγματοποιηθεί.  Μια  κίνηση  προδοσίας  που  ταυτόχρονα</p><p>αποτελεί και την ισχυρότερη απόδειξη της ισχύος μας...»</p><p>«Τι έχετε κάνει;»</p><p>Ο άντρας τού είπε.</p><p>Τα μάτια του δολοφόνου γούρλωσαν.</p><p>«Αδύνατον!»</p><p>Την  επόμενη  μέρα  οι  εφημερίδες  σε  ολόκληρο  τον  κόσμο</p><p>κυκλοφόρησαν με τον ίδιο τίτλο. Ο δολοφόνος πείστηκε.</p><p>Τώρα, δεκαπέντε μέρες αργότερα, ο δολοφόνος δεν είχε πλέον την</p><p>παραμικρή αμφιβολία. Η αδελφότητα υπάρχει ακόμα, σκέφτηκε.</p><p>Απόψε θα αναδυθεί από τις σκιές για να αποκαλύψει τη δύναμη</p><p>της.  Καθώς  άνοιγε  δρόμο  αργά  μέσα  από  το  πλήθος</p><p>καθόταν  ήσυχα  και  απολάμβανε  μια  κούπα  τσάι.  Ένιωθε</p><p>περήφανος  που  ήταν  ένας  από  τους  ελάχιστους  υπαλλήλους</p><p>στους οποίους επιτρεπόταν να παραμείνουν μέσα στην Πόλη του</p><p>Βατικανού αυτό το βράδυ. Φυσικά, η χαρά του για την τιμή αυτή</p><p>σκιαζόταν  ως  ένα  βαθμό  από  την  παρουσία  των  Ελβετών</p><p>φρουρών έξω από την πόρτα του.</p><p>Ακόμα  και  στην  τουαλέτα  πάμε  με  συνοδό,  σκέφτηκε  ο  τηλε‐</p><p>φωνητής. Αχ, τι τραβάμε για χάρη του ιερού κονκλαβίου!</p><p>Ευτυχώς,  τα  τηλεφωνήματα  εκείνο  το  βράδυ  δεν  ήταν  και  πάρα</p><p>πολλά. Ίσως όμως αυτό να μην είναι και τόσο καλό, σκέφτηκε. Το</p><p>παγκόσμιο ενδιαφέρον για τα γεγονότα στο Βατικανό έδειχνε να</p><p>έχει  περιοριστεί  τα  τελευταία  χρόνια.  Ο  αριθμός  των</p><p>τηλεφωνημάτων  από  εκπροσώπους  του  Τύπου  είχε  μειωθεί.</p><p>Ακόμα και οι τρελαμένοι που έπαιρναν για να κάνουν φάρσα δεν</p><p>τηλεφωνούσαν πια τόσο συχνά.</p><p>Το Γραφείο Τύπου είχε την ελπίδα ότι το αποψινό γεγονός θα είχε</p><p>έναν περισσότερο εορταστικό χαρακτήρα. Δυστυχώς όμως, παρά</p><p>το  γεγονός  ότι  η  πλατεία  του  Αγίου  Πέτρου  είχε  γεμίσει  με</p><p>φορτηγάκια  ειδησεογραφικών  πρακτορείων  και  τηλεοπτικών</p><p>καναλιών,  αυτά  στην  πλειοψηφία  τους  ανήκαν  κυρίως  στους</p><p>συνήθεις  εκπροσώπους του  ιταλικού και  του ευρωπαϊκού Τύπου.</p><p>Ελάχιστα  διεθνή  δίκτυα  ήταν  παρόντα  απόψε,  και  αναμφίβολα</p><p>είχαν στείλει τους δεύτερους δημοσιογράφους τους.</p><p>Ο τηλεφωνητής, κρατώντας την κούπα του σφιχτά, αναρωτήθηκε</p><p>πόσο  θα  κρατούσε  η  αποψινή  διαδικασία.  Μέχρι  τα  μεσάνυχτα,</p><p>πάνω  κάτω,  υπέθετε.  Στη  σύγχρονη  εποχή  οι  περισσότεροι  από</p><p>αυτούς που  γνώριζαν πρόσωπα  και  καταστάσεις  ήξεραν  εκ  των</p><p>προτέρων  ποιος  ήταν  το  φαβορί  για  να  καθίσει  στο  θρόνο  του</p><p>Πάπα  πολύ  πριν  συγκληθεί  το  κονκλάβιο,  κι  έτσι  η  όλη</p><p>διαδικασία  είχε  καταντήσει  περισσότερο  ένα  τρίωρο  ή  τετράωρο</p><p>εθιμοτυπικό  τελετουργικό,  θυμίζοντας  ελάχιστα  κανονική</p><p>εκλογή.  Φυσικά,  τυχόν  διαφωνίες  της  τελευταίας  στιγμής  στις</p><p>τάξεις  του  Κολεγίου  των  Καρδινάλιων  μπορούσαν  να</p><p>παρατείνουν τη διαδικασία μέχρι  τις πρώτες πρωινές ώρες ή και</p><p>παραπάνω.  Το  κονκλάβιο  του  1831  είχε  διαρκέσει  πενήντα</p><p>τέσσερις  μέρες.  Όχι  όμως  και  το  αποψινό,  είπε  στον  εαυτό  του.</p><p>Σύμφωνα με τις φήμες που είχαν κυκλοφορήσει, ο λευκός καπνός</p><p>που  σηματοδοτούσε  την  εκλογή  του  νέου Πάπα  θα  διακρινόταν</p><p>στον ουρανό του Βατικανού πολύ σύντομα.</p><p>Οι  σκέψεις  του  τηλεφωνητή  διακόπηκαν  από  το  βούισμα  μιας</p><p>εσωτερικής γραμμής στον πίνακα του. Κοίταξε το κόκκινο φωτάκι</p><p>που αναβόσβηνε και έξυσε το κεφάλι του. Παράξενο! σκέφτηκε. Η</p><p>γραμμή μηδέν. Ποιος από  εδώ μέσα θα  καλούσε  το  τηλεφωνικό</p><p>κέντρο για πληροφορίες απόψε; Ποιος έχει μείνει εδώ;</p><p>«Πόλη του Βατικανού. Ορίστε;»  είπε στα  ιταλικά σηκώνοντας  το</p><p>ακουστικό.</p><p>Η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής του απάντησε βιαστικά</p><p>στην  ίδια γλώσσα. Η προφορά θύμισε αμυδρά στον τηλεφωνητή</p><p>εκείνη  των  Ελβετών  φρουρών:  άπταιστα  ιταλικά  με  τη</p><p>χαρακτηριστική  γάλλο‐ελβετική  απόχρωση.  Το  άτομο  που  είχε</p><p>καλέσει όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν Ελβετός φρουρός.</p><p>Ακούγοντας  τη  γυναικεία  φωνή,  ο  τηλεφωνητής  τινάχτηκε</p><p>απότομα,  με  κίνδυνο  να  χύσει  το  τσάι  του.  Έριξε  πάλι  μια</p><p>γρήγορη  ματιά  στη  γραμμή.  Δεν  είχε  κάνει  λάθος.  Εσωτερική</p><p>γραμμή. Το τηλεφώνημα γινόταν μέσα από το Βατικανό. Κάτι δεν</p><p>πάει  καλά!  σκέφτηκε.  Γυναίκα  μέσα  στην  Πόλη  του  Βατικανού;</p><p>Απόψε;</p><p>Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα και αγχωμένα. Ο τηλεφωνητής είχε</p><p>περάσει  αρκετά  χρόνια  σηκώνοντας  τηλέφωνα  ώστε  να  ξέρει</p><p>πότε  είχε  να  κάνει  με  κάποιον  pazzo.  Η  γυναίκα  αυτή  δεν</p><p>ακουγόταν τρελή.</p><p>Η  φωνή  της  είχε  έναν  τόνο  επείγοντος,  αλλά  μιλούσε  λογικά.</p><p>Ψύχραιμα και συγκροτημένα. Ο τηλεφωνητής άκουσε το αίτημα</p><p>της έκπληκτος και μπερδεμένος.</p><p>«Τον  καμεράριο;»  επανέλαβε,  προσπαθώντας  ακόμα  να</p><p>καταλάβει  από  πού  στην  ευχή  ερχόταν  το  τηλεφώνημα.  «Δε  θα</p><p>μπορούσα  να  σας  συνδέσω...  Ναι,  το  γνωρίζω  ότι  βρίσκεται  στο</p><p>Γραφείο  του Πάπα,  όμως... Ποια  είπατε  ότι  είστε;  Και  θέλετε  να</p><p>τον  προειδοποιήσετε  για...»  Την  άκουγε  νιώθοντας  όλο  και  πιο</p><p>ανήσυχος.  «Κινδυνεύουν  όλοι;  Πώς;  Και  από  πού  τηλεφωνείτε;</p><p>Ίσως θα έπρεπε να σας συνδέσω με την Ελβετική...»</p><p>Ο τηλεφωνητής δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του.</p><p>«Πού είπατε ότι βρίσκεστε; Πού;»</p><p>Είχε μείνει εμβρόντητος, αλλά τελικά πήρε την απόφαση.</p><p>«Περιμένετε, παρακαλώ», είπε, βάζοντας τη γυναίκα σε αναμονή</p><p>πριν προλάβει εκείνη να πει κάτι. Ύστερα κάλεσε την απευθείας</p><p>γραμμή του διοικητή Ολιβέτι. Δεν υπάρχει περίπτωση η γυναίκα</p><p>αυτή να βρίσκεται πραγματικά...</p><p>Του απάντησαν αμέσως.</p><p>«Για όνομα του Θεού!» του φώναξε μια γνώριμη γυναικεία φωνή.</p><p>«Πέρασε την αναθεματισμένη γραμμή στο γραμματέα!»</p><p>Η  αυτόματη  πόρτα  του  κέντρου  επιχειρήσεων  της  Ελβετικής</p><p>Φρουράς άνοιξε. Οι φρουροί παραμέρισαν καθώς ο διοικητής τους</p><p>χιμούσε μέσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας. Ο Ολιβέτι βεβαιώθηκε</p><p>με τα ίδια του τα μάτια για αυτό που του είχε πει ο φρουρός από</p><p>τον ασύρματο: Η Βιτόρια Βέτρα στεκόταν δίπλα στο γραφείο του</p><p>και μιλούσε στο προσωπικό τηλέφωνο του.</p><p>Che coglioni che ha questa! σκέφτηκε. Αυτή η γυναίκα έχει αρχίδια!</p><p>Έξαλλος, πήγε στην πόρτα και γύρισε με δύναμη το κλειδί στην</p><p>κλειδαριά. Άνοιξε απότομα και ρώτησε επιτακτικά:</p><p>«Τι κάνεις εκεί;»</p><p>Η Βιτόρια τον αγνόησε.</p><p>«Ναι», έλεγε στο τηλέφωνο. «Και πρέπει να σας προειδοποιήσω...»</p><p>Ο Ολιβέτι άρπαξε το ακουστικό από το χέρι της και το έφερε στο</p><p>αφτί του.</p><p>«Ποιος στο διάβολο είσαι εσύ στη γραμμή;»</p><p>Για  ένα  κλάσμα  του  δευτερολέπτου  η  άψογη,  κορδωμένη  στάση</p><p>του Ολιβέτι χάλασε.</p><p>«Μάλιστα,  καμεράριε...»  είπε.  «Σωστά,  κύριε...  Όμως  τα  θέματα</p><p>ασφάλειας  απαιτούν...  Και  βέβαια  όχι...  Την  κρατάω  εδώ  για...</p><p>Φυσικά,  όμως...»  Σταμάτησε  να  μιλάει,  απλώς  ακούγοντας  για</p><p>λίγο.  «Μάλιστα,  κύριε»,  είπε  τελικά,  «θα  τους  φέρω  πάνω</p><p>αμέσως».</p><p>39</p><p>ΤΟ  ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ  ΠΑΛΑΤΙ  είναι  ένα  συγκρότημα  κτιρίων  που</p><p>βρίσκεται κοντά στην Καπέλα Σιξτίνα, στο βορειοανατολικό άκρο</p><p>της  Πόλης  του  Βατικανού.  Έχοντας  μια  πανέμορφη  θέα  στην</p><p>πλατεία  του  Αγίου  Πέτρου,  στεγάζει  τόσο  τα  παπικά</p><p>διαμερίσματα όσο και το Γραφείο του Πάπα.</p><p>Η  Βιτόρια  και  ο  Λάνγκντον  ακολουθούσαν  σιωπηλοί  καθώς  ο</p><p>διοικητής Ολιβέτι  τους  οδηγούσε  μέσα από  ένα μακρύ  διάδρομο</p><p>σε στιλ ροκοκό, με τους μυς στο λαιμό του να έχουν τεντωθεί από</p><p>την  οργή.  Αφού  ανέβηκαν  τρεις  σκάλες,  βγήκαν  σε  έναν  πλατύ</p><p>προθάλαμο βυθισμένο στο ημίφως.</p><p>Ο Λάνγκντον δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του βλέποντας</p><p>τα έργα τέχνης που βρίσκονταν ολόγυρα του: προτομές σε άριστη</p><p>κατάσταση,  ταπισερί,  ζωφόροι,  αντικείμενα  αξίας  χιλιάδων</p><p>δολαρίων.  Όταν  είχαν  διανύσει  περίπου  τα  δύο  τρίτα  της</p><p>διαδρομής,  πέρασαν  δίπλα  από  ένα  αλαβάστρινο  σιντριβάνι.  Ο</p><p>Ολιβέτι έστριψε αριστερά σε μια εσοχή και βάδισε περήφανα προς</p><p>μια από τις μεγαλύτερες πόρτες που είχε δει ποτέ ο Λάνγκντον.</p><p>«Ufficio  di  Papa»,  τους  ανακοίνωσε  ο  διοικητής,  ρίχνοντας  ένα</p><p>δολοφονικό  βλέμμα  στη  Βιτόρια.  Εκείνη,  ατάραχη,  πέρασε  από</p><p>μπροστά του και χτύπησε δυνατά την πόρτα.</p><p>Το Γραφείο του Πάπα, σκέφτηκε ο Λάνγκντον, που δυσκολευόταν</p><p>να συνειδητοποιήσει ότι στεκόταν μπροστά σε έναν από τους πιο</p><p>ιερούς χώρους όλων των θρησκειών του κόσμου.</p><p>«Avanti!» απάντησε κάποιος από μέσα.</p><p>Όταν άνοιξε η πόρτα,  ο Λάνγκντον χρειάστηκε να φέρει  το χέρι</p><p>πάνω  στα  μάτια  του  για  να  τα  σκιάσει.  Το  φως  του  ήλιου  ήταν</p><p>εκτυφλωτικό.  Σιγά  σιγά  άρχισε  να  διακρίνει  τη  φιγούρα  που</p><p>στεκόταν μπροστά του.</p><p>Το  Γραφείο  του Πάπα  θύμιζε  περισσότερο  αίθουσα  χορού  παρά</p><p>γραφείο.  Το  πάτωμα  από  κόκκινο  μάρμαρο  περιβαλλόταν  από</p><p>τοίχους διακοσμημένους με ζωηρές τοιχογραφίες. Από το ταβάνι</p><p>κρεμόταν ένας κολοσσιαίος πολυέλαιος, πίσω από τον οποίο μια</p><p>σειρά  από  θολωτά  παράθυρα  πρόσφεραν  ένα  εκθαμβωτικό</p><p>πανόραμα της ηλιόλουστης πλατείας του Αγίου Πέτρου.</p><p>Θεέ μου! είπε από μέσα του ο Λάνγκντον. Αυτό θα πει δωμάτιο με</p><p>θέα!</p><p>Στο  βάθος  της  αίθουσας,  πίσω  από</p><p>ένα  σκαλιστό  γραφείο,</p><p>καθόταν ένας άντρας και έγραφε πυρετωδώς.</p><p>«Avanti!»  επανέλαβε,  ακουμπώντας  κάτω  την  πένα  του  και</p><p>κάνοντας τους νόημα να πλησιάσουν.</p><p>Ο Ολιβέτι προηγήθηκε, βαδίζοντας με στρατιωτικό παράστημα.</p><p>«Signore», είπε απολογητικά. «No ho potuto, δεν μπορούσα...»</p><p>Ο  άντρας  τον  διέκοψε.  Σηκώθηκε  και  μελέτησε  τους  δύο</p><p>επισκέπτες.  Ο  καμεράριος  δε  θύμιζε  σε  τίποτα  τις  εικόνες  των</p><p>εύθραυστων, μακάριων γερόντων που ο Λάνγκντον φανταζόταν</p><p>συνήθως  να  περιφέρονται  στο  Βατικανό.  Δεν  είχε  πάνω  του</p><p>ροζάριο  ή  εγκόλπια.  Ούτε  φορούσε  χρυσοποίκιλτα  άμφια.</p><p>Αντίθετα,  ήταν ντυμένος με  ένα απλό μαύρο ράσο, που  έμοιαζε</p><p>να  ενισχύει  τη  σοβαρότητα  της  μεγαλόπρεπης  φιγούρας  του.</p><p>Έδειχνε  μικρότερος  από  σαράντα  ετών  ‐  δηλαδή,  παιδί  για  τα</p><p>μέτρα του Βατικανού. Είχε ένα απρόσμενα γοητευτικό πρόσωπο,</p><p>πυκνά  καστανά  μαλλιά  και  πράσινα  λαμπερά  μάτια  που</p><p>έμοιαζαν να βγάζουν φλόγες, σαν να έκαιγε μέσα τους η γνώση</p><p>όλων  των  μυστηρίων  του  σύμπαντος.  Μόλις  όμως  ο  άντρας</p><p>πλησίασε περισσότερο, ο Λάνγκντον διέκρινε στο βλέμμα του μια</p><p>βαθιά εξάντληση, σαν αυτή η ψυχή να είχε περάσει τις δεκαπέντε</p><p>δυσκολότερες μέρες της ζωής της.</p><p>«Ονομάζομαι  Κάρλο  Βεντρέσκα»,  είπε  σε  άπταιστα  αγγλικά.</p><p>«Είμαι ο καμεράριος του αποβιώσαντος Πάπα».</p><p>Η  φωνή  του  ήταν  απροσποίητη  και  ευγενική,  ενώ  μόλις  που</p><p>διακρινόταν ένα ίχνος ιταλικού επιτονισμού.</p><p>«Βιτόρια  Βέτρα»,  είπε  η  κοπέλα,  περνώντας  μπροστά  και</p><p>απλώνοντας το χέρι της. «Ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε».</p><p>Ο  Ολιβέτι  έκανε  ένα  μορφασμό  τη  στιγμή  που  ο  καμεράριος</p><p>έσφιξε το χέρι της Βιτόρια.</p><p>«Να  σας  συστήσω  τον  Ρόμπερτ  Λάνγκντον»,  είπε  η  Βιτόρια.</p><p>«Είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με ειδίκευση</p><p>στη θρησκευτική εικονολογία».</p><p>«Padre», είπε ο Λάνγκντον με όσο πιο σωστή προφορά γινόταν.</p><p>Έκλινε το κεφάλι του καθώς έτεινε το χέρι του.</p><p>«Όχι,  όχι»,  επέμεινε  ο  καμεράριος,  σηκώνοντας  το  κεφάλι  του</p><p>Λάνγκντον.  «Το  γραφείο  της  Αγιότητας  του  δε  με  κάνει  άγιο.</p><p>Είμαι απλώς ένας ιερέας, ένας γραμματέας που κάνει το καθήκον</p><p>του σε μια δύσκολη ώρα».</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε το κεφάλι και όρθωσε το σώμα του.</p><p>«Παρακαλώ», είπε ο καμεράριος, «ας καθίσουμε».</p><p>Τακτοποίησε  μερικές  καρέκλες  γύρω  από  το  γραφείο  του.  Ο</p><p>Λάνγκντον  και  η  Βιτόρια  κάθισαν.  Ο  Ολιβέτι  προφανώς</p><p>προτίμησε να παραμείνει όρθιος.</p><p>Ο  καμεράριος  κάθισε  στο  γραφείο,  έπλεξε  τα  χέρια  του,</p><p>αναστέναξε και κοίταξε τους επισκέπτες του.</p><p>«Κύριε», είπε ο Ολιβέτι, «η περιβολή της γυναίκας είναι δικό μου</p><p>σφάλμα. Εγώ...»</p><p>«Η περιβολή της δεν είναι αυτό που με απασχολεί», απάντησε ο</p><p>καμεράριος  με  έναν  τόνο  που  έδειχνε  πως  ήταν  πολύ</p><p>κουρασμένος  για  να  ασχολείται  με  τέτοια  θέματα.  «Όταν  ο</p><p>τηλεφωνητής του Βατικανού επικοινωνεί μαζί μου μισή ώρα πριν</p><p>κηρύξω  την  έναρξη  του  κονκλαβίου  και  μου  λέει  ότι  κάποια</p><p>γυναίκα  τηλεφωνεί  από  το  προσωπικό  γραφείο  σας  για  να  με</p><p>προειδοποιήσει για κάποια σοβαρή απειλή για την οποία εγώ δεν</p><p>είμαι ήδη ενήμερος, αυτό με απασχολεί».</p><p>Ο Ολιβέτι στεκόταν ευθυτενής, με την πλάτη του ολόισια και σε</p><p>στάση  προσοχής,  σαν  ένας  στρατιώτης  που  περνάει  από</p><p>αυστηρότατη επιθεώρηση.</p><p>Ο  Λάνγκντον  ένιωσε  υπνωτισμένος  από  την  παρουσία  του</p><p>καμεράριου.  Παρότι  ήταν  σχετικά  νέος  και  ολοφάνερα</p><p>εξαντλημένος, ο ιερέας είχε έναν αέρα μυθικού ήρωα... Ήταν μια</p><p>επιβλητική φιγούρα, εντυπωσιακά χαρισματική.</p><p>«Κύριε», είπε ο Ολιβέτι με έναν απολογητικό τόνο στη φωνή του,</p><p>αλλά χωρίς  να  υποχωρήσει, «δε θα  έπρεπε  να απασχολείστε με</p><p>θέματα ασφάλειας. Έχετε άλλες ευθύνες».</p><p>«Γνωρίζω πολύ καλά ποιες  είναι  οι  ευθύνες μου. Όμως γνωρίζω</p><p>εξίσου  καλά  ότι,  ως  μεταβατικός  διοικητής,  έχω  ευθύνη  για  την</p><p>ασφάλεια  και  την  προστασία  όλων  όσοι  συμμετέχουν  στο</p><p>κονκλάβιο. Τι συμβαίνει, λοιπόν;»</p><p>«Έχω την κατάσταση υπό έλεγχο».</p><p>«Προφανώς όχι».</p><p>«Πάτερ», διέκοψε ο Λάνγκντον, βγάζοντας από την τσέπη του το</p><p>τσαλακωμένο  φαξ  και  δίνοντας  το  στον  καμεράριο,</p><p>«παρακαλώ...»</p><p>Ο διοικητής Ολιβέτι έκανε ένα βήμα μπροστά, προσπαθώντας να</p><p>παρέμβει.</p><p>«Πάτερ, σας παρακαλώ, μην ασχολείστε με...»</p><p>Ο καμεράριος πήρε το φαξ, αγνοώντας τον Ολιβέτι. Κοίταξε την</p><p>εικόνα του δολοφονημένου Λεονάρντο Βέτρα χωρίς να μπορεί να</p><p>κρύψει την ταραχή του.</p><p>«Τι είναι αυτό;»</p><p>«Είναι ο πατέρας μου», είπε η Βιτόρια με τρεμάμενη φωνή.</p><p>«Ήταν  ιερέας και άνθρωπος  της  επιστήμης. Δολοφονήθηκε χτες</p><p>το βράδυ».</p><p>Το πρόσωπο του καμεράριου μαλάκωσε αμέσως. Σήκωσε τα μάτια</p><p>του πάνω της.</p><p>«Αγαπητό μου παιδί, λυπάμαι πάρα πολύ...» Έκανε το σταυρό του</p><p>και κοίταξε ξανά το φαξ. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο σκοτεινές</p><p>λίμνες θλίψης και φρίκης. «Ποιος θα μπορούσε... Και το έγκαυμα</p><p>στο...»  Ο  καμεράριος  έκανε  απότομα  παύση,  μισοκλείνοντας  τα</p><p>μάτια του για να δει καλύτερα τις λεπτομέρειες.</p><p>«Γράφει  ʺIlluminatiʺ»,  είπε  ο  Λάνγκντον.  «Αναμφίβολα  έχετε</p><p>ακούσει το όνομα αυτό στο παρελθόν...»</p><p>Στο πρόσωπο του καμεράριου ζωγραφίστηκε η απορία.</p><p>«Έχω ακούσει το όνομα, ναι, όμως...»</p><p>«Οι  Πεφωτισμένοι  δολοφόνησαν  τον  Λεονάρντο  Βέτρα</p><p>προκειμένου να κλέψουν μια νέα τεχνολογία, την οποία...»</p><p>«Κύριε», διέκοψε ο Ολιβέτι, «αυτά είναι παράλογα πράγματα. Οι</p><p>Πεφωτισμένοι;  Είναι  σαφές  ότι  πρόκειται  για  κάποια</p><p>καλοσχεδιασμένη απάτη».</p><p>Ο  καμεράριος  φάνηκε  να  ζυγίζει  τα  λόγια  του  Ολιβέτι.  Ύστερα</p><p>γύρισε  και  κάρφωσε  το  βλέμμα  του  στον  Λάνγκντον  με  τέτοια</p><p>ένταση,  ώστε  ο  Αμερικανός  μελετητής  συμβόλων  ένιωσε  τους</p><p>πνεύμονές  του  να  αδειάζουν  από  αέρα  και  να  παραλύει</p><p>ολόκληρος.</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  έχω  αφιερώσει  ολόκληρη  τη  ζωή  μου  στην</p><p>Καθολική  Εκκλησία.  Γνωρίζω  την  παράδοση  σχετικά  με  τους</p><p>Πεφωτισμένους, καθώς και το θρύλο που υπάρχει όσον αφορά το</p><p>σύμβολο  τους.  Όμως,  πρέπει  να  σας  προειδοποιήσω,  είμαι</p><p>άνθρωπος που  ενδιαφέρεται για  το παρόν. Ο χριστιανισμός  έχει</p><p>να αντιμετωπίσει αρκετούς εχθρούς.... Το τελευταίο πράγμα που</p><p>χρειάζεται  αυτή  τη  στιγμή  είναι  να  αρχίσει  τη  μάχη  και  με  τα</p><p>φαντάσματα του παρελθόντος».</p><p>«Το  σύμβολο  είναι  αυθεντικό»,  είπε  ο  Λάνγκντον,  με  τόνο  λίγο</p><p>περισσότερο απολογητικό απʹ όσο θα ήθελε. Έσκυψε πάνω από το</p><p>γραφείο και γύρισε ανάποδα το φαξ για τον καμεράριο.</p><p>Εκείνος έμεινε άφωνος όταν αντιλήφθηκε τη συμμετρία.</p><p>«Ακόμα  και  με  τους  συγχρόνους  υπολογιστές»,  πρόσθεσε  ο</p><p>Λάνγκντον,  «δεν  έχει  σταθεί  δυνατόν  να  σχεδιαστεί  ένα</p><p>συμμετρικό αμφίγραμμα αυτής της λέξης».</p><p>Ο καμεράριος έπλεξε τα χέρια του και δεν έβγαλε κουβέντα για</p><p>αρκετή ώρα.</p><p>«Οι  Πεφωτισμένοι  έχουν  εξαφανιστεί»,  είπε  τελικά.  «Εδώ  και</p><p>πάρα πολύ καιρό. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Μόλις χτες θα συμφωνούσα μαζί σας».</p><p>«Χτες;»</p><p>«Πριν ζήσω τη σημερινή αλυσίδα των γεγονότων. Πιστεύω ότι οι</p><p>Πεφωτισμένοι  έκαναν  την  επανεμφάνιση  τους  προκειμένου  να</p><p>τηρήσουν έναν πανάρχαιο όρκο».</p><p>«Συγχωρέστε  με,  δεν  είμαι  τόσο  καλός  στην  ιστορία.  Σε  ποιον</p><p>πανάρχαιο όρκο αναφέρεστε;»</p><p>Ο Λάνγκντον πήρε μια βαθιά ανάσα.</p><p>«Την καταστροφή της Πόλης του Βατικανού».</p><p>«Θα επιχειρήσουν να καταστρέψουν την Πόλη του Βατικανού;» Ο</p><p>καμεράριος έδειχνε περισσότερο μπερδεμένος παρά φοβισμένος.</p><p>«Μα κάτι τέτοιο είναι αδύνατον».</p><p>Η Βιτόρια κούνησε το κεφάλι της.</p><p>«Φοβάμαι ότι έχουμε κι άλλα άσχημα νέα...»</p><p>40</p><p>«ΕΙΝΑΙ  ΑΛΗΘΕΙΑ  αυτά  που  ακούω;»  ρώτησε  επιτακτικά  ο</p><p>καμεράριος, στρέφοντας το έκπληκτο βλέμμα του από τη Βιτόρια</p><p>στον Ολιβέτι.</p><p>«Κύριε»,  τον  καθησύχασε  ο  Ολιβέτι,  «παραδέχομαι  ότι  υπάρχει</p><p>κάποιου  είδους  συσκευή  μέσα  στην  πόλη.  Την  παρακολουθούμε</p><p>μέσα από κάποια οθόνη  του συστήματος ασφάλειας,  όμως  όσον</p><p>αφορά τους ισχυρισμούς της κυρίας Βέτρα σχετικά με τις ιδιότητες</p><p>αυτής της ουσίας δεν είναι δυνατόν να...»</p><p>«Μια στιγμή», τον διέκοψε ο καμεράριος. «Μπορείτε και βλέπετε</p><p>αυτό το πράγμα;»</p><p>«Μάλιστα, κύριε. Από την ασύρματη κάμερα νούμερο 86».</p><p>«Τότε, γιατί δεν το έχετε βρει;» Η φωνή του καμεράριου φανέρωνε</p><p>θυμό τώρα.</p><p>«Πολύ δύσκολο,</p><p>κύριε».</p><p>Ο Ολιβέτι στεκόταν στητός όση ώρα εξηγούσε την κατάσταση.</p><p>Ο καμεράριος άκουγε προσεκτικά, και η Βιτόρια διαισθανόταν ότι</p><p>η ανησυχία του εντεινόταν όσο περνούσε η ώρα.</p><p>«Είστε  βέβαιοι  ότι  βρίσκεται  μέσα  στην  Πόλη  του  Βατικανού;»</p><p>ρώτησε  ο  καμεράριος.  «Ίσως  κάποιος  να  έβγαλε  έξω  από  το</p><p>Βατικανό  την  κάμερα  και  η  εικόνα  που  στέλνει  να  είναι  από</p><p>αλλού».</p><p>«Αδύνατον»,  είπε  ο  Ολιβέτι.  «Τα  εξωτερικά  τείχη  μάς</p><p>προστατεύουν  από  ηλεκτρονικές  παρεμβολές,  προκειμένου  να</p><p>διασφαλιστεί το απόρρητο των εσωτερικών μας επικοινωνιών. Το</p><p>σήμα αυτό μπορεί να έρχεται μόνο από κάποιο σημείο εντός της</p><p>πόλης, διαφορετικά δε θα το λαμβάναμε».</p><p>«Και  υποθέτω»,  είπε  ο  γραμματέας,  «ότι  αυτή  τη  στιγμή  που</p><p>μιλάμε  αναζητάτε  τη  χαμένη  κάμερα  με  ό,τι  μέσα  έχετε  στη</p><p>διάθεση σας».</p><p>«Όχι, κύριε. Ο εντοπισμός της κάμερας θα απαιτούσε υπερβολικά</p><p>πολύ χρόνο. Έχουμε μια σειρά άλλων ζητημάτων ασφάλειας να</p><p>αντιμετωπίσουμε αυτή τη στιγμή, και, με κάθε σεβασμό προς την</p><p>κυρία Βέτρα, αυτό το σταγονίδιο στο οποίο αναφέρεται είναι πολύ</p><p>μικρό.  Δεν  είναι  δυνατόν  να  έχει  την  εκρηκτική  ισχύ  που</p><p>περιγράφει».</p><p>Η υπομονή της Βιτόρια είχε εξαντληθεί.</p><p>«Αυτό  το  σταγονίδιο  αρκεί  για  να  ισοπεδώσει  την  Πόλη  του</p><p>Βατικανού! Άκουσες έστω και μία λέξη από όσα είπα;»</p><p>«Κυρία  μου»,  είπε  ο  Ολιβέτι  με  ψυχρή  φωνή,  «έχω  τεράστια</p><p>εμπειρία στον τομέα των εκρηκτικών».</p><p>«Οι γνώσεις σας  είναι  ξεπερασμένες»,  του αντιγύρισε  εκείνη,  σε</p><p>εξίσου  ψυχρό  τόνο.  «Παρά  την  περιβολή  μου,  η  οποία</p><p>αντιλαμβάνομαι ότι σας δυσαρεστεί, είμαι ανώτερο στέλεχος του</p><p>πλέον προηγμένου κέντρου πυρηνικών ερευνών στον κόσμο. Εγώ</p><p>η  ίδια  σχεδίασα  την  παγίδα  αντιύλης  που  εμποδίζει  αυτό  το</p><p>δείγμα να αφανίσει τα πάντα γύρω του αυτή τη στιγμή. Και σας</p><p>προειδοποιώ  ότι,  αν  δε  βρείτε  αυτό  τον  κύλινδρο  μέσα  στις</p><p>επόμενες  έξι  ώρες,  οι  φρουροί  σας  δε  θα  έχουν  τίποτα  να</p><p>προστατεύουν  για  τον  επόμενο  αιώνα,  εκτός  από  μια  τεράστια</p><p>τρύπα στο έδαφος».</p><p>Ο Ολιβέτι στράφηκε προς τον καμεράριο με βλέμμα που έβραζε</p><p>από οργή.</p><p>«Κύριε,  η  συνείδηση  μου  δε  μου  επιτρέπει  να  αφήσω  αυτή  την</p><p>παρωδία  να  συνεχιστεί.  Ο  χρόνος  σας  σπαταλιέται  άδικα  από</p><p>φαρσέρ.</p><p>Οι Πεφωτισμένοι; Ένα σταγονίδιο που θα μας αφανίσει όλους;»</p><p>«Basta!» τον διέταξε ο καμεράριος. Πρόφερε τη λέξη σιγανά, όμως</p><p>αυτή φάνηκε να αντηχεί σε ολόκληρη την αίθουσα. Ακολούθησε</p><p>σιωπή. Όταν συνέχισε, η φωνή του ήταν ένας ψίθυρος. «Είτε είναι</p><p>επικίνδυνο  είτε  όχι,  είτε  έχουμε  να  κάνουμε  με  τους</p><p>Πεφωτισμένους είτε όχι, ό,τι κι αν είναι αυτό το πράγμα, ένα είναι</p><p>σίγουρο:</p><p>Δε θα έπρεπε να βρίσκεται μέσα στην Πόλη του Βατικανού, ιδίως</p><p>τη  στιγμή  που  επίκειται  η  έναρξη  του  κονκλαβίου.  Θέλω  να</p><p>βρεθεί και να απομακρυνθεί. Οργανώστε έρευνα αμέσως».</p><p>Ο Ολιβέτι επέμεινε.</p><p>«Κύριε, ακόμα κι αν χρησιμοποιήσουμε όλους τους φρουρούς για</p><p>να  ερευνηθεί  το συγκρότημα,  ενδεχομένως να χρειαστούν μέρες</p><p>για  να  εντοπιστεί  η  κάμερα.  Επιπλέον,  αφότου  μίλησα  με  την</p><p>κυρία Βέτρα έβαλα ένα μέλος της φρουράς να ανατρέξει στο πιο</p><p>ενημερωμένο  εγχειρίδιο  βαλλιστικής  που  διαθέτουμε  και  να</p><p>αναζητήσει  οποιαδήποτε  αναφορά  σε  αυτή  την  ουσία  που</p><p>ονομάζεται ʺαντιύληʺ. Δε βρήκα τίποτα, πουθενά. Τίποτα».</p><p>Αλαζονικό καθίκι! σκέφτηκε η Βιτόρια. Σε εγχειρίδιο βαλλιστικής;</p><p>Δοκίμασες να ψάξεις σε καμιά εγκυκλοπαίδεια; Είναι στο γράμμα</p><p>Α!</p><p>Ο Ολιβέτι συνέχισε να μιλάει.</p><p>«Κύριε, αν προτείνετε να κάνουμε έρευνα σε ολόκληρη την Πόλη</p><p>του Βατικανού, οφείλω να διαφωνήσω».</p><p>«Διοικητά!»  Ο  καμεράριος  με  δυσκολία  συγκρατούσε  την  οργή</p><p>του.  «Θα  ήθελα  να  σας  υπενθυμίσω  ότι,  όταν  απευθύνεστε  σʹ</p><p>εμένα,  στην  ουσία  απευθύνεστε  σʹ  αυτό  το  γραφείο.</p><p>Αντιλαμβάνομαι  ότι  δεν  παίρνετε  τη  θέση  μου  στα  σοβαρά,</p><p>εντούτοις, σύμφωνα με το νόμο, εγώ είμαι ο επικεφαλής εδώ. Αν</p><p>δεν  κάνω  λάθος,  αυτή  τη  στιγμή  που  μιλάμε  οι  καρδινάλιοι</p><p>βρίσκονται  συγκεντρωμένοι  με  ασφάλεια  μέσα  στην  Καπέλα</p><p>Σιξτίνα,  συνεπώς  τα  προβλήματα  που  καλείστε  να</p><p>αντιμετωπίσετε  μέχρι  τη  λήξη  του  κονκλαβίου  είναι  ελάχιστα.</p><p>Δεν καταλαβαίνω γιατί  διστάζετε  τόσο να αναζητήσετε αυτή  τη</p><p>συσκευή.  Αν  δε  σας  γνώριζα  καλύτερα,  θα  έλεγα  ότι  θέτετε  σε</p><p>κίνδυνο το κονκλάβιο εσκεμμένα».</p><p>Ο Ολιβέτι του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση.</p><p>«Πώς τολμάτε! Υπηρέτησα τον Πάπα σας επί δώδεκα χρόνια! Και</p><p>τον  προκάτοχο  του  επί  δεκατέσσερα  χρόνια!  Από  το  1438  η</p><p>Ελβετική Φρουρά έχει...»</p><p>Ο ασύρματος στη ζώνη του Ολιβέτι βούιξε δυνατά, διακόπτοντας</p><p>τον.</p><p>«Conwndantef»</p><p>Ο  διοικητής  τον  άρπαξε  με  μια  γρήγορη  κίνηση  και  πίεσε  το</p><p>πλήκτρο της ομιλίας.</p><p>«Sto occupato! Cosa vuoi? Τι συμβαίνει; Είμαι απασχολημένος».</p><p>«Scusi»,  είπε  ο  Ελβετός  φρουρός  που  τον  είχε  καλέσει  στον</p><p>ασύρματο.</p><p>«Συγνώμη! Κέντρο επικοινωνιών εδώ. Σκέφτηκα ότι θα θέλατε να</p><p>γνωρίζετε  ότι  δεχτήκαμε  απειλητικό  τηλεφώνημα  για</p><p>τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού».</p><p>Ο Ολιβέτι  δε  θα  μπορούσε  να  έχει  περισσότερο  αδιάφορο  ύφος.</p><p>«Χειριστείτε  το  μόνοι  σας,  λοιπόν!  Ξεκινήστε  τη  διαδικασία</p><p>εντοπισμού του τηλεφωνήματος και συμπληρώστε την αναφορά».</p><p>«Το  κάναμε  ήδη,  κύριε,  όμως  το  άτομο  που  τηλεφώνησε...»  Ο</p><p>φρουρός  έκανε  παύση.  «Δε  θα  σας  ενοχλούσα,  κύριε  διοικητά,</p><p>όμως  ανέφερε  την  ουσία  που  μου  ζητήσατε  να  ψάξω.  Την</p><p>αντιύλη».</p><p>Όλοι στο δωμάτιο αντάλλαξαν έκπληκτα βλέμματα.</p><p>«Ανέφερε τι πράγμα;» τραύλισε ο Ολιβέτι.</p><p>«Την  αντιύλη,  κύριε.  Όση  ώρα  προσπαθούσαμε  να  εντοπίσουμε</p><p>την  προέλευση  του  τηλεφωνήματος  ερεύνησα  λίγο  περισσότερο</p><p>την  ουσία  που  ανέφερε  το  άτομο  το  οποίο  τηλεφώνησε.  Τα</p><p>στοιχεία  για  την  αντιύλη  είναι...  Για  να  είμαι  ειλικρινής,  είναι</p><p>πολύ ανησυχητικά».</p><p>«Νόμιζα  ότι  είπες  πως  το  εγχειρίδιο  βαλλιστικής  δεν  περιείχε</p><p>καμία αναφορά σε αυτή την ουσία».</p><p>«Έψαξα στο Διαδίκτυο...»</p><p>Αλληλούια! αναφώνησε από μέσα της η Βιτόρια.</p><p>«Σύμφωνα με τα στοιχεία που βρήκα, πρόκειται για μια ιδιαίτερα</p><p>επικίνδυνη  ουσία»,  συνέχισε  ο  φρουρός.  «Μου  είναι  δύσκολο  να</p><p>πιστέψω ότι οι πληροφορίες είναι ακριβείς, όμως εδώ λέει ότι μια</p><p>ποσότητα  αντιύλης  ίση  με  τη  γόμωση  μιας  πυρηνικής  κεφαλής</p><p>είναι περίπου εκατό φορές ισχυρότερη από αυτή».</p><p>Οι ώμοι του Ολιβέτι κρέμασαν. Ήταν σαν να έβλεπε κάποιος ένα</p><p>βουνό να καταρρέει. Το αίσθημα θριάμβου που κατέλαβε αρχικά</p><p>τη  Βιτόρια  εξαφανίστηκε  όταν  είδε  τον  τρόμο  να  ζωγραφίζεται</p><p>στο πρόσωπο του καμεράριου.</p><p>«Εντοπίσατε  την  προέλευση  του  τηλεφωνήματος;»  ψέλλισε  ο</p><p>Ολιβέτι.</p><p>«Δυστυχώς,  όχι.  Η  κλήση  είχε  γίνει  από  ψηφιακό  τηλέφωνο  με</p><p>μηχανισμό  απόκρυψης.  Οι  δορυφορικές  γραμμές  είναι</p><p>μπλοκαρισμένες,  άρα  αποκλείεται  ο  εντοπισμός  με</p><p>τριγωνοποίηση.  Η  ενδιάμεση  συχνότητα  δείχνει  ότι  μάλλον</p><p>βρίσκεται στη Ρώμη, όμως πραγματικά δεν υπάρχει τρόπος να τον</p><p>εντοπίσουμε».</p><p>«Έθεσε κάποιο αίτημα;» ρώτησε ο Ολιβέτι με ήρεμη φωνή.</p><p>«Όχι, κύριε. Απλώς μας προειδοποίησε ότι υπάρχει μια ποσότητα</p><p>αντιύλης  κρυμμένη  κάπου  στο  συγκρότημα.  Φάνηκε  να</p><p>εκπλήσσεται που δεν το γνώριζα. Με ρώτησε αν την έχω δει. Μου</p><p>είχατε ζητήσει να ψάξω πληροφορίες σχετικά με την αντιύλη, κι</p><p>έτσι αποφάσισα να σας ενημερώσω».</p><p>«Έκανες καλά», είπε ο Ολιβέτι. «Θα βρίσκομαι εκεί σε ένα λεπτό.</p><p>Ενημέρωσέ με αμέσως αν ξανατηλεφωνήσει».</p><p>Ακολούθησε μια παρατεταμένη παύση στον ασύρματο.</p><p>«Το άτομο που τηλεφώνησε περιμένει ακόμα στη γραμμή, κύριε».</p><p>Ο Ολιβέτι έμοιαζε σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.</p><p>«Η γραμμή είναι ακόμα ανοιχτή;»</p><p>«Μάλιστα,  κύριε. Προσπαθούμε να  εντοπίσουμε  το  τηλεφώνημα</p><p>εδώ και δέκα λεπτά, όμως δεν καταλήγουμε σε κάποιο ουσιαστικό</p><p>αποτέλεσμα.  Πρέπει  να  γνωρίζει  ότι  δεν  μπορούμε  να  τον</p><p>εντοπίσουμε,  γιατί  αρνείται  να  κλείσει  πριν  μιλήσει  στον</p><p>καμεράριο».</p><p>«Πέρασε τη γραμμή εδώ», διέταξε ο καμεράριος. «Τώρα!»</p><p>Ο Ολιβέτι γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Πάτερ,  όχι.  Ένας  ειδικευμένος  στις  διαπραγματεύσεις  άντρας</p><p>της  Ελβετικής  Φρουράς  είναι  πολύ  καταλληλότερος</p><p>για  να</p><p>χειριστεί αυτή την κατάσταση».</p><p>«Τώρα!»</p><p>Ο Ολιβέτι έδωσε τη διαταγή.</p><p>Ελάχιστα  δευτερόλεπτα  αργότερα  το  τηλέφωνο  πάνω  στο</p><p>γραφείο του καμεράριου Βεντρέσκα άρχισε να χτυπάει. Ο  ιερέας</p><p>κατέβασε  με  δύναμη  το  δάχτυλο  του  στο  πλήκτρο  της  ανοιχτής</p><p>ακρόασης.</p><p>«Για όνομα του Θεού, ποιος νομίζεις ότι είσαι;»</p><p>41</p><p>Η  ΦΩΝΗ  ΠΟΥ  ΕΒΓΑΙΝΕ  από  το  ηχείο  της  ανοιχτής  ακρόασης</p><p>ήταν  μεταλλική  και  ψυχρή,  με  μια  δόση  υπεροψίας.  Όλοι  όσοι</p><p>βρίσκονταν στο δωμάτιο απλώς άκουγαν.</p><p>Ο  Λάνγκντον  προσπάθησε  να  προσδιορίσει  τη  γεωγραφική</p><p>προέλευση της προφοράς. Μέση Ανατολή ίσως;</p><p>«Είμαι  ο  αγγελιοφόρος  μιας  πανάρχαιης  αδελφότητας»,</p><p>ανακοίνωσε η φωνή με μια απόκοσμη χροιά. «Μιας αδελφότητας</p><p>την  οποία  αδικήσατε  επί  αιώνες.  Είμαι  αγγελιοφόρος  των</p><p>Πεφωτισμένων».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε τους μυς του να σφίγγονται,  καθώς η</p><p>φωνή που ακουγόταν από  το  τηλέφωνο διέλυε και  τα  τελευταία</p><p>ίχνη αμφιβολίας που θα μπορούσε να έχει. Προς στιγμήν ένιωσε</p><p>το  ίδιο αλλόκοτο μείγμα ενθουσιασμού και απερίγραπτου φόβου</p><p>που είχε νιώσει όταν είδε για πρώτη φορά το αμφίγραμμα εκείνο</p><p>το πρωί.</p><p>«Τι θέλεις;» ρώτησε αυστηρά ο καμεράριος.</p><p>«Εκπροσωπώ  ανθρώπους  της  επιστήμης,  ανθρώπους  οι  οποίοι,</p><p>όπως  κι  εσείς,  αναζητούν  απαντήσεις...  Απαντήσεις  για  το</p><p>πεπρωμένο,  για  το  λόγο  ύπαρξης  και  για  το  δημιουργό  του</p><p>ανθρώπου».</p><p>«Όποιος κι αν είσαι», είπε ο καμεράριος, «εγώ...»</p><p>«Silenzio! Καλά θα κάνετε να σωπάσετε και να ακούτε μόνο. Επί</p><p>δυο χιλιετίες η εκκλησία σας διατήρησε κατʹ αποκλειστικότητα το</p><p>προνόμιο  της  αναζήτησης  της  αλήθειας.  Συντρίψατε  τους</p><p>αντιπάλους σας με ψέματα και προφητείες για δήθεν επικείμενο</p><p>όλεθρο.  Διαστρεβλώσατε  την  αλήθεια  ώστε  να  εξυπηρετήσετε</p><p>τους  σκοπούς  σας,  δολοφονώντας  τους  ανθρώπους  οι</p><p>ανακαλύψεις  των  οποίων  στέκονταν  εμπόδιο  στα  σχέδια  σας.</p><p>Γιατί,  λοιπόν,  σας  προκαλεί  έκπληξη  το  γεγονός  ότι  γίνατε</p><p>στόχος φωτισμένων ανθρώπων από ολόκληρο τον κόσμο;»</p><p>«Οι φωτισμένοι άνθρωποι δεν καταφεύγουν σε εκβιασμούς για να</p><p>πετύχουν τους στόχους τους...»</p><p>«Εκβιασμούς;»  Ο  άντρας  γέλασε.  «Δεν  πρόκειται  για  εκβιασμό.</p><p>Δεν  έχουμε  κανένα  αίτημα.  Η  ολοσχερής  καταστροφή  του</p><p>Βατικανού  δεν  είναι  διαπραγματεύσιμη.  Περιμέναμε  τετρακόσια</p><p>χρόνια  για  αυτή  τη  μέρα.  Τα  μεσάνυχτα  η  πόλη  σας  θα</p><p>καταστραφεί. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείτε να κάνετε».</p><p>Ο Ολιβέτι όρμησε στο τηλέφωνο.</p><p>«Η  πρόσβαση  σε  αυτή  την  πόλη  είναι  αδύνατη!  Δεν  μπορεί  να</p><p>έχετε τοποθετήσει εκρηκτικά εδώ!»</p><p>«Μιλάτε με  τη γεμάτη άγνοια αφοσίωση ενός Ελβετού φρουρού.</p><p>Να  υποθέσω  ότι  είστε  αξιωματικός;  Σίγουρα  γνωρίζετε  ότι  επί</p><p>αιώνες  οι  Πεφωτισμένοι  κατάφερναν  να  δυισδύουν  σε</p><p>οργανώσεις οι οποίες επιλέγουν αυστηρά τα μέλη τους. Πιστεύετε</p><p>πραγματικά ότι το Βατικανό μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση;»</p><p>Χριστέμου!  σκέφτηκε  ο  Λάνγκντον.  Έχουν  κάποιον  εδώ  μέσα...</p><p>Ήταν γνωστό σε όλους ότι η διείσδυση ήταν το σήμα κατατεθέν</p><p>της  ισχύος  των Πεφωτισμένων.  Είχαν καταφέρει  να διαβρώσουν</p><p>μασονικές  στοές,  κορυφαία  τραπεζικά  δίκτυα,  κυβερνήσεις</p><p>κρατών.  Για  την  ακρίβεια,  ο  Τσόρτσιλ  είχε  πει  κάποτε  στους</p><p>δημοσιογράφους ότι, αν οι Βρετανοί κατάσκοποι είχαν διεισδύσει</p><p>στις  τάξεις  των  Ναζί  στον  ίδιο  βαθμό  που  είχαν  διεισδύσει  οι</p><p>Πεφωτισμένοι  στο  Βρετανικό  Κοινοβούλιο,  ο  πόλεμος  θα  είχε</p><p>τελειώσει μέσα σε ένα μήνα.</p><p>«Είναι  ολοφάνερο  ότι  μπλοφάρετε»,  πετάχτηκε  ο  Ολιβέτι.  «Η</p><p>επιρροή σας δεν μπορεί να φτάνει τόσο μακριά».</p><p>«Γιατί;  Επειδή  οι  Ελβετοί  φρουροί  σας  αγρυπνούν;  Επειδή</p><p>επιτηρούν  κάθε  γωνιά  του  κλειστού  σας  κόσμου;  Και  ποιος</p><p>επιτηρεί τους ίδιους τους Ελβετούς φρουρούς; Ή μήπως αυτοί δεν</p><p>είναι  θνητοί;  Πιστεύετε  πραγματικά  ότι  θα  ρισκάριζαν  τη  ζωή</p><p>τους για χάρη ενός μύθου που μιλάει για κάποιον άνθρωπο που</p><p>περπάτησε  πάνω  στο  νερό;  Απλώς  σκεφτείτε...  Με  ποιον  άλλο</p><p>τρόπο θα μπορούσε να έχει περάσει ο κύλινδρος μέσα στην πόλη</p><p>σας;  Ή  πώς  εξαφανίστηκαν  τέσσερα  από  τα  πλέον  πολύτιμα</p><p>πιόνια σας σήμερα το απόγευμα;»</p><p>«Πιόνια;» έκανε αγριεμένος ο Ολιβέτι. «Τι εννοείς;»</p><p>«Ένα,  δύο,  τρία,  τέσσερα... Δε διαπιστώσατε  την  εξαφάνιση τους</p><p>ακόμα;»</p><p>«Τι στο διάβολο είναι αυτά που...» Ο Ολιβέτι σταμάτησε απότομα.</p><p>Τα μάτια του γούρλωσαν σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι.</p><p>«Α, αρχίζετε να καταλαβαίνετε...» είπε ο άντρας. «Μήπως θέλετε</p><p>να διαβάσω τα ονόματα τους;»</p><p>«Μα τι συμβαίνει;» ρώτησε ο καμεράριος, φανερά έκπληκτος.</p><p>Ο άντρας γέλασε.</p><p>«Ο  αξιωματικός  σας  δε  σας  ενημέρωσε  ακόμα;  Αμαρτία!</p><p>Αναμενόμενο όμως. Τόση περηφάνια... Φαντάζομαι την ατίμωση</p><p>του  αν  έπρεπε  να  σας  ομολογήσει  την  αλήθεια...  Ότι,  δηλαδή,</p><p>τέσσερις  από  τους  καρδινάλιους  που  ορκίστηκε  να  προστατεύει</p><p>έχουν εξαφανιστεί...»</p><p>Ο Ολιβέτι εξερράγη.</p><p>«Πού βρήκες αυτές τις πληροφορίες!»</p><p>«Καμεράριε», είπε αυτάρεσκα ο άντρας, «ρωτήστε τον αξιωματικό</p><p>σας αν είναι όλοι οι καρδινάλιοι παρόντες στην Καπέλα Σιξτίνα».</p><p>Ο καμεράριος στράφηκε προς τον Ολιβέτι. Δεν έβγαλε κουβέντα,</p><p>όμως τα πράσινα μάτια του απαιτούσαν μια εξήγηση.</p><p>«Κύριε»,  ψιθύρισε  ο  Ολιβέτι  στο  αφτί  του  καμεράριου,  «είναι</p><p>αλήθεια  ότι  τέσσερις  από  τους  ιερωμένους  μας  δεν  έχουν</p><p>παρουσιαστεί  ακόμα  στην  Καπέλα  Σιξτίνα,  όμως  δεν  υπάρχει</p><p>λόγος ανησυχίας.</p><p>Όλοι  τους  έδωσαν  το  παρών  στο  χώρο  όπου  διαμένουν  οι</p><p>καρδινάλιοι σήμερα το πρωί, άρα γνωρίζουμε ότι είναι ασφαλείς</p><p>μέσα  στην  Πόλη  του  Βατικανού.  Εσείς  ο  ίδιος  ήπιατε  τσάι  μαζί</p><p>τους  πριν  από  λίγες  ώρες.  Απλώς  έχουν  καθυστερήσει  για  τη</p><p>συνάντηση  που  προηγείται  του  κονκλαβίου.  Διεξάγουμε  έρευνα</p><p>για τον εντοπισμό τους, όμως είμαι βέβαιος ότι απλώς έχασαν την</p><p>αίσθηση του χρόνου απολαμβάνοντας την ομορφιά των κήπων».</p><p>«Απολαμβάνοντας  την  ομορφιά  των  κήπων;»  Από  τη  φωνή  του</p><p>καμεράριου είχε πλέον εξαφανιστεί κάθε ίχνος ηρεμίας. «Έπρεπε</p><p>να βρίσκονται στο παρεκκλήσι εδώ και μία ώρα!»</p><p>Ο  Λάνγκντον  κοίταξε  έκπληκτος  τη  Βιτόρια.  Αγνοούνται</p><p>καρδινάλιοι; ώστε αυτούς έψαχναν προηγουμένως;</p><p>«Ιδού η λίστα μας», είπε ο άντρας στο τηλέφωνο. «Πιστεύω ότι θα</p><p>τη  βρείτε  ιδιαίτερα  πειστική.  Έχουμε  και  λέμε:  καρδινάλιος</p><p>Λαμασέ  από  το  Παρίσι,  καρδινάλιος  Γκουινδέρα  από  τη</p><p>Βαρκελώνη, καρδινάλιος Έμπνερ από τη Φρανκφούρτη...»</p><p>Ο  Ολιβέτι  έμοιαζε  να  συρρικνώνεται  όλο  και  περισσότερο  στο</p><p>άκουσμα κάθε ονόματος.</p><p>Ο  άντρας  έκανε  μια  μεγάλη  παύση,  σαν  να  του  έδινε  ιδιαίτερη</p><p>ευχαρίστηση η ανάγνωση του τελευταίου ονόματος.</p><p>«Και από την Ιταλία... καρδινάλιος Μπάτζια».</p><p>Ο καμεράριος  έμεινε ακίνητος,  σαν  ένα περήφανο πλοίο με όλα</p><p>τα  πανιά  του  ανοιγμένα  που  πέφτει  ξαφνικά  σε  κατάσταση</p><p>απόλυτης νηνεμίας. Το ράσο του κυμάτισε όπως κατέρρευσε στην</p><p>καρέκλα του.</p><p>«Ipreferiti»,  ψιθύρισε.  «Οι  τέσσερις  εκλεκτοί...  συμπε‐</p><p>ριλαμβανομένου  του  Μπάτζια,  του  επικρατέστερου  υποψηφίου</p><p>για τη θέση του Υπέρτατου Ποντίφικα... Πώς είναι δυνατόν;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  είχε  αρκετές  γνώσεις  σχετικά  με  τη  διαδικασία</p><p>εκλογής του Πάπα για να κατανοήσει τους λόγους για το γεμάτο</p><p>απελπισία  ύφος  στο  πρόσωπο  του  καμεράριου.  Παρότι  τυπικά</p><p>οποιοσδήποτε καρδινάλιος κάτω των ογδόντα ετών μπορούσε να</p><p>εκλεγεί  Πάπας,  ελάχιστοι  ήταν  εκείνοι  που  διέθεταν  το</p><p>απαραίτητο κύρος για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας των δύο</p><p>τρίτων  σε  μια  ψηφοφορία  που  χαρακτηριζόταν  από  εξαιρετικό</p><p>φανατισμό  και  μεγάλη  πόλωση.  Οι  υποψήφιοι  αυτοί  ήταν</p><p>γνωστοί  ως  «prefenti»,  «εκλεκτοί».  Και  τώρα  είχαν  εξαφανιστεί</p><p>όλοι.</p><p>Στο  μέτωπο  του  καμεράριου  είχαν  σχηματιστεί  χοντροί  κόμποι</p><p>ιδρώτα.</p><p>«Τι σκοπεύεις να κάνεις σε αυτούς τους άντρες;»</p><p>«Εσείς  τι  νομίζετε  ότι  σκοπεύω  να  κάνω;  Είμαι  απόγονος  των</p><p>Ασασίνων».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ένα παγωμένο ρίγος. Γνώριζε καλά τη</p><p>σημασία  του  ονόματος.  Η  εκκλησία  είχε  αποκτήσει  μερικούς</p><p>θανάσιμους εχθρούς στο πέρασμα των αιώνων:  τους Ασασίνους,</p><p>τους  Ναίτες,  ανθρώπους  που  είτε  είχαν  καταδιωχτεί  από  το</p><p>Βατικανό  είτε  είχαν  προδοθεί</p><p>από  την  εκκλησία  που</p><p>υπηρετούσαν.</p><p>«Άφησε ελεύθερους τους καρδινάλιους», είπε ο καμεράριος. «Δεν</p><p>αρκεί η απειλή της καταστροφής της Πόλης του Θεού;»</p><p>«Ξεχάστε  τους  τέσσερις  εκλεκτούς  σας.  Αυτοί  έχουν  χαθεί  για</p><p>πάντα.  Να  είστε  βέβαιοι  όμως  ότι  ο  θάνατος  τους  θα  μείνει</p><p>αξέχαστος σε εκατομμύρια ανθρώπους. Το όνειρο κάθε μάρτυρα...</p><p>Θα τους κάνω αστέρες των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Τον έναν</p><p>μετά  τον  άλλο.  Όταν  τα  ρολόγια  δείξουν  μεσάνυχτα  οι</p><p>Πεφωτισμένοι  θα  έχουν  κερδίσει  την  προσοχή  ολόκληρου  του</p><p>πλανήτη. Τι νόημα έχει να αλλάξει κανείς τον κόσμο, αν δεν τον</p><p>παρακολουθεί  ολόκληρος  ο  πλανήτης;  Οι  δημόσιες  δολοφονίες</p><p>έχουν  κάτι  το  γοητευτικά  φρικιαστικό,  δε  συμφωνείτε;  Το</p><p>αποδείξατε αυτό πριν από πολύ καιρό...με την Ιερά Εξέταση, με το</p><p>βασανισμό  των  Ναϊτών  Ιπποτών,  με  τις  Σταυροφορίες».  Έκανε</p><p>παύση. «Και, φυσικά, με την purga».</p><p>Ο καμεράριος είχε μείνει άφωνος.</p><p>«Μη  μου  πείτε  ότι  δε  θυμάστε  την  purga;»  ρώτησε  ο  άντρας.</p><p>«Φυσικά  όχι,  είστε  πολύ  νέος...  Εξάλλου  οι  ιερείς  δεν  τα</p><p>πηγαίνουν  καλά  με  την  ιστορία.  Ίσως  επειδή  η  ιστορία  είναι</p><p>ντροπιαστική για εκείνους...»</p><p>«La purga, η κάθαρση!» είπε αυθόρμητα ο Λάνγκντον. «Το 1668 η</p><p>εκκλησία μαρκάρισε τέσσερις Πεφωτισμένους επιστήμονες με το</p><p>σημάδι του σταυρού. Για να ξεπλύνει τις αμαρτίες τους».</p><p>«Ποιος  μίλησε;»  ρώτησε  επιτακτικά  ο  άντρας,  με  φωνή  που</p><p>πρόδινε  περισσότερο  ενδιαφέρον  παρά  ανησυχία.  «Ποιος  άλλος</p><p>βρίσκεται εκεί;»</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ανήσυχος.</p><p>«Το  όνομα  μου  δεν  έχει  σημασία»,  είπε,  προσπαθώντας  να</p><p>διατηρήσει τη φωνή του σταθερή. Μιλούσε σε έναν Πεφωτισμένο</p><p>με σάρκα και οστά, και η εμπειρία τού προκαλούσε ζάλη... Ήταν</p><p>σαν  να  μιλούσε  στον  Τζορτζ Ουάσινγκτον.  «Είμαι  ακαδημαϊκός,</p><p>μελετητής της ιστορίας της αδελφότητας σας».</p><p>«Έξοχα!»  απάντησε  η  φωνή.  «Χαίρομαι  που  υπάρχουν  ακόμα</p><p>άνθρωποι  που  θυμούνται  τα  εγκλήματα  που  διαπράχτηκαν  εις</p><p>βάρος μας».</p><p>«Οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουν ότι έχετε διαλυθεί».</p><p>«Μια εσφαλμένη εντύπωση,  την οποία η αδελφότητα εργάστηκε</p><p>σκληρά  για  να  ενισχύσει.  Τι  άλλο  ξέρετε  σχετικά  με  την</p><p>κάθαρση;»</p><p>Ο Λάνγκντον δίσταζε να απαντήσει. Τι άλλο ξέρω; Ότι όλη αυτή η</p><p>κατάσταση είναι μια τρέλα, αυτό ξέρω!</p><p>«Μετά  το  μαρκάρισμα  τους  οι  επιστήμονες  δολοφονήθηκαν  και</p><p>τα  πτώματα  τους  εγκαταλείφτηκαν  σε  δημόσιους  χώρους  στη</p><p>Ρώμη  ως  προειδοποίηση  σε  άλλους  επιστήμονες  να  μην</p><p>προσχωρήσουν στις τάξεις των Πεφωτισμένων».</p><p>«Ναι.  Κι  εμείς,  λοιπόν,  θα  κάνουμε  το  ίδιο.  Οφθαλμός  αντί</p><p>οφθαλμού.  Θεωρήστε  το  συμβολική  εκδίκηση  για  τους</p><p>δολοφονημένους αδελφούς μας. Οι  τέσσερις  καρδινάλιοι  σας θα</p><p>πεθάνουν  ο  ένας  μετά  τον  άλλο,  αρχής  γενομένης  στις  οχτώ  η</p><p>ώρα. Μέχρι τα μεσάνυχτα ολόκληρος ο κόσμος θα παρακολουθεί</p><p>μαγνητισμένος».</p><p>Ο Λάνγκντον πλησίασε στο τηλέφωνο.</p><p>«Δηλαδή η πρόθεση σας  είναι  να σημαδέψετε  και  να σκοτώσετε</p><p>αυτούς τους τέσσερις άντρες;»</p><p>«Η ιστορία επαναλαμβάνεται, έτσι δεν είναι; Φυσικά, θα δείξουμε</p><p>μεγαλύτερη  δεξιοτεχνία  και  τόλμη  απʹ  ό,τι  η  εκκλησία.  Οι</p><p>άνθρωποι της σκότωσαν τους αδελφούς μας μυστικά και πέταξαν</p><p>στους  δρόμους  τα  πτώματα  όταν  δεν  τους  έβλεπε  κανείς.  Τόσο</p><p>δειλοί ήταν!»</p><p>«Τι  εννοείτε;»  ρώτησε  ο  Λάνγκντον.  «Σκοπεύετε  να  σημαδέψετε</p><p>και να σκοτώσετε αυτούς τους άντρες δημόσια;»</p><p>«Το βρήκατε! Βέβαια, αυτό εξαρτάται και από το τι εννοείτε με τη</p><p>λέξη  ʺδημόσιαʺ.  Απʹ  ό,τι  ξέρω,  δεν  πηγαίνουν  και  πολλοί</p><p>άνθρωποι στην εκκλησία τώρα πια...»</p><p>Ο Λάνγκντον άργησε να μιλήσει.</p><p>«Θα τους σκοτώσετε μέσα σε εκκλησίες;»</p><p>«Πρόκειται  για  μια  χειρονομία  ελέους.  Με  τον  τρόπο  αυτό  θα</p><p>μπορέσει  ο  Θεός  να  πάρει  τις  ψυχές  τους  στον  παράδεισο</p><p>γρηγορότερα.  Το  δικαιούνται  άλλωστε.  Φυσικά,  φαντάζομαι  ότι</p><p>και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα το εκτιμήσουν δεόντως...»</p><p>«Μπλοφάρεις», είπε ο Ολιβέτι, έχοντας ανακτήσει την ψυχραιμία</p><p>του.  «Δεν  μπορείς  να  σκοτώσεις  έναν  άνθρωπο  σε  κάποια</p><p>εκκλησία και να ελπίζεις ότι θα ξεφύγεις...»</p><p>«Μπλοφάρω; Περνάμε ανάμεσα από τους Ελβετούς φρουρούς σας</p><p>σαν φαντάσματα, απάγουμε τέσσερις από τους καρδιναλίους σας</p><p>μέσα  από  το  περιτειχισμένο  φρούριο  σας,  τοποθετούμε  μια</p><p>θανάσιμη εκρηκτική ύλη στην καρδιά του ιερότερου ναού σας, και</p><p>νομίζετε  ότι  όλα  αυτά  είναι  μπλόφα;  Όταν  αρχίσουν  να</p><p>εκτελούνται οι φόνοι και να ανακαλύπτονται τα θύματα, τα μέσα</p><p>μαζικής  ενημέρωσης  θα  πλακώσουν  σαν  μελίσσι.  Μέχρι  τα</p><p>μεσάνυχτα  ολόκληρος  ο  κόσμος  θα  γνωρίζει  το  στόχο  των</p><p>Πεφωτισμένων...»</p><p>«Κι  αν  τοποθετήσουμε  σκοπούς  σε  κάθε  εκκλησία;»  είπε  ο</p><p>Ολιβέτι.</p><p>Ο άντρας γέλασε.</p><p>«Φοβάμαι  ότι  η  επεκτακτική  φύση  της  θρησκείας  σας  θα</p><p>καταστήσει  ιδιαίτερα δύσκολο ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν κάνατε</p><p>κάποια  απογραφή πρόσφατα;  Υπάρχουν  πάνω  από  τετρακόσιες</p><p>καθολικές  εκκλησίες  στη  Ρώμη:  καθεδρικοί,  παρεκκλήσια,  ναοί,</p><p>αβαεία, μοναστήρια, ενοριακές σχολές...»</p><p>Το πρόσωπο του Ολιβέτι παρέμεινε ανέκφραστο.</p><p>«Η  παράσταση  αρχίζει  σε  ενενήντα  λεπτά»,  είπε  ο  άντρας  με</p><p>έναν  τελεσίδικο  τόνο  στη  φωνή  του.  «Ένας  ανά  ώρα...  Μια</p><p>μαθηματική ακολουθία θανάτων... Τώρα πρέπει να σας αφήσω».</p><p>«Περιμένετε!»  πετάχτηκε  ο  Λάνγκντον.  «Πείτε  μου  για  τα</p><p>σύμβολα  τα  οποία σκοπεύετε  να  χαράξετε πάνω σʹ  αυτούς  τους</p><p>άντρες».</p><p>Ο δολοφόνος φάνηκε να το διασκεδάζει.</p><p>«Υποψιάζομαι ότι ήδη γνωρίζετε ποια θα είναι αυτά τα σύμβολα.</p><p>Ή μήπως είστε ένας σκεπτικιστής; Θα τα δείτε πολύ σύντομα. Θα</p><p>αποτελούν μια απόδειξη ότι οι αρχαίοι μύθοι είναι αληθινοί».</p><p>Ο  Λάνγκντον  ένιωσε  ζάλη.  Ήξερε  για  τι  ακριβώς  μιλούσε  ο</p><p>άντρας.  Έφερε  στη  μνήμη  του  το  σημάδι  στο  στήθος  του</p><p>Λεονάρντο Βέτρα. Ο θρύλος  των Πεφωτισμένων έκανε λόγο για</p><p>πέντε σύμβολα συνολικά. Μένουν τέσσερα σύμβολα, σκέφτηκε ο</p><p>Λάνγκντον, και αγνοούνται τέσσερις καρδινάλιοι.</p><p>«Έχω ορκιστεί»,  είπε  ο  καμεράριος, «να οδηγήσω στο θρόνο  ένα</p><p>νέο Πάπα απόψε. Έχω ορκιστεί στο Θεό».</p><p>«Καμεράριε»,  είπε  ο  άντρας,  «ο  κόσμος  δε  χρειάζεται  ένα  νέο</p><p>Πάπα.  Μετά  τα  μεσάνυχτα  δε  θα  έχει  μείνει  τίποτα  για  να</p><p>κυβερνήσει  παρά  μόνο  ένας  σωρός  ερειπίων.  Η  Καθολική</p><p>Εκκλησία  είναι  τελειωμένη.  Η  πορεία  σας  στον  πλανήτη</p><p>ολοκληρώθηκε».</p><p>Ακολούθησε σιωπή.</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε βαθιά λυπημένος.</p><p>«Βρίσκεσαι  σε  πλάνη.  Η  εκκλησία  είναι  κάτι  παραπάνω  από</p><p>τσιμέντο  και  πέτρα.  Δεν  μπορείς  να  σβήσεις  έτσι  απλά  δύο</p><p>χιλιάδες  χρόνια  πίστης...  Οποιασδήποτε  πίστης.  Δεν  μπορείς  να</p><p>κλονίσεις  την  πίστη  καταστρέφοντας  απλώς  τις  εγκόσμιες</p><p>εκφάνσεις  της.  Η  Καθολική  Εκκλησία  θα  συνεχίσει  να  υπάρχει,</p><p>με ή χωρίς την Πόλη του Βατικανού».</p><p>«Ένα  ευγενές  ψέμα,  που  δεν  παύει  όμως  να  είναι  ψέμα.</p><p>Γνωρίζουμε και οι δύο την αλήθεια. Πείτε μου, γιατί είναι η Πόλη</p><p>του Βατικανού οχυρωμένη πίσω από τείχη;»</p><p>«Οι άνθρωποι  του Θεού  ζουν σε  έναν  επικίνδυνο κόσμο»,  είπε ο</p><p>καμεράριος.</p><p>«Μα πόσο νέος  είστε;  Το Βατικανό  είναι  ένα πανίσχυρο φρούριο</p><p>επειδή η Καθολική Εκκλησία φυλάσσει τα μισά περιουσιακά της</p><p>στοιχεία  εντός  των  τειχών  του:  σπάνιους  πίνακες,  γλυπτά,</p><p>υποτιμημένα πετράδια, ανεκτίμητα βιβλία... Έπειτα,  είναι και  το</p><p>θέμα  των  ράβδων  χρυσού  και  των  συμβολαίων  ιδιοκτησίας</p><p>διαφόρων  ακινήτων  που  βρίσκονται  μέσα  στα  χρηματοκιβώτια</p><p>της Τράπεζας του Βατικανού.</p><p>Σύμφωνα  με  εκτιμήσεις  ατόμων  μέσα  από  το  Βατικανό,  η  αξία</p><p>των  θησαυρών  της  πόλης  αγγίζει  τα  48,5  δισεκατομμύρια</p><p>δολάρια.  Κάθεστε  πάνω  σε  ένα  ωραίο  κομπόδεμα.  Αύριο  όλα</p><p>αυτά  θα  έχουν  γίνει  στάχτη.  Ας  πούμε  ότι  θα  λάβει  χώρα  μια</p><p>ξαφνική  ρευστοποίηση  των  περιουσιακών  σας  στοιχείων...  Θα</p><p>χρεοκοπήσετε.  Ούτε  καν  οι  κληρικοί  μπορούν  να  εργάζονται</p><p>δωρεάν...»</p><p>Η  ευστοχία  αυτού  του  σχολίου  αντικατοπτρίστηκε  στην</p><p>αποσβολωμένη  έκφραση  του  Ολιβέτι  και  του  καμεράριου.  Ο</p><p>Λάνγκντον  δεν  ήταν  σίγουρος  τι  έβρισκε  περισσότερο</p><p>εντυπωσιακό:  το  ότι  η  Καθολική  Εκκλησία  διέθετε  τέτοια</p><p>περιουσιακά στοιχεία</p><p>ή το ότι οι Πεφωτισμένοι με κάποιον τρόπο</p><p>γνώριζαν τόσες λεπτομέρειες.</p><p>Ο καμεράριος αναστέναξε βαθιά.</p><p>«Η  πίστη,  όχι  τα  χρήματα,  είναι  η  ραχοκοκαλιά  αυτής  της</p><p>εκκλησίας».</p><p>«Κι  άλλα  ψέματα...»  είπε  ο  άντρας.  «Πέρυσι  δαπανήσατε  183</p><p>δισεκατομμύρια  δολάρια  σε  μια  προσπάθεια  στήριξης  των</p><p>επισκοπών σας σε όλο τον κόσμο, που βρίσκονται αντιμέτωπες με</p><p>σοβαρότατα προβλήματα. Η παρουσία των πιστών στις εκκλησίες</p><p>έχει  φτάσει  στα  χαμηλότερα  επίπεδα  όλων  των  εποχών,</p><p>σημειώνοντας  πτώση  κατά  σαράντα  έξι  τοις  εκατό  μέσα  στην</p><p>τελευταία  δεκαετία.  Τα  ποσά  που  συγκεντρώνονται  από  τις</p><p>δωρεές  έχουν  μειωθεί  στο  μισό  σε  σχέση  με  εφτά  μόλις  χρόνια</p><p>πριν.  Όλο  και  λιγότεροι  άντρες  εγγράφονται  στις  θεολογικές</p><p>σχολές. Παρότι δεν πρόκειται να το παραδεχτείτε, η εκκλησία σας</p><p>πεθαίνει.  Θεωρήστε  το  αποψινό  μια  ευκαιρία  να  κάνετε</p><p>θεαματική την τελική σας έξοδο από τη σκηνή».</p><p>Ο Ολιβέτι  πλησίασε  στο  τηλέφωνο.  Έδειχνε  λιγότερο  μαχητικός</p><p>τώρα, σαν να είχε συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα με την</p><p>οποία βρισκόταν αντιμέτωπος. Είχε ύφος ανθρώπου που έψαχνε</p><p>μια διέξοδο. Οποιαδήποτε διέξοδο.</p><p>«Και τι θα συνέβαινε αν ένα μέρος αυτού του χρυσού κατέληγε να</p><p>χρηματοδοτήσει τους δικούς σας σκοπούς;»</p><p>«Τώρα προσβάλλετε και τους δυο μας».</p><p>«Έχουμε χρήματα».</p><p>«Το ίδιο κι εμείς. Περισσότερα απʹ όσα μπορείτε να φανταστείτε».</p><p>Ο  Λάνγκντον  αναλογίστηκε  το  φημολογούμενο  μέγεθος  της</p><p>περιουσίας  της  αδελφότητας:  τα  μυθικά  πλούτη  των  Βαυαρών</p><p>μασόνων,  τον  οίκο  των  Ρότσιλντ,  τους  Μπίλντερμπεργκ,  το</p><p>θρυλικό Διαμάντι των Πεφωτισμένων.</p><p>«Τους τέσσερις εκλεκτούς...» είπε ο καμεράριος, αλλάζοντας θέμα</p><p>συζήτησης. Η φωνή  του  είχε  έναν παρακλητικό  τόνο. «Λυπήσου</p><p>τους. Είναι ηλικιωμένοι. Είναι...»</p><p>«Είναι  παρθένοι  που  θα  θυσιαστούν».  Ο  άντρας  γέλασε.  «Πείτε</p><p>μου, πιστεύετε ότι είναι πραγματικά παρθένοι; Οι αθώοι αμνοί θα</p><p>βελάζουν  λυπητερά  την ώρα που  θα πεθαίνουν;  Sacrifici vergini</p><p>nellʹ altare di scienza, θυσία παρθένων στο βωμό της επιστήμης».</p><p>Ο καμεράριος έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.</p><p>«Είναι  άντρες  με  βαθιά  πίστη»,  είπε  τελικά.  «Δε  φοβούνται  το</p><p>θάνατο».</p><p>Ο άντρας γέλασε ειρωνικά.</p><p>«Ο  Λεονάρντο  Βέτρα  ήταν  άντρας  με  βαθιά  πίστη,  κι  όμως</p><p>διέκρινα  φόβο  στα  μάτια  του  χτες  το  βράδυ.  Ένα φόβο  από  τον</p><p>οποίο φρόντισα να τον απαλλάξω».</p><p>Η  Βιτόρια,  η  οποία  δεν  είχε  μιλήσει  μέχρι  τότε,  πετάχτηκε</p><p>απότομα όρθια, με το κορμί της να δονείται από μίσος.</p><p>«Δολοφόνε! Ήταν ο πατέρας μου!»</p><p>Ένα μοχθηρό γέλιο ακούστηκε από το ηχείο.</p><p>«Ο πατέρας σου;  Τι  μαθαίνω; Ο Βέτρα  είχε μια  κόρη; Πρέπει  να</p><p>ξέρεις ότι ο μπαμπάκας σου κλαψούριζε σαν παιδάκι στο τέλος.</p><p>Ήταν μάλλον θλιβερό. Αξιοθρήνητο ανθρωπάκι».</p><p>Η  Βιτόρια  παραλίγο  να  σωριαστεί  κάτω  στο  άκουσμα  των</p><p>τελευταίων  λέξεων,  σαν  να  είχε  δεχτεί  ένα  δυνατό  χτύπημα.  Ο</p><p>Λάνγκντον  έσπευσε  να  την  πιάσει,  όμως  εκείνη  ξαναβρήκε  την</p><p>ισορροπία της και κάρφωσε τα σκούρα μάτια της στο τηλέφωνο.</p><p>«Ορκίζομαι στη ζωή μου, πριν τελειώσει αυτή η νύχτα θα σʹ έχω</p><p>ανακαλύψει».  Η  φωνή  της  ήταν  κοφτερή  σαν  σπαθί.  «Κι  όταν</p><p>συμβεί αυτό...»</p><p>Ο άντρας γέλασε βραχνά.</p><p>«Μια γυναίκα με φλόγα! Ερεθίζομαι... Ίσως πριν τελειώσει αυτή η</p><p>νύχτα να σʹ έχω βρει εγώ. Κι όταν συμβεί αυτό...»</p><p>Άφησε τη φράση του να αιωρείται στην ατμόσφαιρα απειλητικά.</p><p>Ύστερα η γραμμή έκλεισε.</p><p>42</p><p>Ο  ΚΑΡΔΙΝΑΛΙΟΣ  ΜΟΡΤΑΤΙ  ίδρωνε  πλέον  κάτω  από  το  μαύρο</p><p>ράσο  του.  Όχι  μόνο  επειδή  η  Καπέλα  Σιξτίνα  είχε  αρχίσει  να</p><p>θυμίζει  σάουνα,  αλλά  και  επειδή  το  κονκλάβιο  ήταν</p><p>προγραμματισμένο να ξεκινήσει σε  είκοσι λεπτά,  και ακόμα δεν</p><p>είχε κανένα νέο από τους τέσσερις καρδινάλιους που απουσίαζαν.</p><p>Καθώς  η  ανεξήγητη  απουσία  παρατεινόταν,  οι  αρχικοί  ψίθυροι</p><p>απορίας  μεταξύ  των  υπόλοιπων  καρδινάλιων  είχαν  μετατραπεί</p><p>σε φανερή ανησυχία.</p><p>Ο  Μορτάτι  δεν  μπορούσε  να  φανταστεί  πού  θα  μπορούσαν  να</p><p>βρίσκονται οι τέσσερις άντρες. Μήπως με τον καμεράριο; Γνώριζε</p><p>ότι ο γραμματέας του κεκοιμημένου Πάπα είχε καλέσει για τσάι</p><p>τους  τέσσερις  εκλεκτούς  νωρίτερα  εκείνο  το  απόγευμα,  όπως</p><p>όριζε  η  παράδοση,  όμως  αυτό  είχε  γίνει  πριν  από  ώρες. Μήπως</p><p>αρρώστησαν;  Άραγε  τους  πείραξε  κάτι  που  έφαγαν;  Ο Μορτάτι</p><p>αμφέβαλλε.  Ακόμα  και  ετοιμοθάνατοι,  οι  τέσσερις  εκλεκτοί  θα</p><p>φρόντιζαν να είναι παρόντες...</p><p>Μόνο  μία  φορά  στη  ζωή  του  ‐συνήθως  καμία‐  είχε  ένας</p><p>καρδινάλιος την ευκαιρία να εκλεγεί Υπέρτατος Ποντίφικας, και,</p><p>σύμφωνα  με  το  νόμο  του  Βατικανού,  ο  υποψήφιος  έπρεπε  να</p><p>βρίσκεται  μέσα  στην  Καπέλα  Σιξτίνα  κατά  τη  διάρκεια  της</p><p>ψηφοφορίας. Διαφορετικά, δεν ήταν εκλόγιμος.</p><p>Παρότι  υπήρχαν  τέσσερις  εκλεκτοί,  ελάχιστοι  καρδινάλιοι</p><p>αμφέβαλλαν πραγματικά για το ποιος θα εκλεγόταν στο αξίωμα</p><p>του  Ποντίφικα.  Τις  τελευταίες  δεκαπέντε  μέρες  είχε  σημειωθεί</p><p>ένας  καταιγισμός  από  φαξ  και  τηλεφωνήματα  στο  πλαίσιο  της</p><p>συζήτησης για τους πιθανούς υποψήφιους. Όπως ήταν το έθιμο,</p><p>τέσσερα άτομα είχαν επιλεγεί ως εκλεκτοί υποψήφιοι, το καθένα</p><p>από  τα  οποία  πληρούσε  όλες  τις  άτυπες  προϋποθέσεις  για  να</p><p>γίνει Πάπας:</p><p>Γνώση  της  ιταλικής,  της  ισπανικής  και  της  αγγλικής  γλώσσας.</p><p>Κανένα  κρυμμένο  μυστικό.  Μεταξύ  εξήντα  πέντε  και  ογδόντα</p><p>ετών.</p><p>Ως  συνήθως,  ένας  από  τους  εκλεκτούς  είχε  ξεχωρίσει  από  τους</p><p>άλλους ως ο άντρας που το Κολέγιο των Καρδινάλιων σκόπευε να</p><p>Εκλέξει. Απόψε ο άντρας αυτός ήταν ο καρδινάλιος του Μιλάνου,</p><p>ο Άλντο Μπάτζια. Το άψογο βιογραφικό του σε συνδυασμό με την</p><p>ασύγκριτη  ευχέρεια  του  στις  ξένες  γλώσσες  και  την  ικανότητα</p><p>του  να  συλλαμβάνει  και  να  μεταδίδει  την  ουσία  της</p><p>πνευματικότητας  είχαν  ως  αποτέλεσμα  να  αναδειχτεί</p><p>αδιαφιλονίκητο φαβορί.</p><p>Πού  στο  διάβολο  βρίσκεται,  λοιπόν;  αναρωτιόταν  ο  Μορτάτι.  Ο</p><p>γηραιός  ιερωμένος  ανησυχούσε  ιδιαίτερα  για  την  απουσία  των</p><p>τεσσάρων  καρδινάλιων  επειδή  είχε  αναλάβει  το  καθήκον  της</p><p>εποπτείας  του  κονκλαβίου.  Μία  βδομάδα  πριν  το  Κολέγιο  των</p><p>Καρδινάλιων  τον  είχε  αναδείξει  ομόφωνα  στο  αξίωμα  του</p><p>Μεγάλου  Εκλέκτορα,  δηλαδή  του  καρδινάλιου  που  διευθύνει  τις</p><p>διαδικασίες  του  κονκλαβίου.  Παρότι  ο  καμεράριος  ήταν  ο</p><p>επικεφαλής της εκκλησίας μέχρι την εκλογή του νέου Πάπα, ήταν</p><p>απλώς ένας  ιερέας και δε διέθετε την απαραίτητη εξοικείωση με</p><p>την  πολύπλοκη  εκλογική  διαδικασία.  Έτσι,  επιλεγόταν  ένας</p><p>καρδινάλιος  για  να  επιβλέπει  την  τελετή  μέσα  στην  Καπέλα</p><p>Σιξτίνα.</p><p>Οι καρδινάλιοι συχνά αστειεύονταν λέγοντας ότι η ανάδειξη στο</p><p>αξίωμα  του  Μεγάλου  Εκλέκτορα  ήταν  η  πιο  άχαρη  τιμή  στον</p><p>κόσμο της χριστιανοσύνης, καθώς σήμαινε ότι ο καρδινάλιος που</p><p>το  καταλάμβανε  δεν  ήταν  εκλόγιμος  για  τον  παπικό  θρόνο.</p><p>Επιπλέον,  απαιτούσε  πολλές  μέρες  προετοιμασίας  πριν  από  το</p><p>κονκλάβιο,  κατά  τη  διάρκεια  των  οποίων  ο  συγκεκριμένος</p><p>καρδινάλιος  μελετούσε  ενδελεχώς  τις  σελίδες  του  τυπικού,</p><p>αφομοιώνοντας  όλες  τις  λεπτομέρειες  του  παμπάλαιου</p><p>τελετουργικού  του  κονκλαβίου  προκειμένου  να  εξασφαλιστεί  η</p><p>σωστή διεξαγωγή των εκλογών.</p><p>Ο Μορτάτι  όμως  δεν  αισθανόταν πικρία. Ήξερε  ότι  αποτελούσε</p><p>τη  λογική  επιλογή.  Όχι  μόνο  ήταν  ο  γηραιότερος  καρδινάλιος</p><p>αλλά  είχε  υπάρξει  και  στενός  συνεργάτης  του  αποβιώσαντος</p><p>Πάπα,  γεγονός  που  ενίσχυε  ακόμα  περισσότερο  το  κύρος  του.</p><p>Παρότι τυπικά ο Μορτάτι ήταν εκλόγιμος, καθώς βρισκόταν κάτω</p><p>από το καθορισμένο όριο ηλικίας, ήταν μάλλον πολύ μεγάλος για</p><p>να  θέσει  σοβαρή  υποψηφιότητα.  Στα  εβδομήντα  εννέα  του</p><p>χρόνια,  είχε  ήδη  ξεπεράσει  το άτυπο  όριο πέρα από  το  οποίο  το</p><p>Κολέγιο των Καρδινάλιων δεν πίστευε ότι θα μπορούσε κανείς να</p><p>τα  βγάλει  πέρα  με  το  εξαντλητικό  πρόγραμμα  στο  οποίο</p><p>καλούνταν  να  ανταποκριθεί  ο  νέος  Πάπας.  Ένας  Ποντίφικας</p><p>εργαζόταν  δεκατέσσερις  ώρες  τη  μέρα  επί  εφτά  μέρες  τη</p><p>βδομάδα,  για  να  πεθάνει  από  εξάντληση  έπειτα  από  εξίμισι</p><p>χρόνια παραμονής του στο θρόνο, κατά μέσο όρο. Ένα αστείο που</p><p>κυκλοφορούσε μεταξύ των καρδινάλιων ήταν</p><p>ότι η αποδοχή της</p><p>παπικής  τιάρας  αποτελούσε  «τον  ταχύτερο  δρόμο  για  τον</p><p>παράδεισο».</p><p>Όπως  πίστευαν  πολλοί,  ο  Μορτάτι  θα  μπορούσε  να  είχε  γίνει</p><p>Πάπας  όταν  ήταν  νεότερος,  αν  δεν  είχε  τόσο  προοδευτικές</p><p>αντιλήψεις. Όμως στο θέμα της διεκδίκησης του παπικού θρόνου</p><p>μία  ήταν  η  «Αγία  Τριάδα»:  συντηρητισμός,  συντηρητισμός  και</p><p>συντηρητισμός.</p><p>Ο Μορτάτι πάντοτε θεωρούσε ειρωνεία της τύχης το γεγονός ότι ο</p><p>κεκοιμημένος  Πάπας  ‐ο  Θεός  ας  αναπαύσει  την  ψυχή  του‐  είχε</p><p>αποδειχτεί  απρόσμενα  φιλελεύθερος  όταν  ανέλαβε  τελικά  τα</p><p>καθήκοντα  του.  Ίσως  επειδή  είχε  αισθανθεί  ότι  ο  σύγχρονος</p><p>κόσμος απομακρύνεται από την εκκλησία, είχε πραγματοποιήσει</p><p>ανοίγματα,  υιοθετώντας  ηπιότερη  στάση  απέναντι  στις</p><p>επιστήμες,  φτάνοντας  ακόμα  και  στο  σημείο  να  κάνει  δωρεές</p><p>χρημάτων  για  επιλεγμένες  επιστημονικές  έρευνες.  Δυστυχώς,  η</p><p>κίνηση  αυτή  αποδείχτηκε  πολιτική  αυτοκτονία.  Οι  συντηρητικοί</p><p>καθολικοί δήλωσαν δημόσια ότι ο Πάπας είχε πάθει «άνοια», ενώ</p><p>οι  φανατικοί  υποστηρικτές  της  επιστήμης  τον  κατηγόρησαν  ότι</p><p>επιχειρούσε  να  διευρύνει  την  επιρροή  της  εκκλησίας  σε  τομείς</p><p>όπου αυτή δεν είχε καμία απολύτως θέση.</p><p>«Μα πού βρίσκονται;»</p><p>Ο Μορτάτι στράφηκε πίσω του.</p><p>Ένας από τους καρδινάλιους τον χτυπούσε νευρικά στον ώμο.</p><p>«Γνωρίζετε πού βρίσκονται, έτσι δεν είναι;»</p><p>Ο Μορτάτι προσπάθησε να μη δείξει ιδιαίτερα ανήσυχος.</p><p>«Πιθανόν να είναι ακόμα με τον καμεράριο».</p><p>«Τέτοια  ώρα;  Κάτι  τέτοιο  θα  ήταν  τελείως  ανορθόδοξο!»  Ο</p><p>καρδινάλιος  δε  φαινόταν  να  πείθεται.  «Μήπως  ο  καμεράριος</p><p>έχασε την αίσθηση του χρόνου;»</p><p>Ο  Μορτάτι  ειλικρινά  αμφέβαλλε,  όμως  δεν  είπε  τίποτα.  Ήξερε</p><p>πολύ καλά ότι οι περισσότεροι καρδινάλιοι δεν είχαν σε ιδιαίτερη</p><p>εκτίμηση  τον  καμεράριο,  θεωρώντας  ότι  ήταν πολύ  νέος  για  να</p><p>κατέχει μια θέση τόσο κοντά στον Πάπα. Ό Μορτάτι υποψιαζόταν</p><p>ότι  μεγάλο  μέρος  της  αντιπάθειας  των  καρδινάλιων  οφειλόταν</p><p>στη  ζήλια.  Ο  ίδιος  πραγματικά  θαύμαζε  το  νεαρό  άντρα  και</p><p>επικροτούσε μυστικά την επιλογή του αποβιώσαντος Πάπα για τη</p><p>θέση  του  προσωπικού  του  γραμματέα.  Ο  Μορτάτι  διέκρινε</p><p>ακλόνητη  πίστη  και  αφοσίωση  όταν  κοιτούσε  στα  μάτια  τον</p><p>καμεράριο.  Σε  αντίθεση  με  πολλούς  καρδινάλιους,  ο  νεαρός</p><p>ιερέας  έβαζε  την  εκκλησία  και  την  πίστη  πάνω  από  τα</p><p>μικροπολιτικά  συμφέροντα.  Ήταν  πραγματικά  άνθρωπος  του</p><p>Θεού.</p><p>Καθʹ όλη τη διάρκεια της θητείας του η ακλόνητη αφοσίωση του</p><p>καμεράριου  είχε  γίνει  θρυλική.  Πολλοί  την  απέδιδαν  σε  ένα</p><p>θαυμαστό γεγονός που είχε συμβεί στην παιδική του ηλικία, ένα</p><p>γεγονός  που  θα  άφηνε  ανεξίτηλο  σημάδι  στην  καρδιά  κάθε</p><p>ανθρώπου.  Το  θαύμα  και  τα  υπέροχα  αποτελέσματα  τον...</p><p>σκέφτηκε ο Μορτάτι, ο οποίος συχνά ευχόταν να είχε βιώσει και</p><p>εκείνος  στην  παιδική  του  ηλικία  ένα  γεγονός  που  θα  γεννούσε</p><p>αυτού του είδους την ακλόνητη πίστη.</p><p>Δυστυχώς  για  την  εκκλησία  ‐και  αυτό  το  γνώριζε  πολύ  καλά  ο</p><p>Μορτάτι‐, ο καμεράριος δε θα γινόταν ποτέ Πάπας σε μεγαλύτερη</p><p>ηλικία. Η άνοδος στον παπικό θρόνο προϋπέθετε  κάποιο  βαθμό</p><p>πολιτικής φιλοδοξίας, κάτι που ο νεαρός γραμματέας προφανώς</p><p>δε  διέθετε.  Είχε  απορρίψει  επανειλημμένα  την  προσφορά</p><p>υψηλότερων  ιερατικών αξιωμάτων από τον Πάπα του,  λέγοντας</p><p>ότι  προτιμούσε  να  υπηρετεί  την  εκκλησία  ως  ένας  απλός</p><p>άνθρωπος.</p><p>«Τι γίνεται τώρα;» Ο καρδινάλιος χτύπησε ξανά τον Μορτάτι στον</p><p>ώμο, περιμένοντας μια απάντηση.</p><p>Εκείνος σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.</p><p>«Με συγχωρείτε;»</p><p>«Έχουν αργήσει! Τι θα κάνουμε;»</p><p>«Τι  μπορούμε  να  κάνουμε;»  απάντησε  ο  Μορτάτι.  «θα</p><p>περιμένουμε. Έχοντας πίστη».</p><p>Εμφανώς δυσαρεστημένος με την απάντηση αυτή, ο καρδινάλιος</p><p>εξαφανίστηκε πάλι στις σκιές του παρεκκλησίου.</p><p>Ο  Μορτάτι  στάθηκε  ακίνητος  για  λίγη  ώρα,  τρίβοντας  τους</p><p>κροτάφους  του  και  προσπαθώντας  να  καθαρίσει  το  μυαλό  του.</p><p>Πράγματι,  τι θα κάνουμε;  Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω από</p><p>την Αγία Τράπεζα και στάθηκε στην περίφημη τοιχογραφία του</p><p>Μιχαήλ Άγγελου. Η Δευτέρα Παρουσία. Η  εικόνα αυτή  όμως  δε</p><p>λειτούργησε  καθόλου  κατευναστικά.  Ήταν  μια  τρομακτική</p><p>τεράστια  απεικόνιση  του  Ιησού  Χρίστου  να  χωρίζει  την</p><p>ανθρωπότητα  σε  ευσεβείς  και  αμαρτωλούς,  στέλνοντας  τους</p><p>δεύτερους  στην  κόλαση.  Σάρκες  κρέμονταν,  σώματα  καίγονταν,</p><p>ενώ  σε  κάποιο  σημείο  διακρινόταν  και  ένας  από  τους</p><p>ανταγωνιστές  του Μιχαήλ  Άγγελου  εξόριστος  στην  κόλαση  και</p><p>με αφτιά γαϊδάρου. Ο Γκι ντε Μοπασάν είχε γράψει κάποτε ότι η</p><p>τοιχογραφία αυτή έμοιαζε με τις παραστάσεις που βλέπει κανείς</p><p>ζωγραφισμένες  από  κάποιον  αδαή  καρβουνιάρη  στα  αντίσκηνα</p><p>που  φιλοξενούν  αγώνες  πάλης  στο  πλαίσιο  κάποιου</p><p>καρναβαλιού.</p><p>Ο καρδινάλιος Μορτάτι δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει.</p><p>43</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΣΤΕΚΟΤΑΝ ακίνητος πίσω από το αλεξίσφαιρο</p><p>παράθυρο του Πάπα και χάζευε αφηρημένα την κίνηση γύρω από</p><p>τα φορτηγάκια των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην πλατεία του</p><p>Αγίου  Πέτρου.  Η  ανατριχιαστική  συνομιλία  στο  τηλέφωνο  του</p><p>είχε αφήσει μια αίσθηση βάρους, ανυπόφορης εσωτερικής πίεσης.</p><p>Δεν αισθανόταν ο εαυτός του.</p><p>Οι Πεφωτισμένοι, σαν κάποιο πανάρχαιο ερπετό, είχαν αναδυθεί</p><p>μέσα  από  τα  απύθμενα  βάθη  της  ιστορίας  και  είχαν  τυλιχτεί</p><p>ασφυκτικά  γύρω  από  τον  προαιώνιο  εχθρό  τους.  Δεν  είχαν</p><p>κανένα  αίτημα.  Δεν  επιθυμούσαν  καμία  διαπραγμάτευση.</p><p>Ήθελαν εκδίκηση. Δαιμονικά απλό. Εξαιρετικά αποτελεσματικό.</p><p>Μια  εκδίκηση  που  σχεδιαζόταν  επί  τετρακόσια  χρόνια.  Όπως</p><p>φαινόταν, έπειτα από αιώνες διώξεων, η επιστήμη ανταπέδιδε το</p><p>χτύπημα.</p><p>Ο καμεράριος καθόταν στο γραφείο του με τα μάτια καρφωμένα</p><p>στο τηλέφωνο, αλλά χωρίς να το βλέπει στην πραγματικότητα. Ο</p><p>Ολιβέτι ήταν ο πρώτος που έσπασε τη σιωπή.</p><p>«Κάρλο», είπε, χρησιμοποιώντας το μικρό όνομα του καμεράριου,</p><p>μιλώντας  περισσότερο  σαν  κουρασμένος  φίλος  παρά  σαν</p><p>αξιωματικός, «επί είκοσι έξι χρόνια εκτελώ πιστά το καθήκον που</p><p>ανέλαβα με όρκο, να προστατεύω με τη ζωή μου αυτό το γραφείο.</p><p>Φαίνεται όμως ότι απόψε ατιμάστηκα».</p><p>Ο καμεράριος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.</p><p>«Εσείς κι εγώ υπηρετούμε το Θεό από διαφορετικές θέσεις, όμως η</p><p>υπηρεσία πάντοτε αποτελεί τιμή».</p><p>«Αυτά  τα  γεγονότα...  Δεν  μπορώ  να  φανταστώ  πώς...  Η</p><p>κατάσταση αυτή...» Ο Ολιβέτι έδειχνε να τα έχει χαμένα.</p><p>«Συνειδητοποιείτε  ότι  έχουμε  μία  και  μοναδική  επιλογή.  Έχω</p><p>ευθύνη για την ασφάλεια του Κολεγίου των Καρδινάλιων».</p><p>«Φοβάμαι ότι η ευθύνη αυτή ήταν δική μου, κύριε».</p><p>«Επομένως οι άντρες σας θα επιβλέψουν την άμεση εκκένωση της</p><p>Καπέλα Σιξτίνα...»</p><p>«Κύριε;»</p><p>«Μπορούμε να εξετάσουμε αργότερα τις υπόλοιπες ενέργειες στις</p><p>οποίες  μπορούμε  να προβούμε,  όπως  τη  διεξαγωγή  έρευνας  για</p><p>την  ανακάλυψη  αυτής  της  συσκευής,  την  εξαπόλυση</p><p>ανθρωποκυνηγητού  για  τον  εντοπισμό  των  εκλεκτών  και  των</p><p>απαγωγέων  τους.  Όμως  πρώτα  οι  καρδινάλιοι  πρέπει  να</p><p>οδηγηθούν σε ασφαλές μέρος. Η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και η</p><p>διαφύλαξη  της  αποτελεί  πρώτη  προτεραιότητα.  Οι  άντρες  αυτοί</p><p>αποτελούν τα θεμέλια της εκκλησίας μας».</p><p>«Εννοείτε ότι θέλετε να ματαιωθεί το κονκλάβιο τώρα αμέσως;»</p><p>«Έχω άλλη επιλογή;»</p><p>«Και η ευθύνη σας για την εκλογή του νέου Πάπα;»</p><p>Ο  νεαρός  καμεράριος  αναστέναξε  και  στράφηκε  προς  το</p><p>παράθυρο, αφήνοντας το βλέμμα του να ταξιδέψει πάνω από την</p><p>πόλη της Ρώμης, που φαινόταν στον ορίζοντα.</p><p>«Η  Αγιότητα  του  μου  είχε  πει  κάποτε  ότι  ο  Πάπας  είναι  ένας</p><p>άντρας  μοιρασμένος  ανάμεσα  σε  δυο  κόσμους,  τον  πραγματικό</p><p>και  το  θεϊκό.  Και  η  προειδοποίηση  του  ήταν  πάντοτε  η  ίδια:  Η</p><p>εκκλησία που αγνοεί την επίγεια πραγματικότητα δε θα επιζήσει</p><p>για  να  απολαύσει  την  ουράνια».  Η  φωνή  του  ξαφνικά  ηχούσε</p><p>υπερβολικά  ώριμη  και  σοφή  για  την  ηλικία  του.  «Βρισκόμαστε</p><p>αντιμέτωποι  με  τον  πραγματικό  κόσμο  απόψε.  Θα  ήταν</p><p>αλαζονεία  το  να  προσπαθήσουμε  να  τον  αγνοήσουμε.  Η</p><p>περηφάνια  και  η  παράδοση�� δεν  είναι  δυνατόν  να  επικρατήσουν</p><p>της λογικής».</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε καταφατικά, εμφανώς εντυπωσιασμένος.</p><p>«Σας είχα υποτιμήσει, κύριε».</p><p>Ο καμεράριος</p><p>δε φάνηκε να τον άκουσε. Το βλέμμα του ταξίδευε</p><p>κάπου μακριά.</p><p>«Θα μιλήσω ανοιχτά, κύριε. Ο πραγματικός κόσμος είναι ο δικός</p><p>μου κόσμος. Βυθίζομαι στην ασχήμια του καθημερινά, έτσι ώστε</p><p>κάποιοι  άλλοι  να  έχουν  την  ευκαιρία  να  αναζητήσουν  κάτι</p><p>αγνότερο. Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω τη συμβουλή μου για</p><p>την παρούσα κατάσταση. Πρόκειται για το είδος της κατάστασης</p><p>που εκπαιδεύτηκα να αντιμετωπίζω. Αυτό που σας υπαγορεύει το</p><p>ένστικτο  σας,  παρότι  ευγενές,  θα  μπορούσε...  να  αποδειχτεί</p><p>καταστροφικό».</p><p>Ο καμεράριος γύρισε και τον κοίταξε.</p><p>Ο Ολιβέτι αναστέναξε.</p><p>«Η  εκκένωση  της  Καπέλα  Σιξτίνα  και  η  απομάκρυνση  του</p><p>Κολεγίου  των  Καρδινάλιων  είναι  το  χειρότερο  πράγμα  που  θα</p><p>μπορούσατε να κάνετε αυτή τη στιγμή».</p><p>Ο καμεράριος δε φάνηκε να θίγεται, απλώς έδειχνε χαμένος.</p><p>«Τι προτείνετε;»</p><p>«Μην πείτε τίποτα στους καρδινάλιους. Σφραγίστε το κονκλάβιο.</p><p>Έτσι θα κερδίσουμε χρόνο για να δοκιμάσουμε άλλες λύσεις».</p><p>Ο καμεράριος φάνηκε να προβληματίζεται έντονα.</p><p>«Μου  προτείνετε  να  κρατήσω  ολόκληρο  το  Κολέγιο  των</p><p>Καρδινάλιων πάνω από μια ωρολογιακή βόμβα;»</p><p>«Μάλιστα,  κύριε.  Για  την  ώρα.  Αργότερα,  εφόσον  παραστεί</p><p>ανάγκη, μπορούμε να οργανώσουμε την απομάκρυνση τους».</p><p>Ο καμεράριος έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Η αναβολή της τελετής πριν από την έναρξή της αποτελεί από</p><p>μόνη της αιτία διεξαγωγής ερευνών, όμως μόλις σφραγιστούν οι</p><p>πόρτες  τίποτα  δεν  μπορεί  να  τη  διακόψει.  Η  διαδικασία  του</p><p>κονκλαβίου υποχρεώνει...»</p><p>«Θυμηθείτε,  μιλάμε  για  τον  πραγματικό  κόσμο,  κύριε.  Απόψε</p><p>ζείτε σʹ αυτόν. Ακουστέ με προσεκτικά». Ο Ολιβέτι μιλούσε τώρα</p><p>με  τον  κοφτό  τρόπο  ενός  αξιωματικού  στο  μέτωπο.  «Το  να</p><p>αφήσουμε  εκατόν  εξήντα  πέντε  καρδινάλιους  απροστάτευτους</p><p>μέσα στη Ρώμη,  χωρίς  να  έχουμε  λάβει  κανένα μέτρο  και  δίχως</p><p>καμία  προετοιμασία,  θα  ήταν  μεγάλη  απερισκεψία.  Θα</p><p>προκαλούσε  αναστάτωση  και  πανικό  σε  κάποιους  πολύ</p><p>ηλικιωμένους  άντρες,  και,  ειλικρινά,  ένα  μοιραίο  εγκεφαλικό</p><p>είναι αρκετό γιʹ αυτό το μήνα».</p><p>Ένα  μοιραίο  εγκεφαλικό.  Η  φράση  του  διοικητή  έκανε  τον</p><p>Λάνγκντον  να  θυμηθεί  τους  τίτλους  των  εφημερίδων  που  είχε</p><p>διαβάσει κατά τη διάρκεια ενός δείπνου με κάποιους φοιτητές του</p><p>στο Χάρβαρντ:</p><p>Ο ΠΑΠΑΣ ΥΠΕΣΤΗ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ. ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ.</p><p>«Εκτός  αυτού»,  συνέχισε  ο  Ολιβέτι,  «η  Καπέλα  Σιξτίνα  είναι</p><p>πραγματικό  φρούριο.  Αν  και  φροντίζουμε  να  μην  το</p><p>διατυμπανίζουμε,  το  παρεκκλήσι  έχει  ενισχυθεί  και  μπορεί  να</p><p>αντέξει σε οποιαδήποτε επίθεση, εκτός κι αν γίνει με πυραύλους.</p><p>Εν  όψει  του  κονκλαβίου,  ερευνήσαμε κάθε  εκατοστό  του  κτιρίου</p><p>σήμερα  το  απόγευμα,  σαρώνοντας  το  χώρο  για  να  εντοπίσουμε</p><p>κοριούς ή άλλες συσκευές παρακολούθησης. Το παρεκκλήσι είναι</p><p>καθαρό,  είμαι βέβαιος ότι η αντιύλη δε βρίσκεται εκεί μέσα. Δεν</p><p>υπάρχει  ασφαλέστερο  μέρος  στο  οποίο  θα  μπορούσαν  να</p><p>βρίσκονται οι καρδινάλιοι αυτή τη στιγμή. Εξάλλου μπορούμε να</p><p>επανέλθουμε  στην  επιλογή  της  εκκένωσης  αργότερα,  εφόσον  η</p><p>κατάσταση οδηγηθεί εκεί».</p><p>Ο  Λάνγκντον  είχε  εντυπωσιαστεί.  Η  ψυχρή  λογική  του  Ολιβέτι</p><p>του θύμιζε τον Κέλερ.</p><p>«Διοικητά»,  είπε  η  Βιτόρια  με  φωνή  γεμάτη  ένταση,  «υπάρχουν</p><p>και  άλλες  παράμετροι  τις  οποίες  πρέπει  να  εξετάσουμε.  Κανείς</p><p>δεν  είχε  δημιουργήσει  μέχρι  τώρα  τόσο  μεγάλη  ποσότητα</p><p>αντιύλης. Μόνο κατά προσέγγιση υπολογισμούς μπορώ να κάνω</p><p>για  την  εμβέλεια  της  έκρηξης.  Ενδεχομένως  να  κινδυνεύει  και</p><p>μέρος  της  Ρώμης.  Αν  ο  κύλινδρος  βρίσκεται  σε  κάποιο  από  τα</p><p>κεντρικά κτίρια του Βατικανού ή κάτω από την επιφάνεια της γης,</p><p>οι  ζημιές  έξω  από  τα  τείχη  πιθανότατα  θα  είναι  ελάχιστες,  αν</p><p>όμως βρίσκεται κοντά στην περίμετρο... Μέσα σε αυτό το κτίριο,</p><p>για παράδειγμα...»</p><p>Γύρισε  και  κοίταξε  με  νόημα  το  πλήθος  που  είχε  συγκεντρωθεί</p><p>στην πλατεία του Αγίου Πέτρου.</p><p>«Έχω  πλήρη  συναίσθηση  των  ευθυνών  μου  απέναντι  στον  έξω</p><p>κόσμο»,  απάντησε  ο  Ολιβέτι,  «κι  αυτό  καθιστά  την  κατάσταση</p><p>ακόμα δυσκολότερη. Η προστασία αυτού του ιερού χώρου ήταν η</p><p>αποκλειστική  μου  έγνοια  εδώ  και  πάνω  από  δύο  δεκαετίες.  Δεν</p><p>έχω  καμία  απολύτως  πρόθεση  να  επιτρέψω  να  εκραγεί  αυτό  το</p><p>όπλο».</p><p>Ο  καμεράριος  Βεντρέσκα  σήκωσε  τα  μάτια  του  και  τα  κάρφωσε</p><p>πάνω του.</p><p>«Πιστεύετε ότι μπορείτε να το βρείτε;»</p><p>«Δώστε  μου  λίγο  χρόνο  για  να  συζητήσω  τις  πιθανές</p><p>εναλλακτικές λύσεις με κάποιους από τους ειδικούς που διαθέτει</p><p>η Ελβετική Φρουρά. Υπάρχει μια πιθανότητα, αν διακόψουμε την</p><p>παροχή  ηλεκτρικής  ενέργειας  στην  Πόλη  του  Βατικανού,  να</p><p>περιορίσουμε  την  εκπομπή  ραδιοσυχνοτήτων  και  να</p><p>δημιουργήσουμε  ένα  αρκετά  ʺκαθαρόʺ  περιβάλλον  ώστε  να</p><p>εντοπίσουμε το μαγνητικό πεδίο αυτού του κυλίνδρου».</p><p>Η  Βιτόρια  φάνηκε  να  εκπλήσσεται.  Στη  συνέχεια  ρώτησε,</p><p>εντυπωσιασμένη.</p><p>«Δηλαδή θα προκαλέσετε μπλακάουτ στην Πόλη του Βατικανού;»</p><p>«Ίσως. Δεν ξέρω ακόμα αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, όμως είναι</p><p>μια επιλογή που θα ήθελα να εξετάσω».</p><p>«Οι καρδινάλιοι σίγουρα θα αναρωτηθούν τι συνέβη», σχολίασε η</p><p>Βιτόρια.</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Τα  κονκλάβια  διεξάγονται  υπό  το  φως  των  κεριών.  Οι</p><p>καρδινάλιοι  δε  θα  αντιληφθούν  το  παραμικρό.  Μόλις</p><p>σφραγιστούν  οι  πόρτες,  θα  μπορέσω  να  αποσύρω  όλους  τους</p><p>άντρες  μου,  αφήνοντας  μόνο  λίγους  φρουρούς  στην  περίμετρο,</p><p>και  να  ξεκινήσω  έρευνα.  Εκατό  άντρες  μπορούν  να  καλύψουν</p><p>μεγάλη επιφάνεια μέσα σε πέντε ώρες».</p><p>«Τέσσερις ώρες»,  τον  διόρθωσε  η  Βιτόρια.  «Πρέπει  να  μεταφέρω</p><p>αεροπορικώς  τον  κύλινδρο  πίσω  στο  CERN.  Η  έκρηξη  είναι</p><p>αναπόφευκτη αν δεν επαναφορτιστούν οι μπαταρίες».</p><p>«Δεν υπάρχει τρόπος να γίνει αυτό εδώ;»</p><p>Η Βιτόρια κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.</p><p>«Το  σύστημα  σύνδεσης  είναι  πολύπλοκο.  Θα  το  είχα φέρει  μαζί</p><p>μου, αν μπορούσα».</p><p>«Τέσσερις ώρες,  λοιπόν»,  είπε  ο Ολιβέτι,  συνοφρυωμένος. «Είναι</p><p>αρκετός  ο χρόνος. Ο πανικός  δε βοηθάει σε  τίποτα. Κύριε,  έχετε</p><p>δέκα  λεπτά.  Πηγαίνετε  στο  παρεκκλήσι  και  σφραγιστέ  το</p><p>κονκλάβιο.</p><p>Δώστε  στους  άντρες  μου  λίγο  χρόνο  για  να  κάνουν  τη  δουλειά</p><p>τους.</p><p>Θα  αφήσουμε  τις  κρίσιμες  αποφάσεις  για  όταν  θα  φτάσουμε</p><p>κοντά στην κρίσιμη ώρα».</p><p>Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε πόσο κοντά στην «κρίσιμη ώρα» ήταν</p><p>διατεθειμένος ο Ολιβέτι να αφήσει να φτάσει η κατάσταση.</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε προβληματισμένος.</p><p>«Μα το Κολέγιο των Καρδινάλιων θα ρωτήσει για τους εκλεκτούς,</p><p>ειδικά για τον Μπάτζια... Πού θα τους πούμε ότι βρίσκονται;»</p><p>«Θα  πρέπει  να  σκεφτείτε  κάτι,  κύριε.  Πείτε  τους  ότι  κατά  τη</p><p>διάρκεια  του  τσαγιού  προσφέρατε  κάτι  στους  τέσσερις</p><p>καρδινάλιους που τους προκάλεσε στομαχικές διαταραχές».</p><p>Ο καμεράριος φάνηκε να σοκάρεται με την πρόταση.</p><p>«Μου ζητάτε να σταθώ μπροστά στο ιερό της Καπέλα Σιξτίνα και</p><p>να πω ψέματα στο Κολέγιο των Καρδινάλιων;»</p><p>«Για  τη  δική  τους  ασφάλεια. Una  bugia pietase,  ένα  αθώο  ψέμα.</p><p>Έργο σας είναι η διατήρηση της τάξης». Ο Ολιβέτι κινήθηκε προς</p><p>την πόρτα. «Τώρα, με την άδεια σας, πρέπει να ξεκινήσω».</p><p>«Διοικητά»,  επέμεινε  ο  καμεράριος,  «δεν  μπορούμε  απλώς  να</p><p>γυρίσουμε τις πλάτες στους αγνοούμενους καρδινάλιους».</p><p>Ο Ολιβέτι σταμάτησε στο κατώφλι.</p><p>«Ο Μπάτζια και οι άλλοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή έξω από τη</p><p>σφαίρα επιρροής μας. Είμαστε αναγκασμένοι να τους αφήσουμε...</p><p>Για  το  καλό  του  συνόλου.  Στο  στρατό  αυτό  ονομάζεται</p><p>ʺαναγκαστική επιλογήʺ».</p><p>«Μήπως εννοείτε εγκατάλειψη;»</p><p>Η φωνή του διοικητή σκλήρυνε.</p><p>«Αν  υπήρχε  κάποιος  τρόπος,  κύριε...  Αν  υπήρχε  η  παραμικρή</p><p>πιθανότητα να εντοπίσουμε τους τέσσερις καρδινάλιους, θα έδινα</p><p>τη  ζωή  μου  για  να  τους  απελευθερώσουμε.  Όμως...»  Έκανε  ένα</p><p>νόημα  προς  την  άλλη  άκρη  του  δωματίου,  δείχνοντας  τα</p><p>παράθυρα,  πίσω  από  τα  οποία  ο  απογευματινός  ήλιος  χρύσιζε</p><p>πάνω σε μια απέραντη θάλασσα από ρωμαϊκές στέγες. «Δεν έχω</p><p>τα  μέσα  για  να  ερευνήσω  μια  πόλη  πέντε  εκατομμυρίων</p><p>κατοίκων.  Δεν  πρόκειται  να  σπαταλήσω πολύτιμο  χρόνο  σε  μια</p><p>μάταιη  προσπάθεια  μόνο  και  μόνο  για  να  καθησυχάσω  τη</p><p>συνείδηση μου. Λυπάμαι».</p><p>Η Βιτόρια πετάχτηκε ξαφνικά.</p><p>«Όμως, αν συλλαμβάναμε το δολοφόνο, δε θα μπορούσατε να τον</p><p>κάνετε να μιλήσει;»</p><p>Ο Ολιβέτι την κοίταξε συνοφρυωμένος.</p><p>«Οι  στρατιώτες  δεν  έχουν  την  πολυτέλεια  να  είναι  άγιοι,  κυρία</p><p>Βέτρα. Πιστέψτε με, συμμερίζομαι απόλυτα την επιθυμία σας να</p><p>συλληφθεί  αυτός  ο  άντρας  και  κατανοώ  τα  προσωπικά  σας</p><p>κίνητρα».</p><p>«Δεν είναι μόνο προσωπικά», είπε εκείνη. «Ο δολοφόνος ξέρει που</p><p>βρίσκεται  η  αντιύλη...  και  οι  αγνοούμενοι  καρδινάλιοι.  Αν</p><p>μπορούσαμε με κάποιον τρόπο να τον βρούμε...»</p><p>«Να πέσουμε στην παγίδα τους;» είπε ο Ολιβέτι. «Πιστέψτε με, το</p><p>να  αφήσουμε  την  Πόλη  του  Βατικανού  χωρίς  καμία  προστασία</p><p>προκειμένου να παρακολουθήσουμε εκατοντάδες εκκλησίες είναι</p><p>ακριβώς  αυτό  που  ελπίζουν  οι  Πεφωτισμένοι  ότι  θα  κάνουμε...</p><p>Ότι  θα  σπαταλήσουμε  πολύτιμο  χρόνο  και  δυνάμεις,  όταν  θα</p><p>έπρεπε να ψάχνουμε... Ή, ακόμα χειρότερα, ότι θα αφήσουμε την</p><p>Τράπεζα του Βατικανού τελείως αφύλαχτη. Για να μην αναφερθώ</p><p>στους υπόλοιπους καρδινάλιους».</p><p>Είχε δίκιο, και το ήξεραν.</p><p>«Αν  στρεφόμασταν  στην  αστυνομία  της  Ρώμης;»  ρώτησε  ο</p><p>καμεράριος.  «θα  μπορούσαμε  να  ενημερώσουμε  τις  ιταλικές</p><p>αστυνομικές δυνάμεις για την κρίση και να ζητήσουμε τη βοήθεια</p><p>τους για τον εντοπισμό του απαγωγέα των καρδινάλιων».</p><p>«Κι  αυτό  θα  ήταν  λάθος»,  είπε  ο  Ολιβέτι.  «Γνωρίζετε  τι</p><p>συναισθήματα  τρέφουν  οι  αστυνομικοί  της  Ρώμης  για  εμάς.  Θα</p><p>πετυχαίναμε  μόνο  μερικές  χλιαρές  προσπάθειες  ελάχιστων</p><p>αντρών,  ενώ  ταυτόχρονα  εκείνοι  θα  έβρισκαν  την  ευκαιρία  να</p><p>πουλήσουν  την  κρίση  που  αντιμετωπίζουμε  στα  διεθνή  μέσα</p><p>μαζικής ενημέρωσης, πράγμα που είναι ακριβώς αυτό που θέλουν</p><p>οι  εχθροί μας. Ούτως ή άλλως,  τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα</p><p>ενημερωθούν  πολύ  σύντομα,  δε  χρειάζεται  να  κάνουμε  τα</p><p>πράγματα πιο εύκολα γιʹ αυτούς».</p><p>Θα κάνω τους τέσσερις καρδινάλιους αστέρες τον μέσων μαζικής</p><p>ενημέρωσης, θυμήθηκε ο Λάνγκντον τα λόγια του δολοφόνου. Το</p><p>πτώμα  του πρώτου  θα ανακαλυφθεί  στις  οχτώ ακριβώς.  Και  θα</p><p>ακολουθήσουν  τα  υπόλοιπα,  ένα  ανά  ώρα.  Τα  ΜΜΕ  θα</p><p>ξετρελαθούν.</p><p>Ο καμεράριος μιλούσε ξανά, όμως αυτή τη φορά διακρίνονταν και</p><p>κάποια ίχνη θυμού στη φωνή του.</p><p>«Διοικητά, δε θα μπορούμε να έχουμε τη συνείδηση μας ήσυχη αν</p><p>δεν κάνουμε κάτι για τους αγνοούμενους καρδινάλιους!»</p><p>Ο Ολιβέτι κοίταξε τον καμεράριο βαθιά μέσα στα μάτια του.</p><p>«Η προσευχή του αγίου Φραγκίσκου, κύριε... Τη θυμάστε;»</p><p>Ο νεαρός ιερέας απήγγειλε τον έναν και μοναδικό στίχο με πόνο</p><p>ψυχής.</p><p>«Θεέ  μου,  δώσε  μου  τη  δύναμη  να  αποδεχτώ  τα  πράγματα  που</p><p>δεν μπορώ να αλλάξωʺ».</p><p>«Πιστέψτε με», είπε ο Ολιβέτι, «αυτό είναι ένα από τα πράγματα</p><p>για τα οποία μιλάει».</p><p>Ύστερα βγήκε από το δωμάτιο.</p><p>44</p><p>Τα  ΚΕΝΤΡΙΚΑ  ΓΡΑΦΕΙΑ  του  BBC  βρίσκονται  στο  Λονδίνο,  λίγο</p><p>δυτικότερα από το Πικαντίλι. Η γραμμή του τηλεφωνικού κέντρου</p><p>άρχισε  να  βουίζει  και  μια  νεαρή  δόκιμη  δημοσιογράφος  σήκωσε</p><p>το ακουστικό.</p><p>«BBC», είπε, σβήνοντας το τσιγάρο της.</p><p>Η  φωνή  στην  άλλη  άκρη  της  γραμμής  ήταν  τραχιά,  με  μια</p><p>προφορά που θύμιζε Μέση Ανατολή.</p><p>«Έχω  μια  καταπληκτική  είδηση  για  την  οποία  ίσως  να</p><p>ενδιαφέρεται το δίκτυο σας».</p><p>Η  δημοσιογράφος  πήρε  ένα  στιλό  και  ένα  έντυπο  καταγραφής</p><p>πληροφοριών.</p><p>«Ποιο είναι το θέμα;»</p><p>«Η εκλογή του Πάπα».</p><p>Η  νεαρή  γυναίκα  έκανε  μια  γκριμάτσα.  To  BBC  είχε  ήδη</p><p>μεταδώσει  ένα  σχετικό  ρεπορτάζ  την  προηγούμενη  μέρα  και  τα</p><p>ποσοστά τηλεθέασης ήταν μέτρια. Το κοινό, φαίνεται, δεν έδειχνε</p><p>ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πόλη του Βατικανού.</p><p>«Και τι το ιδιαίτερο έχετε να μας πείτε;»</p><p>«Έχετε κάποιο ρεπόρτερ στη Ρώμη που να καλύπτει την εκλογή;»</p><p>«Νομίζω πως ναι».</p><p>«Πρέπει να του μιλήσω απευθείας».</p><p>«Λυπάμαι, όμως δεν μπορώ να σας δώσω αυτό τον αριθμό χωρίς</p><p>να έχω κάποια ιδέα περί τίνος...»</p><p>«Υπάρχει κάποια απειλή για το κονκλάβιο. Αυτό μόνο μπορώ να</p><p>σας πω».</p><p>Η δημοσιογράφος κρατούσε σημειώσεις.</p><p>«Το όνομα σας;»</p><p>«Το όνομα μου δεν έχει σημασία».</p><p>Η δημοσιογράφος δεν εξεπλάγη.</p><p>«Και διαθέτετε αποδείξεις για την αλήθεια του ισχυρισμού σας;»</p><p>«Ναι».</p><p>«Ευχαρίστως  να  καταγράψω  τις  πληροφορίες,  όμως  δε</p><p>συνηθίζουμε  να  δίνουμε  τα  τηλέφωνα  των  δημοσιογράφων μας,</p><p>εκτός...»</p><p>«Καταλαβαίνω.  Θα  καλέσω  κάποιο  άλλο  δίκτυο.  Ευχαριστώ  για</p><p>το χρόνο που μου διαθέσατε. Καλό βρά...»</p><p>«Μισό  λεπτό!»  είπε  εκείνη.  «Μπορείτε  να  περιμένετε  στη</p><p>γραμμή;»</p><p>Η δημοσιογράφος έβαλε τον άντρα στην αναμονή και τέντωσε το</p><p>λαιμό της για να ξεπιαστεί. Η τέχνη της διάκρισης των πιθανών</p><p>τηλεφωνημάτων  από  φαρσέρ  δε  βασιζόταν,  βέβαια,  σε  ακριβή</p><p>επιστημονικά δεδομένα, όμως ο άντρας που περίμενε στη γραμμή</p><p>είχε μόλις περάσει τα δυο έμμεσα τεστ που έκανε το BBC για να</p><p>σιγουρευτεί  για  την  εγκυρότητα  μιας  τηλεφωνικής  πηγής.  Ο</p><p>άντρας είχε αρνηθεί να δώσει το όνομα του και δεν είχε πρόβλημα</p><p>να κλείσει  το τηλέφωνο. Οι φαρσέρ και εκείνοι που κυνηγούσαν</p><p>δεκαπέντε  δευτερόλεπτα  δημοσιότητας  συνήθως  κλαψούριζαν</p><p>και παρακαλούσαν.</p><p>Ευτυχώς  για  την  ίδια,  οι  ρεπόρτερ  ζούσαν  με  τον  αιώνιο  φόβο</p><p>μήπως  χάσουν  το  μεγάλο  ρεπορτάζ,  κι  έτσι  σπάνια  της  τα</p><p>έψελναν όταν τους περνούσε κάποια γραμμή και το άτομο με το</p><p>οποίο  μιλούσαν  αποδεικνυόταν  φαντασιόπληκτο  ή  και  εντελώς</p><p>παρανοϊκό.</p><p>Η απώλεια πέντε λεπτών από το χρόνο κάποιου δημοσιογράφου</p><p>συγχωρούνταν.  Η  απώλεια  του  πρώτου  θέματος  της  επόμενης</p><p>μέρας,  όχι.  Πνίγοντας  ένα  χασμουρητό,  κοίταξε  την  οθόνη  του</p><p>υπολογιστή  της  και  πληκτρολόγησε  τις  λέξεις  «Πόλη  του</p><p>Βατικανού».  Όταν  είδε  το  όνομα  του  ρεπόρτερ  που  κάλυπτε  το</p><p>θέμα  της  εκλογής  του  νέου  Πάπα  χαμογέλασε  πονηρά.  Ήταν</p><p>καινούριος στο BBC. το κανάλι τον είχε πάρει από κάποια από τις</p><p>πάμπολλες  κίτρινες  φυλλάδες  του  Λονδίνου  για  να  καλύπτει</p><p>μερικά  από  τα  λιγότερο  σημαντικά  θέματα.  Ο  αρχισυντάκτης</p><p>προφανώς τον ξεκίνησε από τα χαμηλά...</p><p>Πιθανότατα  θα  βαριόταν  αφόρητα,  περιμένοντας  ολόκληρο  το</p><p>βράδυ για να κάνει ένα ρεπορτάζ διάρκειας δέκα δευτερολέπτων.</p><p>Θα της ήταν ευγνώμων για αυτό το διάλειμμα στη μονοτονία του.</p><p>Η νεαρή δημοσιογράφος του BBC έγραψε σε ένα χαρτί τον αριθμό</p><p>του  ρεπόρτερ  που  βρισκόταν  στο  Βατικανό.  Ύστερα,  ανάβοντας</p><p>άλλο ένα τσιγάρο, έδωσε στον ανώνυμο άντρα το τηλέφωνο.</p><p>45</p><p>«ΔΕ ΘΑ ΠΕΤΥΧΕΙ»,  είπε  η  Βιτόρια,  βηματίζοντας  νευρικά  πάνω</p><p>κάτω στο Γραφείο  του Πάπα.  Γύρισε και κοίταξε  τον καμεράριο.</p><p>«Ακόμα  κι  αν  η  ομάδα  των  Ελβετών  φρουρών  μπορέσει  να</p><p>φιλτράρει  τις  ηλεκτρονικές  παρεμβολές,  θα  πρέπει  να  βρεθεί</p><p>κυριολεκτικά  πάνω  από  τον  κύλινδρο  για  να  μπορέσει  να</p><p>εντοπίσει κάποιο σήμα. Και αυτό με την προϋπόθεση ότι θα είναι</p><p>δυνατή  η  πρόσβαση  στον  κύλινδρο,  ότι  δε  θα  υπάρχουν  άλλα</p><p>εμπόδια.  Τι  γίνεται  όμως  αν  είναι  κλεισμένος  μέσα  σε  ένα</p><p>μεταλλικό κουτί και θαμμένος σε κάποιο σημείο στους κήπους; Ή</p><p>αν βρίσκεται μέσα σε κάποιο μεταλλικό σωλήνα εξαερισμού; Δεν</p><p>υπάρχει περίπτωση να τον εντοπίσουν αν συμβαίνει κάτι τέτοιο.</p><p>Και  τι  γίνεται  αν  οι  Πεφωτισμένοι  έχουν  πράγματι  διεισδύσει</p><p>στην  Ελβετική Φρουρά; Ποιος  μπορεί  να μας  διαβεβαιώσει  ότι  η</p><p>έρευνα θα γίνει σωστά;»</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε εξουθενωμένος.</p><p>«Τι προτείνετε, κυρία Βέτρα;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωσε να φουντώνει. Μα δεν είναι προφανές;</p><p>«Προτείνω,  κύριέ  μου,  να  πάρετε  κι  άλλα  προληπτικά  μέτρα</p><p>αμέσως. Μπορούμε  να  ελπίζουμε,  κόντρα  σε  κάθε  λογική,  ότι  η</p><p>έρευνα  του  διοικητή  θα  φέρει  αποτέλεσμα.  Όμως  κοιτάξτε  έξω</p><p>από το παράθυρο. Βλέπετε όλους αυτούς τους ανθρώπους; Αυτά</p><p>τα κτίρια γύρω από την πλατεία; Τα φορτηγάκια των καναλιών;</p><p>Τους  τουρίστες;  Όλα  αυτά  πιθανότατα  βρίσκονται  μέσα  στην</p><p>εμβέλεια της έκρηξης. Πρέπει να αναλάβετε δράση τώρα».</p><p>Ο καμεράριος έκανε ένα αόριστο νεύμα.</p><p>Η Βιτόρια είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Ο Ολιβέτι είχε πείσει τους</p><p>πάντες  ότι  υπήρχε  αρκετός  χρόνος,  εκείνη  όμως  ήξερε  ότι,  αν</p><p>διέρρεε η είδηση σχετικά με την κατάσταση που αντιμετώπιζε το</p><p>Βατικανό,  ολόκληρη  η  γύρω  περιοχή  θα  κατακλυζόταν  από</p><p>περίεργους μέσα</p><p>σε ελάχιστα λεπτά. Το είχε δει να συμβαίνει μια</p><p>φορά,  έξω  από  το  κτίριο  του  Ελβετικού  Κοινοβουλίου.  Αρκετά</p><p>άτομα  κρατούνταν  όμηροι  υπό  την  απειλή  βόμβας,  κι  όταν</p><p>κυκλοφόρησε  η  είδηση,  χιλιάδες  άνθρωποι  συνέρευσαν  έξω από</p><p>το  κτίριο  για  να  παρακολουθήσουν  την  εξέλιξη  της  υπόθεσης.</p><p>Παρά τις προειδοποιήσεις της αστυνομίας ότι υπήρχε κίνδυνος, το</p><p>πλήθος  ολοένα  και  έσφιγγε  τον  κλοιό,  πλησιάζοντας  πιο  κοντά</p><p>στο  σημείο  του  ενδιαφέροντος.  Τίποτα  δεν  κεντρίζει  την</p><p>ανθρώπινη περιέργεια περισσότερο από μια τραγωδία.</p><p>«Κύριε»,  επέμεινε  η  Βιτόρια,  «ο  άντρας  που  δολοφόνησε  τον</p><p>πατέρα  μου  βρίσκεται  κάπου  εκεί  έξω.  Κάθε  κύτταρο  του</p><p>σώματος  μου  θέλει  να  δράσει,  να  τον  κυνηγήσει  και  να  τον</p><p>τιμωρήσει  όπως  του  αξίζει.  Όμως  στέκομαι  στο  γραφείο  σας...</p><p>επειδή  είμαι  υπεύθυνη  απέναντί  σας.  Απέναντι  σε  εσάς  και  σε</p><p>κάποιους άλλους. Κινδυνεύουν ζωές, κύριε. Με ακούτε;»</p><p>Ο καμεράριος δεν απάντησε.</p><p>Η  Βιτόρια  μπορούσε  να  νιώσει  την  καρδιά  της  να  σφυροκοπάει</p><p>δυνατά.  Γιατί  δεν  μπορεί  η  Ελβετική  Φρουρά  να  εντοπίσει  αυτό</p><p>τον  καταραμένο  απαγωγέα;  ο  δολοφόνος  των  Πεφωτισμένων</p><p>είναι  το  κλειδί!  Ξέρει  πού  βρίσκεται  η  αντιύλη...  Διάβολε,  ξέρει</p><p>πού  βρίσκονται  οι  καρδινάλιοι!  Πιάνουμε  το  δολοφόνο,  και  όλα</p><p>λύνονται.</p><p>Η Βιτόρια καταλάβαινε ότι  ήταν  έτοιμη να χάσει  την ψυχραιμία</p><p>της.  Βίωνε  εκείνο  το αλλόκοτο συναίσθημα που αποτελούσε πια</p><p>μακρινή ανάμνηση από τα παιδικά της χρόνια, από τα χρόνια στο</p><p>ορφανοτροφείο, όταν την κυρίευε η απελπισία και δεν είχε τρόπο</p><p>να  την  αντιμετωπίσει.  Έχεις  τον  τρόπο,  είπε  στον  εαυτό  της,</p><p>πάντοτε υπάρχει ένας τρόπος. Δεν ωφελούσε. Οι σκέψεις της ήταν</p><p>σκόρπιες,  δεν  μπορούσε  να  συγκεντρωθεί.  Ήταν  ερευνήτρια,</p><p>δουλειά  της  ήταν  να  λύνει  προβλήματα. Όμως  το  συγκεκριμένο</p><p>ήταν  ένα  πρόβλημα  χωρίς  λύση.  Τι  στοιχεία  απαιτούνται;  Τι</p><p>χρειάζεσαι;  Ζήτησε  από  τον  εαυτό  της  να  πάρει  βαθιές  ανάσες,</p><p>όμως, για πρώτη φορά στη ζωή της, δεν μπορούσε. Πνιγόταν.</p><p>Ο  Λάνγκντον  είχε  δυνατό  πονοκέφαλο.  Αισθανόταν  ότι</p><p>ισορροπούσε  στα  όρια  της  λογικής. Παρακολουθούσε  τη  Βιτόρια</p><p>και  τον  καμεράριο,  όμως  από  το  μυαλό  του  περνούσαν  φριχτές</p><p>εικόνες: εκρήξεις, οι δημοσιογράφοι να κατακλύζουν την περιοχή,</p><p>οι  κάμερες  να  καταγράφουν  τα  όσα  διαδραματίζονταν,  τέσσερις</p><p>σημαδεμένοι άνθρωποι...</p><p>Shaitan... Εωσφόρος... Φορέας του Φωτός... Σατανάς...</p><p>Έδιωξε  τις  τρομερές  εικόνες  από  το  μυαλό  του.  Οργανωμένη</p><p>τρομοκρατική  ενέργεια,  υπενθύμισε  στον  εαυτό  του,</p><p>επιστρέφοντας  στην  πραγματικότητα.  Πρόκληση  χάους.</p><p>Θυμήθηκε  ένα  σεμινάριο  που  είχε  παρακολουθήσει  κάποτε  στο</p><p>Κολέγιο Ράντκλιφ, όταν έκανε μια έρευνα γύρω από τα σύμβολα</p><p>των πραιτοριανών. Από τότε έβλεπε την τρομοκρατία με τελείως</p><p>διαφορετικό τρόπο.</p><p>«Η  τρομοκρατία»,  είχε  πει  ο  καθηγητής  που  έδινε  τη  διάλεξη,</p><p>«έχει έναν και μοναδικό στόχο. Ποιος είναι αυτός;»</p><p>«Η δολοφονία αθώων;» πρότεινε ένας φοιτητής.</p><p>«Λάθος.  Ο  θάνατος  είναι  απλώς  ένα  παράγωγο  της</p><p>τρομοκρατίας».</p><p>«Η επίδειξη δύναμης;»</p><p>«Όχι. Δε γίνεται προσπάθεια να πειστεί κάποιος».</p><p>«Η πρόκληση τρόμου;»</p><p>«Το θέσατε σωστά. Πολύ απλά, ο στόχος της τρομοκρατίας είναι</p><p>να  προξενήσει  τρόμο  και  φόβο.  Ο  φόβος  υπονομεύει  την  πίστη</p><p>στο  κατεστημένο.  Εξασθενίζει  τον  εχθρό  εκ  των  έσω,</p><p>προκαλούντος  αναταραχή  στις  μάζες.  Σημειώστε  αυτό  που  θα</p><p>σας πω: Η τρομοκρατία δεν είναι έκφραση οργής. Η τρομοκρατία</p><p>είναι  ένα  πολιτικό  όπλο.  Αν  καταρρεύσει  η  εντύπωση  του</p><p>αλάθητου  μιας  κυβέρνησης,  καταρρέει  και  η  πίστη  των</p><p>ανθρώπων σε αυτή».</p><p>Απώλεια πίστης...</p><p>Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά; Αναρωτήθηκε πως θα αντιδρούσαν</p><p>οι  χριστιανοί  σε  ολόκληρο  τον  κόσμο  βλέποντας  το  θέαμα  των</p><p>πτωμάτων των καρδινάλιων που θα εγκαταλείπονταν σαν ψόφια</p><p>σκυλιά  στο  δρόμο.  Αν  η  πίστη  ενός  χειροτονημένου  ιερέα  δεν</p><p>μπορούσε  να  τον  προστατέψει  από  τις  σκοτεινές  δυνάμεις  του</p><p>Σατανά,  τι  ελπίδα  υπήρχε  για  τους  υπόλοιπους;  Ο  Λάνγκντον</p><p>ένιωθε σφυριές στο κεφάλι  του... Διάφορες φωνές πάλευαν ποια</p><p>θα ακουστεί πιο δυνατά μέσα στο μυαλό του.</p><p>Η πίστη δε μας προστατεύει. Φάρμακα και αερόσακοι, αυτά είναι</p><p>πράγματα που μας προστατεύουν. Ο Θεός δε μας προστατεύει. Η</p><p>ευφυΐα μας μας προστατεύει. Η φώτιση. Πρέπει να εναποθέσουμε</p><p>την πίστη μας σε κάτι που έχει απτά αποτελέσματα. Πότε ήταν η</p><p>τελευταία  φορά  που  περπάτησε  κάποιος  πάνω  στο  νερό;  Τα</p><p>σύγχρονα  θαύματα  ανήκουν  στην  επιστήμη:  υπολογιστές,</p><p>εμβόλια,  διαστημικοί  σταθμοί,  ακόμα  και  το  θεϊκό  θαύμα  της</p><p>Δημιουργίας.  Ύλη  από  το  τίποτα...  Μέσα  σε  ένα  εργαστήριο.</p><p>Ποιος χρειάζεται το Θεό; Όχι, η επιστήμη είναι ο Θεός.</p><p>Η  φωνή  του  δολοφόνου  αντηχούσε  μέσα  στο  μυαλό  του</p><p>Λάνγκντον.  Τα  μεσάνυχτα...  Μια  μαθηματική  ακολουθία</p><p>θανάτων... Θυσία παρθένων στο βωμό της επιστήμης...</p><p>Και  τότε  ξαφνικά,  σαν  το  πλήθος  που  σκορπίζει  στον  ήχο  ενός</p><p>πυροβολισμού, οι φωνές χάθηκαν.</p><p>Ο  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  τινάχτηκε  όρθιος.  Η  καρέκλα  του  έπεσε</p><p>προς τα πίσω, βροντώντας στο μαρμάρινο δάπεδο.</p><p>Η Βιτόρια και ο καμεράριος ύψωσαν τρομαγμένοι τα μάτια τους.</p><p>«Δεν το έβλεπα...» ψιθύρισε ο Λάνγκντον σαν μαγεμένος. «Ήταν</p><p>μπροστά στα μάτια μου...»</p><p>«Δεν έβλεπες τι πράγμα;» ρώτησε επιτακτικά η Βιτόρια.</p><p>Ο Λάνγκντον στράφηκε στον ιερέα.</p><p>«Πάτερ, επί τρία χρόνια υπέβαλλα διαρκώς αιτήματα σε αυτό το</p><p>γραφείο  για  να  μου  επιτραπεί  η  πρόσβαση  στα  αρχεία  του</p><p>Βατικανού. Το αίτημα μου απορρίφτηκε εφτά φορές».</p><p>«Κύριε  Λάνγκντον,  λυπάμαι,  όμως  αυτή  δεν  είναι  η  πιο</p><p>κατάλληλη ώρα για να εκφράσετε τέτοιες διαμαρτυρίες».</p><p>«Πρέπει  να  αποκτήσω  πρόσβαση  αμέσως.  Οι  τέσσερις</p><p>αγνοούμενοι  καρδινάλιοι...  Ίσως  κατορθώσω  να  εντοπίσω  τα</p><p>σημεία όπου πρόκειται να δολοφονηθούν».</p><p>Η  Βιτόρια  τον  κοιτούσε  έκπληκτη,  σίγουρη  ότι  κάτι  δεν  είχε</p><p>καταλάβει καλά.</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε δύσπιστος, σαν να ήταν ο αποδέκτης ενός</p><p>κακόγουστου αστείου.</p><p>«Περιμένετε να πιστέψω ότι αυτές οι πληροφορίες βρίσκονται στα</p><p>αρχεία μας;»</p><p>«Δεν  μπορώ  να  υποσχεθώ  ότι  θα  καταφέρω  να  τις  αποσπάσω</p><p>εγκαίρως, όμως αν μου επιτρέψετε να...»</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, πρέπει να βρίσκομαι στην Καπέλα Σιξτίνα σε</p><p>τέσσερα λεπτά. Τα αρχεία βρίσκονται στην άλλη άκρη της Πόλης</p><p>του Βατικανού».</p><p>«Μιλάς σοβαρά, έτσι δεν είναι;»</p><p>Η Βιτόρια  τους  διέκοψε κοιτάζοντας  τον Λάνγκντον βαθιά μέσα</p><p>στα μάτια, αντιλαμβανόμενη ότι εκείνος δεν αστειευόταν.</p><p>«Δεν είναι ώρα για αστεία», είπε ο Αμερικανός.</p><p>«Πάτερ»,  είπε  η  Βιτόρια  γυρίζοντας  προς  το  μέρος  του</p><p>καμεράριου,  «αν  υπάρχει  κάποια  πιθανότητα,  έστω  και  η</p><p>παραμικρή,  να βρούμε που θα γίνουν αυτές  οι  δολοφονίες,  ίσως</p><p>μπορούμε να τοποθετήσουμε άντρες να παρακολουθούν...»</p><p>«Μα στα αρχεία;» επέμεινε ο καμεράριος. «Πώς είναι δυνατόν να</p><p>υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο εκεί;»</p><p>«Το να σας εξηγήσω», είπε ο Λάνγκντον, «θα πάρει περισσότερη</p><p>ώρα  απʹ  όση  έχουμε  στη  διάθεση  μας.  Όμως,  αν  έχω  δίκιο,</p><p>μπορούμε  να  χρησιμοποιήσουμε  τις  πληροφορίες  για  να</p><p>συλλάβουμε τον Ασασίνο».</p><p>Ο καμεράριος  είχε  ένα ύφος ανθρώπου που ήθελε απελπισμένα</p><p>να πιστέψει, όμως για κάποιο λόγο δεν μπορούσε.</p><p>«Οι  ιερότεροι  κώδικες  της  χριστιανοσύνης φυλάσσονται  σε αυτά</p><p>τα  αρχεία.  Πρόκειται  για  θησαυρούς  που  ούτε  εγώ  δεν  έχω  το</p><p>προνόμιο να δω».</p><p>«Έχω πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος».</p><p>«Η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο με έγγραφη άδεια του εφόρου και</p><p>του Συμβουλίου Βιβλιοθηκονόμων του Βατικανού».</p><p>«Ή», είπε με νόημα ο Λάνγκντον, «με παπική εντολή. Αναφέρεται</p><p>ρητά σε κάθε απορριπτική επιστολή που μου έχει στείλει ο έφορος</p><p>σας».</p><p>Ο καμεράριος έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Με όλο  το σεβασμό»,  συνέχισε  να πιέζει  ο Λάνγκντον, «αν δεν</p><p>κάνω λάθος,  η  εντολή προέρχεται από αυτό το γραφείο. Και, αν</p><p>ερμηνεύω σωστά τους νόμους, απόψε αυτή τη θέση την κατέχετε</p><p>εσείς. Δεδομένων των συνθηκών...»</p><p>Ο  καμεράριος  έβγαλε  ένα  ρολόι  τσέπης  από  το  ράσο  του  και</p><p>κοίταξε την ώρα.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον,</p><p>τα  μαύρα</p><p>μάτια του είχαν μια λάμψη προσμονής. Μια από τις πιο μυστικές</p><p>και  φοβερές  αδελφότητες  που  έκαναν  ποτέ  την  εμφάνιση  τους</p><p>στον  πλανήτη  είχε  ζητήσει  τις  υπηρεσίες  του.  Έκαναν  σοφή</p><p>επιλογή, σκέφτηκε. Τη φήμη της εχεμύθειας του ξεπερνούσε μόνο</p><p>η φήμη της φονικής αποτελεσματικότητας του.</p><p>Μέχρι  στιγμής  τους  είχε  υπηρετήσει  άψογα.  Είχε  κάνει  τη</p><p>δολοφονία  και  είχε  παραδώσει  το  αντικείμενο  στον  Ιανό,  όπως</p><p>του  είχε  ζητηθεί.  Τώρα  εξαρτιόταν  από  τον  εργοδότη  του  να</p><p>χρησιμοποιήσει  τη  δύναμή  του  προκειμένου  να  διασφαλίσει  την</p><p>επίκαιρη τοποθέτηση του αντικειμένου.</p><p>Την τοποθέτηση...</p><p>Ο δολοφόνος αναρωτήθηκε με ποιον τρόπο θα μπορούσε ο Ιανός</p><p>να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο τιτάνιο εγχείρημα. Ήταν προφανές</p><p>ότι  ο  άνθρωπος  είχε  διασυνδέσεις  με  κάποιους  από  μέσα...  Η</p><p>έκταση  της  επιρροής  της  αδελφότητας  φαινόταν  ότι  ήταν</p><p>απεριόριστη.</p><p>Ιανός,  σκέφτηκε  ο  δολοφόνος.  Κωδικό  όνομα,  προφανώς.</p><p>Αναρωτιόταν  αν  αποτελούσε  αναφορά  στη  διπρόσωπη  ρωμαϊκή</p><p>θεότητα...  ή στο δορυφόρο του Κρόνου... Όχι  ότι  είχε  διαφορά. Ο</p><p>Ιανός  διέθετε ασύλληπτη  δύναμη. Αυτό  το  είχε αποδείξει πέραν</p><p>αμφιβολίας.</p><p>Καθώς περπατούσε ο δολοφόνος φανταζόταν τους προγόνους του</p><p>να του χαμογελάνε. Σήμερα έδινε το δικό τους αγώνα, πολεμούσε</p><p>τον ίδιο εχθρό που είχαν πολεμήσει και εκείνοι για πολλά χρόνια,</p><p>από  τον  ενδέκατο  αιώνα  ακόμα,  όταν  ο  στρατός  των</p><p>σταυροφόρων του εχθρού είχε λεηλατήσει για πρώτη φορά τη γη</p><p>του, βιάζοντας και σκοτώνοντας τους ανθρώπους της φυλής του,</p><p>αποκαλώντας τους «ακάθαρτους», βεβηλώνοντας τους ναούς και</p><p>τους θεούς τους.</p><p>Οι προγονοί του είχαν σχηματίσει ένα μικρό αλλά φονικό στρατό</p><p>προκειμένου  να  προστατέψουν  τους  εαυτούς  τους.  Τα  μέλη  του</p><p>στρατού αυτού έγιναν θρύλος σε ολόκληρη τη χώρα, αποκτώντας</p><p>τεράστια  φήμη  ως  θανάσιμα  εκπαιδευμένοι  εκτελεστές  που</p><p>περιπλανιόνταν στην επαρχία σφάζοντας οποιονδήποτε από τους</p><p>εχθρούς  μπορούσαν  να  εντοπίσουν.  Έγιναν  πασίγνωστοι  όχι</p><p>μόνο για  τους βίαιους φόνους που πραγματοποιούσαν αλλά και</p><p>για τον εορτασμό των επιτυχιών τους με την κατανάλωση ουσιών</p><p>που  τους  βύθιζαν  σε  νάρκη. Η αγαπημένη  τους  ουσία  ήταν  ένα</p><p>ισχυρό ναρκωτικό που το ονόμαζαν «χασίς».</p><p>Καθώς  η  φήμη  τους  εξαπλωνόταν,  αυτοί  οι  άντρες  με  τις</p><p>θανάσιμες  ικανότητες  έγιναν  γνωστοί  με  μία  λέξη:  «Ασασίνοι»,</p><p>που στην κυριολεξία σημαίνει «λάτρεις του χασίς». Το όνομα αυτό</p><p>έγινε  συνώνυμο  του  θανάτου  σχεδόν  σε  κάθε  γλώσσα  του</p><p>κόσμου. Η λέξη χρησιμοποιούνταν μέχρι και σήμερα, ακόμα και</p><p>στη  σύγχρονη  αγγλική  γλώσσα,*  όμως,  όπως  και  η  τέχνη  του</p><p>φόνου, είχε εξελιχτεί.</p><p>Σήμαινε πλέον το στυγνό επαγγελματία δολοφόνο.</p><p>* Αναφορά στην αγγλική λέξη «assassin», που σημαίνει τον επαγγελματία</p><p>δολοφόνο, αυτόν που σκοτώνει ανθρώπους για οικονομικούς ή πολιτικούς</p><p>λόγους. (Σ,τ.Ε.)</p><p>6</p><p>ΕΞΗΝΤΑ  ΤΕΣΣΕΡΑ  ΛΕΠΤΑ  είχαν  περάσει  όταν  ο  Ρόμπερτ</p><p>Λάνγκντον κατέβηκε από το αεροσκάφος και έκανε τα πρώτα του</p><p>βήματα  στον  ηλιόλουστο  διάδρομο  προσγείωσης,  έχοντας  ένα</p><p>ελαφρό αίσθημα ναυτίας και αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που</p><p>έβλεπε.  Ένα  δροσερό  αεράκι  ανασήκωνε  τα  πέτα  του  σακακιού</p><p>του.  Η  αίσθηση  του  να  βρίσκεται  πάλι  σε  ανοιχτό  χώρο  ήταν</p><p>υπέροχη.  Μισόκλεισε  τα  μάτια  για  να  απολαύσει  τη  θέα  της</p><p>καταπράσινης  πεδιάδας  που  απλωνόταν  μπροστά  του  και  των</p><p>χιονισμένων βουνών που την περιτριγύριζαν.</p><p>Ονειρεύομαι, σκέφτηκε. Από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσω.</p><p>«Καλώς  ορίσατε  στην  Ελβετία»,  φώναξε  ο  πιλότος,</p><p>προσπαθώντας να ακουστεί πάνω από το βουητό των κινητήρων</p><p>του  πρωτοποριακού  αεροσκάφους  Χ‐33  καθώς  σταματούσαν</p><p>προοδευτικά να περιστρέφονται.</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν 7:07.</p><p>«Μόλις  διασχίσατε  έξι  χρονικές  ζώνες»,  του  είπε  ο  πιλότος.  «Η</p><p>ώρα είναι λίγο μετά τη μία το μεσημέρι εδώ».</p><p>Ο Λάννκντον ρύθμισε το ρολόι του.</p><p>«Πώς αισθάνεστε;»</p><p>Εκείνος έτριψε το στομάχι του.</p><p>«Σαν να έχω φάει αφρολέξ».</p><p>Ο πιλότος κούνησε το κεφάλι με κατανόηση.</p><p>«Ναυτία από το υψόμετρο. Πετάξαμε στα είκοσι χιλιάδες μέτρα.</p><p>Το  σώμα  σας  ήταν  κατά  τριάντα  τοις  εκατό  ελαφρύτερο  εκεί</p><p>πάνω.</p><p>Ευτυχώς  που  είχαμε  να  κάνουμε  μόνο  αυτό  το  ταξιδάκι.  Αν</p><p>είχαμε  πάει  στο  Τόκιο,  θα  το  είχα  ανεβάσει  μέχρι  τα  εκατόν</p><p>εξήντα  χιλιόμετρα  ύψος.  Εκεί  να  βλέπατε  πώς  θα  γινόταν  το</p><p>στομάχι σας...»</p><p>Ο  Λάνγκντον  έγνεψε  καταφατικά  με  μια  κουρασμένη  κίνηση,</p><p>αποφασίζοντας  πως  έπρεπε  να  θεωρήσει  τον  εαυτό  του  τυχερό.</p><p>Λαμβανομένης υπόψη της απίστευτης ταχύτητας του ταξιδιού, η</p><p>εμπειρία της πτήσης δεν είχε τίποτα το εξαιρετικό. Εκτός από την</p><p>τρομερή επιτάχυνση κατά την απογείωση, η αίσθηση της κίνησης</p><p>του  αεροπλάνου  ήταν  μάλλον  η  συνηθισμένη,  με  λίγες</p><p>αναταράξεις  κατά  διαστήματα,  μερικές  αλλαγές  στην  πίεση</p><p>καθώς  κέρδιζαν  ύψος,  αλλά  τίποτα απολύτως που  να  κάνει  τον</p><p>επιβάτη  να  συνειδητοποιήσει  ότι  πραγματοποιούσαν  το  ταξίδι</p><p>τους  με  την  ασύλληπτη  ταχύτητα  των  17.600  χιλιομέτρων  την</p><p>ώρα.</p><p>Μια  ομάδα  τεχνικών  έσπευσε  αμέσως  στο  διάδρομο  για  να</p><p>ελέγξει το Χ‐33. Ο πιλότος συνόδεψε τον Λάνγκντον σε ένα μαύρο</p><p>Peugeot  σεντάν  που  βρισκόταν  στο  χώρο  στάθμευσης  πίσω  από</p><p>τον πύργο ελέγχου. Λίγα λεπτά αργότερα κινούνταν με ταχύτητα</p><p>σε έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο που διέσχιζε την πεδιάδα. Στο</p><p>βάθος  του  ορίζοντα  διακρινόταν  αμυδρά  ένα  κτιριακό</p><p>συγκρότημα. Το αυτοκίνητο περνούσε σαν σφαίρα δίπλα από τα</p><p>καταπράσινα λιβάδια.</p><p>Ο Λάνγκντον δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε ότι ο πιλότος</p><p>έτρεχε με πάνω από εκατόν εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα. Μα τι</p><p>μανία έχει αυτός ο τύπος με την ταχύτητα; αναρωτήθηκε.</p><p>«Το  εργαστήριο  απέχει  πέντε  χιλιόμετρα»,  τον  ενημέρωσε  ο</p><p>πιλότος. «Θα βρισκόμαστε εκεί σε δύο λεπτά».</p><p>Ο Λάνγκντον έψαχνε μάταια για τη ζώνη ασφαλείας. Γιατί να μη</p><p>φτάσουμε εκεί σε τρία λεπτά αλλά ζωντανοί;</p><p>Το αυτοκίνητο συνέχιζε να τρέχει σαν βολίδα.</p><p>«Σας αρέσει η Ρίμπα*;» ρώτησε ο πιλότος βάζοντας μια κασέτα να</p><p>παίξει.</p><p>* Ο συγγραφέας αναφέρεται στη Ρίμπα Μακ Εντάιρ, δημοφιλή τραγουδίστρια</p><p>της κάντρι στις ΗΠΑ. (Σ.τ.Ε.)</p><p>Μια  γυναίκα  άρχισε  να  τραγουδάει:  «Είναι  απλώς  ο  φόβος  της</p><p>μοναξιάς...»</p><p>Εγώ δε νιώθω τέτοιο φόβο, σκέφτηκε αφηρημένα ο Λάνγκντον. Οι</p><p>γυναίκες συνάδελφοί του συχνά τον πείραζαν λέγοντας του ότι η</p><p>συλλογή  των  τεχνουργημάτων  που  είχε  συγκεντρώσει,  η  οποία</p><p>θα μπορούσε κάλλιστα να βρει μια θέση σε κάποιο μουσείο,  δεν</p><p>ήταν  τίποτα  άλλο  παρά  μια  ολοφάνερη  προσπάθεια  να  γεμίσει</p><p>ένα άδειο σπίτι, ένα σπίτι το οποίο επέμεναν ότι θα ωφελούνταν</p><p>απίστευτα από την παρουσία μιας γυναίκας.</p><p>Ο  Λάνγκντον  αντιδρούσε  πάντοτε  σε  αυτά  τα  σχόλια  με  γέλια,</p><p>υπενθυμίζοντας  τους  ότι  είχε  ήδη  τρεις  έρωτες  στη  ζωή  του:  τη</p><p>μελέτη των συμβόλων,  το πόλο και την ελευθερία της εργένικης</p><p>ζωής, η οποία του επέτρεπε να ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο,</p><p>να κοιμάται μέχρι όσο αργά ήθελε  το πρωί και να απολαμβάνει</p><p>ήσυχες  βραδιές  στο  σπίτι  παρέα  με  ένα  μπράντι  και  ένα  καλό</p><p>βιβλίο.</p><p>«Είμαστε σαν μια μικρή πόλη», είπε ο πιλότος, διακόπτοντας την</p><p>ονειροπόληση  του Λάνγκντον.  «Δεν  υπάρχουν  μόνο  εργαστήρια</p><p>αλλά  και  διάφορα  καταστήματα  τροφίμων,  νοσοκομείο,  ακόμα</p><p>και κινηματογράφος».</p><p>Ο  Λάνγκντον  έγνεψε  αφηρημένα  και  κοίταξε  προς  το  αχανές</p><p>συγκρότημα κτιρίων που ορθωνόταν μπροστά τους.</p><p>«Μάλιστα»,  πρόσθεσε  ο  πιλότος,  «διαθέτουμε  τη  μεγαλύτερη</p><p>μηχανή στον πλανήτη».</p><p>«Αλήθεια;»</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε τριγύρω διερευνητικά.</p><p>«Δε  θα  τη  δείτε  εκεί  έξω,  κύριε».  Ο  πιλότος  χαμογέλασε.</p><p>«Βρίσκεται  θαμμένη  έξι  επίπεδα  κάτω  από  την  επιφάνεια  του</p><p>εδάφους».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν πρόλαβε να κάνει άλλη ερώτηση. Χωρίς καμία</p><p>προειδοποίηση,  ο  πιλότος  κατέβασε  απότομα  το  πόδι  του  στο</p><p>φρένο. Οι  ρόδες μπλόκαραν και  το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε</p><p>μπροστά από ένα θωρακισμένο φυλάκιο.</p><p>Ο Λάνγκντον διάβασε στα γαλλικά</p><p>είμαι έτοιμος να δώσω και τη ζωή μου απόψε,</p><p>και το εννοώ αυτό, προκειμένου να σώσω την εκκλησία μας».</p><p>Ο Λάνγκντον μπορούσε να καταλάβει ότι του έλεγε την αλήθεια</p><p>κοιτάζοντας  απλώς  τα  καθάρια  μάτια  του  άντρα  που  είχε</p><p>απέναντι του.</p><p>«Αυτά  τα  στοιχεία»,  ρώτησε  ο  καμεράριος,  «πιστεύετε</p><p>πραγματικά  ότι  βρίσκονται  εκεί;  Και  ότι  μπορούν  να  μας</p><p>βοηθήσουν να εντοπίσουμε τις τέσσερις επίμαχες εκκλησίες;»</p><p>«Δε  θα  είχα  υποβάλει  τόσα  αιτήματα  για  να  μου  επιτραπεί  η</p><p>πρόσβαση  αν  δεν  ήμουν  πεπεισμένος.  Η  Ιταλία  πέφτει  λίγο</p><p>μακριά για να έρθει κανείς απλώς για ψυχαγωγία όταν ζει με ένα</p><p>μισθό καθηγητή. Υπάρχει ένα χειρόγραφο, ένα πανάρχαιο...»</p><p>«Παρακαλώ»,  τον  διέκοψε  ο  καμεράριος.  «Συγχωρέστε  με,  αλλά</p><p>το  μυαλό  μου  δεν  είναι  σε  θέση  να  απορροφήσει  κι  άλλες</p><p>λεπτομέρειες  αυτή  τη  στιγμή.  Γνωρίζετε  που  βρίσκονται  τα</p><p>μυστικά αρχεία;»</p><p>Ο  Λάνγκντον  ένιωσε  ένα  κύμα  ενθουσιασμού  να  τον</p><p>πλημμυρίζει.</p><p>«Ακριβώς πίσω από την πύλη της Αγίας Άννας».</p><p>«Εντυπωσιακό!  Οι  περισσότεροι  μελετητές  πιστεύουν  ότι</p><p>βρίσκονται κάπου πέρα από τη μυστική πόρτα πίσω από το Θρόνο</p><p>του Αγίου Πέτρου».</p><p>«Όχι. Πρόκειται για συνηθισμένο λάθος».</p><p>«Ένας βιβλιοθηκάριος συνοδεύει διαρκώς κάθε επισκέπτη. Απόψε</p><p>όμως οι βιβλιοθηκάριοι απουσιάζουν. Αυτό που μου ζητάτε είναι</p><p>στην ουσία να έχετε πρόσβαση εν λευκώ. Ούτε καν οι καρδινάλιοι</p><p>δεν εισέρχονται ασυνόδευτοι».</p><p>«Θα μεταχειριστώ τους θησαυρούς σας με απόλυτο σεβασμό και</p><p>προσοχή. Οι βιβλιοθηκάριοι σας δε θα βρουν το παραμικρό ίχνος</p><p>της παρουσίας μου εκεί».</p><p>Οι  καμπάνες  του  Αγίου  Πέτρου  άρχισαν  να  χτυπάνε.  Ο</p><p>καμεράριος κοίταξε το ρολόι του.</p><p>«Πρέπει  να  φύγω».  Κοντοστάθηκε  για  λίγο  και  στράφηκε  προς</p><p>τον  Λάνγκντον.  «Θα  στείλω  έναν  Ελβετό  φρουρό  να  σας</p><p>συναντήσει  στα  αρχεία.  Έχετε  την  εμπιστοσύνη  μου,  κύριε</p><p>Λάνγκντον. Πηγαίνετε».</p><p>Ο Αμερικανός καθηγητής είχε μείνει άφωνος.</p><p>Η  φιγούρα  του  νεαρού  ιερέα  είχε  τώρα  κάτι  το  απόκοσμο.</p><p>Απλώνοντας  το  χέρι  του,  έσφιξε  τον  ώμο  του  Λάνγκντον  με</p><p>απρόσμενη δύναμη.</p><p>«Θέλω να βρείτε αυτό που ψάχνετε. Και να το βρείτε γρήγορα».</p><p>46</p><p>ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ  του Βατικανού βρίσκονται  στην άκρη  της</p><p>Αυλής του Boργία, πάνω σε ένα λόφο ακριβώς πίσω από την πύλη</p><p>της  Αγίας  Άννας.  Συνολικά  αποτελούνται  από  περισσότερους</p><p>των  είκοσι  χιλιάδων  τόμους,  ανάμεσα  στους  οποίους</p><p>περιλαμβάνονται, σύμφωνα με φήμες, αληθινοί θησαυροί, από τα</p><p>χαμένα  ημερολόγια  του  Λεονάρντο  ντα  Βίντσι  μέχρι  και</p><p>αδημοσίευτα βιβλία της Βίβλου.</p><p>Ο  Λάνγκντον  προχωρούσε  με  γρήγορο  βήμα  στην  έρημη  Βία</p><p>ντέλα  Φονταμέντα  κατευθυνόμενος  προς  τα  αρχεία,</p><p>αδυνατώντας να πιστέψει  ότι  σε λίγη ώρα θα  είχε πρόσβαση σε</p><p>κάτι  που  μέχρι  πριν  από  λίγα  μόλις  λεπτά  αποτελούσε  ένα</p><p>άπιαστο όνειρο. Η Βιτόρια περπατούσε δίπλα του, ακολουθώντας</p><p>το  ρυθμό  του  χωρίς  κανένα πρόβλημα.  Τα  μαλλιά  της  ανέδιναν</p><p>ένα άρωμα αμυγδάλου όπως ανέμιζαν ελαφρά στην αύρα, και ο</p><p>Λάνγκντον  ανάσαινε  βαθιά,  απολαμβάνοντας  το.  Κατάλαβε  ότι</p><p>οι σκέψεις του είχαν αρχίσει να ξεστρατίζουν και ανακάλεσε τον</p><p>εαυτό του στην τάξη.</p><p>«Θα μου πεις για τι πράγμα ψάχνουμε;» τον ρώτησε η Βιτόρια.</p><p>«Για  ένα μικρό βιβλίο γραμμένο από έναν  τύπο που ονομάζεται</p><p>Γαλιλαίος».</p><p>Η νεαρή γυναίκα φάνηκε να εκπλήσσεται.</p><p>«Μιλάς σοβαρά; Και τι περιέχει;»</p><p>«Υποτίθεται ότι περιέχει κάτι που ονομάζεται ʺIl segnoʺ».</p><p>«Το σημάδι;»</p><p>«Σημάδι,  στοιχείο,  σύνθημα...  Εξαρτάται  από  το  πώς  το</p><p>μεταφράζεις».</p><p>«Σημάδι για τι πράγμα;»</p><p>Ο Λάνγκντον άνοιξε το βήμα του.</p><p>«Για κάποια μυστική τοποθεσία. Οι Πεφωτισμένοι του Γαλιλαίου</p><p>έπρεπε  να προστατεύονται  από  την Καθολική Εκκλησία,  κι  έτσι</p><p>όρισαν  ένα  σημείο  συνάντησης  εδώ  στη  Ρώμη,  η  τοποθεσία  του</p><p>οποίου παρέμεινε επτασφράγιστο μυστικό. Το μέρος το ονόμασαν</p><p>ʺΕκκλησία της Φώτισηςʺ».</p><p>«Μεγάλο  θράσος  να  ονομάσουν  ένα  σατανιστικό  κρησφύγετο</p><p>ʺεκκλησίαʺ».</p><p>Ο Λάνγκντον κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.</p><p>«Οι  Πεφωτισμένοι  του  Γαλιλαίου  δεν  ήταν  ούτε  κατά  διάνοια</p><p>σατανιστές.  Ήταν  επιστήμονες  που  επιζητούσαν  τη  διαφώτιση.</p><p>Το  σημείο  συνάντησης  τους  ήταν  απλώς  ένα  μέρος  όπου</p><p>μπορούσαν  να  συγκεντρώνονται  με  ασφάλεια  και  να  συζητάνε</p><p>θέματα τα οποία ήταν απαγορευμένα από την εκκλησία. Παρότι</p><p>γνωρίζουμε  πως  το  μυστικό  κρησφύγετο  υπάρχει,  μέχρι  σήμερα</p><p>κανείς δεν έχει κατορθώσει να το εντοπίσει».</p><p>«Φαίνεται  ότι  οι  Πεφωτισμένοι  ξέρουν  να  κρατάνε  καλά</p><p>κρυμμένα τα μυστικά τους».</p><p>«Πράγματι.  Για  την  ακρίβεια,  δεν  αποκάλυψαν  ποτέ  που</p><p>βρίσκεται  το  κρησφύγετο  τους  σε  κανέναν  έξω  από  την</p><p>αδελφότητα.  Η  μυστικότητα  αυτή  αποτελούσε  τη  δικλίδα</p><p>ασφαλείας  τους,  δημιουργούσε  όμως  και  πρόβλημα  στη</p><p>στρατολόγηση νέων μελών».</p><p>«Δεν  μπορούσαν  να  διευρύνουν  τον  κύκλο  τους  χωρίς  να</p><p>προδώσουν  την  παρουσία  τους»,  συμπέρανε  η  Βιτόρια,  απόλυτα</p><p>εναρμονισμένη  με  τον  Λάνγκντον  όσον  αφορά  τόσο  το  ρυθμό</p><p>βάδισης όσο και την ταχύτητα της σκέψης.</p><p>«Ακριβώς. Τη δεκαετία του 1630 άρχισε να διαδίδεται η φήμη της</p><p>αδελφότητας  και  επιστήμονες  από  ολόκληρο  τον  κόσμο</p><p>ταξίδευαν  μυστικά  στη  Ρώμη  ελπίζοντας  να  γίνουν  μέλη  των</p><p>Πεφωτισμένων, ανυπομονώντας να δουν τον κόσμο μέσα από το</p><p>τηλεσκόπιο  του  Γαλιλαίου  και  να  ακούσουν  τις  ιδέες  του</p><p>κορυφαίου  επιστήμονα.  Δυστυχώς  όμως,  εξαιτίας  της</p><p>μυστικότητας  των  Πεφωτισμένων,  οι  επιστήμονες  που  έφταναν</p><p>στη  Ρώμη  δεν  ήξεραν πού  έπρεπε  να πάνε  για  να παρευρεθούν</p><p>στις  συναντήσεις  ή  σε  ποιον  μπορούσαν  να  μιλήσουν  με</p><p>ασφάλεια.  Οι  Illuminati  χρειάζονταν  νέο  αίμα,  όμως  δεν</p><p>μπορούσαν  να  διακινδυνέψουν  την  ασφάλεια  τους</p><p>αποκαλύπτοντας τους χώρους όπου κινούνταν».</p><p>Η Βιτόρια συνοφρυώθηκε.</p><p>«Άρα  είχαν  βρεθεί  σε  μια  situazione  senza  soluzione,  σε  μια</p><p>αδιέξοδη κατάσταση».</p><p>«Ακριβώς. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».</p><p>«Και τι έκαναν τελικά;»</p><p>«Ήταν  επιστήμονες.  Μελέτησαν  το  πρόβλημα  και  βρήκαν  μια</p><p>λύση.  Και  μάλιστα  μια  πανέξυπνη  λύση.  Οι  Πεφωτισμένοι</p><p>δημιούργησαν  έναν  αριστοτεχνικό  χάρτη  που  οδηγούσε  τους</p><p>επιστήμονες στο καταφύγιο τους».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε ξαφνικά προβληματισμένη και  επιβράδυνε  το</p><p>βήμα της.</p><p>«Ένα  χάρτη;  Επιπόλαιη  κίνηση.  Τι  θα  συνέβαινε  αν  ένα</p><p>αντίγραφο έπεφτε σε λάθος χέρια...»</p><p>«Αδύνατον», είπε ο Λάνγκντον. «Δεν υπήρχε κανένα αντίγραφο.</p><p>Δεν  ήταν  από  αυτούς  τους  χάρτες  που  χωράνε  σε  ένα  κομμάτι</p><p>χαρτί.  Είχε  τεράστιο  μέγεθος.  Μιλάμε  για  ένα  μονοπάτι</p><p>χαραγμένο κατά κάποιον τρόπο μέσα στην πόλη».</p><p>Η Βιτόρια επιβράδυνε το βήμα της ακόμα περισσότερο.</p><p>«Βέλη ζωγραφισμένα σε πεζοδρόμια;»</p><p>«Κατά  κάποιον  τρόπο,  ναι,  αλλά πολύ πιο  διακριτικά. Ο  χάρτης</p><p>αποτελούνταν  από  μια  σειρά  προσεκτικά  συγκαλυμμένων</p><p>συμβολικών  δεικτών που  βρίσκονταν  τοποθετημένοι  σε  δημόσια</p><p>θέα  σε  ολόκληρη  την  πόλη.  Ο  ένας  δείκτης  οδηγούσε  στον</p><p>επόμενο...  και  αυτός  στον  επόμενο...  και  ούτω  καθεξής.  Το</p><p>μονοπάτι κατέληγε τελικά στο κρησφύγετο των Πεφωτισμένων».</p><p>Η Βιτόρια τον λοξοκοίταξε.</p><p>«Θυμίζει κυνήγι θησαυρού».</p><p>Ο Λάνγκντον έβαλε τα γέλια.</p><p>«Θα  μπορούσες  να  το  πεις  κι  έτσι,  ναι.  Οι  Πεφωτισμένοι</p><p>ονόμαζαν  τη  σειρά  των  δεικτών  ʺΜονοπάτι  της  Φώτισηςʺ,  και</p><p>όποιος  ήθελε  να  γίνει  μέλος  της  αδελφότητας  ήταν</p><p>υποχρεωμένος να το ακολουθήσει μέχρι  τέλους. Ήταν ένα είδος</p><p>δοκιμασίας».</p><p>«Όμως,  αν  το  Βατικανό  ήθελε  να  ανακαλύψει  τους</p><p>Πεφωτισμένους»,  αναρωτήθηκε  η  Βιτόρια,  «δε  θα  μπορούσε</p><p>απλώς  να  βάλει  τους  ανθρώπους  του  να  ακολουθήσουν  τους</p><p>δείκτες;»</p><p>«Όχι. Το μονοπάτι ήταν κρυφό. Ήταν ένας γρίφος σχεδιασμένος</p><p>με  τέτοιον  τρόπο  ώστε  μόνο  συγκεκριμένοι  άνθρωποι  να  έχουν</p><p>την  ικανότητα να ακολουθήσουν  τους  δείκτες  και  να βρουν που</p><p>ήταν  κρυμμένη  η  εκκλησία  των Πεφωτισμένων.  Οι  Illummati  το</p><p>είχαν  σχεδιάσει  έτσι  ώστε  να  λειτουργεί  για  αυτόν  που  το</p><p>ακολουθούσε  ως  ένα  είδος  μύησης.  Δεν  αποτελούσε  μόνο  ένα</p><p>μέτρο ασφάλειας αλλά ταυτόχρονα και μια διαδικασία επιλογής</p><p>την πινακίδα μπροστά τους:</p><p>ΑΣΦΑΛΕΙΑ. ΣΤΟΠ.</p><p>Ξαφνικά  ένιωσε  ένα  κύμα  πανικού  να  τον  κατακλύζει  καθώς</p><p>συνειδητοποιούσε πού βρισκόταν.</p><p>«Θεέ μου! Δεν έφερα το διαβατήριο μου!»</p><p>«Τα  διαβατήρια  δεν  είναι  απαραίτητα»,  τον  διαβεβαίωσε  ο</p><p>πιλότος. «Έχουμε ειδική συμφωνία με την ελβετική κυβέρνηση».</p><p>Ο  Λάνγκντον  παρακολουθούσε  άφωνος  την  ώρα  που  ο  οδηγός</p><p>του έδειχνε στο φύλακα μια ταυτότητα. Ο σκοπός την πέρασε από</p><p>μια  ηλεκτρονική  συσκευή  εξακρίβωσης  στοιχείων.  Στη  μηχανή</p><p>άναψε ένα πράσινο φωτάκι.</p><p>«Όνομα επιβάτη;»</p><p>«Ρόμπερτ Λάνγκντον», απάντησε ο οδηγός.</p><p>«Τίνος καλεσμένος;»</p><p>«Του διευθυντή».</p><p>Ο σκοπός ανασήκωσε τα φρύδια του. Στράφηκε από την άλλη και</p><p>έλεγξε  μια  εκτύπωση  από  υπολογιστή,  αντιπαραβάλλοντας  τα</p><p>στοιχεία  με  εκείνα  που  εμφανίζονταν  στην  οθόνη  του.  Ύστερα</p><p>επέστρεψε στο παράθυρο.</p><p>«Καλή διαμονή, κύριε Λάνγκντον».</p><p>Το αμάξι ξεκίνησε και πάλι, διασχίζοντας σαν βολίδα τα διακόσια</p><p>περίπου  μέτρα  της  κυκλικής  διάβασης  που  οδηγούσε  στην</p><p>κεντρική  είσοδο  των  εγκαταστάσεων. Μπροστά  τους  ορθωνόταν</p><p>μια υπερμοντέρνα ορθογώνια κατασκευή από γυαλί και ατσάλι.</p><p>Ο  Λάνγκντον  εντυπωσιάστηκε  από  το  πρωτοποριακό</p><p>αρχιτεκτονικό  σχέδιο,  που  αξιοποιούσε  διάφορα  διαφανή  υλικά.</p><p>Πάντοτε έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για την αρχιτεκτονική.</p><p>«Ο Γυάλινος Καθεδρικός», του εξήγησε ο συνοδός του.</p><p>«Εκκλησία;»</p><p>«Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια,  το μόνο πράγμα που δεν υπάρχει</p><p>εδώ  είναι  μια  εκκλησία.  Η  μόνη  θρησκεία  εδώ  είναι  η  φυσική.</p><p>Μπορείτε  να  προφέρετε  το  όνομα  του  Κυρίου  επί  ματαίω  όσο</p><p>συχνά θέλετε», πρόσθεσε γελώντας, «όμως προσέξτε μη μιλήσετε</p><p>άσχημα για κάποιο κουάρκ ή κανένα μεσόνιο».</p><p>Ο  οδηγός  έστριψε  απότομα  το  αυτοκίνητο  και  σταμάτησε</p><p>μπροστά  στο  γυάλινο  κτίριο.  Ο  Λάνγκντον  είχε  μείνει  άφωνος</p><p>από  την  έκπληξη.  Κουάρκ  και  μεσόνια;  Κανένας  συνοριακός</p><p>έλεγχος; Αεροσκάφη που  ταξιδεύουν δεκαπέντε φορές  ταχύτερα</p><p>από τον ήχο; Ποιοι στο διάβολο είναι αυτοί οι τύποι; Η επιγραφή</p><p>που  ήταν  χαραγμένη  στη  γρανιτένια  πλάκα  στην  πρόσοψη  του</p><p>κτιρίου τού πρόσφερε την απάντηση:</p><p>(CERN)</p><p>Conseil Europeen pour la</p><p>Recherche Nucleaire</p><p>«Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών;»  ρώτησε ο Λάνγκντον,</p><p>αρκετά σίγουρος ότι η μετάφραση του ήταν σωστή.</p><p>Ο  οδηγός  δεν  απάντησε.  Είχε  γείρει  μπροστά  και  ήταν  απα‐</p><p>σχολημένος με το κασετόφωνο του αυτοκινήτου.</p><p>«Εδώ είναι η στάση σας. Ο διευθυντής θα σας συναντήσει σε αυτή</p><p>την είσοδο».</p><p>Ο Λάνγκντον πρόσεξε έναν άντρα σε αναπηρική πολυθρόνα που</p><p>έβγαινε από το κτίριο. Έδειχνε εξηντάρης. Αδύνατος και τελείως</p><p>φαλακρός,  με  αυστηρό  πιγούνι,  φορούσε  μια  λευκή  ποδιά</p><p>εργαστηρίου  και  γυαλιστερά  παπούτσια  που  ήταν  σταθερά</p><p>ακουμπισμένα  στην  ειδική  μπάρα  της  πολυθρόνας.  Ακόμα  και</p><p>από απόσταση  τα μάτια  του  έδειχναν  εντελώς ψυχρά  και  χωρίς</p><p>ζωή, σαν δύο γκρίζες πέτρες.</p><p>«Αυτός είναι;» ρώτησε ο Λάνγκντον.</p><p>Ο οδηγός σήκωσε το κεφάλι του για να κοιτάξει λέγοντας:</p><p>«Δεν  το  πιστεύω...»  Γύρισε  και  χαμογέλασε  με  νόημα  στον</p><p>Λάνγκντον. «Κατά φωνή».</p><p>Χωρίς  να  ξέρει  τι  να  περιμένει,  ο  Λάνγκντον  κατέβηκε  από  το</p><p>όχημα.</p><p>Ο  άντρας  στην  αναπηρική  πολυθρόνα  κατευθύνθηκε  προς  το</p><p>μέρος του με ταχύτητα και του πρότεινε το ιδρωμένο χέρι του.</p><p>«Ο  κύριος  Λάνγκντον;  Μιλήσαμε  στο  τηλέφωνο.  Ονομάζομαι</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ».</p><p>7</p><p>ΤΟΝ  ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝ  ΚΕΛΕΡ,  γενικό  διευθυντή  του  CERN,  τον</p><p>αποκαλούσαν  πίσω  από  την  πλάτη  του  «Konig»,  δηλαδή</p><p>«βασιλιά»  στα  γερμανικά.  Ήταν  ένας  τίτλος  που  φανέρωνε</p><p>περισσότερο φόβο παρά σεβασμό προς το άτομο που κυβερνούσε</p><p>το  βασίλειο  του  από  το  θρόνο  της  αναπηρικής  του πολυθρόνας.</p><p>Παρότι ελάχιστοι τον γνώριζαν προσωπικά, η φρικιαστική ιστορία</p><p>του πώς είχε μείνει ανάπηρος είχε γίνει πια θρύλος στο CERN και</p><p>πάρα  πολύ  λίγοι  ήταν  εκείνοι  που  τον  κατηγορούσαν  για  την</p><p>πικρία  του...  ή  για  την  ορκισμένη  αφοσίωση  του  στην  αληθινή</p><p>επιστήμη.</p><p>Ο Λάνγκντον είχε γνωρίσει τον Κέλερ λίγα μόλις λεπτά νωρίτερα</p><p>και  ήδη  διαισθανόταν  ότι  ο  διευθυντής  ήταν  ο  τύπος  του</p><p>ανθρώπου‐ που κρατάει τις αποστάσεις. Ο Ρόμπερτ αναγκαζόταν</p><p>σχεδόν να τρέχει για να προλάβει την ηλεκτροκίνητη πολυθρόνα</p><p>του  Κέλερ  καθώς  αυτή  ανέπτυσσε  αθόρυβα  ταχύτητα</p><p>κατευθυνόμενη προς την κύρια είσοδο.</p><p>Ο  Λάνγκντον  δεν  είχε  ξαναδεί  τέτοια  αναπηρική  πολυθρόνα.</p><p>Ήταν εξοπλισμένη με μια πλήρη σειρά ηλεκτρονικών συσκευών,</p><p>συμπεριλαμβανομένων  ενός  τηλεφώνου  πολλαπλών  γραμμών,</p><p>ενός  συστήματος  ασύρματης  ειδοποίησης,  μιας  οθόνης</p><p>υπολογιστή,  ακόμα  και  μιας  μικρής  αποσπώμενης</p><p>βιντεοκάμερας. Ήταν το κινητό διοικητήριο του «βασιλιά» Κέλερ.</p><p>Ο Λάνγκντον  τον  ακολούθησε,  περνώντας  μια  αυτόματη  πόρτα</p><p>που οδηγούσε στην αχανή αίθουσα υποδοχής του CERN.</p><p>Ο  Γυάλινος  Καθεδρικός,  θυμήθηκε  ο  Αμερικανός  καθηγητής.</p><p>Έστρεψε  το  βλέμμα  του  ψηλά,  προς  τον  ουρανό.  Πάνω  από  το</p><p>κεφάλι του η γαλαζωπή γυάλινη οροφή λαμποκοπούσε στο φως</p><p>του  απογεύματος,  διαθλώντας  τις  ακτίνες  του  ήλιου  και</p><p>πλημμυρίζοντας  το  χώρο  με  διάφορα  γεωμετρικά  σχήματα,  που</p><p>προσέδιδαν στην αίθουσα μια απροσδιόριστη αίσθηση μεγαλείου.</p><p>Γωνιώδεις  σκιές  χάραζαν  σαν  ρυάκια  τις  λευκές  πλάκες  των</p><p>τοίχων  και  τα  μαρμάρινα  πατώματα.  Ο  αέρας  μύριζε</p><p>καθαριότητα,  θυμίζοντας  αποστειρωμένο  δωμάτιο.  Αρκετοί</p><p>επιστήμονες  πηγαινοέρχονταν  βιαστικοί,  με  τα  βήματα  τους  να</p><p>αντηχούν στον τεράστιο χώρο.</p><p>«Ακολουθήστε  με,  παρακαλώ,  κύριε  Λάνγκντον».  Η  φωνή  του</p><p>ακουγόταν σαν να έβγαινε από υπολογιστή. Η προφορά του ήταν</p><p>άψογη και ακριβής, όπως και τα αυστηρά χαρακτηριστικά του. Ο</p><p>Κέλερ  έβηξε  και  σκούπισε  το  στόμα  του  σε  ένα  λευκό  μαντίλι,</p><p>καρφώνοντας  τα  άψυχα  γκρίζα  μάτια  του  στον  Λάνγκντον.</p><p>«Γρήγορα,  παρακαλώ».  Η  πολυθρόνα  του  φαινόταν  να  πετάει</p><p>πάνω στα μάρμαρα του δαπέδου.</p><p>Ο Λάνγκντον τον ακολούθησε μέσα από αμέτρητους διαδρόμους</p><p>που ξεκινούσαν από το κεντρικό αίθριο. Κάθε διάδρομος έσφυζε</p><p>από δραστηριότητα. Οι επιστήμονες που έβλεπαν τον Κέλερ τους</p><p>κοίταζαν με απορία, παρατηρώντας προσεκτικά  τον Λάνγκντον,</p><p>σαν  να  αναρωτιούνταν  ποιος  θα  μπορούσε  να  είναι  για  να</p><p>συνοδεύεται από τόσο σημαντικά πρόσωπα.</p><p>«Προς μεγάλη μου ντροπή, πρέπει να ομολογήσω», άρχισε να λέει</p><p>ο Λάνγκντον, προσπαθώντας να ανοίξει συζήτηση, «ότι δεν είχα</p><p>ακουστά το CERN ως τώρα».</p><p>«Δε  μου  κάνει  καμία  εντύπωση»,  απάντησε  ο  Κέλερ.  Η  κοφτή</p><p>απάντηση  του  ακούστηκε  αυστηρή  και  περιεκτική.  «Οι</p><p>περισσότεροι  Αμερικανοί  δε  θεωρούν  την  Ευρώπη  πρωτοπόρο</p><p>στην  παγκόσμια  επιστημονική  έρευνα.  Μας  βλέπουν  απλώς  ως</p><p>ένα γραφικό προορισμό για τις διακοπές τους, αντίληψη μάλλον</p><p>παράξενη,  αν  λάβει  κανείς  υπόψη  του  την  εθνικότητα  αντρών</p><p>όπως ο Αϊνστάιν, ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έβγαλε το φαξ που είχε</p><p>διπλωμένο στην τσέπη του.</p><p>«Ο άντρας στη φωτογραφία... Μήπως μπορείτε...»</p><p>Ο Κέλερ τον διέκοψε με ένα νεύμα.</p><p>«Παρακαλώ,  όχι  εδώ.  Εκεί  σας  πηγαίνω  τώρα».  Άπλωσε  το  χέρι</p><p>του. «Ίσως θα έπρεπε να το πάρω πίσω αυτό».</p><p>Ο Λάνγκντον του έδωσε το φαξ και τον ακολούθησε σιωπηλά.</p><p>Ο  Κέλερ  έστριψε  απότομα  αριστερά  και  βρέθηκαν  σε  ένα</p><p>διάδρόμο που ήταν διακοσμημένος με βραβεία και επαίνους. Στην</p><p>αρχή  του  δέσποζε  μια  ιδιαίτερα  μεγάλη  πλάκα.  Καθώς</p><p>περνούσαν  από  δίπλα  ο  Λάνγκντον  κοντοστάθηκε  για  να</p><p>διαβάσει την επιγραφή που ήταν χαραγμένη στο χαλκό:</p><p>ΒΡΑΒΕΙΟ ARS ELECTRONICA</p><p>Για τη Μεγαλύτερη Πολιτιστική Καινοτομία</p><p>της Ψηφιακής Εποχής</p><p>Απονέμεται στον Τιμ Μπέρνερς Λι και στο CERN</p><p>για την εφεύρεση του</p><p>παγκοσμίου ιστού</p><p>Κοίτα να δεις, σκέφτηκε ο Λάνγκντον διαβάζοντας το κείμενο. Ο</p><p>τύπος τελικά σοβαρολογούσε. Ο Λάνγκντον πάντοτε θεωρούσε το</p><p>Διαδίκτυο αμερικανική εφεύρεση. Βέβαια, οι σχετικές γνώσεις του</p><p>περιορίζονταν  στην  ιστοσελίδα  για  το  βιβλίο  του  και  στις</p><p>σποραδικές διαδικτυακές επισκέψεις που έκανε στο Λούβρο ή στο</p><p>Πράντο μέσω του παλιού υπολογιστή του.</p><p>«Ο  Παγκόσμιος  Ιστός»,  είπε  ο  Κέλερ,  βήχοντας  ξανά</p><p>και</p><p>σκουπίζοντας  το  στόμα  του,  «ξεκίνησε  εδώ  ως  ένα  δίκτυο</p><p>εσωτερικών  ηλεκτρονικών  διευθύνσεων.  Επέτρεπε  σε</p><p>επιστήμονες  από  διαφορετικούς  τομείς  να  μοιράζονται  μεταξύ</p><p>τους τα καθημερινά τους ευρήματα. Φυσικά, ολόκληρος ο κόσμος</p><p>έχει  την  εντύπωση  ότι  το  Διαδίκτυο  αποτελεί  αμερικανική</p><p>τεχνολογία».</p><p>Ο Λάνγκντον τον ακολούθησε στο διάδρομο.</p><p>«Γιατί, λοιπόν, δεν αποκαθιστάτε την αλήθεια;»</p><p>Ο Κέλερ ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Πρόκειται  για  μια  ασήμαντη  παρεξήγηση  σχετικά  με  ένα</p><p>ασήμαντο  τεχνολογικό  επίτευγμα.  To  CERN  έχει  πετύχει  πολύ</p><p>σημαντικότερα  πράγματα  από  τη  δημιουργία  ενός  συστήματος</p><p>παγκόσμιας  σύνδεσης  των  υπολογιστών.  Οι  επιστήμονες  μας</p><p>κάνουν θαύματα σε καθημερινή βάση».</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε τον Κέλερ παραξενεμένος.</p><p>«Θαύματα;»</p><p>Η λέξη «θαύμα» σίγουρα δεν αποτελούσε μέρος του καθημερινού</p><p>λεξιλογίου στο Κτίριο Επιστημών Φερτσάιλντ στο Χάρβαρντ.</p><p>Τα  θαύματα  ήταν  μια  έννοια  που  ανήκε  στο  αντικείμενο  των</p><p>θεολογικών σχολών.</p><p>«Διακρίνω  κάποια  αμφιβολία  στη  φωνή  σας»,  είπε  ο  Κέλερ.</p><p>«Νόμιζα  ότι  είστε  θρησκευτικός  εικονολόγος.  Δεν πιστεύετε  στα</p><p>θαύματα;»</p><p>«Δεν  έχω  κατασταλάξει  ακόμα  στις  απόψεις  μου  σχετικά  με  το</p><p>θέμα  των  θαυμάτων»,  είπε  ο  Λάνγκντον.  Ιδίως  αυτών  που</p><p>συμβαίνουν σε επιστημονικά εργαστήρια.</p><p>«Ίσως  η  λέξη  ʺθαύμαʺ  να  είναι  ακατάλληλη.  Απλώς</p><p>προσπαθούσα να σας μιλήσω στη γλώσσα σας».</p><p>«Στη γλώσσα μου;» Ο Λάνγκντον ξαφνικά αισθάνθηκε άβολα.</p><p>«Δε  θα  ήθελα  να  σας  απογοητέψω,  κύριε,  αλλά  μελετώ  τη</p><p>θρησκευτική εικονολογία. Είμαι ακαδημαϊκός, όχι ιερέας».</p><p>Ο Κέλερ επιβράδυνε ξαφνικά και γύρισε προς το μέρος του,  ενώ</p><p>το βλέμμα του φάνηκε να μαλακώνει κάπως.</p><p>«Φυσικά!  Πόσο  αφελές  εκ  μέρους  μου.  Δε  χρειάζεται  να  έχει</p><p>κανείς καρκίνο για να αναλύσει τα συμπτώματα του».</p><p>Ο  Λάνγκντον  δεν  είχε  ακούσει  ποτέ  πριν  να  θέτουν  το  ζήτημα</p><p>κατʹ αυτό τον τρόπο.</p><p>Καθώς συνέχισαν να προχωράνε στο διάδρομο, ο Κέλερ έγνεψε με</p><p>επιδοκιμασία.</p><p>«Υποψιάζομαι  ότι  εσείς  κι  εγώ  θα  συνεννοηθούμε  περίφημα,</p><p>κύριε Λάνγκντον».</p><p>Για κάποιο λόγο, ο Λάνγκντον αμφέβαλλε.</p><p>Καθώς  οι  δύο  άντρες  προχωρούσαν  γρήγορα,  στα  αφτιά  του</p><p>Λάνγκντον  έφτασε  ένα  υπόκωφο  βουητό  από  κάπου  μπροστά</p><p>τους. Ο θόρυβος γινόταν όλο και πιο δυνατός σε κάθε τους βήμα,</p><p>κάνοντας τους τοίχους να δονούνται. Έμοιαζε να έρχεται από το</p><p>τέλος του διαδρόμου που εκτεινόταν μπροστά τους.</p><p>«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τελικά ο Λάνγκντον, φωνάζοντας για να</p><p>ακουστεί.  Του  φαινόταν  σαν  να  πλησίαζαν  σε  κάποιο  ενεργό</p><p>ηφαίστειο.</p><p>«Σωλήνας  ελεύθερης  πτώσης»,  απάντησε  ο  Κέλερ,  η  φωνή  του</p><p>οποίου, κατά περίεργο τρόπο, ακουγόταν πεντακάθαρα δίχως την</p><p>παραμικρή προσπάθεια. Δεν έδωσε καμία άλλη διευκρίνιση.</p><p>Ο Λάνγκντον δε ρώτησε τίποτα άλλο. Ήταν εξαντλημένος, και ο</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται καθόλου να παίξει</p><p>το  ρόλο  του  καλού  οικοδεσπότη.  Ο  Ρόμπερτ  θύμισε  στον  εαυτό</p><p>του  για  ποιο  λόγο  βρισκόταν  εκεί.  Οι  Illuminati...  Υπέθετε  ότι</p><p>κάπου μέσα σε αυτές τις κολοσσιαίες εγκαταστάσεις υπήρχε ένα</p><p>πτώμα...  Ένα πτώμα  σημαδεμένο  με  ένα  σύμβολο  το  οποίο  είχε</p><p>ταξιδέψει σχεδόν πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα για να δει.</p><p>Καθώς  πλησίαζαν  στο  τέλος  του  διαδρόμου  το  βουητό  έγινε</p><p>σχεδόν εκκωφαντικό,  ενώ ο Λάνγκντον αισθανόταν τις δονήσεις</p><p>να  μεταδίδονται  από  τα  πέλματα  του  σε  όλο  του  το  σώμα.</p><p>Έστριψαν στη γωνία και στα δεξιά τους εμφανίστηκε ένα μεγάλο</p><p>διαχωριστικό  που  σου  επέτρεπε  να  κοιτάξεις  στο  παρακείμενο</p><p>δωμάτιο.  Στον  κυρτό  τοίχο  υπήρχαν  ενσωματωμένα  τέσσερα</p><p>παράθυρα  με  χοντρά  τζάμια,  τα  οποία  θύμιζαν  φινιστρίνια</p><p>υποβρυχίου. Ο Λάνγκντον σταμάτησε και κοίταξε μέσα από ένα</p><p>από τα ανοίγματα.</p><p>Ο  καθηγητής  Ρόμπερτ  Λάνγκντον  είχε  δει  αρκετά  παράξενα</p><p>πράγματα  στη  ζωή  του,  όμως  αυτό  ήταν  το  πιο  παράξενο  από</p><p>όλα.</p><p>Ανοιγόκλεισε τα μάτια του μερικές φορές, σε μια προσπάθεια να</p><p>βεβαιωθεί ότι δεν είχε παραισθήσεις. Αυτό που έβλεπε ήταν ένας</p><p>τεράστιος  κυλινδρικός  θάλαμος. Μέσα  στο  θάλαμο  αιωρούνταν,</p><p>λες  και  δεν  είχαν  καθόλου  βάρος,  μερικοί  άνθρωποι.  Τρεις,  για</p><p>την ακρίβεια. Ένας από αυτούς του κούνησε το χέρι σε χαιρετισμό</p><p>και έκανε μια τούμπα.</p><p>Θεέ μου! σκέφτηκε. Βρίσκομαι στη Χώρα του Οζ.</p><p>Το  δάπεδο  του  δωματίου  ήταν  ένα  πυκνό  πλέγμα,  που  θύμιζε</p><p>τεράστιο  κομμάτι  από  συρματόπλεγμα.  Κάτω  από  το  πλέγμα</p><p>διακρινόταν  η  μεταλλική  λάμψη  από  την  περιστροφή  μιας</p><p>γιγάντιας προπέλας.</p><p>«Σωλήνας ελεύθερης πτώσης», είπε ο Κέλερ, σταματώντας για να</p><p>τον περιμένει. «Ελεύθερη πτώση σε εσωτερικό χώρο. Βοηθάει στη</p><p>χαλάρωση  και  ανακουφίζει  από  το  στρες.  Είναι  μια  κάθετη</p><p>αεροδυναμική σήραγγα».</p><p>Ο  Λάνγκντον  παρακολουθούσε  έκπληκτος.  Ένα  από  τα  άτομα</p><p>που  διασκέδαζαν  στο  θάλαμο,  μια  μάλλον  ευτραφής  γυναίκα,</p><p>πλησίασε στο παράθυρο. Τα ρεύματα του αέρα τη χτυπούσαν από</p><p>παντού,  καθιστώντας  δύσκολη  την  κίνηση  της,  όμως  εκείνη</p><p>χαμογέλασε πλατιά και έκανε στον Ρόμπερτ το γνωστό σήμα με</p><p>τον αντίχειρα σηκωμένο προς τα πάνω. Ο Αμερικανός μελετητής</p><p>συμβόλων,  με  τη  σειρά  του,  χαμογέλασε  αμήχανα  και</p><p>ανταπέδωσε  τη  χειρονομία,  μην  μπορώντας  να  αποφύγει  να</p><p>αναρωτηθεί αν η γυναίκα ήξερε ότι η κίνηση αυτή αποτελούσε το</p><p>αρχαίο φαλλικό σύμβολο της αντρικής γονιμότητας.</p><p>Η μεγαλόσωμη γυναίκα, όπως παρατήρησε ο Λάνγκντον, ήταν η</p><p>μόνη  που  φορούσε  κάτι  που  έμοιαζε  με  μικρογραφία</p><p>αλεξίπτωτου.</p><p>Το  κομμάτι  του  υφάσματος  ανέμιζε  από πάνω  της  σαν  κάποιου</p><p>είδους παιδικό παιχνίδι.</p><p>«Τι  ρόλο παίζει  το μικρό αλεξίπτωτο;»  ρώτησε  ο Λάνγκντον  τον</p><p>Κέλερ.  «Η  διάμετρος  του  δεν  μπορεί  να  είναι  πάνω  από  ένα</p><p>μέτρο».</p><p>«Τριβή»,  είπε  ο  Κέλερ.  «Μειώνει  τον  αεροδυναμικό  συντελεστή</p><p>της,  ώστε  να  μπορεί  ο  ανεμιστήρας  να  τη  σηκώνει».  Άρχισε  και</p><p>πάλι  να  προχωράει  σε  έναν  άλλο  διάδρομο.  «Ένα  τετραγωνικό</p><p>μέτρο  αντίστασης  επιβραδύνει  την  πτώση  ενός  σώματος  σχεδόν</p><p>κατά είκοσι τοις εκατό».</p><p>Ο  Λάνγκντον  έγνεψε  καταφατικά,  χωρίς  να  καταλαβαίνει</p><p>απόλυτα.  Δε  θα  μπορούσε  να  φανταστεί  ότι  αργότερα  το  ίδιο</p><p>βράδυ,  σε  μια  χώρα  εκατοντάδες  χιλιόμετρα  μακριά,  αυτή  η</p><p>συγκεκριμένη πληροφορία θα του έσωζε τη ζωή.</p><p>8</p><p>ΌΤΑΝ Ο ΚΕΛΕΡ με τον Λάνγκντον βγήκαν από την πίσω πλευρά</p><p>του κεντρικού συγκροτήματος του CERN και βρέθηκαν κάτω από</p><p>τον εκτυφλωτικό λαμπερό ελβετικό ήλιο, ο Ρόμπερτ αισθάνθηκε</p><p>σαν να είχε μεταφερθεί ως δια μαγείας στην πατρίδα του. Η θέα</p><p>που  ξεδιπλωνόταν  μπροστά  του  θύμιζε  το  χώρο  κάποιου</p><p>πανεπιστημίου του Νέου Κόσμου.</p><p>Μια καταπράσινη πλαγιά κατηφόριζε προς μια ανοιχτή πεδιάδα</p><p>χωρισμένη  σε  τετράγωνες  εκτάσεις  που  οριοθετούνταν  από</p><p>τούβλινα  κτίσματα  και  μονοπάτια  και  ήταν  διάστικτες  με</p><p>συστάδες  από  σφεντάμια.  Άτομα  με  έναν  ακαδημαϊκό  αέρα</p><p>μπαινόβγαιναν  στα  κτίρια  κρατώντας  βιβλία.  Σαν  για  να</p><p>τονίσουν  την  πανεπιστημιακή  ατμόσφαιρα,  δύο  μακρυμάλληδες</p><p>χίπηδες πετούσαν ένα φρίσμπι ο ένας στον άλλο υπό τους ήχους</p><p>της  Τέταρτης  Συμφωνίας  του  Μάλερ,  που  ακουγόταν  στη</p><p>διαπασών από κάποιο παράθυρο.</p><p>«Αυτοί είναι οι κοιτώνες του προσωπικού μας», εξήγησε ο Κέλερ,</p><p>επιταχύνοντας την αναπηρική πολυθρόνα του στο μονοπάτι που</p><p>οδηγούσε στα κτίρια.</p><p>«Έχουμε  πάνω  από  τρεις  χιλιάδες  φυσικούς  εδώ.  To  CERN</p><p>απασχολεί  περισσότερους  από  τους  μισούς  μοριακούς  φυσικούς</p><p>του  κόσμου.  Πρόκειται  για  τα  λαμπρότερα  μυαλά  του  πλανήτη:</p><p>Γερμανοί,  Ιάπωνες,  Ιταλοί,  Ολλανδοί,  από  όποια  χώρα  μπορείτε</p><p>να  φανταστείτε.  Οι  επιστήμονες  μας  αντιπροσωπεύουν</p><p>περισσότερα από πεντακόσια πανεπιστήμια και εξήντα έθνη».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε εντυπωσιαστεί.</p><p>«Σε ποια γλώσσα συνεννοούνται όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»</p><p>«Στην  αγγλική,  φυσικά.  Είναι  η  παγκόσμια  γλώσσα  της</p><p>επιστήμης».</p><p>Ο  Λάνγκντον  πάντοτε  άκουγε  ότι  τα  μαθηματικά  ήταν  η</p><p>παγκόσμια γλώσσα της επιστήμης, αλλά ήταν πολύ κουρασμένος</p><p>για  να  διαφωνήσει.  Ακολούθησε  υπάκουα  τον  Κέλερ  στο</p><p>μονοπάτι.</p><p>Στα  μισά  της  διαδρομής</p><p>διασταυρώθηκαν  με  ένα  νεαρό  άντρα</p><p>που έκανε τζόκινγκ. Το μπλουζάκι που φορούσε έφερε μια κάπως</p><p>ασυνήθιστη στάμπα: ΘΕΣΠΕΣΙΑ ΜΕΘ!</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε και τον κοίταξε απορημένος.</p><p>«ΜΕΘ;»</p><p>«Μεγάλη  Ενοποιημένη  Θεωρία»,  σχολίασε  ο  Κέλερ.  «Η  θεωρία</p><p>των πάντων».</p><p>«Κατάλαβα»,  είπε  ο  Λάνγκντον,  αν  και  δεν  είχε  καταλάβει</p><p>τίποτα.</p><p>«Έχετε καθόλου ιδέα από φυσική στοιχειωδών σωματιδίων, κύριε</p><p>Λάνγκντον;»</p><p>Ο Αμερικανός ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Γνωρίζω  κάποια  πράγματα  από  γενική  φυσική...  Βαρύτητα,</p><p>τέτοια  πράγματα».  Η  πολύχρονη  εμπειρία  του  στις  καταδύσεις</p><p>τον  είχε  κάνει  να  σέβεται  απόλυτα  την  τρομερή  δύναμη  της</p><p>βαρυτικής  επιτάχυνσης.  «Η  φυσική  στοιχειωδών  σωματιδίων</p><p>εστιάζει στη μελέτη των ατόμων, έτσι δεν είναι;»</p><p>Ο Κέλερ έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Τα άτομα μοιάζουν με πλανήτες σε σύγκριση με το αντικείμενο</p><p>της μελέτης μας. Το ενδιαφέρον μας στρέφεται στον πυρήνα του</p><p>ατόμου, ο οποίος αντιστοιχεί μόλις στο ένα δεκάκις χιλιοστό του</p><p>μεγέθους  του».  Έβηξε  ξανά,  δίνοντας  την  εντύπωση  ότι  ήταν</p><p>αρκετά άρρωστος.</p><p>«Οι άντρες και οι γυναίκες που εργάζονται στο CERN βρίσκονται</p><p>εδώ για να ανακαλύψουν τις απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα που</p><p>θέτει  ο  άνθρωπος  από  την  αρχή  του  χρόνου:  Από  που</p><p>προερχόμαστε; Από τι είμαστε φτιαγμένοι;»</p><p>«Και  οι  απαντήσεις  αυτές  βρίσκονται  κρυμμένες  σε  κάποιο</p><p>εργαστήριο φυσικής;»</p><p>«Ακούγεστε έκπληκτος...»</p><p>«Είμαι.  Τα  ερωτήματα  αυτά  μου  φαίνονται  περισσότερο</p><p>φιλοσοφικά».</p><p>«Κύριε Λάνγκντον,  όλα τα ερωτήματα ήταν κάποτε φιλοσοφικά.</p><p>Από την αρχή του χρόνου η φιλοσοφία και η θρησκεία καλούνται</p><p>να καλύψουν τα κενά όπου η  επιστήμη αδυνατεί να κατανοήσει</p><p>και  να  δώσει  απαντήσεις.  Η  ανατολή  και  η  δύση  του  ήλιου  του</p><p>πλανητικού μας συστήματος  κάποτε αποδίδονταν στο θεό Ήλιο</p><p>και  στο  φλεγόμενο  άρμα  του.  Οι  σεισμοί  και  τα  παλιρροϊκά</p><p>κύματα  οφείλονταν  στην  οργή  του Ποσειδώνα. Η  επιστήμη  έχει</p><p>πλέον  αποδείξει  ότι  οι  θεοί  αυτοί  ήταν  ανύπαρκτοι,  ψεύτικα</p><p>είδωλα.  Σύντομα  όλοι  οι  θεοί  θα  αποδειχτεί  ότι  είναι  ψεύτικα</p><p>είδωλα. Η επιστήμη έχει δώσει πλέον απαντήσεις σχεδόν σε όλα</p><p>τα ερωτήματα που μπορεί να θέσει ο άνθρωπος. Απομένουν μόνο</p><p>μερικά,  και  συγκεκριμένα  αυτά  που  ονομάζουμε  ʺυπαρξιακά</p><p>ερωτήματαʺ:  Από  πού  προερχόμαστε;  Ποιος  είναι  ο  ρόλος  μας</p><p>εδώ; Ποιο είναι το νόημα της ζωής και του σύμπαντος;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε μείνει πραγματικά έκπληκτος.</p><p>«Και αυτά είναι ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το</p><p>CERN;»</p><p>«Διόρθωση: Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία ήδη απαντάμε».</p><p>Ο Λάνγκντον παρέμεινε σιωπηλός καθώς οι δυο άντρες διέσχιζαν</p><p>τα μονοπάτια που χώριζαν τα τετράγωνα των κοιτώνων. Εκεί που</p><p>περπατούσαν  ένα  φρίσμπι  πέρασε  πάνω  από  τα  κεφάλια  τους,</p><p>για  να  προσγειωθεί  τελικά  ακριβώς  μπροστά  τους.  Ο  Κέλερ  το</p><p>αγνόησε και συνέχισε την πορεία του.</p><p>Από κάπου πίσω τους ακούστηκε μια φωνή.</p><p>«Sil vous plait!»*</p><p>Ο  Λάνγκντον  στράφηκε  και  κοίταξε.  Ένας  ηλικιωμένος</p><p>ασπρομάλλης άντρας που φορούσε μια μπλούζα με το λογότυπο</p><p>COLLEGE  PARIS  του  έγνεψε.  Ο  Λάνγκντον  σήκωσε  το  φρίσμπι</p><p>και το πέταξε επιδέξια προς το μέρος του. Ο ηλικιωμένος άντρας</p><p>το έπιασε με το ένα του δάχτυλο, πάνω στο οποίο το στριφογύρισε</p><p>μερικές φορές προτού το ρίξει στο συμπαίκτη του, φέρνοντας  το</p><p>δεξί  του  χέρι  πάνω  από  τον  αριστερό  του  ώμο  για  να  δώσει</p><p>ώθηση.</p><p>«Merci!»** φώναξε στον Λάνγκντον.</p><p>«Συγχαρητήρια», είπε ο Κέλερ όταν τον πρόλαβε ο Λάνγκντον.</p><p>* Σας παρακαλώ! (Γαλλικά στο πρωτότυπο.) (Σ.τ.Ε.)</p><p>** Ευχαριστώ! (Γαλλικά στο πρωτότυπο.) (Σ.τ.Ε.)</p><p>«Μόλις  παίξατε  φρίσμπι  με  έναν  κάτοχο  Βραβείου Νόμπελ,  τον</p><p>Ζορζ  Σαρπάκ,  εφευρέτη  του  πολυσυρματικού  αναλογικού</p><p>θαλάμου».</p><p>Ο  Λάνγκντον  έγνεψε  κάπως  αόριστα.  Η  τυχερή  μου  μέρα,</p><p>σκέφτηκε.</p><p>Ο Κέλερ με τον Λάνγκντον χρειάστηκαν τρία ακόμα λεπτά για να</p><p>φτάσουν στον προορισμό τους, ένα μεγάλο περιποιημένο κοιτώνα</p><p>που  περιβάλλονταν  από  λεύκες.  Σε  σύγκριση  με  τους  άλλους</p><p>κοιτώνες αυτό το κτίριο φάνταζε ιδιαίτερα πολυτελές. Η σκαλιστή</p><p>πέτρινη πλάκα στην πρόσοψη έγραφε ΚΤΙΡΙΟ Γ.</p><p>Ευφάνταστη ονομασία, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Παρά  το  κοινότοπο  όνομα  του  όμως,  το  Κτίριο  Γ  ασκούσε  μια</p><p>γοητεία στον Λάνγκντον από άποψη αρχιτεκτονικού στιλ: Ήταν</p><p>ένα  συντηρητικό  και  συμπαγές  κτίσμα.  Η  πρόσοψη  του</p><p>αποτελούνταν  από  κόκκινα  τούβλα,  διέθετε  ένα  περίτεχνο</p><p>περιστύλιο και περιτριγυριζόταν από συμμετρικά φυτεμένους και</p><p>καλοκλαδεμένους θάμνους. Καθώς οι δύο άντρες ανηφόριζαν το</p><p>πέτρινο  μονοπάτι  που  οδηγούσε  στην  είσοδο,  πέρασαν  από  ένα</p><p>είδος πύλης που σχημάτιζαν δύο μαρμάρινοι κίονες. Κάποιος είχε</p><p>αφήσει ένα σημείωμα σε κάποιον από αυτούς:</p><p>Ο ΚΙΟΝΑΣ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΩΝΙΚΟΣ</p><p>Και οι φυσικοί καταφεύγουν σε σκονάκια; αναρωτήθηκε εύθυμα ο</p><p>Λάνγκντον, παρατηρώντας τον κίονα και κρυφογελώντας.</p><p>«Χαίρομαι που βλέπω ότι ακόμα και λαμπροί επιστήμονες κάνουν</p><p>λάθη».</p><p>Ο Κέλερ στράφηκε προς το μέρος του.</p><p>«Τι εννοείτε;»</p><p>«Όποιος έγραψε αυτό το σημείωμα έκανε λάθος. Ο κίονας αυτός</p><p>δεν  είναι  ιωνικού  ρυθμού.  Οι  κίονες  ιωνικού  ρυθμού  έχουν  ίδια</p><p>διάμετρο σε όλο τους το ύψος. Αυτός εδώ στενεύει προς τα πάνω.</p><p>Είναι  δωρικού  ρυθμού,  το  είδος που  εξελίχτηκε στην ηπειρωτική</p><p>Ελλάδα. Συνηθισμένο λάθος».</p><p>Ο Κέλερ δε χαμογέλασε.</p><p>«Ο συγγραφέας του σημειώματος αστειευόταν, κύριε Λάνγκντον.</p><p>Εννοούσε  ότι  περιέχει  ιόντα,  δηλαδή  ηλεκτρικά  φορτισμένα</p><p>σωματίδια.* Τα περισσότερα αντικείμενα περιέχουν ιόντα».</p><p>Ο Λάνγκντον  ξανακοίταξε  τον  κίονα  και  άφησε  να  του  ξεφύγει</p><p>ένα μικρό βογκητό.</p><p>Ο  Λάνγκντον  συνέχιζε  να  αισθάνεται  σαν  βλάκας  όταν  βγήκε</p><p>από το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο του Κτιρίου Γ. Ακολούθησε</p><p>τον Κέλερ σε έναν καλαίσθητο διάδρομο. Η διακόσμηση ήταν μια</p><p>έκπληξη  (παραδοσιακή  γαλλική  αποικιακή),  αποτελούμενη  από</p><p>ένα  χαμηλό  καναπέ  από  ξύλο  κερασιάς,  ένα  πορσελάνινο  βάζο</p><p>δαπέδου και ξυλόγλυπτα.</p><p>«Προσπαθούμε  να  προσφέρουμε  ένα  άνετο  περιβάλλον  στο</p><p>μόνιμο προσωπικό μας», εξήγησε ο Κέλερ.</p><p>Προφανώς, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>«Άρα  ο  άντρας  του  φαξ  ζούσε  εδώ  πάνω;  Ανήκε  στο  ανώτερο</p><p>προσωπικό;»</p><p>«Ακριβώς»,  είπε  ο  Κέλερ.  «Δεν  εμφανίστηκε  σε  μια  συνάντηση</p><p>που  είχε  κανονίσει  μαζί  μου  για  σήμερα  το  πρωί  και  δεν</p><p>απαντούσε  στο  βομβητή  του.  Ανέβηκα  μέχρι  εδώ  αναζητώντας</p><p>τον και τον βρήκα νεκρό στο καθιστικό του».</p><p>Ο  Λάνγκντον  αισθάνθηκε  ένα  ξαφνικό  ρίγος  να  τον  διαπερνά</p><p>όταν  συνειδητοποίησε  ότι  επρόκειτο  να  δει  ένα  πτώμα.  Το</p><p>στομάχι του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ανθεκτικό. Επρόκειτο για μια</p><p>αδυναμία</p><p>* Στα αγγλικά η λέξη «ionic» σημαίνει τόσο «ιωνικός» όσο και «ιοντικός».</p><p>(Σ.τ.Ε.)</p><p>την  οποία  είχε  ανακαλύψει  ως  φοιτητής  της  Σχολής  Καλών</p><p>Τεχνών  όταν  ο  δάσκαλος  του  πληροφόρησε  την  τάξη  ότι  ο</p><p>Λεονάρντο  ντα  Βίντσι  είχε  αποκτήσει  τις  τεράστιες  γνώσεις  του</p><p>πάνω  στο  ανθρώπινο  σώμα  ξεθάβοντας  πτώματα,</p><p>πραγματοποιώντας  νεκροτομές  και  μελετώντας  το  μυϊκό</p><p>σύστημα.</p><p>Ο Κέλερ τον οδήγησε στο τέλος του διαδρόμου. Εκεί υπήρχε μόνο</p><p>μία πόρτα.</p><p>«Αυτό  είναι  το  ρετιρέ,  ας  πούμε»,  ανακοίνωσε  ο  φυσικός,</p><p>σκουπίζοντας μια σταγόνα ιδρώτα από το μέτωπο του.</p><p>Ο  Λάνγκντον  παρατήρησε  τη  μοναχική  δρύινη  πόρτα  που</p><p>βρισκόταν μπροστά τους. Διάβασε το όνομα στην ταμπέλα:</p><p>ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΒΕΤΡΑ</p><p>«Ο Λεονάρντο Βέτρα», είπε ο Κέλερ, «θα έκλεινε τα πενήντα οχτώ</p><p>την  ερχόμενη  βδομάδα.  Ήταν  ένας  από  τους  λαμπρότερους</p><p>επιστήμονες  της  εποχής  μας.  Ο  θάνατος  του  συνιστά  βαρύτατη</p><p>απώλεια».</p><p>Προς  στιγμήν  ο  Λάνγκντον  νόμισε  ότι  διέκρινε  κάποιο</p><p>συναίσθημα στο ανέκφραστο πρόσωπο  του Κέλερ,  όμως χάθηκε</p><p>τόσο  γρήγορα  όσο  είχε  εμφανιστεί. Ο Κέλερ  έβαλε  το  χέρι  στην</p><p>τσέπη του και έβγαλε μια μεγάλη κλειδοθήκη,  την οποία άρχισε</p><p>να ψάχνει.</p><p>Μια  παράξενη  σκέψη  πέρασε  από  το  μυαλό  του Λάνγκντον.  Το</p><p>κτίριο έμοιαζε εγκαταλειμμένο.</p><p>«Που έχουν πάει όλοι;» ρώτησε.</p><p>Η  έλλειψη  οποιασδήποτε</p><p>δραστηριότητας  ήταν  μάλλον</p><p>απρόσμενη,  δεδομένου  ότι  ετοιμάζονταν  να  μπουν  σε  ένα  χώρο</p><p>όπου είχε γίνει φόνος.</p><p>«Οι ένοικοι βρίσκονται στα εργαστήρια τους», απάντησε ο Κέλερ,</p><p>βρίσκοντας επιτέλους το κλειδί.</p><p>«Εννοώ  την  αστυνομία»,  διευκρίνισε  ο  Λάνγκντον.  «Έφυγαν</p><p>κιόλας;»</p><p>Ο Κέλερ έμεινε ακίνητος, με το κλειδί μετέωρο στον αέρα.</p><p>«Την αστυνομία;»</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το διευθυντή κατευθείαν στα μάτια.</p><p>«Ναι,  την  αστυνομία.  Μου  στείλατε  με  φαξ  την  εικόνα  ενός</p><p>δολοφονηθέντος  ανθρώπου.  Θα  πρέπει  σίγουρα  να  έχετε</p><p>ειδοποιήσει την αστυνομία».</p><p>«Και βέβαια όχι!»</p><p>«Ορίστε;»</p><p>Τα γκρίζα μάτια του Κέλερ φώτισε μια σκληρή λάμψη.</p><p>«Η κατάσταση είναι περίπλοκη, κύριε Λάνγκντον».</p><p>Ο Ρόμπερτ ένιωσε ένα αίσθημα ανησυχίας να τον κυριεύει.</p><p>«Μα... σίγουρα υπάρχει και κάποιος άλλος που να γνωρίζει τι έχει</p><p>συμβεί!»</p><p>«Ναι. Η υιοθετημένη κόρη του Λεονάρντο. Εργάζεται κι εκείνη ως</p><p>φυσικός  στο  CERN.  Μοιράζεται  ένα  εργαστήριο  με  τον  πατέρα</p><p>της. Είναι συνεργάτες. Η κυρία Βέτρα έλειπε αυτή τη βδομάδα για</p><p>κάποια έρευνα. Την ειδοποίησα για το θάνατο του πατέρα της και</p><p>αυτή τη στιγμή που μιλάμε βρίσκεται στο δρόμο της επιστροφής».</p><p>«Μα ένας άνθρωπος δολοφ...»</p><p>«Η  επίσημη  έρευνα»,  είπε  ο  Κέλερ  με  αυστηρή  φωνή,  «θα</p><p>διεξαχθεί. Όμως,  επειδή κάτι τέτοιο θα περιλάμβανε έρευνα στο</p><p>εργαστήριο του Βέτρα, ένα μέρος στο οποίο ο ίδιος και η κόρη του</p><p>δεν  επιτρέπουν  την  είσοδο  σε  κανέναν,  θα  περιμένω  την  άφιξη</p><p>της  κυρίας Βέτρα. Νομίζω ότι  της  οφείλω  τουλάχιστον αυτή  την</p><p>ελάχιστη επίδειξη διακριτικότητας».</p><p>Ο Κέλερ γύρισε το κλειδί.</p><p>Μόλις  άνοιξε  η  πόρτα  ένα  δυνατό  ρεύμα  παγωμένου  αέρα</p><p>ξεχύθηκε σφυρίζοντας στο διάδρομο και χτύπησε τον Λάνγκντον</p><p>στο  πρόσωπο.  Πισωπάτησε  αιφνιδιασμένος.  Στεκόταν  στο</p><p>κατώφλι  ενός  εξωγήινου  κόσμου.  Το  διαμέρισμα  που  βρισκόταν</p><p>μπροστά  του  ήταν  τυλιγμένο  σε  ένα  πυκνό  πέπλο  λευκής</p><p>ομίχλης,  το οποίο έμοιαζε να στροβιλίζεται γύρω από τα έπιπλα</p><p>και να καλύπτει το δωμάτιο με έναν αδιαφανή μανδύα.</p><p>«Τι στην ευχή...» ψέλλισε ο Λάνγκντον.</p><p>«Σύστημα ψύξης με φρέον», απάντησε ο Κέλερ. «Το ενεργοποίησα</p><p>προκειμένου να συντηρήσω το σώμα».</p><p>Ο  Λάνγκντον  κούμπωσε  το  τουίντ  σακάκι  του  για  να</p><p>προστατευτεί από το κρύο. Τελικά βρίσκομαι όντως στη Χώρα του</p><p>Οζ,  σκέφτηκε.  Και  έχω  ξεχάσει  να  πάρω  μαζί  μου  τις  μαγικές</p><p>παντόφλες μου.</p><p>9</p><p>Η  ΘΕΑ  ΤΟΥ  ΠΤΩΜΑΤΟΣ  που  ο  Λάνγκντον  αντίκρισε</p><p>σωριασμένο στο πάτωμα ήταν φριχτή. Ο μακαρίτης ο Λεονάρντο</p><p>Βέτρα κείτονταν ανάσκελα, τελείως γυμνός, ενώ η επιδερμίδα του</p><p>είχε πάρει  μια απόχρωση μπλε‐γκρι.  Τα  κόκαλα  του  λαιμού  του</p><p>προεξείχαν  στα  σημεία  όπου  είχαν  σπάσει,  ενώ  το  κεφάλι  του</p><p>ήταν  γυρισμένο  προς  τα  πίσω,  βλέποντας  προς  λάθος</p><p>κατεύθυνση.  Το  πρόσωπο  του  δε  διακρινόταν,  καθώς  ήταν</p><p>στραμμένο  προς  το  πάτωμα.  Ο  άντρας  βρισκόταν  ξαπλωμένος</p><p>στη  μέση  μιας  παγωμένης  λίμνης  που  είχε  σχηματιστεί  από  τα</p><p>ίδια  του  τα  ούρα,  ενώ  το  εφηβαίο  γύρω  από  τα  ζαρωμένα</p><p>γεννητικά του όργανα είχε πιάσει πάγο.</p><p>Προσπαθώντας  να  εμποδίσει  το  κύμα  ναυτίας  που  ένιωθε  να</p><p>ανεβαίνει στα σωθικά του,  ο Λάνγκντον άφησε τα μάτια του να</p><p>πέσουν  στο  θώρακα  του  θύματος.  Παρότι  είχε  μελετήσει  πάνω</p><p>από  δέκα  φορές  αυτό  το  συμμετρικό  έγκαυμα  στην  εικόνα  που</p><p>είχε λάβει μέσω φαξ,  από κοντά  το θέαμα ήταν αφάνταστα πιο</p><p>συγκλονιστικό.  Η  πρησμένη,  καμένη  σάρκα  ήταν  τέλεια</p><p>σημαδεμένη, το σύμβολο άψογα σχηματισμένο...</p><p>Ο Λάνγκντον  αναρωτήθηκε  αν  το  έντονο  ρίγος  που  διέτρεχε  το</p><p>σώμα  του  οφειλόταν  στο  ασυνήθιστο  σύστημα  ψύξης  ή  στην</p><p>απόλυτη κατάπληξη που  του προκαλούσε η σημασία αυτού που</p><p>αντίκριζε εκείνη τη στιγμή.</p><p>Η  καρδιά  του  χτυπούσε  δυνατά  καθώς  έκανε  έναν  κύκλο  γύρω</p><p>από  το  σώμα  για  να  διαβάσει  τη  λέξη  ανάποδα  και  να</p><p>διαπιστώσει  για  μία  ακόμα  φορά  την  απόλυτη  ιδιοφυΐα  της</p><p>συμμετρίας.  Η  εικόνα  του  συμβόλου  του  φαινόταν  ακόμα  πιο</p><p>ασύλληπτη τώρα που το έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Ο Ρόμπερτ δεν άκουσε. Βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο, στο δικό</p><p>του  κόσμο,  στο  στοιχείο  του,  σε  έναν  κόσμο  όπου  η  ιστορία,  ο</p><p>μύθος και τα γεγονότα εισχωρούσαν το ένα στο άλλο, κάνοντας</p><p>το κεφάλι του να γυρίζει. Τα γρανάζια κινούνταν.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Το βλέμμα του Κέλερ ήταν καρφωμένο πάνω του με προσμονή. Ο</p><p>Ρόμπερτ δε σήκωσε τα μάτια του. Η συγκέντρωσή του ήταν ακόμα</p><p>πιο έντονη, η προσήλωση του απόλυτη.</p><p>«Πόσα πράγματα γνωρίζετε ήδη;»</p><p>«Μόνο  όσα  είχα  το  χρόνο  να  διαβάσω  στην  ιστοσελίδα  σας.  Η</p><p>λέξη  ʺIlluminatiʺ  σημαίνει  ʺΠεφωτισμένοιʺ.  Είναι  η  ονομασία</p><p>κάποιου είδους αρχαίας αδελφότητας».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Είχατε ακούσει το όνομα προηγουμένως;»</p><p>«Όχι  μέχρι  τη  στιγμή  που  το  είδα  χαραγμένο  με  πυρακτωμένο</p><p>μέταλλο πάνω στον κύριο Βέτρα».</p><p>«Και ύστερα αναζητήσατε πληροφορίες στο Διαδίκτυο;»</p><p>«Ναι».</p><p>«Και,  χωρίς  αμφιβολία,  βρήκατε  εκατοντάδες  αναφορές  στη</p><p>λέξη».</p><p>«Χιλιάδες»,  είπε  ο  Κέλερ.  «Η  δική  σας  ιστοσελίδα  όμως περιείχε</p><p>παραπομπές  σας  σε  έγκριτες  εκδόσεις  των  Πανεπιστημίων  του</p><p>Χάρβαρντ  και  της  Οξφόρδης,  καθώς  και  έναν  κατάλογο  με</p><p>σχετικές  δημοσιεύσεις.  Ως  επιστήμονας,  έχω  μάθει  ότι  οι</p><p>πληροφορίες αξίζουν όσο η πηγή τους. Και οι δικές σας φαίνονταν</p><p>έγκυρες».</p><p>Τα  μάτια  του Λάνγκντον  παρέμεναν  καρφωμένα  στο  πτώμα.  Ο</p><p>Κέλερ δεν πρόσθεσε κάτι άλλο, απλώς συνέχισε να τον κοιτάζει</p><p>επίμονα,  προφανώς  περιμένοντας  από  τον  Αμερικανό  να  ρίξει</p><p>κάποιο φως στη σκηνή του εγκλήματος που είχαν μπροστά τους.</p><p>Ο  Λάνγκντον  σήκωσε  τα  μάτια  του  και  κοίταξε  τριγύρω  στο</p><p>παγωμένο διαμέρισμα.</p><p>«Ίσως  θα  έπρεπε  να  συνεχίσουμε  τη  συζήτηση  μας  σε  κάποιο</p><p>θερμότερο μέρος».</p><p>«Το δωμάτιο αυτό μας κάνει». Ο Κέλερ δε φαινόταν να ενοχλείται</p><p>από το κρύο. «Θα μιλήσουμε εδώ».</p><p>Ο  Λάνγκντον  συνοφρυώθηκε.  Η  ιστορία  των  Πεφωτισμένων  σε</p><p>καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να θεωρηθεί απλή. Θα παγώσω</p><p>εδώ  μέσα  προσπαθώντας  να  του  εξηγήσω.  Κοίταξε  ξανά  το</p><p>έγκαυμα, νιώθοντας να τον πλημμυρίζει και πάλι το δέος. Παρότι</p><p>οι  αναφορές  στο  έμβλημα  της  αδελφότητας  είχαν  γίνει  θρύλος</p><p>στη  σύγχρονη  ιστορία  της  μελέτης  των  συμβόλων,  κανένας</p><p>ακαδημαϊκός δεν είχε δει το σύμβολο με τα μάτια του. Οι αρχαίες</p><p>πηγές  το  περιέγραφαν  ως  «αμφίγραμμα»,  πράγμα  που  σήμαινε</p><p>ότι διαβαζόταν με δύο τρόπους, ορθά και ανάποδα. Και, παρότι τα</p><p>αμφιγράμματα ήταν συνηθισμένα στη θρησκευτική  εικονολογία</p><p>(η σβάστικα, το γιν γιανγκ, το εξάκτινο αστέρι του Δαβίδ, οι απλοί</p><p>σταυροί), η ιδέα και μόνο ότι μια λέξη θα μπορούσε να σχεδιαστεί</p><p>έτσι ώστε να γίνει αμφίγραμμα φαινόταν τελείως απίστευτη. Οι</p><p>σύγχρονοι  μελετητές  συμβόλων  είχαν  προσπαθήσει  για  χρόνια</p><p>να γράψουν  τη λέξη «Illuminati»  με απόλυτα συμμετρικό  τρόπο,</p><p>όμως  είχαν  αποτύχει  παταγωδώς.  Οι  περισσότεροι  ακαδημαϊκοί</p><p>συμφωνούσαν  πλέον  ότι  η  ύπαρξη  του  συμβόλου  αποτελούσε</p><p>απλώς μύθο.</p><p>«Ποιοι είναι, λοιπόν, αυτοί οι Illuminati, οι Πεφωτισμένοι;» ρώτησε</p><p>επιτακτικά ο Κέλερ.</p><p>Ναι,  σκέφτηκε  ο  Λάνγκντον,  ποιοι  είναι  στʹ  αλήθεια;  Άρχισε  τη</p><p>διήγηση του.</p><p>«Από την αρχή της ιστορίας», εξήγησε ο Λάνγκντον, «υπήρχε ένα</p><p>βαθύ  χάσμα  ανάμεσα  στην  επιστήμη  και  στη  θρησκεία.  Οι</p><p>επιστήμονες που μιλούσαν ανοιχτά για τις απόψεις τους, όπως ο</p><p>Κοπέρνικος...»</p><p>«Δολοφονούνταν»,  διέκοψε  ο  Κέλερ.  «Δολοφονούνταν  από  την</p><p>εκκλησία  επειδή  αποκάλυπταν  επιστημονικές  αλήθειες.  Η</p><p>θρησκεία πάντοτε καταδίωκε την επιστήμη».</p><p>«Ναι. Όμως το δέκατο έβδομο αιώνα μια ομάδα αντρών στη Ρώμη</p><p>αποφάσισε  να  αντισταθεί  και  να  πολεμήσει  εναντίον  της</p><p>εκκλησίας. Μερικοί από τους πιο φωτισμένους άντρες της Ιταλίας</p><p>(φυσικοί,  μαθηματικοί,  αστρονόμοι)  άρχισαν  να  συναντιούνται</p><p>μυστικά προκειμένου να μοιραστούν τους προβληματισμούς τους</p><p>σχετικά με τις αναληθείς διδασκαλίες της εκκλησίας. Φοβούνταν</p><p>ότι το μονοπώλιο της ʺαλήθειαςʺ από την εκκλησία απειλούσε το</p><p>διαφωτισμό  σε  ολόκληρο  τον  κόσμο.  Έτσι,  ίδρυσαν  την  πρώτη</p>