Prévia do material em texto
<p>user</p><p>Sticky Note</p><p>παραγωγή pdf: elifrac</p><p>ΝΤΑΝ ΜΠΡΑΟΥΝ</p><p>ILLUMINATI</p><p>Οι Πεφωτισμένοι</p><p>Μετάφραση από τα αγγλικά:</p><p>ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ</p><p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ</p><p>ΑΘΗΝΑ 2004</p><p>Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα φανταστικό δημιούργημα. Τα</p><p>ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είναι</p><p>προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα η χρησιμοποιούνται σε</p><p>φανταστικό πλαίσιο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά</p><p>γεγονότα, μέρη ή πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, είναι τελείως</p><p>συμπτωματική.</p><p>Σειρά: ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ</p><p>Τύτλος πρωτοτύπου: ANGELS & DEMONS</p><p>Συγγραφέας: DAN BROWN</p><p>Copyright © 2000, Dan Brown</p><p>Copyright © 2004 για την ελληνική γλώσσα:</p><p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ABE</p><p>Σόλωνος 98 ‐ 106 80 Αθήνα. Τηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791</p><p>http://www.livanis.gr</p><p>Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική</p><p>ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του</p><p>περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό,</p><p>ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς</p><p>προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και</p><p>κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.</p><p>Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη</p><p>ISBN 960‐14‐0862‐2</p><p>Για την Μπλάιθ</p><p>Ευχαριστίες</p><p>Αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες</p><p>στους Emily Bestler, Jason Kaufman, Ben Kaplan και σε όλα τα</p><p>υπόλοιπα στελέχη των εκδόσεων Pocket Books για την πίστη τους</p><p>σε αυτή την προσπάθεια.</p><p>Επίσης, είμαι απεριόριστα ευγνώμων στο φίλο και ατζέντη μου</p><p>Jake Elwell για τον ενθουσιασμό και τις ακατάπαυστες</p><p>προσπάθειες του. Ευχαριστώ το θρυλικό George Wieser, που με</p><p>έπεισε να γράψω μυθιστορήματα.</p><p>Πολλές ευχαριστίες οφείλω και στον αγαπημένο μου φίλο Irv</p><p>Sittler, ο οποίος με διευκόλυνε στην προσπάθεια μου να πετύχω</p><p>ακρόαση από τον Πάπα, με μύησε σε μυστικά της Πόλης του</p><p>Βατικανού οδηγώντας με σε μέρη που ελάχιστοι άνθρωποι</p><p>βλέπουν και γενικά έκανε την παραμονή μου στη Ρώμη</p><p>αξέχαστη.</p><p>Μεγάλη ευγνωμοσύνη χρωστάω και σε έναν από τους πλέον</p><p>ιδιοφυείς και προικισμένους καλλιτέχνες στον κόσμο, τον John</p><p>Langdon, ο οποίος ανταποκρίθηκε λαμπρά στην τεράστια</p><p>πρόκληση που του έθεσα και δημιούργησε τα αμφιγράμματα που</p><p>εμφανίζονται στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος.</p><p>Ευχαριστώ, επίσης, τον Stan Planton, υπεύθυνο της Βιβλιοθήκης</p><p>του Πανεπιστημίου του Οχάιο, που υπήρξε η βασική μου πηγή</p><p>πληροφοριών για άπειρα θέματα. Ευχαριστώ θερμά τη Sylvia</p><p>Cavazzini για την καλοσύνη που είχε να με ξεναγήσει στο</p><p>μυστικό Πασέτο. Ιδιαίτερα αισθάνομαι την ανάγκη να</p><p>ευχαριστήσω τους καλυτέρους γονείς που θα μπορούσε ποτέ να</p><p>έχει ένα παιδί, τον Dick και την Connie Brown... για όλα.</p><p>Ευχαριστώ, τέλος, το CERN (Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών</p><p>Ερευνών), τους Henry Beckett, Brett Trotter, την Παπική Ακαδημία</p><p>Επιστημών, το Ινστιτούτο Μπουκχέιβεν, τη Βιβλιοθήκη του</p><p>Φέρμιλαμπ, τους Olga Wieser και Don Ulsch του Ινστιτούτου</p><p>Εθνικής Ασφάλειας, την Caroline Η. Thompson του</p><p>Πανεπιστημίου της Ουαλίας, τους Kathryn Gerhard και Omar Al</p><p>Kindi, τον John Pike και το Ίδρυμα Αμερικανών Επιστημόνων,</p><p>τους Heimlich Viserholder, Corinna και Davis Hammond, τον Aizaz</p><p>Ali, το πρόγραμμα «Γαλιλαίος» του Πανεπιστημίου Ράις, τους</p><p>Julie Lynn και Charlie Ryan των Mockingbird Pictures, τους Gary</p><p>Goldstein, Dave (Vilas) Arnold και Andra Crawford, το Παγκόσμιο</p><p>Δίκτυο Αδελφοτήτων, τη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Φίλιπς</p><p>Έξετερ, τον Jim Barrington, τον John Maier, τη Margie Wachtel για</p><p>την εξαιρετικά διεισδυτική ματιά της, το alt.masonic.members, τον</p><p>Alan Wooley, την Έκθεση Κωδίκων του Βατικανού στη Βιβλιοθήκη</p><p>του Κογκρέσου, τη Lisa Callamaro και την Callamaro Agency, τον</p><p>Jon A. Stowell, τα Μουσεία του Βατικανού, τους Aldo Baggia, Noah</p><p>Alireza, Harriet Walker, Charles Terry, τη Micron Electronics, τους</p><p>Mindy Homan, Nancy και Dick Curtin, τον Thomas D. Nadeau, τη</p><p>NuvoMedia και τη Rocket E‐books, τους Frank και Sylvia Kennedy,</p><p>την Υπηρεσία Τουρισμού της Ρώμης, το μαέστρο Gregory Brown,</p><p>τους Val Brown και Werner Brandes, τον Paul Krupin του Direct</p><p>Contact, τον Paul Stark, τον Tom King του Computalk Network,</p><p>τους Sandy και Jerry Nolan, την γκουρού του Διαδικτύου Linda</p><p>George, την Εθνική Ακαδημία Τεχνών στη Ρώμη, το γιατρό και</p><p>συνάδελφο συγγραφέα Steve Howe, τον Robert Weston, το</p><p>βιβλιοπωλείο Water Street στο Έξετερ του Νιου Χάμσαϊρ και το</p><p>Αστεροσκοπείο του Βατικανού.</p><p>Γεγονός</p><p>Το μεγαλύτερο επιστημονικό ερευνητικό συγκρότημα στον κόσμο,</p><p>το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (Conseil Europeen pour</p><p>la Recherche Nucleaire ‐ CERN), πρόσφατα κατόρθωσε να</p><p>παραγάγει τα πρώτα σωματίδια αντιύλης. Η αντιύλη είναι</p><p>πανομοιότυπη με τη φυσική ύλη, με τη μόνη διαφορά ότι</p><p>αποτελείται από σωματίδια το ηλεκτρικό φορτίο των οποίων είναι</p><p>αντίθετο του φορτίου που απαντάται στην κανονική ύλη.</p><p>Η αντιύλη αποτελεί την ισχυρότερη πηγή ενέργειας που γνωρίζει</p><p>ο άνθρωπος. Η απόδοση της φτάνει το εκατό τοις εκατό (η</p><p>απόδοση της πυρηνικής τήξης αγγίζει μόλις το ενάμισι τοις</p><p>εκατό). Η αντιύλη δεν προκαλεί μόλυνση, ούτε εκλύει</p><p>ραδιενέργεια, ενώ μια ελάχιστη ποσότητα της θα μπορούσε να</p><p>καλύψει τις ανάγκες της Νέας Υόρκης για μία ολόκληρη μέρα.</p><p>Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα...</p><p>Η αντιύλη είναι εξαιρετικά ασταθής. Αναφλέγεται αμέσως μόλις</p><p>έρθει σε επαφή με οτιδήποτε, ακόμα και με τον αέρα. Ένα και</p><p>μόνο γραμμάριο αντιύλης περιέχει ενέργεια αντίστοιχη με μιας</p><p>πυρηνικής βόμβας είκοσι χιλιάδων τόνων ‐ σαν αυτή που έπεσε</p><p>στη Χιροσίμα.</p><p>Μέχρι πρόσφατα η αντιύλη παραγόταν μόνο σε πολύ μικρές</p><p>ποσότητες (μερικά άτομα κάθε φορά). Όμως το Ευρωπαϊκό</p><p>Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών έχει πλέον πραγματοποιήσει</p><p>εντυπωσιακά βήματα προόδου προς την κατεύθυνση της</p><p>κατασκευής ενός νέου επιβραδυντή αντιπρωτονίων, μιας</p><p>προηγμένης μονάδας παραγωγής αντιύλης η οποία υπόσχεται τη</p><p>δημιουργία της σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες.</p><p>Το ερώτημα που τίθεται είναι ένα: Αυτή η ιδιαίτερα ασταθής</p><p>ουσία θα σώσει τελικά τον κόσμο ή θα χρησιμοποιηθεί για την</p><p>κατασκευή του φονικότερου όπλου που γνώρισε ποτέ η</p><p>ανθρωπότητα;</p><p>Σημείωμα του συγγραφέα</p><p>Οι αναφορές σε όλα τα έργα τέχνης, τα ταφικά μνημεία, τις στοές</p><p>και την αρχιτεκτονική της Ρώμης είναι απολύτως πραγματικές</p><p>(όπως και οι ακριβείς τους τοποθεσίες). Μπορεί κανείς να δει αυτά</p><p>τα μέρη ακόμα και σήμερα.</p><p>Η αδελφότητα των Πεφωτισμένων (Illuminati) είναι επίσης</p><p>πραγματική.</p><p>ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ</p><p>1. Βασιλική του Αγίου 6. Μουσεία του Βατικανού 10. Το Πασέτο</p><p>Πέτρου 11. Αυλή του Μπελβεντέρε</p><p>2. Πλατεία Αγίου Πέτρου 7. Γραφείο της Ελβετικής 12. Κεντρικό Ταχυδρομείο</p><p>3. Καπέλα Σιξτίνα Φρουράς 13. Παπική Αίθουσα</p><p>4. Αυλή του Βοργία 8. Ελικοδρόμιο Ακροάσεων</p><p>5. Γραφείο του Πάπα 9. Κήποι 14. Κυβερνητικό Μέγαρο</p><p>Πρόλογος</p><p>Ο ΦΥΣΙΚΟΣ ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΒΕΤΡΑ μύρισε σάρκα που καιγόταν</p><p>και συνειδητοποίησε ότι ήταν η δική του. Σήκωσε έντρομος τα</p><p>μάτια του και κοίταξε τη σκοτεινή φιγούρα που στεκόταν από</p><p>πάνω του.</p><p>«Μα τι θέλεις;»</p><p>«La chiave», απάντησε η τραχιά φωνή. «Τον κωδικό πρόσβασης».</p><p>«Μα... εγώ δεν...»</p><p>Ο εισβολέας πίεσε και πάλι με δύναμη, βυθίζοντας το</p><p>πυρακτωμένο αντικείμενο ακόμα πιο βαθιά στο στήθος του</p><p>Βέτρα. Ακούστηκε το τσιτσίρισμα της σάρκας που καιγόταν.</p><p>Ο Βέτρα ούρλιαξε από τον πόνο.</p><p>«Δεν υπάρχει κωδικός πρόσβασης!»</p><p>Ένιωθε να γλιστράει σιγά σιγά σε έναν κόσμο χωρίς συνείδηση</p><p>και πόνο.</p><p>Η φιγούρα τον κοίταξε αγριεμένα.</p><p>«Ne avevo paura. To φοβόμουν αυτό».</p><p>Ο Βέτρα αγωνιζόταν να διατηρήσει τις αισθήσεις του, όμως το</p><p>σκοτάδι τον τύλιγε ολοένα και πιο βαθύ. Η μόνη του</p><p>ομάδα διανόησης και ονομάστηκαν ʺΠεφωτισμένοιʺ».</p><p>«Οι Illuminati».</p><p>«Ναι», είπε ο Λάνγκντον. «Τα λαμπρότερα μυαλά της Ευρώπης</p><p>αφοσιωμένα στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας».</p><p>Ο Κέλερ παρέμεινε σιωπηλός.</p><p>«Όπως ήταν φυσικό, οι Πεφωτισμένοι καταδιώχτηκαν ανελέητα</p><p>από την Καθολική Εκκλησία. Οι επιστήμονες κατόρθωσαν να</p><p>διαφυλάξουν την ασφάλεια και την ακεραιότητα της οργάνωσης</p><p>υιοθετώντας ένα τυπικό απόλυτης μυστικότητας. Η φήμη της</p><p>διαδόθηκε μέσω του ακαδημαϊκού παρασκηνίου και η</p><p>αδελφότητα μεγάλωσε και συμπεριέλαβε επιστήμονες από</p><p>ολόκληρη την Ευρώπη. Τα μέλη της συναντιόνταν τακτικά στη</p><p>Ρώμη, σε ένα κρησφύγετο που ονομαζόταν ʺΕκκλησία της</p><p>Φώτισηςʺ, η τοποθεσία του οποίου αποτελούσε επτασφράγιστο</p><p>μυστικό».</p><p>Ο Κέλερ έβηξε και μετακινήθηκε πάνω στην πολυθρόνα του.</p><p>«Πολλοί από τους Πεφωτισμένους», συνέχισε ο Λάνγκντον,</p><p>«ήθελαν να απαντήσουν στην τυραννία της εκκλησίας με πράξεις</p><p>βίας, όμως το πλέον σεβαστό μέλος της αδελφότητας τους έπεισε</p><p>να μην το κάνουν. Ήταν ειρηνιστής, καθώς και ένας από τους</p><p>διασημότερους επιστήμονες της ιστορίας».</p><p>Ο Λάνγκντον ήταν βέβαιος ότι ο Κέλερ θα αναγνώριζε το όνομα.</p><p>Ακόμα και εκείνοι που είχαν ελάχιστη σχέση με την επιστήμη</p><p>είχαν ακούσει για τον άμοιρο αστρονόμο ο οποίος συνελήφθη και</p><p>παραλίγο να εκτελεστεί από την εκκλησία επειδή επέμενε ότι ο</p><p>ήλιος και όχι η Γη αποτελούσε το κέντρο του ηλιακού συστήματος.</p><p>Παρότι τα στοιχεία που διέθετε ήταν αδιάσειστα, ο αστρονόμος</p><p>τιμωρήθηκε αυστηρότατα επειδή υπαινίχτηκε ότι ο Θεός είχε</p><p>τοποθετήσει την ανθρωπότητα κάπου αλλού και όχι στο κέντρο</p><p>του σύμπαντος Του.</p><p>«Το όνομα του ήταν Γαλιλαίος Γκαλιλέι», είπε ο Λάνγκντον.</p><p>Ο Κέλερ σήκωσε τα μάτια του.</p><p>«Ο Γαλιλαίος;»</p><p>«Ναι. Ο Γαλιλαίος ήταν ένας Πεφωτισμένος. Ήταν, επίσης,</p><p>ευσεβής καθολικός. Προσπάθησε να μαλακώσει τη στάση της</p><p>εκκλησίας απέναντι στην επιστήμη δηλώνοντας ότι η τελευταία</p><p>δεν υπονομεύει την ύπαρξη του Θεού αλλά, αντίθετα, την</p><p>ενισχύει. Είχε γράψει κάποτε ότι, όταν παρακολουθούσε μέσα</p><p>από το τηλεσκόπιο του τους πλανήτες να περιστρέφονται,</p><p>διέκρινε τη φωνή του Θεού στη μουσική των ουράνιων σωμάτων.</p><p>Θεωρούσε ότι η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι εχθροί αλλά,</p><p>αντίθετα, σύμμαχοι, δύο διαφορετικές γλώσσες που διηγούνται</p><p>την ίδια ιστορία, μια ιστορία συμμετρίας και ισορροπίας: κόλαση</p><p>και παράδεισος, νύχτα και μέρα, ζεστό και κρύο, Θεός και</p><p>Διάβολος. Τόσο η επιστήμη όσο και η θρησκεία αποθεώνουν τη</p><p>συμμετρία του Θεού, συμμετέχοντας από κοινού στον αιώνιο</p><p>αγώνα του φωτός και του σκότους».</p><p>Ο Λάνγκντον έκανε μια παύση και χτύπησε λίγο τα πόδια του στο</p><p>πάτωμα προσπαθώντας να ζεσταθεί.</p><p>Ο Κέλερ απλώς καθόταν στην πολυθρόνα του και τον κοίταζε με</p><p>προσήλωση.</p><p>«Δυστυχώς», πρόσθεσε ο Λάνγκντον, «η συμφιλίωση επιστήμης</p><p>και θρησκείας δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε η εκκλησία».</p><p>«Φυσικά όχι», διέκοψε ο Κέλερ. «Μια τέτοια ένωση θα αναιρούσε</p><p>τον ισχυρισμό της εκκλησίας ότι η ίδια αποτελεί το μόνο μέσο που</p><p>διαθέτει ο άνθρωπος για να κατανοήσει το Θεό. Επομένως η</p><p>εκκλησία δίκασε τον Γαλιλαίο ως αιρετικό, τον έκρινε ένοχο και</p><p>τον έθεσε σε μόνιμο κατʹ οίκον περιορισμό. Γνωρίζω αρκετά καλά</p><p>την ιστορία της επιστήμης, κύριε Λάνγκντον. Όμως όλα αυτά</p><p>συνέβησαν πριν από αιώνες. Τι σχέση έχουν με τον Λεονάρντο</p><p>Βέτρα;»</p><p>Φτάσαμε στην κρίσιμη ερώτηση. Ο Λάνγκντον μπήκε κατευθείαν</p><p>στο θέμα.</p><p>«Η σύλληψη του Γαλιλαίου προκάλεσε μεγάλη αναταραχή</p><p>μεταξύ των Πεφωτισμένων. Έγιναν λάθη, και η εκκλησία</p><p>ανακάλυψε την ταυτότητα τεσσάρων μελών, τα οποία συνέλαβε</p><p>και ανέκρινε.</p><p>Όμως οι τέσσερις επιστήμονες δεν αποκάλυψαν το παραμικρό,</p><p>ακόμα κι όταν υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια».</p><p>«Βασανιστήρια;»</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Τους μαρκάρισαν με πυρωμένο σίδερο. Στο στήθος. Με το</p><p>σύμβολο του σταυρού».</p><p>Τα μάτια του Κέλερ άνοιξαν διάπλατα και έριξε μια ανήσυχη</p><p>ματιά στο σώμα του Βέτρα.</p><p>«Στη συνέχεια οι επιστήμονες δολοφονήθηκαν βάναυσα και τα</p><p>πτώματα τους εγκαταλείφτηκαν στους δρόμους της Ρώμης ως</p><p>προειδοποίηση προς όσους σκέφτονταν να προσχωρήσουν στην</p><p>αδελφότητα. Καθώς η εκκλησία άρχισε να σφίγγει τον κλοιό, οι</p><p>εναπομείναντες Πεφωτισμένοι εγκατέλειψαν την Ιταλία».</p><p>Ο Λάνγκντον έκανε παύση για να δώσει έμφαση στα λόγια του.</p><p>Κοίταξε τον Κέλερ κατευθείαν μέσα στα ψυχρά μάτια του.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι πέρασαν στην παρανομία, και τότε άρχισαν να</p><p>αναμειγνύονται με άλλες ομάδες ανθρώπων που υπέφεραν από</p><p>τους διωγμούς της Καθολικής Εκκλησίας: μυστικιστές,</p><p>αλχημιστές, αποκρυφιστές, μουσουλμάνους, εβραίους. Με το</p><p>πέρασμα των χρόνων οι Πεφωτισμένοι άρχισαν να απορροφούν</p><p>νέα μέλη. Μια νέα αδελφότητα των Πεφωτισμένων έκανε την</p><p>εμφάνιση της. Μια σκοτεινότερη αδελφότητα. Μια βαθιά</p><p>αντιχριστιανική αδελφότητα. Οι Illuminati απέκτησαν πολύ</p><p>μεγάλη δύναμη, υιοθέτησαν μυστηριώδη τελετουργικά,</p><p>αποφάσισαν να διαφυλάξουν τη μυστικότητα της οργάνωσης</p><p>πάση θυσία, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε το θάνατο για ορισμένους</p><p>ανθρώπους, και ορκίστηκαν κάποια μέρα να εμφανιστούν ξανά</p><p>στο προσκήνιο και να εκδικηθούν την Καθολική Εκκλησία. Η</p><p>δύναμή τους έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε η εκκλησία να τους</p><p>θεωρήσει την πλέον επικίνδυνη αντιχριστιανική δύναμη στον</p><p>κόσμο.</p><p>Το Βατικανό αποκήρυξε την αδελφότητα ως ʺShaitanʺ».</p><p>«ʺShaitanʺ;»</p><p>«Η λέξη έχει ισλαμική ρίζα. Σημαίνει ʺαντίπαλοςʺ, ʺεχθρός του</p><p>Θεούʺ. Η εκκλησία επέλεξε μια ισλαμική λέξη επειδή προερχόταν</p><p>από μια γλώσσα την οποία θεωρούσε μιαρή». Ο Λάνγκντον</p><p>δίστασε πριν συνεχίσει. «Ο όρος ʺShaitanʺ είναι η ρίζα της λέξης</p><p>ʺΣατανάςʺ».</p><p>Η ταραχή στο πρόσωπο του Κέλερ ήταν φανερή.</p><p>Ο Λάνγκντον μίλησε με σοβαρή και μελαγχολική φωνή.</p><p>«Κύριε Κέλερ, δε γνωρίζω πώς βρέθηκε αυτό το σημάδι στο</p><p>στήθος αυτού του άντρα ή γιατί, όμως αυτό που έχετε μπροστά</p><p>σας είναι το εδώ και αιώνες χαμένο σύμβολο της παλαιότερης και</p><p>ισχυρότερης σατανιστικής οργάνωσης στον κόσμο».</p><p>10</p><p>TΟ ΔΡΟΜΑΚΙ ήταν στενό και έρημο. Ο δολοφόνος περπατούσε</p><p>βιαστικά, με μεγάλες δρασκελιές πλέον, ενώ τα μαύρα μάτια του</p><p>ήταν γεμάτα προσμονή. Καθώς πλησίαζε στον προορισμό του τα</p><p>λόγια που του είχε πει ο Ιανός πριν τον αφήσει να φύγει</p><p>αντηχούσαν στο μυαλό του: Η δεύτερη φάση θα ξεκινήσει πολύ</p><p>σύντομα. Φρόνησε να ξεκουραστείς λίγο.</p><p>Ο Ασασίνος χαμογέλασε πονηρά. Είχε μείνει ξάγρυπνος</p><p>ολόκληρη τη νύχτα, όμως ο ύπνος ήταν το τελευταίο πράγμα που</p><p>τον απασχολούσε. Ο ύπνος ήταν για τους αδύναμους. Εκείνος</p><p>ήταν πολεμιστής, όπως οι προγονοί του πριν από αυτόν, και η</p><p>δική του ράτσα δεν κοιμόταν ποτέ όταν είχε αρχίσει η μάχη. Και η</p><p>συγκεκριμένη μάχη είχε οπωσδήποτε αρχίσει, και εκείνος είχε την</p><p>τιμή να χύσει το πρώτο αίμα. Τώρα είχε δύο ώρες για να γιορτάσει</p><p>την επιτυχία του προτού επιστρέψει στο έργο του.</p><p>Ύπνος; Υπάρχουν πολύ καλύτεροι τρόποι για να χαλαρώσει</p><p>κανείς...</p><p>Ήταν επιρρεπής στις ηδονιστικές απολαύσεις, μια τάση που είχε</p><p>κληρονομήσει από τους προγόνους του. Οι προπάτορές του είχαν</p><p>ενδώσει στο χασίς, όμως εκείνος προτιμούσε ένα διαφορετικό</p><p>είδος ικανοποίησης. Ήταν πολύ περήφανος για το σώμα του, που</p><p>το έβλεπε σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή, την οποία, παρά την</p><p>παράδοση των προγόνων του, αρνούνταν να μολύνει με</p><p>ναρκωτικά.</p><p>Εκείνος είχε αποκτήσει έναν πολύ πιο ενδιαφέροντα εθισμό από</p><p>τα ναρκωτικά, είχε ανακαλύψει μια πολύ πιο υγιεινή και</p><p>ικανοποιητική απόλαυση.</p><p>Νιώθοντας το γνώριμο συναίσθημα της προσμονής να εντείνεται</p><p>μέσα του, ο Ασασίνος επιτάχυνε το βήμα του. Έφτασε μπροστά</p><p>στη χωρίς διακριτικά πόρτα και χτύπησε το κουδούνι. Ένα συρτό</p><p>παραθυράκι άνοιξε και δύο γλυκά καστανά μάτια τον μελέτησαν</p><p>προσεκτικά. Ύστερα η πόρτα άνοιξε.</p><p>«Καλώς ήρθατε», είπε η καλοντυμένη γυναίκα. Τον πέρασε σε</p><p>ένα άψογα διακοσμημένο</p><p>δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό. Στον</p><p>αέρα πλανιόταν μια διακριτική μυρωδιά από ακριβό άρωμα και</p><p>μυρωδικά. «Όποτε είστε έτοιμος...» Του έδωσε ένα άλμπουμ με</p><p>φωτογραφίες. «Χτυπήστε το κουδούνι όταν θα έχετε κάνει την</p><p>επιλογή σας».</p><p>Αμέσως μετά εξαφανίστηκε.</p><p>Ο Ασασίνος χαμογέλασε.</p><p>Μόλις κάθισε στο μαλακό καναπέʹ και ακούμπησε το άλμπουμ</p><p>στα γόνατα του, ένιωσε να τον καταλαμβάνει μια σαρκική πείνα.</p><p>Παρότι ο λαός του δε γιόρταζε τα Χριστούγεννα, φανταζόταν ότι</p><p>κάπως έτσι θα πρέπει να ένιωθε το παιδί μιας χριστιανικής</p><p>οικογένειας όταν στεκόταν μπροστά στη στοίβα με τα</p><p>χριστουγεννιάτικα δώρα. έτοιμο να αποκαλύψει τα θαύματα που</p><p>κρύβονταν μέσα στα κουτιά. Άνοιξε το άλμπουμ και μελέτησε</p><p>προσεκτικά τις φωτογραφίες. Μια ολόκληρη ζωή σεξουαλικών</p><p>φαντασιώσεων έπαιρνε σάρκα και οστά εκεί μέσα.</p><p>Μαρίζα. Μια Ιταλίδα θεά. Φλογερή. Μια νεαρή Σοφία Λόρεν.</p><p>Σατσίκο. Μια Γιαπωνέζα γκέισα. Λυγερή. Χωρίς αμφιβολία,</p><p>εξαιρετικά επιδέξια.</p><p>Κανάρα. Μια εκθαμβωτική μαύρη οπτασία. Μυώδης. Εξωτική.</p><p>Φυλλομέτρησε το άλμπουμ δύο φορές και τελικά έκανε την</p><p>επιλογή του. Πίεσε το κουμπί που βρισκόταν στο τραπέζι δίπλα</p><p>του.</p><p>Σχεδόν αμέσως η γυναίκα που τον είχε υποδεχτεί έκανε ξανά την</p><p>εμφάνιση της. Της έδειξε την επιλογή του. Εκείνη χαμογέλασε.</p><p>«Ακολουθήστε με».</p><p>Αφού τακτοποίησε το οικονομικό ζήτημα, η γυναίκα έκανε ένα</p><p>τηλεφώνημα μιλώντας ψιθυριστά. Περίμενε μερικά λεπτά και</p><p>ύστερα τον οδήγησε σε μια ελικοειδή μαρμάρινη σκάλα, που</p><p>έβγαζε σε έναν πολυτελή διάδρομο.</p><p>«Είναι η χρυσή πόρτα στο βάθος», του είπε.</p><p>«Έχετε ακριβά γούστα».</p><p>Θα έπρεπε, σκέφτηκε εκείνος. Μιλάμε για έναν ειδήμονα...</p><p>Ο Ασασίνος διέσχισε το διάδρομο σαν πάνθηρας που πλησιάζει</p><p>ένα θήραμα έχοντας μείνει για πολύ καιρό νηστικός. Όταν</p><p>έφτασε στην πόρτα, χαμογέλασε. Ήταν ήδη μισάνοιχτη,</p><p>προσκαλώντας τον να περάσει μέσα. Την έσπρωξε ελαφρά και</p><p>εκείνη άνοιξε αθόρυβα.</p><p>Όταν την είδε ένιωσε σίγουρος ότι είχε διαλέξει τη σωστή κοπέλα.</p><p>Βρισκόταν ακριβώς στη στάση που εκείνος είχε ζητήσει: γυμνή,</p><p>ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα χέρια δεμένα στα κάγκελα του</p><p>κρεβατιού με βελούδινα κορδόνια.</p><p>Διέσχισε το δωμάτιο και χάιδεψε με το σκούρο δάχτυλο του την</p><p>κατάλευκη κοιλιά της. Χτες βράδυ διέπραξα ένα φόνο, σκέφτηκε.</p><p>Εσύ είσαι η ανταμοιβή μου.</p><p>11</p><p>«ΣΑΤΑΝΙΣΤΙΚΗ;» Ο Κέλερ σκούπισε το στόμα του και</p><p>μετακινήθηκε νευρικά στην πολυθρόνα του. «Αυτό είναι το</p><p>σύμβολο μιας σατανιστικής, οργάνωσης;»</p><p>Ο Λάνγκντον περπατούσε πάνω κάτω στο παγωμένο δωμάτιο για</p><p>να ζεσταθεί.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι ήταν σατανιστές, όχι όμως με τη σημερινή</p><p>έννοια του όρου».</p><p>Ο Λάνγκντον εξήγησε γρήγορα πως, αν και οι περισσότεροι</p><p>άνθρωποι φαντάζονται τις σατανιστικές οργανώσεις σαν ομάδες</p><p>ανθρωπόμορφων τεράτων που λατρεύουν το Διάβολο, οι</p><p>σατανιστές από ιστορική άποψη ήταν πολύ μορφωμένοι</p><p>άνθρωποι που εναντιώθηκαν στην εκκλησία και ύψωσαν το</p><p>ανάστημα τους απέναντι της. Shaitan. Οι ψίθυροι σχετικά με τις</p><p>σατανιστικές θυσίες ζώων, τη μαύρη μαγεία και τις τελετές με</p><p>την πεντάλφα δεν ήταν παρά ψέματα τα οποία διέδιδε η εκκλησία</p><p>σε μια προσπάθεια αμαύρωσης της φήμης των αντιπάλων της.</p><p>Με την πάροδο του χρόνου άλλοι εχθροί της εκκλησίας, θέλοντας</p><p>να μιμηθούν τους Πεφωτισμένους και πιστεύοντας αυτά τα</p><p>ψέματα, άρχισαν να τα κάνουν πραγματικότητα. Με τον τρόπο</p><p>αυτό γεννήθηκε ο σύγχρονος σατανισμός.</p><p>Ο Κέλερ ρουθούνισε απότομα.</p><p>«Όλα αυτά αποτελούν ιστορία. Εγώ θέλω να μάθω πώς βρέθηκε</p><p>αυτό το σύμβολο εδώ».</p><p>Ο Λάνγκντον πήρε μια βαθιά ανάσα.</p><p>«Το σύμβολο αυτό καθαυτό δημιουργήθηκε από έναν ανώνυμο</p><p>καλλιτέχνη του δέκατου έβδομου αιώνα ως φόρος τιμής προς την</p><p>αγάπη του Γαλιλαίου για τη συμμετρία. Ήταν, σαν να λέμε, ένα</p><p>είδος ιερού ʺλογότυπουʺ της αδελφότητας. Οι Illuminati, οι</p><p>Πεφωτισμένοι δηλαδή, το κράτησαν μυστικό, σκοπεύοντας,</p><p>σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, να το αποκαλύψουν μόνο όταν</p><p>θα είχαν αποκτήσει αρκετή δύναμη ώστε να εμφανιστούν ξανά</p><p>στο προσκήνιο και να πραγματώσουν τον τελικό τους στόχο».</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε ανήσυχος.</p><p>«Επομένως, το σύμβολο αυτό σημαίνει ότι η αδελφότητα</p><p>αποφάσισε να κάνει την επανεμφάνιση της;»</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε.</p><p>«Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον. Υπάρχει ένα κεφάλαιο της</p><p>ιστορίας των Πεφωτισμένων το οποίο δεν έχω ερμηνεύσει</p><p>ακόμα».</p><p>Η ένταση στη φωνή του Κέλερ έγινε ακόμα πιο φανερή.</p><p>«Εξηγήστε μου τι εννοείτε».</p><p>Ο Λάνγκντον έτριψε τις παλάμες του μεταξύ τους για να τις</p><p>ζεστάνει, ανατρέχοντας νοερά στα εκατοντάδες κείμενα που είχε</p><p>γράψει ή διαβάσει σχετικά με την αδελφότητα.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι επέδειξαν εξαιρετικές ικανότητες επιβίωσης»,</p><p>εξήγησε. «Όταν διέφυγαν από τη Ρώμη, ταξίδεψαν σε ολόκληρη</p><p>την Ευρώπη αναζητώντας ένα ασφαλές μέρος όπου θα</p><p>μπορούσαν να ανασυγκροτηθούν. Στην πορεία τέθηκαν υπό την</p><p>προστασία μιας άλλης μυστικής ομάδας, μιας αδελφότητας</p><p>ευπόρων Βαυαρών τεχνιτών της πέτρας που ονομάζονταν</p><p>ʺΕλευθεροτέκτονεςʺ».</p><p>Ο Κέλερ φάνηκε να ξαφνιάζεται.</p><p>«Οι μασόνοι;»</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά, χωρίς να του κάνει εντύπωση</p><p>το γεγονός ότι ο Κέλερ είχε ακουστά την ομάδα αυτή. Η</p><p>αδελφότητα των μασόνων διέθετε πλέον περισσότερα από πέντε</p><p>εκατομμύρια μέλη παγκοσμίως, τα μισά εκ των οποίων</p><p>κατοικούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ πάνω από ένα</p><p>εκατομμύριο βρίσκονταν στην Ευρώπη.</p><p>«Σίγουρα οι μασόνοι δεν είναι σατανιστές...» είπε ο Κέλερ, ο</p><p>οποίος ξαφνικά φαινόταν αρκετά προβληματισμένος.</p><p>«Και βέβαια όχι! Οι μασόνοι έπεσαν θύματα της ίδιας τους της</p><p>καλής προαίρεσης. Έχοντας προσφέρει άσυλο στους</p><p>κυνηγημένους επιστήμονες το δέκατο έβδομο αιώνα, κατέληξαν,</p><p>χωρίς να το γνωρίζουν, να αποτελούν τη ʺβιτρίναʺ των</p><p>Πεφωτισμένων. Οι Illuminati πλήθυναν μέσα στις τάξεις τους,</p><p>καταλαμβάνοντας σταδιακά θέσεις ισχύος στις στοές. Σιωπηρά</p><p>επανίδρυσαν την επιστημονική τους αδελφότητα μέσα στους</p><p>κόλπους του μασονισμού ‐ ένα είδος μυστικής κοινότητας μέσα σε</p><p>μια άλλη μυστική κοινότητα. Στη συνέχεια οι Πεφωτισμένοι</p><p>χρησιμοποίησαν τις παγκόσμιες διασυνδέσεις των μασόνων</p><p>προκειμένου να επεκτείνουν την επίδραση τους».</p><p>Ο Λάνγκντον πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.</p><p>«Ο κεντρικός στόχος της αδελφότητας ήταν η ολοκληρωτική</p><p>εξάλειψη του καθολικισμού. Οι Illuminati θεωρούσαν ότι οι</p><p>δεισιδαίμονες αντιλήψεις που προωθούσε η εκκλησία με τα</p><p>δόγματα της αποτελούσαν το μεγαλύτερο εχθρό της</p><p>ανθρωπότητας. Φοβούνταν ότι, αν η θρησκεία συνέχιζε να</p><p>παρουσιάζει θεολογικούς μύθους ως απόλυτα γεγονότα, η</p><p>επιστημονική πρόοδος θα σταματούσε και η ανθρωπότητα θα</p><p>καταδικαζόταν σε ένα μέλλον όπου θα κυριαρχούσαν η άγνοια</p><p>και οι παράλογοι ιεροί πόλεμοι».</p><p>«Δηλαδή αυτά που βλέπουμε σήμερα».</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε. Ο Κέλερ είχε δίκιο. Οι ιεροί πόλεμοι</p><p>συνέχιζαν να γίνονται θέμα στα πρωτοσέλιδα. «Ο Θεός μου είναι</p><p>καλύτερος από το Θεό σου». Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε στενή</p><p>σχέση ανάμεσα στη φανατική πίστη και στις εκατόμβες θυμάτων.</p><p>«Σας διέκοψα», είπε ο Κέλερ.</p><p>Ο Λάνγκντον ξαναβρήκε τον ειρμό των σκέψεων του και</p><p>συνέχισε.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη στην Ευρώπη και</p><p>έστρεψαν την προσοχή τους στην Αμερική, ένα νεοσύστατο</p><p>κράτος με μια καινούρια κυβέρνηση, πολλά μέλη της οποίας (ο</p><p>Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος) ήταν μασόνοι:</p><p>έντιμοι, θεοσεβούμενοι άνθρωποι που αγνοούσαν την ύπαρξη</p><p>των Πεφωτισμένων μέσα στους κόλπους της αδελφότητας τους.</p><p>Οι Illuminati εκμεταλλεύτηκαν τη διείσδυση τους στην οργάνωση</p><p>και βοήθησαν στην ίδρυση τραπεζών, πανεπιστημίων και</p><p>βιομηχανιών προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η προώθηση του</p><p>απώτερου σχεδίου τους». Ο Λάνγκντον έκανε παύση. «Η</p><p>δημιουργία ενός και μόνου ενοποιημένου παγκόσμιου κράτους,</p><p>ενός είδους</p><p>κοσμικής Νέας Παγκόσμιας Τάξης».</p><p>Ο Κέλερ παρέμεινε τελείως ακίνητος.</p><p>«Μιας Νέας Παγκόσμιας Τάξης», επανέλαβε ο Λάνγκντον,</p><p>«βασισμένης στον επιστημονικό διαφωτισμό. Το όραμα τους το</p><p>ονόμασαν ʺΕωσφορικό Δόγμαʺ. Η εκκλησία ισχυρίστηκε ότι η</p><p>λέξη ʺΕωσφόροςʺ αποτελούσε αναφορά στο Διάβολο, όμως η</p><p>αδελφότητα επέμενε ότι ο Εωσφόρος χρησιμοποιούνταν με την</p><p>κυριολεκτική του έννοια, δηλαδή αυτή του ʺφορέα φωτόςʺ. Ή,</p><p>αλλιώς, ʺΠεφωτισμένουʺ».</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε και η φωνή του ακούστηκε ξαφνικά τρομερά</p><p>μελαγχολική.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, παρακαλώ, καθίστε».</p><p>Ο Λάνγκντον κάθισε διστακτικά σε μια καρέκλα καλυμμένη με</p><p>ένα λεπτό στρώμα πάγου.</p><p>Ο Κέλερ μετακίνησε την πολυθρόνα του πιο κοντά του.</p><p>«Δεν είμαι βέβαιος ότι κατανοώ απόλυτα όλα όσα μου είπατε</p><p>μόλις τώρα, όμως γνωρίζω ένα πράγμα: Ο Λεονάρντο Βέτρα ήταν</p><p>ένα εξαιρετικά πολύτιμο κεφάλαιο για το CERN. Επίσης, ήταν</p><p>φίλος μου.</p><p>Χρειάζομαι τη βοήθεια σας ώστε να εντοπίσω τους</p><p>Πεφωτισμένους».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε πώς να αντιδράσει σε αυτό.</p><p>«Να εντοπίσετε τους Πεφωτισμένους;» Αστειεύεται, δεν μπορεί</p><p>να το εννοεί... «Φοβάμαι, κύριε, ότι κάτι τέτοιο είναι απολύτως</p><p>αδύνατον».</p><p>Το μέτωπο του Κέλερ ζάρωσε.</p><p>«Τι εννοείτε; Δε θα...»</p><p>«Κύριε Κέλερ» ‐ο Λάνγκντον έγειρε προς το μέρος του</p><p>οικοδεσπότη του, αβέβαιος ακόμα για το πώς θα μπορούσε να τον</p><p>κάνει να καταλάβει αυτό που ετοιμαζόταν να του πει‐, «δεν</p><p>ολοκλήρωσα την ιστορία μου. Παρά τις ενδείξεις που έχουμε,</p><p>είναι εξαιρετικά απίθανο το σημάδι αυτό να έγινε από τους</p><p>Πεφωτισμένους. Δεν υπάρχει απολύτως καμία απόδειξη για την</p><p>ύπαρξη τους εδώ και πάνω από μισό αιώνα, και οι περισσότεροι</p><p>μελετητές συμφωνούν ότι οι Illuminati έχουν διαλυθεί εδώ και</p><p>πολλά χρόνια».</p><p>Τα λόγια του προσέκρουσαν σε έναν τοίχο σιωπής. Ο Κέλερ</p><p>κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο κάπου στο λευκό πέπλο της</p><p>ομίχλης, ενώ η έκφραση του πρόδινε κάτι ανάμεσα σε κατάπληξη</p><p>και θυμό.</p><p>«Πώς είναι δυνατόν να μου λέτε ότι η ομάδα αυτή έχει εκλείψει,</p><p>όταν το όνομα τους γράφτηκε με πύρινα γράμματα στο σώμα</p><p>αυτού του άντρα!»</p><p>Ο Λάνγκντον παιδευόταν με την ίδια ερώτηση ολόκληρο το</p><p>πρωινό. Η εμφάνιση του αμφιγράμματος της αδελφότητας</p><p>αποτελούσε συγκλονιστική αποκάλυψη. Οι μελετητές συμβόλων</p><p>σε ολόκληρο τον κόσμο θα έμεναν έκθαμβοι. Ωστόσο, ως</p><p>ακαδημαϊκός, ο Λάνγκντον κατανοούσε ότι η επανεμφάνιση του</p><p>συμβόλου δεν αποδείκνυε τίποτα απολύτως σχετικά με τους</p><p>Πεφωτισμένους.</p><p>«Τα σύμβολα», είπε ο Λάνγκντον, «με κανέναν τρόπο δεν</p><p>επιβεβαιώνουν την παρουσία των αρχικών δημιουργών τους».</p><p>«Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;»</p><p>«Σημαίνει πως, όταν οργανωμένες αδελφότητες όπως αυτή των</p><p>Πεφωτισμένων παύουν να υφίστανται, τα σύμβολα τους</p><p>παραμένουν... διαθέσιμα και μπορούν να υιοθετηθούν από άλλες</p><p>ομάδες. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ʺμεταβίβασηʺ και είναι</p><p>πολύ συνηθισμένο στη θρησκευτική εικονολογία. Οι Ναζί πήραν</p><p>τη σβάστικα από τους ινδουιστές, οι χριστιανοί πήραν το σταυρό</p><p>από τους Αιγυπτίους, οι...»</p><p>«Σήμερα το πρωί», αντέτεινε ο Κέλερ, «όταν πληκτρολόγησα τη</p><p>λέξη ʺIlluminatiʺ στον υπολογιστή, εμφανίστηκαν χιλιάδες</p><p>τρέχουσες αναφορές. Προφανώς πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι η</p><p>ομάδα αυτή παραμένει ενεργή».</p><p>«Συνωμοσιολόγοι», απάντησε ο Λάνγκντον.</p><p>Πάντοτε τον ενοχλούσε η πληθώρα των θεωριών συνωμοσίας που</p><p>κυκλοφορούσαν και διαπότιζαν τη σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα.</p><p>Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης λάτρευαν τους αποκαλυπτικούς</p><p>τίτλους, ενώ διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «ειδικοί» σε θέματα</p><p>μυστικών οργανώσεων συνέχιζαν να εκμεταλλεύονται την</p><p>αναταραχή που προκλήθηκε με την αλλαγή της χιλιετίας,</p><p>αφήνοντας να διαρρεύσουν ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες οι</p><p>Πεφωτισμένοι ζουν και βασιλεύουν και ετοιμάζονται να</p><p>επιβάλουν τη δική τους Νέα Παγκόσμια Τάξη.</p><p>Πρόσφατα οι New York Times είχαν δημοσιεύσει ένα άρθρο</p><p>σχετικά με τους μυστηριώδεις δεσμούς με το μασονισμό</p><p>αναρίθμητων διάσημων προσώπων, μεταξύ των οποίων ο σερ</p><p>Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο δούκας του Κεντ, ο Πίτερ Σέλερς, ο</p><p>συνθέτης Ίρβινγκ Μπερλίν, ο πρίγκιπας Φίλιππος, ο Λούις</p><p>Άρμστρονγκ, καθώς και μια ολόκληρη σειρά από πολύ γνωστούς</p><p>βιομηχάνους και τραπεζίτες της σύγχρονης εποχής.</p><p>Ο Κέλερ έκανε μια οργισμένη χειρονομία προς το σώμα του</p><p>Βέτρα.</p><p>«Αν λάβουμε υπόψη τις ενδείξεις, θα έλεγα ότι ίσως οι</p><p>Συνωμοσιολόγοι να έχουν δίκιο».</p><p>«Καταλαβαίνω τι εντύπωση μπορεί να δίνεται», είπε ο Λάνγκντον</p><p>όσο πιο διπλωματικά μπορούσε. «Κι όμως, μια πολύ πιο πιθανή</p><p>εξήγηση είναι ότι κάποια άλλη οργάνωση οικειοποιήθηκε το</p><p>σύμβολο των Πεφωτισμένων και το χρησιμοποιεί για τους δικούς</p><p>της σκοπούς».</p><p>«Τι είδους σκοπούς; Τι αποδεικνύει αυτός ο φόνος;»</p><p>Καλή ερώτηση, σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Και ο ίδιος άλλωστε</p><p>δυσκολευόταν να φανταστεί για ποιο λόγο θα ήθελε κάποιος να</p><p>επαναφέρει στο προσκήνιο το σύμβολο της αδελφότητας μετά</p><p>από τετρακόσια χρόνια.</p><p>«Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι, ακόμα κι αν οι</p><p>Πεφωτισμένοι παραμένουν ενεργοί μέχρι σήμερα ‐πράγμα για το</p><p>οποίο είμαι απόλυτα βέβαιος ότι δε συμβαίνει‐, δε θα είχαν καμία</p><p>συμμετοχή στο θάνατο του Λεονάρντο Βέτρα».</p><p>«Όχι;»</p><p>«Όχι. Μπορεί οι Πεφωτισμένοι να στόχευαν στην εξάλειψη του</p><p>χριστιανισμού, όμως ασκούσαν την επιρροή τους με πολιτικά και</p><p>οικονομικά μέσα, όχι με τρομοκρατικές ενέργειες. Επιπλέον, οι</p><p>Illuminati διέθεταν αυστηρό κώδικα ηθικής όσον αφορά το ποιους</p><p>θεωρούσαν εχθρούς τους. Τους ανθρώπους της επιστήμης τους</p><p>είχαν σε υψηλή εκτίμηση. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έχουν</p><p>δολοφονήσει ένα συνάδελφο επιστήμονα, όπως τον Λεονάρντο</p><p>Βέτρα».</p><p>Τα μάτια του Κέλερ έγιναν τόσο ψυχρά όσο δύο παγωμένοι</p><p>κρύσταλλοι.</p><p>«Μάλλον παρέλειψα να σας αναφέρω ότι ο Λεονάρντο Βέτρα</p><p>κάθε άλλο παρά ένας συνηθισμένος επιστήμονας ήταν».</p><p>Ο Λάνγκντον ξεφύσηξε, προσπαθώντας να διατηρήσει την</p><p>υπομονή του.</p><p>«Κύριε Κέλερ, είμαι βέβαιος ότι ο Λεονάρντο Βέτρα ήταν ένας</p><p>λαμπρός επιστήμονας από πολλές απόψεις, όμως το γεγονός</p><p>παραμένει...»</p><p>Χωρίς προειδοποίηση, ο Κέλερ έκανε μεταβολή με την πολυθρόνα</p><p>του και βγήκε με ταχύτητα από το καθιστικό, αφήνοντας πίσω</p><p>του στροβίλους ομίχλης καθώς εξαφανιζόταν σε κάποιο</p><p>διάδρομο.</p><p>Μα για όνομα του Θεού! γκρίνιαξε από μέσα του ο Λάνγκντον.</p><p>Τον ακολούθησε. Ο Κέλερ τον περίμενε σε μια μικρή εσοχή στο</p><p>τέρμα του διαδρόμου.</p><p>«Αυτό είναι το γραφείο του Λεονάρντο», είπε ο διευθυντής</p><p>γνέφοντας προς τη συρόμενη πόρτα. «Ίσως όταν το δείτε να</p><p>αντιληφθείτε τα πράγματα διαφορετικά».</p><p>Με ένα κάπως άκομψο βογκητό, ο Κέλερ τράβηξε με δύναμη την</p><p>πόρτα, που άνοιξε διάπλατα.</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε μέσα στο γραφείο και αμέσως ένιωσε να</p><p>του σηκώνεται η τρίχα. Παναγία μου! είπε από μέσα του.</p><p>12</p><p>Σε ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ ένας νεαρός φρουρός καθόταν</p><p>υπομονετικά μπροστά σε μια τεράστια κονσόλα με οθόνες.</p><p>Παρακολουθούσε τις εικόνες να εναλλάσσονται μπροστά στα</p><p>μάτια του, ζωντανές εικόνες από εκατοντάδες ασύρματες</p><p>βιντεοκάμερες οι οποίες είχαν τοποθετηθεί στο αχανές</p><p>συγκρότημα για λόγους ασφάλειας. Οι εικόνες εναλλάσσονταν</p><p>αδιάκοπα, ασταμάτητα.</p><p>Ένας πλούσια διακοσμημένος διάδρομος.</p><p>Ένα ιδιωτικό γραφείο.</p><p>Μια κουζίνα στο μέγεθος μικρής βιομηχανίας.</p><p>Με τις σκηνές να διαδέχονται η μια την άλλη, ο φρουρός τίναξε το</p><p>κεφάλι για να συγκεντρώσει ξανά την προσοχή του, καθώς είχε</p><p>αφαιρεθεί για μια στιγμή. Πλησίαζε το τέλος της βάρδιας του,</p><p>όμως παρέμενε ακόμα σε εγρήγορση. Η υπηρεσία του αποτελούσε</p><p>εξαιρετική τιμή. Κάποια μέρα θα ανταμειβόταν, κερδίζοντας το</p><p>απόλυτο βραβείο...</p><p>Και ενώ οι σκέψεις του ακολουθούσαν το δικό τους δρόμο, μια</p><p>εικόνα που πέρασε από μπροστά του τον έθεσε σε κατάσταση</p><p>συναγερμού. Ξαφνικά, με ένα ανακλαστικό τίναγμα που</p><p>ξάφνιασε ακόμα</p><p>και τον ίδιο, το χέρι του τεντώθηκε και κατέβηκε</p><p>με δύναμη σε ένα κουμπί στον πίνακα ελέγχου. Η εικόνα</p><p>μπροστά του πάγωσε.</p><p>Με τα νεύρα του τεντωμένα, έγειρε προς την οθόνη για να τη</p><p>μελετήσει πιο προσεκτικά. Η σχετική ένδειξη τον πληροφορούσε</p><p>ότι η εικόνα μεταδιδόταν από την κάμερα νούμερο 86, μια κάμερα</p><p>που υποτίθεται ότι παρακολουθούσε ένα διάδρομο.</p><p>Όμως αυτή που είχε μπροστά του σίγουρα δεν ήταν η εικόνα ενός</p><p>διαδρόμου.</p><p>13</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΕΜΕΙΝΕ να κοιτάζει κατάπληκτος το γραφείο</p><p>που ανοιγόταν μπροστά του.</p><p>«Τι είναι αυτό το μέρος;»</p><p>Παρά την ευχάριστη αίσθηση του ζεστού αέρα που τον χτύπησε</p><p>στο πρόσωπο, πέρασε το κατώφλι της πόρτας με έντονη ταραχή.</p><p>Ο Κέλερ τον ακολούθησε στο δωμάτιο χωρίς να μιλήσει.</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε το χώρο, χωρίς όμως να μπορεί να</p><p>καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα. Στο γραφείο υπήρχε η πιο</p><p>αλλόκοτη συλλογή τεχνουργημάτων που είχε δει ποτέ του. Στον</p><p>απέναντι τοίχο, κυριαρχώντας σε ολόκληρο το δωμάτιο, υπήρχε</p><p>ένας τεράστιος ξύλινος Εσταυρωμένος, τον οποίο ο Λάνγκντον</p><p>χρονολόγησε γύρω στο δέκατο τέταρτο αιώνα, εκτιμώντας ότι</p><p>πιθανότατα προερχόταν από την Ισπανία. Πάνω από τον</p><p>Εσταυρωμένο, κρεμασμένο από την οροφή, βρισκόταν ένα</p><p>μεταλλικό μοντέλο που παρουσίαζε την τροχιά των πλανητών</p><p>του ηλιακού μας συστήματος.</p><p>Στα αριστερά υπήρχε μια ελαιογραφία της Παρθένου Μαρίας, με</p><p>έναν καπλαντισμένο περιοδικό πίνακα των στοιχείων δίπλα του.</p><p>Στον πλαϊνό τοίχο δυο ακόμα μπρούτζινοι Εσταυρωμένοι</p><p>πλαισίωναν μια αφίσα του Άλμπερτ Αϊνστάιν που στο κάτω</p><p>μέρος της έφερε την περίφημη ρήση:</p><p>Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ ΖΑΡΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.</p><p>Ο Λάνγκντον άρχισε να κινείται μέσα στο δωμάτιο κοιτάζοντας</p><p>έκπληκτος τριγύρω του. Μια δερματόδετη Βίβλος ήταν</p><p>ακουμπισμένη στο γραφείο του Βέτρα, δίπλα σε ένα πλαστικό</p><p>μοντέλο του ατόμου και μια μικρογραφία του Μωυσή του Μιχαήλ</p><p>Άγγελου.</p><p>Αυτό θα πει εκλεκτισμός, σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Η ζέστη ήταν</p><p>ευχάριστη, όμως κάτι στη διακόσμηση τον έκανε να ανατριχιάσει</p><p>και πάλι ολόκληρος. Ένιωσε σαν να γινόταν μάρτυρας της</p><p>σύγκρουσης δύο φιλοσοφικών τιτάνων, σαν να βρισκόταν</p><p>μπροστά σε μια παράδοξη σύγχυση δύο αντικρουόμενων</p><p>δυνάμεων. Έριξε μια ματιά στους τίτλους των βιβλίων στο ράφι:</p><p>Σωματίδιο Θεός*</p><p>Το Τάο της Φυσικής**</p><p>Θεός: Οι Αποδείξεις***</p><p>Ένας από τους βιβλιοστάτες είχε χαραγμένη πάνω του μια</p><p>φράση:</p><p>* Leon Lederman & Dick Teresi, The God Particle: If the Universe is the Answer, What</p><p>is the Question?, Houghton Mifflin Co., 1993. (Σ.τ.Ε.)</p><p>** Fritjof Capra, The Tao of Physics: An Exploration of the Parallels between Modern</p><p>Physics and Eastern Mysticism, Shambhala Publications, 1975. (Σ.τ.Ε.)</p><p>*** Patrick Glynn, God: The Evidence - The Reconciliation of Faith and Reason in</p><p>Postsecular World, Pitma Publishing, 1997. (Σ.τ.Ε.)</p><p>Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΘΕΟ</p><p>ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ</p><p>‐ ΠΑΠΑΣ ΠΙΟΣ IBʹ*</p><p>«Ο Λεονάρντο ήταν καθολικός ιερέας», είπε ο Κέλερ.</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Ιερέας; Νόμιζα ότι είχατε πει πως ήταν φυσικός».</p><p>«Ήταν και τα δυο. Υπάρχουν στην ιστορία αρκετά παραδείγματα</p><p>αντρών που υπηρέτησαν ταυτόχρονα τη θρησκεία και την</p><p>επιστήμη. Ο Λεονάρντο ήταν ένας από αυτούς. Έβλεπε τη φυσική</p><p>ως το ʺφυσικό νόμο του Θεούʺ. Υποστήριζε ότι η υπογραφή του</p><p>Θεού διακρίνεται καθαρά στη φυσική τάξη που υπάρχει γύρω</p><p>μας. Μέσω της επιστήμης έλπιζε να αποδείξει την ύπαρξη του</p><p>Θεού στις μάζες όλων αυτών που την αμφισβητούν. Θεωρούσε</p><p>τον εαυτό του θεο‐φυσικό».</p><p>Θεο‐φυσικός; Στον Λάνγκντον ο όρος ακούστηκε εντελώς</p><p>οξύμωρος.</p><p>«Στο πεδίο της φυσικής στοιχειωδών σωματιδίων», είπε ο Κέλερ,</p><p>«έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες απίστευτες ανακαλύψεις</p><p>πρόσφατα. Ανακαλύψεις που έχουν έντονα πνευματικές</p><p>προεκτάσεις. Ο Λεονάρντο ήταν υπεύθυνος για πολλές από</p><p>αυτές».</p><p>Ο Λάνγκντον παρατήρησε προσεκτικά το διευθυντή του CERN,</p><p>προσπαθώντας να χωνέψει όσα έβλεπε σε αυτό το παράδοξο</p><p>περιβάλλον.</p><p>«Πνευματικότητα και φυσική;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στη μελέτη της</p><p>* Φράση από την ομιλία του Πάπα Πίου του IB' στην Παπική Ακαδημία των</p><p>Επιστημών στις 22 Νοεμβρίου 1951. (Σ.τ.Ε.)</p><p>θρησκευτικής ιστορίας, κι αν υπήρχε ένα μοτίβο που επα‐</p><p>ναλαμβανόταν διαρκώς, αυτό αφορούσε το ότι η επιστήμη και η</p><p>θρησκεία ήταν από την πρώτη μέρα όπως το λάδι με το νερό:</p><p>αιώνιοι αντίπαλοι, ασυμβίβαστες έννοιες.</p><p>«Ο Βέτρα ήταν από τους πρωτοπόρους της φυσικής στοιχειωδών</p><p>σωματιδίων», είπε ο Κέλερ. «Είχε αρχίσει να συγκεράζει την</p><p>επιστήμη με τη θρησκεία, αποδεικνύοντας ότι η μια συμπληρώνει</p><p>την άλλη με τους πιο απροσδόκητους τρόπους. Ονόμαζε το πεδίο</p><p>αυτό ʺΝέα Φυσικήʺ».</p><p>Ο Κέλερ κατέβασε ένα βιβλίο από το ράφι και το έδωσε στον</p><p>Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος μελέτησε προσεκτικά το εξώφυλλο: Θεός, Θαύματα και</p><p>Νέα Φυσική, του Λεονάρντο Βέτρα.</p><p>«Το πεδίο είναι σχετικά μικρό», είπε ο Κέλερ, «όμως προσφέρει</p><p>νέες απαντήσεις σε ορισμένα παλιά ερωτήματα. Ερωτήματα</p><p>σχετικά με την προέλευση του σύμπαντος και των δυνάμεων που</p><p>ενώνουν όλους εμάς. Ο Λεονάρντο πίστευε ότι η έρευνά του είχε</p><p>τη δυνατότητα να οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπους σε μια</p><p>περισσότερο πνευματική ζωή. Πέρυσι απέδειξε με τρόπο</p><p>αδιαμφισβήτητο την ύπαρξη μιας ενεργειακής δύναμης που</p><p>ενώνει όλους τους ανθρώπους.</p><p>Για την ακρίβεια, έδειξε στην πράξη ότι όλοι μας συνδεόμαστε με</p><p>φυσικό τρόπο, ότι τα μόρια του σώματος μας είναι συνδεδεμένα</p><p>με τα μόρια των σωμάτων των άλλων, ότι υπάρχει μια ενέργεια η</p><p>οποία ρέει μέσα σε όλους μας».</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωθε αναστατωμένος.</p><p>«Δηλαδή ο Βέτρα είχε ανακαλύψει έναν τρόπο για να αποδείξει</p><p>ότι τα μόρια συνδέονται μεταξύ τους;»</p><p>«Είχε βρει ατράνταχτες αποδείξεις. Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε</p><p>πρόσφατα στο Scientific American χαιρέτιζε τη Νέα Φυσική ως ένα</p><p>ασφαλέστερο μονοπάτι προς το Θεό από την ίδια τη θρησκεία».</p><p>Αυτό το τελευταίο σχόλιο αποδείχτηκε καίριο. Ο Λάνγκντον</p><p>συνέλαβε τον εαυτό του να σκέφτεται τους αντίθρησκους</p><p>Πεφωτισμένους. Απρόθυμα, πίεσε τον εαυτό του να εξετάσει</p><p>θεωρητικά, έστω και προς στιγμήν, την πιθανότητα να έχει</p><p>συμβεί το αδιανόητο. Αν οι Illuminati υπήρχαν ακόμα, θα</p><p>αποφάσιζαν να σκοτώσουν τον Λεονάρντο προκειμένου να τον</p><p>εμποδίσουν να μεταφέρει το θρησκευτικό του μήνυμα στις μάζες;</p><p>Ο Λάνγκντον απόδιωξε τη σκέψη. Παράλογο! Οι Πεφωτισμένοι</p><p>αποτελούν ιστορία! Όλοι οι ακαδημαϊκοί το γνωρίζουν αυτό!</p><p>«Ο Βέτρα είχε πολλούς εχθρούς στον επιστημονικό κόσμο»,</p><p>συνέχισε ο Κέλερ. «Πολλοί υπέρμαχοι της αμιγούς επιστήμης τον</p><p>απεχθάνονταν. Ακόμα και εδώ στο CERN. Θεωρούσαν ότι η</p><p>χρήση της αναλυτικής φυσικής με σκοπό να στηριχτούν</p><p>θεολογικές αρχές αποτελούσε προδοσία σε βάρος της επιστήμης».</p><p>«Μα οι σύγχρονοι επιστήμονες δεν έχουν λιγότερο επιφυλακτική</p><p>στάση απέναντι στη θρησκεία;»</p><p>Ο Κέλερ ρουθούνισε εκνευρισμένος.</p><p>«Για ποιο λόγο θα έπρεπε να είμαστε λιγότερο επιφυλακτικοί; Η</p><p>εκκλησία μπορεί να μη στέλνει πλέον τους επιστήμονες στην</p><p>πυρά, όμως, αν νομίζετε ότι έχει πάψει να επιχειρεί να ελέγξει</p><p>την επιστήμη, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθείτε για ποιο λόγο</p><p>στα μισά σχολεία της χώρας σας δεν επιτρέπεται η διδασκαλία</p><p>της θεωρίας της εξέλιξης. Αναρωτηθείτε για ποιο λόγο η</p><p>Αμερικανική Χριστιανική Συμμαχία είναι ο ισχυρότερος</p><p>οργανισμός ενάντια στην επιστημονική πρόοδο σε ολόκληρο τον</p><p>κόσμο. Ο πόλεμος ανάμεσα στην επιστήμη και στη θρησκεία</p><p>συνεχίζει να μαίνεται, κύριε Λάνγκντον.</p><p>Μπορεί το μέτωπο να μετακινήθηκε από τα πεδία των μαχών στις</p><p>αίθουσες των συνεδριάσεων, όμως ο πόλεμος συνεχίζει να</p><p>μαίνεται».</p><p>Ο Λάνγκντον συνειδητοποίησε ότι ο Κέλερ είχε δίκιο. Μόλις την</p><p>περασμένη βδομάδα η Θεολογική</p><p>Σχολή του Χάρβαρντ είχε</p><p>οργανώσει πορεία προς το κτίριο του Τομέα Βιολογίας</p><p>διαμαρτυρόμενη για το γεγονός ότι η γενετική μηχανική αποτελεί</p><p>μέρος του προγράμματος σπουδών της σχολής. Ο πρόεδρος του</p><p>Τομέα Βιολογίας, ο διάσημος ορνιθολόγος Ρίτσαρντ Ααρόνιαν,</p><p>υπερασπίστηκε το πρόγραμμα σπουδών του τμήματος του</p><p>αναρτώντας ένα τεράστιο πανό στο παράθυρο του γραφείου του.</p><p>Το πανό απεικόνιζε το χριστιανικό ιχθύ, με τη διαφορά ότι ο</p><p>συγκεκριμένος διέθετε τέσσερα ποδαράκια, ως φόρο τιμής, όπως</p><p>ισχυρίστηκε ο Ααρόνιαν, στην εξέλιξη των αφρικανικών δίπνοων</p><p>ψαριών* που βγήκαν στη στεριά. Κάτω από το ψάρι, αντί για τα</p><p>αρχικά ΙΧΘΥΣ**, ήταν γραμμένο με κεφαλαία το όνομα του</p><p>Δαρβίνου με ένα μεγάλο θαυμαστικό.</p><p>Τις σκέψεις του διέκοψε ένας διαπεραστικός βόμβος, που έκανε</p><p>τον Λάνγκντον να σηκώσει τα μάτια του. Ο Κέλερ έφερε τα χέρια</p><p>του στη σειρά των ηλεκτρονικών συσκευών που ήταν</p><p>ενσωματωμένες στην πολυθρόνα του. Έβγαλε ένα βομβητή από</p><p>τη θήκη του και διάβασε το εισερχόμενο μήνυμα.</p><p>«Ωραία! Ήταν η κόρη του Λεονάρντο. Η κυρία Βέτρα φτάνει αυτή</p><p>τη στιγμή που μιλάμε στο ελικοδρόμιο. Θα τη συναντήσουμε εκεί.</p><p>Νομίζω ότι είναι καλύτερα να μην ανέβει ως εδώ και δει τον</p><p>πατέρα της σε αυτή την κατάσταση».</p><p>Ο Λάνγκντον συμφώνησε. Κανενός το παιδί δεν άξιζε να υποστεί</p><p>τέτοιο σοκ.</p><p>«Θα ζητήσω από την κυρία Βέτρα να μας εξηγήσει το αντικείμενο</p><p>πάνω στο οποίο εργάζονταν η ίδια και ο πατέρας της.</p><p>Ενδεχομένως αυτό να ρίξει φως στους λόγους για τους οποίους</p><p>εκείνος δολοφονήθηκε».</p><p>* Είδος ψαριών που, εκτός από βράγχια, διέθεταν και όργανα με τα οποία</p><p>μπορούσαν να αναπνέουν τον ατμοσφαιρικό αέρα. Σύμφωνα με μια θεωρία, από</p><p>αυτά προήλθαν τα πρώτα σπονδυλωτά που περπάτησαν στη Γη στο πλαίσιο</p><p>της διαδικασίας της εξέλιξης των ειδών. Οι αφρικανικοί δίπνοοι ονομάζονται</p><p>και πρωτόπτεροι αιθιοπικοί. (Σ.τ.Ε.)</p><p>** Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. (Σ.τ.Ε.)</p><p>«Πιστεύετε ότι η έρευνα του Βέτρα ήταν η αιτία της δολοφονίας</p><p>του;»</p><p>«Είναι πολύ πιθανό. Ο Λεονάρντο μου είχε πει ότι εργαζόταν</p><p>πάνω σε κάτι πρωτοποριακό. Αυτό ήταν και το μόνο σχόλιο που</p><p>είχε κάνει. Είχε γίνει πολύ μυστικοπαθής όσον αφορά το</p><p>αντικείμενο της ερευνάς του. Διέθετε ιδιωτικό εργαστήριο και</p><p>απαιτούσε απομόνωση, την οποία ευχαρίστως του πρόσφερα,</p><p>αφού επρόκειτο για λαμπρό επιστήμονα. Το τελευταίο διάστημα η</p><p>ερευνά του απαιτούσε τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας,</p><p>όμως είχα αποφύγει να τον ρωτήσω σχετικά». Ο Κέλερ έστρεψε</p><p>την πολυθρόνα του προς την πόρτα του γραφείου. «Υπάρχει όμως</p><p>κάτι ακόμα που πρέπει να γνωρίζετε πριν αφήσουμε αυτό το</p><p>διαμέρισμα».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήταν βέβαιος ότι ήθελε να το μάθει.</p><p>«Ο δολοφόνος απέσπασε κάτι από τον Βέτρα».</p><p>«Του απέσπασε κάτι;»</p><p>«Ακολουθήστε με».</p><p>Ο διευθυντής οδήγησε την πολυθρόνα του πίσω στο ομιχλώδες</p><p>καθιστικό. Ο Λάνγκντον ακολούθησε, χωρίς να ξέρει τι έπρεπε να</p><p>περιμένει. Ο Κέλερ μετακίνησε την πολυθρόνα του προσεκτικά,</p><p>για να σταματήσει ελάχιστα εκατοστά από το σώμα του Βέτρα.</p><p>Έκανε νόημα στον Λάνγκντον να έρθει δίπλα του. Εκείνος</p><p>πλησίασε απρόθυμα, αφού η δυσωδία από τα παγωμένα ούρα του</p><p>θύματος του προκαλούσε τάση για εμετό.</p><p>«Κοιτάξτε το πρόσωπο του», είπε ο Κέλερ.</p><p>Να κοιτάξω το πρόσωπό του; Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε.</p><p>Νόμιζα ότι είχε πει πως κάτι είχε κλαπεί.</p><p>Διστακτικά, ο Λάνγκντον γονάτισε. Προσπάθησε να δει το</p><p>πρόσωπο του Βέτρα, όμως το κεφάλι ήταν στριμμένο σε μια γωνία</p><p>εκατόν ογδόντα μοιρών, με το πρόσωπο κολλημένο στο χαλί.</p><p>Παλεύοντας να ξεπεράσει τη δυσχέρεια στις κινήσεις που του</p><p>προκαλούσε η αναπηρία του, ο Κέλερ έσκυψε και προσεκτικά</p><p>έστρεψε το παγωμένο κεφάλι του Βέτρα προς το μέρος τους. Τα</p><p>σπασμένα κόκαλα του λαιμού έκαναν έναν ανατριχιαστικό</p><p>θόρυβο καθώς το πρόσωπο του πτώματος αποκαλυπτόταν σιγά</p><p>σιγά, συσπασμένο από την αγωνία και τον τρόμο των τελευταίων</p><p>στιγμών.</p><p>«Χριστέ μου!» αναφώνησε ο Λάνγκντον, πισωπατώντας από τη</p><p>φρίκη. Το πρόσωπο του Βέτρα ήταν πλημμυρισμένο από αίμα.</p><p>Ένα και μοναδικό άψυχο ανοιχτό καστανό μάτι τον κοιτούσε; Η</p><p>άλλη κόγχη ήταν κομματιασμένη και άδεια. «Έκλεψαν το μάτι</p><p>του;»</p><p>14</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΑΙΣΘΑΝΘΗΚΕ ανακούφιση όταν βγήκε από το</p><p>Κτίριο Γ έξω στον καθαρό αέρα, ευγνώμων που είχε αφήσει πίσω</p><p>του το διαμέρισμα του Βέτρα. Ο ήλιος βοήθησε να διαλυθεί η</p><p>εικόνα της άδειας κόγχης, που είχε καρφωθεί στο μυαλό του.</p><p>«Από δω, παρακαλώ», είπε ο Κέλερ, παίρνοντας ένα απότομο</p><p>ανηφορικό μονοπάτι. Η ηλεκτροκίνητη πολυθρόνα φαινόταν να</p><p>μη δυσκολεύεται να αναπτύξει ταχύτητα. «Η κυρία Βέτρα θα</p><p>φτάσει από στιγμή σε στιγμή».</p><p>Ο Λάνγκντον άνοιξε το βήμα του για να τον προλάβει.</p><p>«Λοιπόν», ρώτησε ο Κέλερ, «συνεχίζετε να αμφιβάλλετε για τη</p><p>συμμετοχή των Πεφωτισμένων;»</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε πια τι έπρεπε να σκεφτεί. Οι</p><p>θρησκευτικές πεποιθήσεις του Βέτρα αποτελούσαν οπωσδήποτε</p><p>ένα στοιχείο προβληματισμού, όμως δεν μπορούσε να πείσει τον</p><p>εαυτό του να αγνοήσει όλα τα στοιχεία και τις αποδείξεις που είχε</p><p>ερευνήσει σε ολόκληρη την ακαδημαϊκή πορεία του. Εξάλλου</p><p>ήταν και το ζήτημα του ματιού...</p><p>«Εξακολουθώ να υποστηρίζω», είπε ο Λάνγκντον, σε πιο έντονο</p><p>ύφος απʹ ό,τι σκόπευε, «ότι οι Πεφωτισμένοι δεν είναι υπεύθυνοι</p><p>για αυτή τη δολοφονία. Το χαμένο μάτι είναι η απόδειξη».</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Ο τυχαίος ακρωτηριασμός», εξήγησε ο Λάνγκντον, «είναι κάτι</p><p>που... δεν ταιριάζει καθόλου στους Πεφωτισμένους. Οι ειδικοί στις</p><p>μυστικές οργανώσεις έχουν καταγράψει ασύνδετα περιστατικά</p><p>παραμορφώσεων από νεόκοπες περιθωριακές ομάδες, από</p><p>ζηλωτές που πραγματοποιούν τυχαίες τρομοκρατικές ενέργειες.</p><p>Όμως οι Πεφωτισμένοι κινούνταν πάντοτε βάσει προγράμματος,</p><p>προσεκτικά».</p><p>«Προσεκτικά; Η χειρουργική αφαίρεση του βολβού του ματιού</p><p>ενός ανθρώπου δεν αποτελεί προσεκτικά σχεδιασμένη και</p><p>εκτελεσμένη ενέργεια;»</p><p>«Δε στέλνει κάποιο σαφές μήνυμα. Δεν εξυπηρετεί κάποιον</p><p>απώτερο σκοπό».</p><p>Η πολυθρόνα του Κέλερ σταμάτησε απότομα στην κορυφή του</p><p>λόφου. Γύρισε προς το συνομιλητή του.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, πιστέψτε με, το χαμένο μάτι εξυπηρετεί</p><p>κάποιον απώτερο σκοπό. Δεν μπορεί να το βάλει ο νους σας».</p><p>Την ώρα που οι δυο άντρες διέσχιζαν το καταπράσινο ύψωμα από</p><p>κάπου στα δυτικά ακούστηκε ο ήχος από ένα ελικόπτερο. Το</p><p>αεροσκάφος εμφανίστηκε ξαφνικά, διαγράφοντας μια καμπύλη</p><p>πάνω από την ανοιχτή πεδιάδα καθώς χαμήλωνε προς το μέρος</p><p>τους. Έστριψε απότομα και στη συνέχεια έκοψε ταχύτητα και</p><p>έμεινε να αιωρείται πάνω από ένα ελικοδρόμιο που οι γραμμές</p><p>του ήταν χαραγμένες με μπογιά στο γρασίδι.</p><p>Ο Λάνγκντον παρακολουθούσε αφηρημένος, με το μυαλό του να</p><p>διαγράφει κύκλους όπως ο έλικας. Αναρωτιόταν αν ένας καλός</p><p>βραδινός ύπνος θα τον βοηθούσε να ξεπεράσει τη σύγχυση που</p><p>αισθανόταν εκείνη τη στιγμή και να δει τα πράγματα πιο καθαρά.</p><p>Για κάποιο λόγο, αμφέβαλλε.</p><p>Μόλις τα πέδιλα του ελικοπτέρου ακούμπησαν στο έδαφος, ένας</p><p>πιλότος κατέβηκε και άρχισε να ξεφορτώνει διάφορα αντικείμενα,</p><p>όπως σάκους, αδιάβροχα σακίδια, φιάλες καταδύσεων και κιβώτια</p><p>που έδειχναν να περιέχουν προηγμένο καταδυτικό εξοπλισμό.</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε μπερδεμένος.</p><p>«Αυτός είναι ο εξοπλισμός της κυρίας Βέτρα;» φώναξε στον Κέλερ</p><p>για να ακουστεί πάνω από το θόρυβο των μηχανών του</p><p>ελικοπτέρου.</p><p>Ο Κέλερ έγνεψε καταφατικά και του απάντησε φωνάζοντας</p><p>δυνατά:</p><p>«Έκανε κάποια βιολογική έρευνα στο πέλαγος των Βαλεαρίδων».</p><p>«Νόμιζα ότι είπατε πως είναι φυσικός»</p><p>«Είναι. Συγκεκριμένα, είναι υδροφυσικός με ειδίκευση στη</p><p>βιολογική αλληλεξάρτηση. Μελετάει την αλληλοσύνδεση μεταξύ</p><p>των διαφόρων βιολογικών συστημάτων. Το έργο της συνδέεται</p><p>στενά με εκείνο του πατέρα της στο πεδίο της φυσικής</p><p>στοιχειωδών σωματιδίων. Πρόσφατα κατέρριψε μια από τις</p><p>θεμελιώδεις θεωρίες του</p><p>Αϊνστάιν χρησιμοποιώντας συγχρο‐</p><p>νισμένες κάμερες προκειμένου να παρακολουθήσει ένα κοπάδι</p><p>τόνων».</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε προσεκτικά το πρόσωπο του οικοδεσπότη</p><p>του ψάχνοντας για κάποια ένδειξη ότι αστειευόταν. Τι σχέση έχει</p><p>ο Αϊνστάιν με τους τόνους; Είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως το</p><p>διαστημικό αεροσκάφος Χ‐33 τον είχε αφήσει κατά λάθος σε</p><p>άλλον πλανήτη.</p><p>Την επόμενη στιγμή η Βιτόρια Βέτρα έκανε την εμφάνιση της,</p><p>αναδυόμενη από την άτρακτο του ελικοπτέρου. Ο Ρόμπερτ</p><p>Λάνγκντον συνειδητοποίησε ότι εκείνη η μέρα θα του</p><p>επιφύλασσε ατελείωτες εκπλήξεις. Έτσι όπως κατέβαινε από το</p><p>ελικόπτερο, ντυμένη με χακί σορτς και λευκό αμάνικο πουκάμισο,</p><p>η Βιτόρια Βέτρα δεν είχε την παραμικρή σχέση με την εικόνα της</p><p>βιβλιοφάγου φυσικού που εκείνος περίμενε να αντικρίσει. Λυγερή</p><p>και γεμάτη χάρη, ήταν ψηλή, με σταρένια επιδερμίδα και μακριά</p><p>μαύρα μαλλιά, που ανέμιζαν στο ρεύμα αέρα που δημιουργούσε ο</p><p>έλικας γυρίζοντας. Το πρόσωπο της ήταν χαρακτηριστικά ιταλικό.</p><p>Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, αλλά τα αδρά και γήινα χαρα‐</p><p>κτηριστικά της ακόμα και από αυτή την απόσταση έμοιαζαν να</p><p>αποπνέουν έναν απροσποίητο αισθησιασμό. Καθώς το ρεύμα του</p><p>αέρα χτυπούσε το σώμα της, τα ρούχα κολλούσαν πάνω της,</p><p>τονίζοντας το λεπτό κορμό και το μικρό στήθος της.</p><p>«Η κυρία Βέτρα είναι μια γυναίκα με τρομερή προσωπική</p><p>δύναμη», είπε ο Κέλερ, που φάνηκε να διαισθάνεται τη γοητεία</p><p>που ασκούσε η κοπέλα στον Λάνγκντον. «Περνάει μήνες κάθε</p><p>φορά κάνοντας έρευνα σε επικίνδυνα οικολογικά συστήματα.</p><p>Είναι αυστηρά χορτοφάγος και κάτι σαν την προσωπική μας</p><p>γκουρού της χάθα γιόγκα εδώ στο CERN».</p><p>Χάθα γιόγκα; σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Η αρχαία βουδιστική τέχνη</p><p>της διαλογιστικής γυμναστικής έδινε την εντύπωση μιας μάλλον</p><p>παράδοξης απασχόλησης για μια φυσικό, και μάλιστα κόρη ενός</p><p>καθολικού ιερέα.</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε τη Βιτόρια καθώς πλησίαζε. Ήταν φανερό</p><p>ότι είχε κλάψει. Τα σκούρα καστανά μάτια της καθρέφτιζαν</p><p>συναισθήματα τα οποία ο Λάνγκντον δεν μπορούσε να</p><p>προσδιορίσει.</p><p>Ωστόσο προχωρούσε προς το μέρος τους με σιγουριά και</p><p>αυτοπεποίθηση. Τα χέρια και τα πόδια της ήταν δυνατά και</p><p>μυώδη, ακτινοβολούσε υγεία, με την επιδερμίδα της να έχει αυτή</p><p>τη χαρακτηριστική μεσογειακή λάμψη του ανθρώπου που έχει</p><p>απολαύσει ατελείωτες ώρες στον ήλιο.</p><p>«Βιτόρια», είπε ο Κέλερ μόλις εκείνη έφτασε κοντά τους, «σου</p><p>εκφράζω τα βαθύτατα συλλυπητήρια μου. Ήταν τραγική</p><p>απώλεια για την επιστήμη, για όλους μας εδώ στο CERN».</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε γεμάτη ευγνωμοσύνη. Όταν μίλησε, η φωνή της</p><p>ακούστηκε απαλή και βαθιά, με μια ελαφρώς ξενική προφορά.</p><p>«Έχετε εντοπίσει τον υπεύθυνο;»</p><p>«Συνεχίζουμε τις προσπάθειες...»</p><p>Εκείνη στράφηκε στον Λάνγκντον τείνοντας το λεπτό της χέρι.</p><p>«Ονομάζομαι Βιτόρια Βέτρα. Είστε από την INTERPOL,</p><p>υποθέτω...»</p><p>Ο Λάνγκντον έσφιξε το χέρι της, μαγεμένος από το βάθος των</p><p>υγρών ματιών της.</p><p>«Ρόμπερτ Λάνγκντον». Δεν ήξερε τι άλλο να πει.</p><p>«Ο κύριος Λάνγκντον δεν εκπροσωπεί τις αρχές», εξήγησε ο</p><p>Κέλερ. «Είναι ένας ειδικός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Βρίσκεται</p><p>εδώ για να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε το άτομο που ευθύνεται</p><p>για αυτή την κατάσταση».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε μπερδεμένη.</p><p>«Και η αστυνομία;»</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε, αλλά δεν είπε κάτι άλλο.</p><p>«Που είναι η σορός του;» ρώτησε εκείνη επιτακτικά.</p><p>«Έχουμε φροντίσει γιʹ αυτή».</p><p>Το αθώο ψέμα αιφνιδίασε τον Λάνγκντον.</p><p>«Θέλω να τον δω», είπε η κοπέλα.</p><p>«Βιτόρια», τη συμβούλεψε ο Κέλερ, «ο πατέρας σου δολοφονήθηκε</p><p>βάναυσα. Θα ήταν καλύτερα να τον θυμάσαι όπως ήταν όσο</p><p>ζούσε».</p><p>Η κοπέλα πήγε να πει κάτι, αλλά τη διέκοψαν.</p><p>«Γεια σου, Βιτόρια!» ακούστηκαν φωνές από μακριά. «Καλώς</p><p>όρισες στη βάση!»</p><p>Γύρισε προς το μέρος τους. Μια ομάδα περαστικών επιστημόνων</p><p>που έκαναν περίπατο κοντά στο ελικοδρόμιο της έγνεφε</p><p>πρόσχαρα.</p><p>«Κατέρριψες καμιά άλλη από τις θεωρίες του Αϊνστάιν;» φώναξε</p><p>ένας.</p><p>Κάποιος άλλος πρόσθεσε:</p><p>«Ο πατέρας σου πρέπει να αισθάνεται περήφανος!»</p><p>Η Βιτόρια χαιρέτησε αμήχανα τους άντρες καθώς από‐</p><p>μακρύνονταν. Ύστερα στράφηκε στον Κέλερ με μια έκφραση</p><p>σύγχυσης στοπρόσωπο της.</p><p>«Κανείς δεν το έμαθε ακόμα;»</p><p>«Αποφάσισα ότι ήταν απολύτως απαραίτητο να χειριστώ το</p><p>ζήτημα με διακριτικότητα».</p><p>«Δεν είπατε στο προσωπικό ότι ο πατέρας μου δολοφονήθηκε;»</p><p>Την απορία στη φωνή της είχε αρχίσει να αντικαθιστά ο θυμός.</p><p>Η έκφραση του Κέλερ σκλήρυνε αυτόματα.</p><p>«Ίσως να σας διαφεύγει αυτή η λεπτομέρεια, κυρία Βέτρα, όμως</p><p>αμέσως μόλις αναφέρω τη δολοφονία του πατέρα σας θα</p><p>διεξαχθεί έρευνα στο CERN, συμπεριλαμβανομένου του</p><p>εργαστηρίου του. Πάντοτε προσπαθούσα να σέβομαι τον ιδιωτικό</p><p>χώρο του πατέρα σας.</p><p>Εκείνος μου είχε πει μόνο δυο πράγματα σχετικά με το τρέχον</p><p>αντικείμενο της ερευνάς σας: πρώτον, ότι μπορεί να αποφέρει στο</p><p>κέντρο έσοδα πολλών εκατομμυρίων από συμβόλαια εκχώρησης</p><p>των δικαιωμάτων χρήσης μέσα στην επόμενη δεκαετία και,</p><p>δεύτερον, ότι δεν είναι δυνατόν να ανακοινωθεί δημόσια, επειδή</p><p>συνεχίζει να αποτελεί επικίνδυνη τεχνολογία. Λαμβάνοντας</p><p>υπόψη τα δύο αυτά στοιχεία, θα προτιμούσα να μην υπάρχουν</p><p>εδώ γύρω ξένοι που να χώνουν τη μύτη τους στο εργαστήριο του,</p><p>με κίνδυνο είτε να κλαπούν τα αποτελέσματα της ερευνάς του και</p><p>να ιδιοποιηθούν άλλοι το έργο του είτε να σκοτωθεί κάποιος στην</p><p>πορεία και να θεωρηθεί υπεύθυνο το CERN. Γίνομαι σαφής;»</p><p>Η Βιτόρια απλώς συνέχισε να τον κοιτάζει, χωρίς να βγάλει</p><p>κουβέντα. Ο Λάνγκντον κατάλαβε από τη στάση της ότι, αν και</p><p>απρόθυμα, σεβόταν και αποδεχόταν τη λογική του Κέλερ.</p><p>«Προτού αναφέρουμε οτιδήποτε στις αρχές», συνέχισε αυτός,</p><p>«είναι απαραίτητο να μάθω πάνω σε τι εργαζόσασταν εσείς οι</p><p>δύο. Πρέπει οπωσδήποτε να μας οδηγήσεις στο εργαστήριο σας».</p><p>«Το εργαστήριο δεν έχει καμία σχέση», είπε η Βιτόρια. «Κανείς δε</p><p>γνώριζε τι κάναμε ο πατέρας μου κι εγώ. Το πείραμα δεν είναι</p><p>δυνατόν να σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τη δολοφονία</p><p>του πατέρα μου».</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε βαθιά, βγάζοντας τον αέρα απότομα.</p><p>«Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο».</p><p>«Στοιχεία; Ποια στοιχεία;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε την ίδια απορία.</p><p>Ο Κέλερ σκούπισε ξανά το στόμα του.</p><p>«Απλώς εμπιστέψου με σε αυτό το ζήτημα».</p><p>Το βλέμμα της Βιτόρια, ένα βλέμμα πύρινο και γεμάτο</p><p>κοχλάζουσα οργή, πρόδινε ότι δε συνέβαινε κάτι τέτοιο.</p><p>15</p><p>ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ σιωπηλός, ο Λάνγκντον ακολουθούσε με γοργό</p><p>βήμα τη Βιτόρια και τον Κέλερ καθώς κατευθύνονταν προς το</p><p>κεντρικό αίθριο, από όπου είχε ξεκινήσει η παράξενη περιήγηση</p><p>του Αμερικανού μελετητή συμβόλων στο χώρο. Η κίνηση της</p><p>Βιτόρια ήταν ρευστή και πλαστική, θυμίζοντας αθλητή</p><p>καταδύσεων σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Λάνγκντον συμπέρανε</p><p>ότι αυτό οφειλόταν αναμφίβολα στην ευελιξία και στον έλεγχο</p><p>του σώματος που αποκτάται με τη γιόγκα. Μπορούσε να την</p><p>ακούσει να αναπνέει αργά, ελεγχόμενα, σαν να προσπαθούσε με</p><p>κάποιον τρόπο να φιλτράρει την οδύνη της.</p><p>Ο Λάνγκντον ήθελε να της πει κάτι, να της εκφράσει τη συμπόνια</p><p>του. Και εκείνος είχε αισθανθεί κάποτε το ξαφνικό κενό που</p><p>προκαλεί η απροσδόκητη απώλεια ενός γονιού. Περισσότερο</p><p>θυμόταν την κηδεία, που είχε γίνει μια βροχερή και γκρίζα μέρα,</p><p>τη μεθεπομένη των δωδέκατων γενεθλίων του. Το σπίτι ήταν</p><p>γεμάτο άντρες από το γραφείο με γκρίζα κοστούμια, άντρες που</p><p>έσφιγγαν το χέρι του υπερβολικά δυνατά όταν αντάλλασσαν</p><p>χειραψία μαζί του. Όλοι τους μουρμούριζαν λέξεις όπως</p><p>«καρδιακός» και «στρες». Η μητέρα του, με τα μάτια υγρά,</p><p>προσπαθούσε να αστειευτεί λέγοντας ότι μπορούσε πάντα να</p><p>παρακολουθήσει τα σκαμπανεβάσματα του χρηματιστηρίου</p><p>κρατώντας απλώς το χέρι του συζύγου της... Ο παλμός του ήταν ο</p><p>προσωπικός της δείκτης της πορείας των μετοχών.</p><p>Κάποτε, όταν ο πατέρας του ζούσε ακόμα, ο Λάνγκντον είχε</p><p>ακούσει τη μητέρα του να τον εκλιπαρεί να χαλαρώσει λίγο και</p><p>να απολαύσει</p><p>τη ζωή, να μυρίσει τα τριαντάφυλλα... Εκείνη τη</p><p>χρονιά ο Λάνγκντον αγόρασε για τον πατέρα του ένα</p><p>μικροσκοπικό τριαντάφυλλο από φυσητό γυαλί για τα</p><p>Χριστούγεννα. Ο τρόπος με τον οποίο διαθλούσε το φως του</p><p>ήλιου, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο που ταξίδευε</p><p>στους τοίχους του σπιτιού... Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχε</p><p>δει ποτέ στη ζωή του. «Είναι υπέροχο!» είχε αναφωνήσει ο</p><p>πατέρας του όταν άνοιξε το δώρο του, φιλώντας τον Ρόμπερτ στο</p><p>μέτωπο. «Ας βρούμε ένα ασφαλές μέρος για να το</p><p>τοποθετήσουμε». Ύστερα είχε ακουμπήσει προσεκτικά το</p><p>τριαντάφυλλο σε ένα ψηλό σκονισμένο ράφι στην πιο σκοτεινή</p><p>γωνία του καθιστικού. Λίγες μέρες αργότερα ο Λάνγκντον πήρε</p><p>ένα σκαμνί, κατέβασε το τριαντάφυλλο και το επέστρεψε στο</p><p>κατάστημα από όπου το είχε αγοράσει. Ο πατέρας του δεν</p><p>πρόσεξε ποτέ ότι έλειπε.</p><p>Ο ήχος του ασανσέρ που είχε φτάσει στον όροφο τους επανέφερε</p><p>τον Λάνγκντον στο παρόν. Η Βιτόρια και ο Κέλερ προπορεύτηκαν</p><p>και μπήκαν στο θάλαμο. Εκείνος κοντοστάθηκε λίγο πριν</p><p>περάσει την ανοιχτή πόρτα.</p><p>«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ρώτησε ο Κέλερ, με τον τόνο της</p><p>φωνής του να φανερώνει περισσότερο ενόχληση παρά</p><p>ενδιαφέρον.</p><p>«Όχι, απολύτως κανένα», απάντησε ο Λάνγκντον, πιέζοντας τον</p><p>εαυτό του να προχωρήσει προς το στενόχωρο θάλαμο.</p><p>Χρησιμοποιούσε ασανσέρ μόνο όταν ήταν απολύτως αναγκαίο.</p><p>Προτιμούσε τους ανοιχτούς χώρους, γιʹ αυτό συνήθως πήγαινε</p><p>από τις σκάλες.</p><p>«Το εργαστήριο του δρα Βέτρα βρίσκεται κάτω από τη γη», είπε ο</p><p>Κέλερ.</p><p>Υπέροχα! σκέφτηκε ο Λάνγκντον, δρασκελώντας το κενό μεταξύ</p><p>του θαλάμου και του ορόφου στον οποίο είχε σταματήσει ο</p><p>ανελκυστήρας. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε ένα παγωμένο</p><p>ρεύμα αέρα να τον χτυπάει από τα βάθη του φρεατίου. Η πόρτα</p><p>έκλεισε και ο θάλαμος άρχισε να κατεβαίνει.</p><p>«Έξι επίπεδα», σχολίασε ανέκφραστα ο Κέλερ, σαν μια αναλυτική</p><p>μηχανή.</p><p>Ο Λάνγκντον φαντάστηκε το σκοτάδι στο άδειο φρεάτιο από</p><p>κάτω τους. Προσπάθησε να διώξει την εικόνα εστιάζοντας την</p><p>προσοχή του στους αριθμούς που άλλαζαν δείχνοντας από ποιο</p><p>επίπεδο περνούσε το ασανσέρ. Κατά περίεργο τρόπο, η οθόνη</p><p>υγρών κρυστάλλων έδειχνε μόνο δυο στάσεις: ΙΣΟΓΕΙΟ και ΜΕΣ.</p><p>«Τι σημαίνουν τα αρχικά ΜΕΣ;» ρώτησε ο Λάνγκντον,</p><p>προσπαθώντας να μην ακουστεί νευρικός.</p><p>«Μεγάλος Επιταχυντής Σωματιδίων», είπε ο Κέλερ.</p><p>Επιταχυντής σωματιδίων; Ο Λάνγκντον είχε μια γενική ιδέα τι</p><p>σήμαινε ο όρος. Τον είχε ακούσει για πρώτη φορά κατά τη</p><p>διάρκεια ενός δείπνου με συναδέλφους του στο Ντάνστερ Χάουζ</p><p>του Κέμπριτζ.</p><p>Ένας φίλος τους φυσικός, ο Μπομπ Μπράουνελ, είχε καταφτάσει</p><p>κάποιο βράδυ έξαλλος.</p><p>«Οι μπάσταρδοι, το ακύρωσαν!» βλαστήμησε μόλις μπήκε μέσα.</p><p>«Ακύρωσαν τι πράγμα;» τον ρώτησαν οι υπόλοιποι.</p><p>«Τον ΥΥ!»</p><p>«Τον ποιο;»</p><p>«Τον Υπεραγώγιμο Υπερεπιταχυντή!»</p><p>Κάποιος ανασήκωσε τους ώμους του με απορία.</p><p>«Δεν ήξερα ότι το Χάρβαρντ κατασκεύαζε τέτοια συσκευή».</p><p>«Όχι το Χάρβαρντ!» ξέσπασε εκείνος. «Οι ΗΠΑ! Μιλάμε για τον</p><p>ισχυρότερο επιταχυντή σωματιδίων στον κόσμο, ένα από τα</p><p>σημαντικότερα επιστημονικά προγράμματα του αιώνα! Δυο</p><p>δισεκατομμύρια δολάρια επενδύθηκαν σε αυτό, και η Γερουσία</p><p>ματαιώνει τώρα το όλο εγχείρημα! Στο διάολο οι θρησκόληπτοι!»</p><p>Όταν κάποια στιγμή ο Μπράουνελ ηρέμησε, τους εξήγησε ότι ο</p><p>επιταχυντής σωματιδίων είναι ένας μεγάλος κυκλικός σωλήνας</p><p>μέσα στον οποίο επιταχύνονται υποατομικά σωματίδια.</p><p>Ηλεκτρομαγνήτες τοποθετημένοι μέσα στο σωλήνα</p><p>ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται με ταχύτατο ρυθμό,</p><p>προκειμένου να «σπρώξουν» τα σωματίδια μέχρις ότου αυτά</p><p>αναπτύξουν τρομακτικές ταχύτητες. Σε πλήρη επιτάχυνση τα</p><p>σωματίδια κινούνται μέσα στο σωλήνα με ταχύτητα άνω των</p><p>288.000 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο.</p><p>«Μα αυτή είναι σχεδόν η ταχύτητα του φωτός», σχολίασε</p><p>έκπληκτος ένας από τους καθηγητές.</p><p>«Ακριβώς», είπε ο Μπράουνελ. Συνέχισε εξηγώντας ότι,</p><p>επιταχύνοντας δύο σωματίδια προς αντίθετες κατευθύνσεις μέσα</p><p>στο σωλήνα και στη συνέχεια οδηγώντας τα σε σύγκρουση, οι</p><p>επιστήμονες είναι σε θέση να τα διασπάσουν στα συστατικά τους</p><p>μέρη, κι έτσι να παρατηρήσουν τα πλέον θεμελιώδη δομικά</p><p>στοιχεία της ίδιας της φύσης. «Οι επιταχυντές σωματιδίων»,</p><p>δήλωσε με έμφαση ο Μπράουνελ, «είναι καθοριστικοί για το</p><p>μέλλον της επιστήμης. Η σύγκρουση των σωματιδίων είναι το</p><p>κλειδί για την κατανόηση των δομικών στοιχείων του</p><p>σύμπαντος».</p><p>Ο «αφανής ποιητής» του Χάρβαρντ, ένας ήσυχος άντρας ονόματι</p><p>Τσαρλς Πρατ, δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται.</p><p>«Μου ακούγεται», σχολίασε, «σαν μια μάλλον πρωτόγονη</p><p>προσέγγιση της επιστήμης... Είναι σαν να σπάει κανείς ρολόγια</p><p>προκειμένου να μελετήσει τους μηχανισμούς τους».</p><p>Ο Μπράουνελ πέταξε το πιρούνι του και βγήκε από το δωμάτιο</p><p>έξω φρενών.</p><p>Ώστε το CERN διαθέτει επιταχυντή σωματιδίων; σκέφτηκε ο</p><p>Λάνγκντον καθώς ο ανελκυστήρας συνέχιζε την κάθοδο του.</p><p>Έναν κυκλικό σωλήνα μέσα στον οποίο διασπάνε σωματίδια.</p><p>Αναρωτήθηκε γιατί τον είχαν θάψει κάτω από το έδαφος.</p><p>Όταν κάποια στιγμή το ασανσέρ σταμάτησε απότομα, ο</p><p>Λάνγκντον αισθάνθηκε ανακούφιση που θα πατούσε σε στέρεο</p><p>έδαφος ξανά. Μόλις όμως άνοιξε η πόρτα, η ανακούφιση του</p><p>εξανεμίστηκε.</p><p>Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον βρέθηκε για μία ακόμα φορά σε έναν</p><p>εξωγήινο κόσμο.</p><p>Ο διάδρομος εκτεινόταν ατελείωτος και προς τις δυο</p><p>κατευθύνσεις, τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά. Δε</p><p>διακρινόταν κάποιο τέρμα σε καμία από τις δυο πλευρές.</p><p>Επρόκειτο για μια λεία τσιμεντένια σήραγγα, αρκετά πλατιά για</p><p>να περάσει ολόκληρη νταλίκα. Ενώ ήταν άπλετα φωτισμένος στο</p><p>σημείο όπου στέκονταν εκείνη τη στιγμή, ο διάδρομος γινόταν</p><p>τελείως σκοτεινός πιο κάτω.</p><p>Ένα ρεύμα υγρού αέρα ερχόταν μέσα από το σκοτάδι, μια μάλλον</p><p>δυσάρεστη υπενθύμιση ότι βρίσκονταν βαθιά μέσα στη γη. Ο</p><p>Λάνγκντον μπορούσε σχεδόν να αισθανθεί το βάρος του χώματος</p><p>και των πετρωμάτων που υπήρχαν πάνω από το κεφάλι του. Προς</p><p>στιγμήν ένιωσε σαν παιδί εννέα χρονών... Το σκοτάδι τον</p><p>έσπρωχνε πίσω...</p><p>Πίσω σε εκείνες τις πέντε τρομακτικές ώρες που πέρασε</p><p>τυλιγμένος σε ένα πέπλο απόλυτης μαυρίλας, μια εμπειρία που</p><p>συνέχιζε να τον στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Σφίγγοντας τις</p><p>γροθιές του, κατάφερε να καταπνίξει το αίσθημα πανικού που</p><p>απειλούσε να τον καταλάβει.</p><p>Η Βιτόρια παρέμεινε σιωπηλή όταν βγήκαν από το ασανσέρ και,</p><p>χωρίς να διστάσει, κινήθηκε με μεγάλες δρασκελιές προς το</p><p>σκοτάδι, χωρίς να περιμένει τους άλλους. Καθώς προχωρούσε οι</p><p>λάμπες φθορίου που βρίσκονταν από πάνω της άναβαν,</p><p>φωτίζοντας τη διαδρομή. Η εικόνα έχει κάτι το τρομακτικό,</p><p>σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Ήταν λες και η σήραγγα ζωντάνευε,</p><p>προβλέποντας κάθε της κίνηση. Εκείνος και ο Κέλερ</p><p>ακολούθησαν, μένοντας σε κάποια απόσταση. Τα φώτα έσβηναν</p><p>αυτόματα πίσω τους.</p><p>«Ο επιταχυντής σωματιδίων», ρώτησε σιγανά ο Λάνγκντον,</p><p>«βρίσκεται κάπου σε αυτή τη σήραγγα;»</p><p>«Αυτός εκεί είναι». Ο Κέλερ έδειξε προς τα αριστερά του, όπου</p><p>ένας γυαλιστερός σωλήνας από χρώμιο εκτεινόταν παράλληλα</p><p>με το εσωτερικό τοίχωμα της σήραγγας.</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το σωλήνα μπερδεμένος.</p><p>«Αυτός είναι ο επιταχυντής;» Η συσκευή δεν ήταν καθόλου όπως</p><p>την είχε φανταστεί. Ήταν τελείως ευθεία, με διάμετρο περίπου</p><p>ενός μέτρου, και εκτεινόταν οριζόντια σε ολόκληρο το ορατό</p><p>μήκος της σήραγγας, προτού χαθεί στο σκοτάδι. Μοιάζει</p><p>περισσότερο με υπόνομο υψηλής ιερολογίας, σκέφτηκε ο</p><p>Λάνγκντον. «Νόμιζα ότι οι επιταχυντές σωματιδίων είναι</p><p>κυκλικοί».</p><p>«Ναι, και αυτός ο επιταχυντής είναι κυκλικός», είπε ο Κέλερ.</p><p>«Μοιάζει να εκτείνεται σε ευθεία γραμμή, όμως αυτό δεν είναι</p><p>παρά μια απλή οπτική ψευδαίσθηση. Η περίμετρος της σήραγγας</p><p>αυτής είναι τόσο μεγάλη, που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι</p><p>καμπυλώνει, όπως συμβαίνει και με τη</p><p>Γη».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε μείνει εμβρόντητος. Αυτή η συσκευή έχει</p><p>κυκλικό σχήμα;</p><p>«Μα... πρέπει να είναι τεράστια!»</p><p>«Ο ΜΕΣ είναι η μεγαλύτερη μηχανή στον κόσμο».</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε νοερά λίγες ώρες νωρίτερα. Θυμήθηκε ότι ο</p><p>πιλότος του CERN που τον είχε μεταφέρει εδώ είχε πει κάτι για</p><p>μια τεράστια μηχανή θαμμένη στη γη. Όμως...</p><p>«Έχει διάμετρο μεγαλύτερη από οχτώ χιλιόμετρα... και μήκος</p><p>είκοσι εφτά χιλιόμετρα».</p><p>Ο Λάνγκντον τινάχτηκε μόλις άκουσε τα νούμερα.</p><p>«Είκοσι εφτά χιλιόμετρα;» Έμεινε να κοιτάζει σαν χαζός το</p><p>διευθυντή και ύστερα στράφηκε και μελέτησε τη σκοτεινή</p><p>σήραγγα που εκτεινόταν μπροστά του. «Αυτή η σήραγγα έχει</p><p>μήκος είκοσι εφτά χιλιόμετρα; Μα... αυτό είναι πάνω από δεκαέξι</p><p>μίλια!»</p><p>Ο Κέλερ έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Σκαμμένη έτσι ώστε να σχηματίζει έναν τέλειο κύκλο.</p><p>Εκτείνεται μέχρι τη Γαλλία, όπου αλλάζει κατεύθυνση και</p><p>επιστρέφει σε αυτό το σημείο. Σε πλήρη επιτάχυνση τα σωματίδια</p><p>διαγράφουν τον κύκλο περισσότερες από δέκα χιλιάδες φορές</p><p>μέσα σε ένα δευτερόλεπτο προτού συγκρουστούν».</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε να μην τον κρατάνε τα πόδια του καθώς</p><p>κοιτούσε την αχανή σήραγγα που απλωνόταν μπροστά του.</p><p>«Θέλετε να μου πείτε ότι το CERN ανέσκαψε εκατομμύρια τόνους</p><p>εδάφους απλώς και μόνο για να μπορεί να διασπά μικροσκοπικά</p><p>σωματίδια;»</p><p>Ο Κέλερ ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Κάποιες φορές, προκειμένου να ανακαλύψει την αλήθεια, ο</p><p>άνθρωπος πρέπει να κινήσει βουνά».</p><p>16</p><p>ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ μακριά από το CERN, μια φωνή</p><p>ακούστηκε μέσα από κάποιον ασύρματο.</p><p>«Εντάξει, βρίσκομαι στο διάδρομο».</p><p>Ο φρουρός που παρακολουθούσε τις οθόνες μίλησε στο δικό του</p><p>ασύρματο.</p><p>«Ψάχνεις για την κάμερα νούμερο 86. Πρέπει να βρίσκεται στο</p><p>βάθος του διαδρόμου».</p><p>Ακολούθησε μακριά παύση. Ο φρουρός που περίμενε την</p><p>απάντηση άρχισε να ιδρώνει. Τελικά η φωνή ακούστηκε ξανά</p><p>στον ασύρματο του.</p><p>«Η κάμερα δε βρίσκεται εδώ», είπε. «Διακρίνω όμως το σημείο</p><p>όπου είχε τοποθετηθεί. Κάποιος πρέπει να την αφαίρεσε».</p><p>Ο φρουρός εξέπνευσε βαριά.</p><p>«Ευχαριστώ. Μπορείς να περιμένεις ένα λεπτό;»</p><p>Αναστενάζοντας, έστρεψε και πάλι την προσοχή του στην</p><p>κονσόλα με τις οθόνες που βρισκόταν μπροστά του. Τεράστια</p><p>τμήματα του συγκροτήματος ήταν ανοιχτά στο κοινό, και δεν</p><p>ήταν η πρώτη φορά που χανόταν κάποια ασύρματη κάμερα.</p><p>Συνήθως τις έκλεβαν επισκέπτες που ήθελαν να πάρουν μαζί</p><p>τους κάποιο σουβενίρ. Όμως, μόλις η κάμερα έβγαινε από τις</p><p>εγκαταστάσεις και βρισκόταν εκτός εμβέλειας, το σήμα</p><p>διακοπτόταν και η εικόνα στην οθόνη χανόταν.</p><p>Μπερδεμένος, ο φρουρός κοίταξε το μόνιτορ. Η κάμερα νούμερο</p><p>86 συνέχιζε να στέλνει πεντακάθαρη εικόνα.</p><p>Αν η κάμερα έχει κλαπεί, αναρωτήθηκε, γιατί συνεχίζουμε να</p><p>λαμβάνουμε σήμα; Ήξερε, φυσικά, ότι υπήρχε μόνο μία</p><p>απάντηση. Η κάμερα βρισκόταν ακόμα μέσα στο συγκρότημα,</p><p>απλώς κάποιος την είχε μετακινήσει. Όμως ποιος; Και γιατί;</p><p>Παρατήρησε προσεκτικά την εικόνα στην οθόνη για αρκετή ώρα.</p><p>Τελικά έπιασε τον ασύρματο του.</p><p>«Υπάρχουν καθόλου ντουλάπες σε εκείνο το κλιμακοστάσιο;</p><p>Τίποτα φωριαμοί ή σκοτεινές εσοχές;»</p><p>Η φωνή που απάντησε ακούστηκε παραξενεμένη.</p><p>«Όχι. Γιατί;»</p><p>Ο φρουρός συνοφρυώθηκε.</p><p>«Δεν πειράζει. Ευχαριστώ για τη βοήθεια».</p><p>Έκλεισε τον ασύρματο και έσφιξε τα χείλη του.</p><p>Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος της και το γεγονός ότι</p><p>ήταν ασύρματη, ο φρουρός γνώριζε ότι η βιντεοκάμερα νούμερο</p><p>86 θα μπορούσε να στέλνει σήμα από σχεδόν οπουδήποτε μέσα</p><p>στο αυστηρά περιφρουρούμενο συγκρότημα, το οποίο</p><p>αποτελούνταν από ένα σύνολο τριάντα δύο διαφορετικών κτιρίων</p><p>που κάλυπταν μια ακτίνα ενός σχεδόν χιλιομέτρου. Το μόνο</p><p>στοιχείο που είχε στη διάθεσή του ήταν ότι η κάμερα φαινόταν να</p><p>έχει τοποθετηθεί σε κάποιο σκοτεινό σημείο. Φυσικά, αυτό δε</p><p>βοηθούσε και πολύ. Στο συγκρότημα υπήρχαν δεκάδες σκοτεινές</p><p>τοποθεσίες: ντουλάπια όπου φυλάσσονταν υλικά καθαριότητας,</p><p>αεραγωγοί, αποθήκες με εργαλεία κηπουρικής, γκαρνταρόμπες</p><p>υπνοδωματίων, μέχρι και ένας λαβύρινθος από υπόγειες στοές.</p><p>Ίσως να χρειάζονταν βδομάδες μέχρι να εντοπιστεί η κάμερα</p><p>νούμερο 86.</p><p>Αυτό όμως είναι το μικρότερο από τα προβλήματα μου, σκέφτηκε.</p><p>Παρά τη δυσκολία που παρουσίαζε η εύρεση της κάμερας, υπήρχε</p><p>ένα άλλο, πολύ πιο ανησυχητικό ζήτημα που απαιτούσε άμεση</p><p>αντιμετώπιση. Ο φρουρός έστρεψε και πάλι το βλέμμα του στην</p><p>εικόνα που μετέδιδε η χαμένη κάμερα. Ήταν ένα σταθερό</p><p>αντικείμενο. Μια συσκευή, μοντέρνα στην εμφάνιση, που δε</p><p>θύμιζε τίποτα από όσα είχε δει μέχρι τότε. Παρατήρησε ξανά την</p><p>ηλεκτρονική ένδειξη που αναβόσβηνε στη βάση της. Παρότι ο</p><p>φρουρός είχε περάσει από εντατικό πρόγραμμα εκπαίδευσης για</p><p>να μάθει να αντιμετωπίζει επείγουσες καταστάσεις, ένιωσε το</p><p>σφυγμό του να επιταχύνεται. Διέταξε τον εαυτό του να μην</p><p>πανικοβληθεί. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια εξήγηση. Το</p><p>αντικείμενο έδειχνε πολύ μικρό για να αποτελεί σοβαρή απειλή.</p><p>Από την άλλη όμως, η παρουσία του μέσα στο συγκρότημα ήταν</p><p>ανησυχητική. Πολύ ανησυχητική, για την ακρίβεια.</p><p>Κοίτα μέρα που βρήκε! σκέφτηκε ο φρουρός.</p><p>Η ασφάλεια αποτελούσε πάντοτε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας</p><p>για τον εργοδότη του, όμως αυτή τη μέρα, περισσότερο από κάθε</p><p>άλλη στα τελευταία δώδεκα χρόνια, ήταν ζήτημα ύψιστης</p><p>σημασίας. Ο φρουρός κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στο</p><p>αντικείμενο για αρκετή ώρα, νιώθοντας τους υπόκωφους</p><p>τριγμούς της επικείμενης καταιγίδας.</p><p>Ύστερα, καταϊδρωμένος, τηλεφώνησε στον ανώτερο του.</p><p>17</p><p>ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ πολλά παιδιά που να μπορούν να πουν ότι</p><p>θυμούνται τη μέρα που γνώρισαν τον πατέρα τους, όμως η</p><p>Βιτόρια Βέτρα μπορούσε. Ήταν οχτώ χρονών και ζούσε στο ίδιο</p><p>μέρος που θυμόταν από τότε που είχε αρχίσει να καταλαβαίνει</p><p>τον εαυτό της, στο Ορφανοτροφείο της Σιένα, ένα καθολικό</p><p>ίδρυμα κοντά στη Φλωρεντία, εγκαταλειμμένη από γονείς που</p><p>δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Έβρεχε εκείνη τη μέρα. Οι μοναχές την</p><p>είχαν φωνάξει ήδη δύο φορές να πάει για το δείπνο, όμως, όπως</p><p>πάντα, εκείνη έκανε ότι δεν τις άκουγε. Ήταν ξαπλωμένη στην</p><p>αυλή, χαζεύοντας τις σταγόνες της βροχής... Τις αισθανόταν να</p><p>χτυπάνε στο σώμα της και προσπαθούσε να μαντέψει σε ποιο</p><p>σημείο θα έπεφτε η επόμενη. Οι μοναχές τη φώναξαν ξανά,</p><p>απειλώντας τη ότι μια πνευμονία ίσως και να περιόριζε δραστικά</p><p>την περιέργεια που έδειχνε ένα ανυπόφορα ξεροκέφαλο παιδί για</p><p>τη φύση.</p><p>Δε σας ακούω, σκέφτηκε η Βιτόρια.</p><p>Είχε μουσκέψει μέχρι το κόκαλο όταν τελικά ο νεαρός ιερέας</p><p>βγήκε έξω για να τη μαζέψει. Δεν τον γνώριζε. Ήταν καινούριος.</p><p>Η Βιτόρια περίμενε ότι θα την άρπαζε και θα την έσερνε δια της</p><p>βίας.</p><p>Εκείνος όμως δεν το έκανε. Αντίθετα, αιφνιδιάζοντας τη εντελώς,</p><p>ξάπλωσε δίπλα της, μουσκεύοντας τα άμφια του σε μια λακκούβα</p><p>γεμάτη νερό.</p><p>«Λένε ότι κάνεις πολλές ερωτήσεις», είπε ο νεαρός άντρας.</p><p>Η Βιτόρια μούτρωσε.</p><p>«Τι κακό έχουν οι ερωτήσεις;»</p><p>Εκείνος γέλασε.</p><p>«Και, απʹ ό,τι φαίνεται, έχουν δίκιο».</p><p>«Τι κάνεις εδώ έξω;»</p><p>«Το ίδιο πράγμα που κάνεις κι εσύ... Αναρωτιέμαι γιατί πέφτουν</p><p>οι σταγόνες της βροχής».</p><p>«Μα εγώ δεν αναρωτιέμαι γιατί πέφτουν! Το ξέρω ήδη!»</p><p>Ο ιερέας τής έριξε ένα έκπληκτο βλέμμα.</p><p>«Το ξέρεις;»</p><p>«Η αδελφή Φραντσέσκα λέει ότι οι σταγόνες της βροχής είναι τα</p><p>δάκρυα των αγγέλων που πέφτουν στη γη για να ξεπλύνουν τις</p><p>αμαρτίες μας».</p><p>«Ποπό!» αναφώνησε, ηχώντας εντυπωσιασμένος. «ώστε έτσι</p><p>εξηγείται».</p><p>«Όχι, δεν εξηγείται έτσι!» πετάχτηκε απότομα το κορίτσι. «Οι</p><p>σταγόνες πέφτουν επειδή τα πάντα πέφτουν! Τα πάντα πέφτουν!</p><p>Όχι μόνο η βροχή!»</p><p>Ο ιερέας έξυσε το κεφάλι του, δείχνοντας να το σκέφτεται.</p><p>«Ε λοιπόν, νεαρή μου, έχεις δίκιο. Πράγματι, τα πάντα πέφτουν.</p><p>Πρέπει να φταίει η βαρύτητα».</p><p>«Τι πρέπει να φταίει;»</p><p>Την κοίταξε έκπληκτος.</p><p>«Δεν έχεις ακούσει για τη βαρύτητα;»</p><p>«Όχι».</p><p>Ο ιερέας κρέμασε τους ώμους του λυπημένος.</p><p>«Πολύ κρίμα! Η βαρύτητα αποτελεί την απάντηση σε πολλές</p><p>ερωτήσεις».</p><p>Η Βιτόρια ανακάθισε.</p><p>«Τι είναι η βαρύτητα;» ρώτησε επιτακτικά. «Πες μου!»</p><p>Ο ιερέας της έκλεισε το μάτι.</p><p>«Πώς θα σου φαινόταν αν σου τα έλεγα όση ώρα θα παίρνουμε το</p><p>δείπνο μας;»</p><p>Ο νεαρός ιερέας ήταν ο Λεονάρντο Βέτρα. Παρότι είχε κερδίσει</p><p>πολλές διακρίσεις ως φοιτητής φυσικής στο πανεπιστήμιο, τελικά</p><p>υπάκουσε σε ένα άλλο κάλεσμα και πήγε σε ιερατική σχολή. Ο</p><p>Λεονάρντο και η Βιτόρια έγιναν οι καλύτεροι φίλοι, γεγονός</p><p>ιδιαίτερα ασυνήθιστο στο μοναχικό κόσμο των καλογριών και</p><p>των κανονισμών.</p><p>Η Βιτόρια έκανε τον Λεονάρντο να γελάει και εκείνος την πήρε</p><p>υπό την προστασία του και της έμαθε ότι για πολλά όμορφα</p><p>πράγματα, όπως για τα ουράνια τόξα και για τα ποτάμια,</p><p>υπήρχαν πολλές εξηγήσεις. Της μίλησε για το φως, για τους</p><p>πλανήτες, για τα άστρα και για ολόκληρη τη φύση μέσα από το</p><p>οπτικό πρίσμα τόσο του Θεού όσο και της επιστήμης. Η εγγενής</p><p>ευφυία και η περιέργεια της Βιτόρια την καθιστούσαν εξαιρετική</p><p>μαθήτρια. Ο Λεονάρντο την πρόσεχε σαν να ήταν κόρη του.</p><p>Η Βιτόρια ήταν πολύ ευτυχισμένη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη χαρά</p><p>τού να έχει έναν πατέρα. Ενώ όλοι οι άλλοι ενήλικες απαντούσαν</p><p>στις ερωτήσεις της χτυπώντας τη στον καρπό, ο Λεονάρντο</p><p>περνούσε ώρες δείχνοντας της βιβλία. Μέχρι που τη ρωτούσε τι</p><p>γνώμη είχε εκείνη. Η Βιτόρια προσευχόταν να μείνει ο Λεονάρντο</p><p>μαζί της για πάντα. Μια μέρα όμως ο χειρότερος εφιάλτης της</p><p>έγινε πραγματικότητα. Ο πατέρας Λεονάρντο της είπε ότι θα</p><p>έφευγε από το ορφανοτροφείο.</p><p>«Μετακομίζω στην Ελβετία», την πληροφόρησε. «Εξασφάλισα μια</p><p>υποτροφία για να μελετήσω φυσική στο Πανεπιστήμιο της</p><p>Γενεύης».</p><p>«Φυσική;» τινάχτηκε η Βιτόρια. «Νόμιζα ότι αγαπούσες το Θεό!»</p><p>«Τον αγαπώ, πάρα πολύ. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να</p><p>μελετήσω τους θεϊκούς κανόνες Του. Οι νόμοι της φυσικής είναι ο</p><p>μουσαμάς πάνω στον οποίο ο Θεός ζωγράφισε το αριστούργημα</p><p>Του».</p><p>Η Βιτόρια αισθανόταν συντετριμμένη. Όμως ο πατέρας</p><p>Λεονάρντο είχε και κάποια άλλα νέα. Είπε στη Βιτόρια ότι είχε</p><p>μιλήσει στους ανωτέρους του και εκείνοι του είχαν πει ότι δεν</p><p>υπήρχε πρόβλημα να την υιοθετήσει.</p><p>«Θα ήθελες να σε υιοθετήσω;» ρώτησε ο Λεονάρντο.</p><p>«Τι σημαίνει ʺυιοθετήσωʺ;» είπε η Βιτόρια.</p><p>Ο πατέρας Λεονάρντο της εξήγησε.</p><p>Η Βιτόρια έπεσε στην αγκαλιά του και έμεινε εκεί για πέντε</p><p>λεπτά κλαίγοντας από χαρά.</p><p>«Αχ ναι! Ναι!»</p><p>Ο Λεονάρντο την ενημέρωσε ότι έπρεπε να λείψει για λίγο καιρό</p><p>ώστε να τακτοποιήσει το καινούριο τους σπιτικό στην Ελβετία,</p><p>όμως υποσχέθηκε ότι θα έστελνε να την πάρουν σε έξι μήνες.</p><p>Ήταν η μεγαλύτερη περίοδος αναμονής που έζησε ποτέ η Βιτόρια,</p><p>όμως ο Λεονάρντο κράτησε το λόγο του. Πέντε μέρες πριν από τα</p><p>ένατα γενέθλια της η Βιτόρια μετακόμισε στη Γενεύη.</p><p>Παρακολουθούσε μαθήματα στο Διεθνές Σχολείο Γενεύης τα</p><p>πρωινά και μάθαινε από τον πατέρα της τα βράδια.</p><p>Τρία χρόνια αργότερα ο Λεονάρντο Βέτρα προσελήφθη στο CERN.</p><p>Πατέρας και κόρη μετακόμισαν σε μια πραγματική χώρα των</p><p>θαυμάτων, ένα μέρος το οποίο η νεαρή Βιτόρια δεν είχε καν</p><p>φανταστεί ότι μπορούσε να υπάρχει.</p><p>Η Βιτόρια Βέτρα αισθανόταν το σώμα της μουδιασμένο καθώς</p><p>διέσχιζε με μεγάλα βήματα τη σήραγγα του ΜΕΣ. Έβλεπε το</p><p>βουβό της είδωλο πάνω στη γυαλιστερή επιφάνεια του</p><p>επιταχυντή, και αυτό την έκανε να νιώθει βαθιά μέσα της την</p><p>απουσία του πατέρα της. Υπό κανονικές συνθήκες, αισθανόταν</p><p>πάντα μια βαθιά ηρεμία, ζώντας σε αρμονία με τον κόσμο γύρω</p><p>της. Τώρα όμως, εντελώς ξαφνικά, τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Οι</p><p>τρεις τελευταίες ώρες είχαν περάσει μέσα σε μια απόλυτη</p><p>θολούρα και σύγχυση.</p><p>Ήταν δέκα το πρωί στις Βαλεαρίδες Νήσους όταν δέχτηκε το</p><p>τηλεφώνημα του Κέλερ. «Ο πατέρας σου δολοφονήθηκε. Πρέπει</p><p>να επιστρέψεις αμέσως». Παρά την ασφυκτική ζέστη στο</p><p>κατάστρωμα του σκάφους από όπου πραγματοποιούσε τις</p><p>καταδύσεις, οι λέξεις που είχε ακούσει την είχαν κάνει να</p><p>παγώσει μέχρι το κόκαλο. Ο ψυχρός τόνος του Κέλερ την είχε</p><p>πληγώσει όσο και η είδηση που της είχε μεταφέρει.</p><p>Τώρα είχε επιστρέψει στο σπίτι της. Τι σπίτι ήταν όμως αυτό; Το</p><p>ερευνητικό κέντρο που ήταν ολόκληρος ο κόσμος της από όταν</p><p>ήταν δώδεκα ετών ξαφνικά έμοιαζε τελείως ξένο. Ο πατέρας της,</p><p>ο άνθρωπος που είχε κάνει αυτό τον κόσμο μαγικό, δεν υπήρχε</p><p>πια.</p><p>Βαθιές εισπνοές, διέταξε τον εαυτό της, όμως δεν μπορούσε να</p><p>επιβάλει την ηρεμία στο μυαλό της. Τα ερωτήματα</p><p>στροβιλίζονταν όλο και πιο γρήγορα. Ποιος σκότωσε τον</p><p>Λεονάρντο Βέτρα; Και γιατί; Ποιος ήταν αυτός ο Αμερικανός</p><p>«ειδικός»; Γιατί επέμενε ο Κέλερ να δει το εργαστήριο;</p><p>Ο διευθυντής είχε πει ότι υπήρχαν στοιχεία που συνηγορούσαν</p><p>στο ότι η δολοφονία του πατέρα της συνδεόταν με το αντικείμενο</p><p>των ερευνών του. Τι στοιχεία; Κανείς δε γνώριζε πάνω σε τι</p><p>εργαζόμασταν! Αλλά, ακόμα κι αν κάποιοι το είχαν μάθει, γιατί</p><p>να τον σκοτώσουν;</p><p>Καθώς διέσχιζε τη σήραγγα που φιλοξενούσε τον επιταχυντή,</p><p>προχωρώντας προς το εργαστήριο του πατέρα της, η Βιτόρια</p><p>συνειδητοποίησε ότι επρόκειτο να αποκαλύψει το μεγαλύτερο</p><p>επίτευγμα του χωρίς να είναι ο ίδιος παρών. Είχε φανταστεί αυτή</p><p>τη στιγμή πολύ διαφορετικά. Είχε φανταστεί τον πατέρα της να</p><p>καλεί τους κορυφαίους επιστήμονες του CERN στο εργαστήριο</p><p>του, να τους παρουσιάζει την ανακάλυψη του, να παρατηρεί τα</p><p>έκπληκτα πρόσωπά τους. Ύστερα, με πρόσωπο που θα έλαμπε</p><p>από πατρική υπερηφάνεια, θα τους εξηγούσε ότι ήταν μια από τις</p><p>ιδέες της Βιτόρια που τον βοήθησε να μετατρέψει τη θεωρία σε</p><p>πραγματικότητα, ότι η κόρη του είχε παίξει καίριο ρόλο στην</p><p>εκπληκτική του ανακάλυψη. Η Βιτόρια ένιωσε έναν κόμπο στο</p><p>λαιμό της. Ο πατέρας μου κι εγώ θα μοιραζόμασταν αυτή τη</p><p>στιγμή. Τώρα όμως βρισκόταν εδώ ολομόναχη.</p><p>Δεν υπήρχε κανένας συνάδελφος. Κανένα χαρούμενο πρόσωπο.</p><p>Μόνο κάποιος άγνωστος Αμερικανός και ο Μαξιμίλιαν Κέλερ.</p><p>Ο Μαξιμίλιαν Κέλερ. Ο «βασιλιάς».</p><p>Από παιδί ακόμα η Βιτόρια αντιπαθούσε αυτό τον άνθρωπο.</p><p>Παρότι τελικά έμαθε να σέβεται το δυνατό μυαλό του, οι παγεροί</p><p>τρόποι του της φαίνονταν πάντοτε απάνθρωποι, ερχόμενοι σε</p><p>απόλυτη αντίθεση με τη ζεστασιά του πατέρα της. Ο Κέλερ είχε</p><p>ταχθεί στην υπηρεσία της επιστήμης γοητευμένος από την τέλεια</p><p>λογική που τη διέπει, ενώ ο πατέρας της στο πλαίσιο της</p><p>πνευματικής του αναζήτησης. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο,</p><p>πάντοτε φαινόταν να υπάρχει ένας σιωπηλός αμοιβαίος</p><p>σεβασμός ανάμεσα στους δυο άντρες. «Η ιδιοφυΐα», της είχε πει</p><p>κάποιος κάποτε, «αποδέχεται την ιδιοφυΐα χωρίς όρους».</p><p>Ιδιοφυΐα! σκέφτηκε. Ο πατέρας μου...ο μπαμπάς. Νεκρός.</p><p>Η είσοδος στο εργαστήριο του Λεονάρντο Βέτρα ήταν ένας</p><p>μακρύς ψυχρός διάδρομος, καλυμμένος εξολοκλήρου από λευκά</p><p>πλακάκια.</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε σαν να έμπαινε σε κάποιο υπόγειο</p><p>άσυλο ψυχοπαθών. Ο διάδρομος ήταν γεμάτος δεκάδες</p><p>κορνιζαρισμένες ασπρόμαυρες εικόνες. Παρότι ο Λάνγκντον είχε</p><p>μετατρέψει σε επάγγελμα τη μελέτη εικόνων, οι συγκεκριμένες</p><p>δεν του έλεγαν τίποτα. Θύμιζαν χαοτικά αρνητικά τυχαίων</p><p>γραμμών και σπειρών. Μοντέρνα τέχνη; αναρωτήθηκε. Έργα του</p><p>Τζάκσον Πόλακ υπό την επήρεια αμφεταμινών;</p><p>«Μοτίβα σκέδασης», είπε η Βιτόρια, έχοντας παρατηρήσει</p><p>προφανώς το ενδιαφέρον του Λάνγκντον. «Αναπαράσταση μέσω</p><p>υπολογιστή των συγκρούσεων σωματιδίων. Αυτό είναι το</p><p>σωματίδιο Ζ», είπε δείχνοντας ένα αχνό ίχνος που ήταν σχεδόν</p><p>αόρατο μέσα στο γενικό χάος. «Ο πατέρας μου το ανακάλυψε</p><p>πριν από πέντε χρόνια. Καθαρή ενέργεια, πλήρης απουσία μάζας.</p><p>Ενδεχομένως να είναι η μικρότερη δομική μονάδα στη φύση. Η</p><p>ύλη δεν είναι τίποτα άλλο παρά παγιδευμένη ενέργεια».</p><p>Η ύλη είναι ενέργεια; Ο Λάνγκντον έγειρε το κεφάλι του.</p><p>Ακούγεται πολύ βουδιστικό. Κοίταξε</p><p>με ενδιαφέρον τις αχνές</p><p>γραμμές που διακρίνονταν στη φωτογραφία και αναρωτήθηκε τι</p><p>θα έλεγαν οι φίλοι του στο Τμήμα Φυσικής του Χάρβαρντ όταν θα</p><p>τους αποκάλυπτε ότι είχε περάσει το Σαββατοκύριακό του</p><p>περιηγούμενος ένα Μεγάλο Επιταχυντή Σωματιδίων και</p><p>θαυμάζοντας σωματίδια Ζ.</p><p>«Βιτόρια», είπε ο Κέλερ καθώς πλησίαζαν την επιβλητική</p><p>ατσάλινη πόρτα του εργαστηρίου, «πρέπει να σου πω ότι</p><p>κατέβηκα εδώ κάτω σήμερα το πρωί ψάχνοντας τον πατέρα σου».</p><p>Η Βιτόρια κοκκίνισε ελαφρά.</p><p>«Κατεβήκατε εδώ;»</p><p>«Ναι. Και μπορείς να φανταστείς την έκπληξη μου όταν</p><p>διαπίστωσα ότι είχε αντικαταστήσει το συνηθισμένο μηχανισμό</p><p>ασφαλείας του�� κέντρου, που απαιτεί την πληκτρολόγηση ενός</p><p>κωδικού, με κάτι άλλο».</p><p>Ο Κέλερ έγνεψε προς μια πολύπλοκη ηλεκτρονική συσκευή που</p><p>ήταν εγκατεστημένη δίπλα στην πόρτα.</p><p>«Ζητώ συγνώμη», είπε εκείνη. «Ξέρετε πόσο επέμενε στο θέμα</p><p>του προσωπικού του χώρου. Δεν ήθελε να έχει πρόσβαση σε</p><p>αυτόν κανείς άλλος εκτός από εμάς τους δυο».</p><p>Ο Κέλερ απάντησε:</p><p>«Πολύ καλά. Άνοιξε την πόρτα».</p><p>Η Βιτόρια έμεινε ακίνητη για αρκετή ώρα. Έπειτα, παίρνοντας μια</p><p>βαθιά ανάσα, προχώρησε προς το μηχανισμό που βρισκόταν στον</p><p>τοίχο.</p><p>Ο Λάνγκντον ήταν εντελώς απροετοίμαστος για αυτό που συνέβη</p><p>μετά.</p><p>Η Βιτόρια στάθηκε μπροστά στη συσκευή και ευθυγράμμισε</p><p>προσεκτικά το δεξί της μάτι με ένα φακό που προεξείχε και</p><p>έμοιαζε με τηλεσκόπιο. Ύστερα πίεσε ένα πλήκτρο. Ακούστηκε</p><p>ένας ξερός ήχος μέσα από τη συσκευή. Μια δέσμη φωτός</p><p>κινήθηκε από τα αριστερά προς τα δεξιά, σκανάροντας το βολβό</p><p>του ματιού της σαν φωτοτυπικό μηχάνημα.</p><p>«Είναι σαρωτής αμφιβληστροειδούς», είπε. «Παρέχει απόλυτη</p><p>ασφάλεια. Επιτρέπει την πρόσβαση μόνο εφόσον αναγνωρίσει</p><p>δυο αμφιβληστροειδείς: το δικό μου και του πατέρα μου».</p><p>Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον ένιωσε φρίκη μόλις συνειδητοποίησε τι</p><p>σήμαινε αυτό που είχε ακούσει. Η εικόνα του Λεονάρντο Βέτρα</p><p>επέστρεψε στο μυαλό του με όλες τις ανατριχιαστικές</p><p>λεπτομέρειες: το ματωμένο πρόσωπο, το μοναδικό καστανό μάτι</p><p>που ατένιζε το κενό, η άδεια δεύτερη κόγχη... Προσπάθησε να</p><p>αρνηθεί το προφανές συμπέρασμα, όμως τότε τις είδε... Κάτω από</p><p>το σαρωτή, πάνω στα λευκά πλακάκια του δαπέδου, υπήρχαν</p><p>μερικές αχνές πορφυρές σταγόνες. Ξεραμένο αίμα.</p><p>Ευτυχώς, η Βιτόρια δεν τις παρατήρησε.</p><p>Η ατσάλινη πόρτα άνοιξε γλιστρώντας μέσα στα τοιχώματα και η</p><p>νεαρή γυναίκα πέρασε στο εσωτερικό του εργαστηρίου.</p><p>Ο Κέλερ κάρφωσε στον Λάνγκντον το σταθερό του βλέμμα. Το</p><p>μήνυμα που του έστελνε ήταν σαφές: Όπως σας είπα, το χαμένο</p><p>μάτι υπηρετεί έναν απώτερο σκοπό.</p><p>18</p><p>ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ήταν δεμένα, οι καρποί της είχαν</p><p>μελανιάσει και πρηστεί από την τριβή. Ο Ασασίνος με τη μελαψή</p><p>επιδερμίδα είχε ξαπλώσει δίπλα της, εξαντλημένος, θαυμάζοντας</p><p>το γυμνό τρόπαιο του. Αναρωτήθηκε αν ο λήθαργος στον οποίο</p><p>έμοιαζε να έχει βυθιστεί η κοπέλα ήταν ένα τέχνασμα, μια</p><p>θλιβερή προσπάθεια να αποφύγει να τον υπηρετήσει άλλο.</p><p>Δεν τον ενδιέφερε. Είχε αποσπάσει την ανταμοιβή του. Έχοντας</p><p>κορέσει την πείνα του, ανακάθισε στο κρεβάτι.</p><p>Στη δική του χώρα οι γυναίκες ήταν αντικείμενα. Αδύναμες.</p><p>Σκεύη ηδονής. Περιουσιακά στοιχεία που ανταλλάσσονταν όπως</p><p>τα ζώα.</p><p>Και γνώριζαν τη θέση τους. Εδώ όμως, στην Ευρώπη, οι γυναίκες</p><p>προσποιούνταν ότι διέθεταν δύναμη και ανεξαρτησία, γεγονός</p><p>που τον διασκέδαζε και ταυτόχρονα τον ερέθιζε. Το να τις</p><p>αναγκάζει να υποτάσσονται σωματικά αποτελούσε για εκείνον</p><p>μια ικανοποίηση που δε χόρταινε να απολαμβάνει.</p><p>Τώρα, παρά τον κορεσμό του σεξουαλικού του πόθου, ο Ασασίνος</p><p>αισθάνθηκε μια άλλη επιθυμία να γεννιέται μέσα του. Είχε</p><p>σκοτώσει το προηγούμενο βράδυ, είχε σκοτώσει και είχε</p><p>ακρωτηριάσει, και για εκείνον ο φόνος ήταν σαν την ηρωίνη.</p><p>Κάθε εμπειρία τον ικανοποιούσε μόνο παροδικά, ενισχύοντας τη</p><p>λαχτάρα του για περισσότερο αίμα... Η μέθη είχε περάσει. Η δίψα</p><p>είχε επιστρέψει.</p><p>Παρατήρησε προσεκτικά τη γυναίκα που κοιμόταν δίπλα του.</p><p>Καθώς περνούσε την παλάμη του πάνω από το λαιμό της ένιωσε</p><p>να ερεθίζεται στη σκέψη ότι θα μπορούσε να τερματίσει τη ζωή</p><p>της εκείνη τη στιγμή. Τι σημασία θα είχε; Δεν ήταν παρά ένα</p><p>κατώτερο πλάσμα, ένα σκεύος ηδονής στην υπηρεσία του άντρα.</p><p>Τα δυνατά δάχτυλα του τυλίχτηκαν στο λαιμό της,</p><p>απολαμβάνοντας την αίσθηση του απαλού σφυγμού της. Όμως</p><p>τότε, καταπολεμώντας την επιθυμία του, τράβηξε το χέρι του.</p><p>Είχε μια αποστολή να φέρει σε πέρας.</p><p>Υπηρετούσε έναν υψηλότερο στόχο από την απλή ικανοποίηση</p><p>των πόθων του.</p><p>Καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι αναλογίστηκε πόσο μεγάλη</p><p>τιμή αποτελούσε το καθήκον που είχε αναλάβει. Του ήταν ακόμα</p><p>δύσκολο να συλλάβει το μέγεθος της επιρροής του άντρα που του</p><p>είχε συστηθεί ως Ιανός και της αρχαίας αδελφότητας της οποίας</p><p>ήταν επικεφαλής. Του φαινόταν ακόμα απίστευτο, όμως η</p><p>αδελφότητα είχε επιλέξει εκείνον. Με κάποιον τρόπο είχαν</p><p>πληροφορηθεί για το μίσος που έτρεφε... και για τις ικανότητες</p><p>που διέθετε. Πώς είχε γίνει αυτό, δε θα το μάθαινε ποτέ. Τα</p><p>παρακλάδια μας απλώνονται παντού.</p><p>Τώρα του είχαν κάνει τη μέγιστη τιμή. Εκείνος θα ήταν το χέρι και</p><p>η φωνή τους. Ο δολοφόνος και ο αγγελιοφόρος τους. Αυτός που</p><p>στο λαό του ήταν γνωστός με το όνομα «Malak al‐haq», ο Άγγελος</p><p>της Αλήθειας.</p><p>19</p><p>ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ των Βέτρα ήταν απόλυτα φουτουριστικό.</p><p>Κατάλευκο και γεμάτο υπολογιστές και εξειδικευμένο</p><p>ηλεκτρονικό εξοπλισμό, θύμιζε κάτι σαν αίθουσα χειρουργείου. Ο</p><p>Λάνγκντον αναρωτήθηκε τι είδους μυστικά θα μπορούσε να</p><p>κρύβει αυτό το μέρος, ώστε να φτάσει κάποιος να αφαιρέσει το</p><p>μάτι ενός ανθρώπου για να αποκτήσει πρόσβαση στο εσωτερικό</p><p>του.</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε ανήσυχος από τη στιγμή που πέρασαν μέσα, με</p><p>τα μάτια του να στρέφονται νευρικά προς όλες τις κατευθύνσεις</p><p>για κάποιο σημάδι που να πρόδινε την ύπαρξη κάποιου εισβολέα.</p><p>Το εργαστήριο όμως ήταν έρημο. Η Βιτόρια κινούνταν επίσης</p><p>αργά, σαν να της φαινόταν ξένος ο χώρος χωρίς την παρουσία</p><p>του πατέρα της εκεί.</p><p>Το βλέμμα του Λάνγκντον έπεσε αμέσως στο κέντρο του</p><p>δωματίου, όπου μια σειρά από κοντές στήλες υψώνονταν από το</p><p>πάτωμα.</p><p>Σαν ένα μικροσκοπικό Στόουνχετζ, περίπου δέκα κολόνες από</p><p>αστραφτερό ατσάλι σχημάτιζαν έναν κύκλο καταμεσής στο χώρο.</p><p>Οι στήλες είχαν περίπου ένα μέτρο ύψος και θύμιζαν στον</p><p>Λάνγκντον εκείνες που χρησιμοποιούνται στα μουσεία για την</p><p>έκθεση πολύτιμων λίθων. Πάνω σε καθεμία από αυτές</p><p>στηριζόταν ένας διαφανής κύλινδρος με παχιά τοιχώματα, στο</p><p>μέγεθος περίπου των κουτιών στα οποία συσκευάζονται οι</p><p>μπάλες του τένις. Οι κύλινδροι φαίνονταν άδειοι.</p><p>Ο Κέλερ παρατηρούσε αυτά τα δοχεία με μια έκφραση σύγχυσης.</p><p>Όμως προφανώς αποφάσισε να τα αγνοήσει για την ώρα.</p><p>Στράφηκε στη Βιτόρια.</p><p>«Έχει κλαπεί κάτι;»</p><p>«Αν έχει κλαπεί κάτι; Πώς είναι δυνατόν να έχει συμβεί κάτι</p><p>τέτοιο;» αντέδρασε εκείνη. «Ο σαρωτής αμφιβληστροειδούς</p><p>επιτρέπει την είσοδο μόνο σε εμάς τους δύο».</p><p>«Κάνε μου τη χάρη να κοιτάξεις».</p><p>Η Βιτόρια αναστέναξε και άρχισε να ερευνά το δωμάτιο. Έπειτα</p><p>από λίγη ώρα ανασήκωσε τους ώμους της σε μια κίνηση</p><p>παραίτησης.</p><p>«Όλα δείχνουν να είναι όπως τα αφήνει συνήθως ο πατέρας μου:</p><p>ένα χάος σε τάξη».</p><p>Ο Λάνγκντον διαισθάνθηκε ότι ο Κέλερ ζύγιζε τις επιλογές που</p><p>είχε, σαν να αναρωτιόταν πόσο θα μπορούσε να πιέσει τη Βιτόρια,</p><p>πόσα θα μπορούσε να της πει. Προφανώς αποφάσισε να μην</p><p>επιμείνει για την ώρα. Μετακινώντας την πολυθρόνα του προς το</p><p>κέντρο του δωματίου, εξέτασε το μυστηριώδες σύμπλεγμα των</p><p>φαινομενικά άδειων κυλίνδρων.</p><p>«Τα μυστικά», είπε τελικά ο Κέλερ, «είναι μια πολυτέλεια την</p><p>οποία δεν μπορούμε πλέον να διαθέτουμε».</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ξαφνικά να φανεί όλη</p><p>η ένταση των συναισθημάτων της, λες και η επιστροφή της εδώ</p><p>είχε συνοδευτεί από ένα χείμαρρο</p><p>παρηγοριά</p><p>ήταν η σκέψη ότι ο εισβολέας δε θα αποκτούσε ποτέ αυτό για το</p><p>οποίο είχε έρθει. Όμως την επόμενη στιγμή η φιγούρα έβγαλε μια</p><p>λεπίδα και την έφερε στο πρόσωπο του Βέτρα. Η λεπίδα</p><p>αιωρήθηκε για λίγο πάνω από τον ανήμπορο άντρα. Προσεκτικά.</p><p>Με χειρουργική ακρίβεια.</p><p>«Για τ όνομα του Θεού!» ούρλιαξε ο Βέτρα.</p><p>Όμως ήταν πολύ αργά.</p><p>1</p><p>ΨΗΛΑ ΠΑΝΩ στις αναβαθμίδες της Πυραμίδας της Γκίζας μια</p><p>νεαρή γυναίκα γέλασε και του φώναξε:</p><p>«Έλα, Ρόμπερτ, βιάσου! Το ήξερα πως έπρεπε να είχα παντρευτεί</p><p>ένα νεότερο άντρα!» Το χαμόγελο της ήταν μαγικό.</p><p>Αγωνιζόταν να μη μείνει πολύ πίσω, αλλά αισθανόταν τα πόδια</p><p>του βαριά σαν πέτρες.</p><p>«Περίμενε!» την ικέτεψε εκείνος. «Σε παρακαλώ...»</p><p>Καθώς ανέβαινε η όραση του άρχισε να θολώνει. Ένα</p><p>εκκωφαντικό βουητό τρυπούσε τα αφτιά του. Πρέπει να την</p><p>προλάβω! Όμως όταν σήκωσε τα μάτια του ξανά προς τα πάνω η</p><p>γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Στη θέση της στεκόταν ένας γέρος</p><p>άντρας με σάπια δόντια.</p><p>Ο άντρας κοίταξε προς το μέρος του με μια μοναχική έκφραση</p><p>βαθιάς θλίψης στο πρόσωπο του. Και τότε εκείνος έβγαλε μια</p><p>κραυγή αγωνίας που αντήχησε σε ολόκληρη την έρημο.</p><p>Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον τινάχτηκε, ξυπνώντας από τον εφιάλτη</p><p>του. Το τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι του χτυπούσε. Ζαλισμένος</p><p>ακόμα, σήκωσε το ακουστικό.</p><p>«Παρακαλώ;»</p><p>«Τον Ρόμπερτ Λάνγκντον θα ήθελα», είπε μια αντρική φωνή.</p><p>Εκείνος ανασηκώθηκε στο άδειο κρεβάτι του, προσπαθώντας να</p><p>συνέλθει από τον εφιάλτη.</p><p>«Εγώ... είμαι ο Ρόμπερτ Λάνγκντον».</p><p>Προσπάθησε να διακρίνει την ώρα στο ρολόι του κομοδίνου.</p><p>Ήταν 5:18.</p><p>«Πρέπει να σας δω αμέσως».</p><p>«Ποιος είστε;»</p><p>«Ονομάζομαι Μαξιμίλιαν Κέλερ. Είμαι πυρηνικός φυσικός».</p><p>«Πυρηνικός... π;» Ο Λάνγκντον δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί.</p><p>«Είστε βέβαιος ότι πήρατε το σωστό νούμερο;»</p><p>«Είστε καθηγητής θρησκευτικής εικονολογίας και ιστορίας της</p><p>τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Έχετε γράψει τρία</p><p>βιβλία με αντικείμενο τα διάφορα σύμβολα και...»</p><p>«Ξέρετε τι ώρα είναι;»</p><p>«Ζητώ συγνώμη. Υπάρχει κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να δείτε.</p><p>Δεν μπορώ να το συζητήσω από το τηλέφωνο».</p><p>Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του Λάνγκντον, που άρχισε να</p><p>καταλαβαίνει τι γινόταν. Του είχε συμβεί ξανά κάτι παρόμοιο.</p><p>Ένας από τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συγγραφή βιβλίων</p><p>με θέμα τα θρησκευτικά σύμβολα ήταν τα τηλεφωνήματα που</p><p>δεχόταν από θρησκόληπτους ζηλωτές οι οποίοι ήθελαν να τους</p><p>επιβεβαιώσει το πιο πρόσφατο σημάδι που είχαν λάβει από το</p><p>Θεό. Τον περασμένο μήνα μια στριπτιζέζ από την Οκλαχόμα είχε</p><p>υποσχεθεί στον Λάνγκντον το καλύτερο σεξ της ζωής του αν</p><p>δεχόταν να πάρει το αεροπλάνο και να πάει μέχρι εκεί</p><p>προκειμένου να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα ενός</p><p>σταυροειδούς σχήματος που είχε κάνει ως δια μαγείας την</p><p>εμφάνιση του στα σεντόνια του κρεβατιού της. «Ιερά Σινδόνη της</p><p>Τούλσα» το είχε ονομάσει ο Λάνγκντον.</p><p>«Πώς βρήκατε το τηλέφωνο μου;»</p><p>Ο Ρόμπερτ προσπαθούσε να είναι ευγενής, παρά το ακατάλληλο</p><p>της ωρας.</p><p>«Από το Διαδίκτυο. Από την ιστοσελίδα για το βιβλίο σας».</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι η</p><p>ιστοσελίδα που παρουσίαζε το βιβλίο του δεν περιλάμβανε το</p><p>τηλέφωνο του σπιτιού του. Ήταν φανερό ότι ο άντρας έλεγε</p><p>ψέματα.</p><p>«Πρέπει οπωσδήποτε να σας δω», επέμεινε εκείνος, «θα σας</p><p>πληρώσω καλά».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.</p><p>«Λυπάμαι, όμως πραγματικά δεν...»</p><p>«Αν φύγετε αμέσως, μπορείτε να βρίσκεστε εδώ ως τις...»</p><p>«Δεν πηγαίνω πουθενά! Είναι πέντε τα ξημερώματα!»</p><p>Ο Λάνγκντον έκλεισε το τηλέφωνο και έγειρε εξαντλημένος στο</p><p>κρεβάτι του. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να ξανα‐</p><p>κοιμηθεί. Μάταια όμως. Το όνειρο είχε στοιχειώσει το μυαλό του.</p><p>Απρόθυμα, φόρεσε τη ρόμπα του και κατέβηκε κάτω.</p><p>Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον άρχισε να περιφέρεται ξυπόλητος μέσα</p><p>στο βικτοριανού στιλ έρημο σπίτι του στη Μασαχουσέτη,</p><p>κρατώντας με τα δυο του χέρια το παραδοσιακό γιατρικό για την</p><p>αϋπνία του: μια κούπα αχνιστό γάλα με σοκολάτα. Το φως της</p><p>σελήνης του Απρίλη περνούσε μέσα από τα μεγάλα παράθυρα</p><p>του καθιστικού, δημιουργώντας παράξενα σχήματα πάνω στα</p><p>ανατολίτικα χαλιά. Οι συνάδελφοι του Λάνγκντον συχνά τον</p><p>πείραζαν, σχολιάζοντας ότι ο χώρος του θύμιζε περισσότερο</p><p>μουσείο ανθρωπολογίας παρά σπίτι. Τα ράφια του ήταν</p><p>ασφυκτικά γεμάτα με θρησκευτικά τεχνουργήματα από</p><p>ολόκληρο τον κόσμο. Μεταξύ τους μπορούσε κανείς να δει ένα</p><p>χαρακτηριστικό ανθρώπινο ομοίωμα από αυτά που</p><p>χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετουργίες στην Γκάνα, ένα</p><p>χρυσό σταυρό από την Ισπανία, ένα κυκλαδικό ειδώλιο από το</p><p>Αιγαίο, ακόμα και ένα σπάνιο πλεκτό περιλαίμιο με</p><p>ενσωματωμένες χάντρες από το Βόρνεο, σύμβολο της αιώνιας</p><p>νιότης κάποιου νεαρού πολεμιστή.</p><p>Όπως καθόταν πάνω σε ένα χάλκινο μπαούλο που ανήκε κάποτε</p><p>σε κάποιον μαχαρίσι και απολάμβανε τη ζεστασιά της</p><p>σοκολάτας, το μάτι του Λάνγκντον έπεσε στο είδωλο του πάνω</p><p>στα πλατιά παράθυρα. Η φιγούρα του ήταν παραμορφωμένη και</p><p>αχνή... Έμοιαζε με φάντασμα. Ένα φάντασμα που γερνάει,</p><p>σκέφτηκε, καθώς η εικόνα που αντίκριζε του θύμισε απότομα ότι</p><p>το αιώνια νεανικό του πνεύμα κατοικούσε μέσα σε ένα θνητό</p><p>σώμα.</p><p>Παρότι δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος με την κλασική έννοια, ο</p><p>σαρανταπεντάχρονος Λάνγκντον διέθετε αυτό που οι γυναίκες</p><p>συνάδελφοι του αποκαλούσαν «σοφιστικέ» γοητεία. Στα πυκνά</p><p>καστανά μαλλιά του υπήρχαν γκρίζες πινελιές, ενώ είχε ζωηρά</p><p>γαλάζια μάτια, μια βαθιά φωνή που κέρδιζε την προσοχή του</p><p>ακροατή του και το σίγουρο, ανέμελο χαμόγελο ενός αθλητή</p><p>κολεγίου.</p><p>Ο Λάνγκντον, ο οποίος στα μαθητικά και κολεγιακά του χρόνια</p><p>ασχολούνταν με τις καταδύσεις, συνέχιζε να διαθέτει ένα</p><p>σφριγηλό κορμί κολυμβητή, φροντίζοντας να διατηρεί σε καλή</p><p>φυσική κατάσταση το γεροδεμένο και ψηλόλιγνο σώμα του</p><p>κάνοντας πενήντα διαδρομές κάθε μέρα στην πισίνα του</p><p>πανεπιστημίου.</p><p>Οι φίλοι του Λάνγκντον πάντοτε τον θεωρούσαν κάπως</p><p>αινιγματικό... Τον έβλεπαν ως έναν άνθρωπο ο οποίος βρισκόταν</p><p>παγιδευμένος ανάμεσα σε δυο εποχές. Τα Σαββατοκύριακα</p><p>μπορούσε να τον δει κανείς να περιφέρεται στον περίβολο του</p><p>πανεπιστημίου ντυμένος με τζιν και να συζητάει για υπολογιστές</p><p>ή για θέματα θρησκευτικής τέχνης με τους φοιτητές. Άλλες</p><p>φορές, πάλι, μπορούσες να τον δεις να φιγουράρει στις σελίδες</p><p>περιοδικών τέχνης ντυμένος με τουίντ κοστούμι και γιλέκο,</p><p>φωτογραφημένος με αφορμή τα εγκαίνια κάποιου μουσείου στα</p><p>οποία είχε κληθεί να δώσει διάλεξη.</p><p>Παρότι αυστηρός δάσκαλος και οπαδός της πειθαρχίας, ο</p><p>Λάνγκντον ήταν ο πρώτος που αναγνώριζε την ανάγκη</p><p>αποκατάστασης αυτού που χαιρέτιζε ως τη «χαμένη τέχνη της</p><p>αληθινής διασκέδασης».</p><p>Ήταν τόσο φανατικός οπαδός της ψυχαγωγίας και των πάσης</p><p>φύσεως απολαύσεων, ώστε οι φοιτητές του τον είχαν αποδεχτεί</p><p>σαν έναν από αυτούς. Το παρατσούκλι που του είχαν δώσει στο</p><p>πανεπιστήμιο («το Δελφίνι») αναφερόταν τόσο στο φιλικό</p><p>χαρακτήρα του όσο και στη θρυλική του ικανότητα να βουτάει</p><p>στην πισίνα και να ξεφεύγει από ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα</p><p>σε έναν αγώνα πόλο.</p><p>Καθώς ο Λάνγκντον καθόταν μόνος χαζεύοντας αφηρημένος στο</p><p>σκοτάδι, η ησυχία του σπιτιού του κομματιάστηκε και πάλι, αυτή</p><p>τη φορά από τον ήχο του φαξ. Υπερβολικά εξαντλημένος ακόμα</p><p>και για να εκνευριστεί, ο Λάνγκντον άφησε να του ξεφύγει ένα</p><p>κουρασμένο γελάκι.</p><p>Αυτοί οι θρησκειομανείς! σκέφτηκε. Δύο χιλιάδες χρόνια</p><p>περιμένουν το Μεσσία τους, και συνεχίζουν να έχουν</p><p>δαιμονισμένη επιμονή.</p><p>Με αργές, κουρασμένες κινήσεις, άφησε την άδεια κούπα του</p><p>στην κουζίνα και περπάτησε μέχρι το βαρύ σκαλιστό δρύινο</p><p>γραφείο του. Το φαξ που μόλις είχε φτάσει τον περίμενε στο</p><p>μηχάνημα. Αναστενάζοντας, έσκυψε πάνω από το χαρτί</p><p>αναμνήσεων.</p><p>Άστην, ένα λεπτό, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Σαν να προετοίμαζε τον εαυτό της για την αποκάλυψη, η Βιτόρια</p><p>έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα... Ύστερα μια</p><p>δεύτερη... Και ξανά... Και ξανά...</p><p>Ο Λάνγκντον, που δεν είχε σταματήσει να την παρατηρεί,</p><p>ξαφνικά ένιωσε ανήσυχος. Είναι καλά; Έριξε μια φευγαλέα ματιά</p><p>στον Κέλερ, ο οποίος έδειχνε εντελώς ατάραχος, έχοντας</p><p>προφανώς παρακολουθήσει αυτή την τελετουργία και στο</p><p>παρελθόν. Δέκα δευτερόλεπτα πέρασαν προτού ανοίξει η Βιτόρια</p><p>τα μάτια της.</p><p>Ο Λάνγκντον δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Μια</p><p>μεταμόρφωση είχε συντελεστεί! Η Βιτόρια Βέτρα είχε αλλάξει</p><p>τελείως. Τα γεμάτα χείλη της δεν ήταν πλέον σφιγμένα, οι ώμοι</p><p>της ήταν χαλαροί και το βλέμμα της ήρεμο και συναινετικό. Ήταν</p><p>σαν να είχε αναδιατάξει κάθε μυ του σώματος της έτσι ώστε να</p><p>αποδεχτεί την κατάσταση. Είχε καταπνίξει την οργή και την</p><p>προσωπική της οδύνη επιστρατεύοντας κάποια εσωτερικά</p><p>αποθέματα ηρεμίας και δύναμης.</p><p>«Από πού να ξεκινήσω...» είπε με γαλήνια φωνή.</p><p>«Από την αρχή», απάντησε ο Κέλερ. «Πες μας για το πείραμα του</p><p>πατέρα σου».</p><p>«Η συμφιλίωση της επιστήμης με τη θρησκεία υπήρξε όνειρο</p><p>ζωής για τον πατέρα μου», είπε η Βιτόρια. «Έλπιζε να αποδείξει</p><p>ότι επιστήμη και θρησκεία αποτελούν δυο απόλυτα συμβατά</p><p>πεδία, δυο διαφορετικές προσεγγίσεις στην αναζήτηση της ίδιας</p><p>αλήθειας».</p><p>Έκανε παύση, σαν να μην μπορούσε να πιστέψει αυτό που ήταν</p><p>έτοιμη να ξεστομίσει. «Και πρόσφατα... συνέλαβε έναν τρόπο για</p><p>να το πετύχει».</p><p>Ο Κέλερ δεν έβγαλε λέξη.</p><p>«Σχεδίασε ένα πείραμα, ένα πείραμα που έλπιζε ότι θα έδινε</p><p>οριστικά τέλος σε μια από τις πιο πικρές συγκρούσεις στην</p><p>ιστορία της επιστήμης και της θρησκείας».</p><p>Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε σε ποια σύγκρουση να αναφερόταν</p><p>άραγε. Υπήρξαν τόσο πολλές...</p><p>«Αναφέρομαι στη σύγκρουση για τη Δημιουργία», είπε απλά η</p><p>Βιτόρια. «Στη μάχη γύρω από το πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν».</p><p>Α! σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Η μητέρα όλων των μαχών.</p><p>«Η Βίβλος, φυσικά, δηλώνει απερίφραστα ότι ο Θεός δημιούργησε</p><p>το σύμπαν», εξήγησε εκείνη. «Ο Θεός είπε ʺΓενηθήτω φωςʺ,* και</p><p>όλα όσα βλέπουμε γύρω μας εμφανίστηκαν μέσα από το</p><p>απέραντο κενό. Δυστυχώς, ένας από τους θεμελιώδεις νόμους της</p><p>φυσικής δηλώνει με εξίσου κατηγορηματικό τρόπο ότι η ύλη δεν</p><p>είναι δυνατόν να δημιουργηθεί από το μηδέν».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε διαβάσει σχετικά με το αδιέξοδο αυτό. Η άποψη</p><p>της εκκλησίας ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει κάτι από το τίποτα</p><p>ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τους αποδεκτούς νόμους της</p><p>σύγχρονης φυσικής, επομένως, υποστήριζαν οι επιστήμονες, η</p><p>Γένεση ήταν επιστημονικά παράλογη.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον», είπε η Βιτόρια γυρίζοντας προς το μέρος του,</p><p>* Γένεσις, κεφ. Α', στ. 3. (Σ.τ.Ε.)</p><p>«να υποθέσω ότι έχετε ακούσει για τη θεωρία της Μεγάλης</p><p>Έκρηξης;»</p><p>Ο Λάνγκντον ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Λίγο πολύ...»</p><p>Η Μεγάλη Έκρηξη, απʹ ό,τι γνώριζε, αποτελούσε το επιστημονικά</p><p>αποδεκτό μοντέλο για τη δημιουργία του σύμπαντος. Δεν την</p><p>κατανοούσε πλήρως, όμως, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η</p><p>σφαίρα στην οποία ήταν συγκεντρωμένη όλη η ενέργεια</p><p>εξερράγη, με αποτέλεσμα το σύμπαν, από απειροελάχιστες</p><p>διαστάσεις που είχε μέχρι τότε, να αρχίσει να διαστέλλεται και να</p><p>δημιουργηθούν οι γαλαξίες και τα άστρα. Ή κάτι τέτοιο.</p><p>Η Βιτόρια συνέχισε:</p><p>«Όταν η Καθολική Εκκλησία πρότεινε για πρώτη φορά τη θεωρία</p><p>της Μεγάλης Έκρηξης, το 1927, οι...»</p><p>«Συγνώμη...» τη διέκοψε ο Λάνγκντον, χωρίς να μπορέσει να</p><p>συγκρατήσει τον εαυτό του. «Λέτε ότι η Μεγάλη Έκρηξη ήταν</p><p>ιδέα των καθολικών;»</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε να απορεί με την ερώτηση του.</p><p>«Φυσικά! Τη θεωρία τη διατύπωσε ένας καθολικός μοναχός, ο</p><p>Ζορζ Λεμέτρ, το 1927».</p><p>«Μα νόμιζα ότι...» Δίστασε για λίγο. «Η θεωρία της Μεγάλης</p><p>Έκρηξης δε διατυπώθηκε από τον Έντουιν Χαμπλ, αστρονόμο στο</p><p>Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ;»</p><p>Ο Κέλερ έδειξε έντονα ενοχλημένος.</p><p>«Τυπική αμερικανική επιστημονική αλαζονεία... Ο Χαμπλ</p><p>δημοσίευσε τη μελέτη του το 1929, δυο χρόνια μετά τον Λεμέτρ».</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε. Ναι, αλλά το διάσημο διαστημικό</p><p>τηλεσκόπιο ονομάζεται «Χαμπλ», κύριέ μου... Δεν έχω ακούσει</p><p>για κανένα τηλεσκόπιο Λεμέτρ!</p><p>«Ο κύριος Κέλερ έχει δίκιο», είπε η Βιτόρια, «η ιδέα ανήκε στον</p><p>Λεμέτρ. Ο Χαμπλ απλώς την επιβεβαίωσε συγκεντρώνοντας</p><p>αδιάσειστα στοιχεία τα οποία αποδείκνυαν ότι η Μεγάλη Έκρηξη</p><p>ήταν επιστημονικά δυνατή».</p><p>«Α!» έκανε ο Λάνγκντον. Αναρωτιόταν αν οι φανατικοί</p><p>θαυμαστές του Χαμπλ στο Τμήμα Αστρονομίας του Χάρβαρντ</p><p>ανέφεραν καν το όνομα του Λεμέτρ στις διαλέξεις τους.</p><p>«Όταν ο Λεμέτρ διατύπωσε για πρώτη φορά τη θεωρία της</p><p>Μεγάλης Έκρηξης», συνέχισε η Βιτόρια, «οι επιστήμονες την</p><p>απέρριψαν ως εντελώς γελοία. Η ύλη, υποστήριζε η επιστήμη, δεν</p><p>μπορούσε να δημιουργηθεί από το τίποτα. Έτσι, όταν ο Χαμπλ</p><p>συγκλόνισε τον κόσμο αποδεικνύοντας επιστημονικά ότι η</p><p>θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης ήταν σωστή, η εκκλησία χαιρέτισε</p><p>την ανακάλυψη θεωρώντας τη δική της νίκη, μια απόδειξη ότι η</p><p>Βίβλος ήταν επιστημονικά ακριβής. Η θεϊκή αλήθεια...»</p><p>Ο Λάνγκντον κούνησε το κεφάλι για να δείξει ότι την</p><p>παρακολουθούσε. Πράγματι, είχε στρέψει ολόκληρη την προσοχή</p><p>του τώρα στα όσα άκουγε.</p><p>«Φυσικά, οι επιστήμονες δεν ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της</p><p>χρησιμοποίησης των ανακαλύψεων τους από την εκκλησία για</p><p>την προώθηση της θρησκείας, κι έτσι προχώρησαν αμέσως στη</p><p>μαθηματικοποίηση της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης,</p><p>αφαιρώντας όλες τις θρησκευτικές αναφορές, διεκδικώντας έτσι</p><p>την πατρότητα της. Δυστυχώς για την επιστήμη όμως, οι</p><p>εξισώσεις των επιστημόνων ακόμα και σήμερα πάσχουν από μια</p><p>σοβαρή αδυναμία, την οποία η εκκλησία αρέσκεται να</p><p>επισημαίνει σε κάθε ευκαιρία».</p><p>Ο Κέλερ ρουθούνισε ενοχλημένος.</p><p>«Η ανωμαλία». Πρόφερε τη λέξη με έναν τρόπο σαν να</p><p>αποτελούσε την κατάρα της ζωής του.</p><p>«Ναι, η ανωμαλία», είπε η Βιτόρια. «Η ακριβής στιγμή της</p><p>Δημιουργίας. Ο χρόνος μηδέν». Κοίταξε τον Λάνγκντον. «Ακόμα</p><p>και σήμερα η επιστήμη αδυνατεί να συλλάβει την αρχική στιγμή</p><p>της Δημιουργίας. Οι εξισώσεις μας ερμηνεύουν το πρώιμο σύμπαν</p><p>μάλλον ικανοποιητικά, όμως καθώς γυρίζουμε πίσω στο χρόνο,</p><p>πλησιάζοντας τη στιγμή μηδέν, ξαφνικά οι μαθηματικές μας</p><p>αρχές καταρρέουν και τα πάντα χάνουν το νόημα τους».</p><p>«Σωστά», είπε ο Κέλερ, με έναν κοφτό τόνο στη φωνή του, ο</p><p>οποίος φανέρωνε την ένταση που του προκαλούσε το</p><p>συγκεκριμένο ζήτημα. «Και, βέβαια, η εκκλησία ερμηνεύει την</p><p>αδυναμία αυτή ως απόδειξη της θαυμαστής επέμβασης του Θεού.</p><p>Όμως πρέπει να επανέλθεις στο θέμα και να μας πεις πού θέλεις</p><p>να καταλήξεις».</p><p>Το πρόσωπο της Βιτόρια πήρε μια απόμακρη έκφραση.</p><p>«Θέλω να καταλήξω στο ότι ο πατέρας μου πάντοτε πίστευε στη</p><p>συμμετοχή του Θεού στη Μεγάλη Έκρηξη. Παρότι η επιστήμη δεν</p><p>ήταν σε θέση να συλλάβει τη θεϊκή στιγμή της Δημιουργίας,</p><p>εκείνος πίστευε ότι κάποια μέρα αυτό θα άλλαζε». Έγνεψε</p><p>θλιμμένα προς μια επιγραφή που βρισκόταν πάνω από το χώρο</p><p>εργασίας του πατέρα της, λειτουργώντας ως υπόμνηση. «Ο</p><p>μπαμπάς μου συνήθιζε να κουνάει αυτό το χαρτί μπροστά στο</p><p>πρόσωπο μου κάθε φορά που είχα αμφιβολίες».</p><p>Ο Λάνγκντον διάβασε τι έγραφε:</p><p>Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΕΣ</p><p>Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΠΟΛΥ ΝΕΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ</p><p>«Ο μπαμπάς μου ήθελε να οδηγήσει την επιστήμη σε ένα</p><p>υψηλότερο επίπεδο», είπε η Βιτόρια, «όπου θα στήριζε την έννοια</p><p>του Θεού». Πέρασε το χέρι της μέσα από τα μακριά μαλλιά της, με</p><p>μια μελαγχολική έκφραση στο πρόσωπο της. «Επιχείρησε να</p><p>κάνει κάτι που κανένας επιστήμονας δεν είχε σκεφτεί να κάνει.</p><p>Κάτι που κανένας δεν είχε την τεχνολογία για να κάνει,</p><p>τουλάχιστον μέχρι τώρα».</p><p>Έκανε παύση, σαν να μην ήταν σίγουρη πώς να περιγράψει</p><p>με</p><p>λόγια αυτό που ήθελε να πει. «Σχεδίασε ένα πείραμα για να</p><p>αποδείξει ότι η Γένεση ήταν δυνατή».</p><p>Να αποδείξει τη Γένεση; αναρωτήθηκε έκπληκτος ο Λάνγκντον.</p><p>«Γενηθήτω φώς»; Ύλη από το τίποτα;</p><p>Το ψυχρό βλέμμα του Κέλερ τους διαπέρασε.</p><p>«Συγνώμη... Τι είπες;»</p><p>«Ο πατέρας μου δημιούργησε ένα σύμπαν... από το μηδέν».</p><p>Το κεφάλι του Κέλερ τινάχτηκε από την έκπληξη.</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Για να το θέσω καλύτερα, επανέλαβε τη Μεγάλη Έκρηξη».</p><p>Ο Κέλερ έμοιαζε έτοιμος να πεταχτεί όρθιος.</p><p>Ο Λάνγκντον τα είχε επίσης χαμένα. Δημιούργησε ένα σύμπαν;</p><p>Επανέλαβε τη Μεγάλη Έκρηξη;</p><p>«Το πείραμα έγινε σε πολύ μικρότερη κλίμακα, φυσικά», είπε η</p><p>Βιτόρια, μιλώντας γρηγορότερα τώρα. «Η διαδικασία ήταν</p><p>εντυπωσιακά απλή. Επιτάχυνε δυο εξαιρετικά λεπτές δέσμες</p><p>σωματιδίων προς αντίθετες κατευθύνσεις μέσα στο σωλήνα του</p><p>επιταχυντή. Οι δυο δέσμες συγκρούστηκαν μετωπικά με τεράστια</p><p>ταχύτητα, εισχωρώντας η μια μέσα στην άλλη, με αποτέλεσμα να</p><p>συμπιεστεί όλη τους η ενέργεια σε ένα απειροελάχιστο σημείο. Ο</p><p>πατέρας μου κατόρθωσε έτσι να πετύχει ασύλληπτη ενεργειακή</p><p>πυκνότητα».</p><p>Ένας χείμαρρος από όρους κύλησε από το στόμα της, στο</p><p>άκουσμα καθενός από τους οποίους τα μάτια του διευθυντή</p><p>γούρλωναν όλο και περισσότερο.</p><p>Ο Λάνγκντον προσπαθούσε να παρακολουθήσει τα όσα</p><p>λέγονταν.</p><p>Άρα ο Λεονάρντο Βάρτα πέτυχε μια προσομοίωση της</p><p>συμπυκνωμένης σφαίρας ενέργειας από την οποία υποτίθεται ότι</p><p>δημιουργήθηκε το σύμπαν.</p><p>«Το αποτέλεσμα», είπε η Βιτόρια, «ήταν ένα αληθινό θαύμα.</p><p>Όταν δημοσιευτεί, θα κλονίσει τα θεμέλια της σύγχρονης</p><p>φυσικής».</p><p>Μιλούσε και πάλι αργά τώρα, σαν να απολάμβανε την τεράστια</p><p>σημασία των όσων είχε να πει. «Χωρίς προειδοποίηση, μέσα στο</p><p>σωλήνα του επιταχυντή από αυτό το σημείο της έντονα</p><p>εστιασμένης ενέργειας σωματίδια ύλης άρχισαν να ξεπηδούν από</p><p>το πουθενά».</p><p>Ο Κέλερ δεν έκανε καμία κίνηση, απλώς κρατούσε τα μάτια του</p><p>καρφωμένα πάνω της.</p><p>«Υλη», επανέλαβε η Βιτόρια. «Που δημιουργήθηκε από το μηδέν.</p><p>Ήταν μια απίστευτη επίδειξη υποατομικών πυροτεχνημάτων.</p><p>Ένα μικροσκοπικό σύμπαν ήρθε στη ζωή. Είχε αποδείξει όχι μόνο</p><p>ότι η ύλη μπορεί να δημιουργηθεί από το τίποτα αλλά και ότι η</p><p>Μεγάλη Έκρηξη και η Γένεση μπορούν να εξηγηθούν απλώς με</p><p>την αποδοχή της παρουσίας μιας τεράστιας πηγής ενέργειας».</p><p>«Εννοείς το Θεό;» ρώτησε επιτακτικά ο Κέλερ.</p><p>«Θεός, Βούδας, Δύναμη, Γιαχβέ, ανωμαλία, σημείο ενότητας...</p><p>Πείτε το όπως θέλετε, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Επιστήμη και</p><p>θρησκεία στηρίζουν την ίδια αλήθεια: Η αμιγής ενέργεια είναι ο</p><p>πατέρας της Δημιουργίας».</p><p>Όταν τελικά ο Κέλερ μίλησε, η φωνή του ήταν βαριά.</p><p>«Βιτόρια, δε σε καταλαβαίνω. Είναι σαν να μου λες ότι ο πατέρας</p><p>σου δημιούργησε ύλη... από το τίποτα;»</p><p>«Ναι». Η Βιτόρια έδειξε προς τους κυλίνδρους. «Και εκεί βρίσκεται</p><p>η απόδειξη. Στους κυλίνδρους αυτούς φυλάσσονται δείγματα της</p><p>ύλης που δημιούργησε».</p><p>Ο Κέλερ έβηξε και πλησίασε τους κυλίνδρους με έναν</p><p>επιφυλακτικό τρόπο που θύμιζε ανήσυχο ζώο το οποίο διαγράφει</p><p>κύκλους γύρω από κάτι που γνωρίζει από ένστικτο ότι δεν είναι...</p><p>σωστό.</p><p>«Προφανώς κάτι δεν έχω καταλάβει...» είπε. «Πώς περιμένεις να</p><p>πιστέψει κάποιος ότι αυτοί οι κύλινδροι περιέχουν σωματίδια</p><p>ύλης τα οποία δημιούργησε ο πατέρας σου; Αυτά τα σωματίδια θα</p><p>μπορούσαν να προέρχονται από οπουδήποτε».</p><p>«Όχι», είπε η Βιτόρια με σταθερή φωνή, η οποία φανέρωνε έντονη</p><p>αυτοπεποίθηση, «δε θα μπορούσαν να προέρχονται από</p><p>οπουδήποτε. Τα συγκεκριμένα σωματίδια είναι μοναδικά.</p><p>Ανήκουν σε ένα είδος που δεν υπάρχει πουθενά στον πλανήτη,</p><p>επομένως θα πρέπει να έχουν δημιουργηθεί».</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ σκοτείνιασε.</p><p>«Βιτόρια, τι εννοείς λέγοντας ότι ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο</p><p>είδος; Υπάρχει μόνο ένα είδος ύλης, και...» Σταμάτησε απότομα.</p><p>Η έκφραση στο πρόσωπο της Βιτόρια ήταν μια έκφραση</p><p>θριάμβου.</p><p>«Εσείς ο ίδιος έχετε δώσει διάλεξη πάνω στο θέμα αυτό,</p><p>διευθυντά. Το σύμπαν περιέχει δύο είδη ύλης. Αυτό είναι ένα</p><p>επιστημονικό γεγονός». Η Βιτόρια στράφηκε προς τον</p><p>Λάνγκντον. «Κύριε Λάνγκντον, τι αναφέρει η Βίβλος σχετικά με</p><p>τη Δημιουργία; Τι δημιούργησε ο Θεός;»</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε άβολα, δεν καταλάβαινε τι σχέση είχε αυτό</p><p>με όσα είχε ακούσει.</p><p>«Εεε... ο Θεός δημιούργησε... το φως και το σκοτάδι, τον</p><p>παράδεισο και την κόλαση...»</p><p>«Ακριβώς!» αναφώνησε η Βιτόρια. «Δημιούργησε τα πάντα σε</p><p>ζεύγη αντιθέτων. Συμμετρία. Τέλεια ισορροπία». Γύρισε πάλι</p><p>προς τον Κέλερ. «Διευθυντά, η επιστήμη υποστηρίζει το ίδιο</p><p>πράγμα με τη θρησκεία, ότι δηλαδή η Μεγάλη Έκρηξη</p><p>δημιούργησε τα πάντα στο σύμπαν σε ζεύγη αντιθέτων».</p><p>«Συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της ύλης», ψιθύρισε ο</p><p>Κέλερ, απευθυνόμενος περισσότερο στον εαυτό του.</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Κι όταν ο πατέρας μου πραγματοποίησε το πείραμα του, όπως</p><p>ήταν φυσικό, εμφανίστηκαν δύο είδη ύλης».</p><p>Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε τι ακριβώς να σήμαινε αυτό. ο</p><p>Λεονάρντο Βάρα δημιούργησε το αντίθετο της ύλης;</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε θυμωμένος.</p><p>«Η ουσία στην οποία αναφέρεσαι υπάρχει μόνο σε άλλα σημεία</p><p>του σύμπαντος. Σίγουρα δεν υπάρχει στη Γη. Και πιθανότατα</p><p>ούτε καν στο γαλαξία μας!»</p><p>«Ακριβώς!» επανέλαβε η Βιτόρια. «Γεγονός που αποδεικνύει ότι τα</p><p>σωματίδια που βρίσκονται μέσα σε αυτούς τους κυλίνδρους θα</p><p>πρέπει να δημιουργήθηκαν».</p><p>Η έκφραση του προσώπου του Κέλερ σκλήρυνε.</p><p>«Βιτόρια, δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι ότι αυτοί οι κύλινδροι</p><p>περιέχουν πραγματικά δείγματα;»</p><p>«Αυτό ακριβώς ισχυρίζομαι». Γύρισε και κοίταξε με περηφάνια</p><p>τους κυλίνδρους. «Διευθυντά, έχετε μπροστά σας τα πρώτα</p><p>δείγματα αντιύλης».</p><p>20</p><p>ΦΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, σκεφτόταν ο Ασασίνος καθώς προχωρούσε με</p><p>μεγάλες δρασκελιές στη σκοτεινή στοά.</p><p>Ο δαυλός που κρατούσε στο χέρι του ήταν υπερβολή, το ήξερε</p><p>αυτό, τον είχε πάρει όμως για εντυπωσιασμό. Η εντύπωση που</p><p>δίνεις είναι τα πάντα. Ο φόβος, όπως είχε μάθει, ήταν σύμμαχος</p><p>του.</p><p>Ο φόβος εξουδετερώνει ταχύτερα από οποιοδήποτε όπλο.</p><p>Δεν υπήρχε κάποιος καθρέφτης στο πέρασμα για να μπορέσει να</p><p>θαυμάσει τη μεταμφίεση του, αλλά μπορούσε να καταλάβει από</p><p>τη σκιά των αμφίων του όπως αυτά ανέμιζαν ότι ήταν τέλεια. Το</p><p>να καταφέρει να αναμειχτεί με τους άλλους και να περάσει</p><p>απαρατήρητος ήταν μέρος του σχεδίου, της διαβολικά ευφυούς</p><p>συνωμοσίας.</p><p>Ούτε στα πιο τολμηρά του όνειρα δεν είχε φανταστεί ότι θα</p><p>έπαιζε αυτό το ρόλο.</p><p>Δύο βδομάδες πριν θα θεωρούσε το έργο που τον περίμενε στο</p><p>τέρμα της στοάς αδύνατον. Αποστολή αυτοκτονίας. Πορεία</p><p>κατευθείαν προς το στόμα του λύκου, χωρίς κανένα όπλο για</p><p>άμυνα. Όμως ο Ιανός είχε αλλάξει τον ορισμό του αδύνατου.</p><p>Τα μυστικά που είχε μοιραστεί ο Ιανός με τον Ασασίνο τις δύο</p><p>τελευταίες βδομάδες ήταν πολλά... Η στοά που διέσχιζε αυτή τη</p><p>στιγμή ήταν ένα από αυτά. Αρχαία, κι όμως συνέχιζε να είναι</p><p>απόλυτα λειτουργική.</p><p>Καθώς πλησίαζε τον εχθρό του ο Ασασίνος αναρωτήθηκε αν αυτό</p><p>που τον περίμενε εκεί θα ήταν τόσο εύκολο όσο είχε υποσχεθεί ο</p><p>Ιανός, ο οποίος τον είχε διαβεβαιώσει ότι κάποιος από μέσα θα</p><p>έκανε όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες. Κάποιος από μέσα.</p><p>Απίστευτο!</p><p>Όσο πιο πολύ το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε</p><p>ότι η υπόθεση ήταν παιχνιδάκι.</p><p>Wahad... tintain... thalatha... arbaa, έλεγε από μέσα του στα</p><p>αραβικά καθώς πλησίαζε στο τέρμα. Ένα... δύο... τρία... τέσσερα...</p><p>21</p><p>«ΕΧΩ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ότι έχετε ακούσει για την αντιύλη, κύριε</p><p>Λάνγκντον...»</p><p>Η Βιτόρια τον παρατηρούσε προσεκτικά. Η μαυρισμένη</p><p>επιδερμίδα της ερχόταν σε έντονη αντίθεση με το λευκό</p><p>εργαστήριο.</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω. Ξαφνικά</p><p>αισθανόταν ηλίθιος.</p><p>«Ναι. Δηλαδή... στο περίπου».</p><p>Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.</p><p>«Βλέπετε το Σταρ Τρεκ».</p><p>Ο Λάνγκντον κοκκίνισε.</p><p>«Να σας πω, αρέσει στους φοιτητές μου...» Συνοφρυώθηκε. «Η</p><p>αντιύλη</p><p>δεν είναι η κινητήρια δύναμη του διαστημόπλοιου</p><p>Εντερπράιζ;»</p><p>Εκείνη έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Η καλή επιστημονική φαντασία έχει τις ρίζες της στη σωστή</p><p>επιστήμη».</p><p>«Επομένως η αντιύλη είναι πραγματική;»</p><p>«Είναι ένα δεδομένο της φύσης. Το καθετί έχει το αντίθετο του.</p><p>Για τα πρωτόνια υπάρχουν τα ηλεκτρόνια. Για τα ʺπάνωʺ κουάρκ</p><p>υπάρχουν τα ʺκάτωʺ κουάρκ. Υπάρχει μια κοσμική συμμετρία σε</p><p>υποατομικό επίπεδο. Η αντιύλη είναι το γιν στο γιανγκ της ύλης.</p><p>Αποτελεί το δεύτερο σκέλος της φυσικής εξίσωσης».</p><p>Ο Λάνγκντον θυμήθηκε την πίστη του Γαλιλαίου στο δυαδισμό</p><p>των πραγμάτων.</p><p>«Οι επιστήμονες γνώριζαν από το 1918», είπε η Βιτόρια, «ότι η</p><p>Μεγάλη Έκρηξη δημιούργησε δύο είδη ύλης. Το ένα είδος είναι</p><p>αυτό που βλέπουμε εδώ στη Γη, αυτό από το οποίο αποτελούνται</p><p>οι πέτρες, τα δέντρα, οι άνθρωποι. Το άλλο είδος είναι το</p><p>αντίστροφο της, πανομοιότυπο με την ύλη σε όλα, με μόνη</p><p>διαφορά ότι τα φορτία των σωματιδίων του είναι αντίθετα».</p><p>Ο Κέλερ μίλησε σαν να έβγαινε από νάρκη. Η φωνή του ξαφνικά</p><p>ακουγόταν αβέβαιη.</p><p>«Μα υπάρχουν τεράστια τεχνολογικά εμπόδια για την</p><p>αποθήκευση της αντιύλης. Τι γίνεται με το φαινόμενο της</p><p>εξαϋλωσης;»</p><p>«Ο πατέρας μου δημιούργησε ένα κενό αντίθετης πολικότητας</p><p>προκειμένου να αποσπάσει τα ποζιτρόνια της αντιύλης από τον</p><p>επιταχυντή προτού αυτά αποσυντεθούν».</p><p>Ο Κέλερ φάνηκε να δυσπιστεί.</p><p>«Μα ένα τέτοιο κενό θα αποσπούσε ταυτόχρονα και την ύλη. Δε</p><p>θα υπήρχε τρόπος να διαχωριστούν τα σωματίδια».</p><p>«Εφάρμοσε ένα μαγνητικό πεδίο. Η ύλη συγκεντρώθηκε στα</p><p>δεξιά και η αντιύλη στα αριστερά. Στους δύο αντίθετους πόλους».</p><p>Εκείνη τη στιγμή το τείχος των αμφιβολιών που είχε ορθώσει ο</p><p>Κέλερ φάνηκε να καταρρέει. Σήκωσε τα μάτια του στη Βιτόρια,</p><p>φανερά έκπληκτος, και ύστερα, αναπάντεχα, ξέσπασε σε</p><p>ασταμάτητο «Α‐πί‐στευ‐το!» είπε σκουπίζοντας το στόμα του.</p><p>«Όμως...» Η λογική του μάλλον συνέχιζε να αντιστέκεται. «Όμως,</p><p>ακόμα κι αν το κενό έδωσε το επιθυμητό αποτέλεσμα, αυτοί εδώ</p><p>οι κύλινδροι αποτελούνται από ύλη. Η αντιύλη θα αντιδρούσε</p><p>αυτόματα με...»</p><p>«Το δείγμα δεν έρχεται σε επαφή με τον κύλινδρο», είπε η Βιτόρια,</p><p>έχοντας προφανώς προβλέψει την ερώτηση. «Η αντιύλη</p><p>αιωρείται. Οι κύλινδροι ονομάζονται ʺπαγίδες αντιύληςʺ, επειδή</p><p>κυριολεκτικά παγιδεύουν την αντιύλη στο κέντρο τους,</p><p>αναγκάζοντας τη να αιωρείται σε ασφαλή απόσταση από τις</p><p>πλευρές και τη βάση τους».</p><p>«Αιωρείται; Μα... πως;»</p><p>«Ανάμεσα σε δυο διασταυρούμενα μαγνητικά πεδία. Ορίστε, δείτε</p><p>μόνος σας».</p><p>Η Βιτόρια πήγε στην άλλη άκρη του δωματίου και πήρε μια</p><p>μεγάλη ηλεκτρονική συσκευή. Το παράξενο αντικείμενο θύμισε</p><p>στον Λάνγκντον τα όπλα ακτινών όπως απεικονίζονταν στα</p><p>κινούμενα σχέδια... Ήταν ένας φαρδύς σωλήνας σε σχήμα</p><p>κανονιού με ένα στόχαστρο στο πάνω μέρος και ένα σύμπλεγμα</p><p>από ηλεκτρονικές συσκευές από κάτω. Η Βιτόρια ευθυγράμμισε</p><p>το στόχαστρο με έναν κύλινδρο, κοίταξε μέσα από το φακό και</p><p>ρύθμισε ορισμένους διακόπτες. Ύστερα απομακρύνθηκε λίγο και</p><p>έγνεψε στον Κέλερ να κοιτάξει.</p><p>Ο διευθυντής φαινόταν τελείως σαστισμένος.</p><p>«Συγκεντρώσατε ορατές ποσότητες;»</p><p>«Πέντε χιλιάδες νανογραμμάρια», είπε η Βιτόρια. «Ένα υγρό</p><p>πλάσμα που περιέχει εκατομμύρια ποζιτρόνια».</p><p>«Εκατομμύρια; Μα η μεγαλύτερη ποσότητα που είχε εντοπιστεί</p><p>ποτέ ήταν μόνο μερικά σωματίδια...»</p><p>«Ξένον», είπε απλώς η Βιτόρια. «Ο πατέρας μου επιτάχυνε τη</p><p>δέσμη των σωματιδίων μέσω ενός πίδακα από ξένον, αφαιρώντας</p><p>τα ηλεκτρόνια. Επέμενε να κρατήσει μυστική την ακριβή</p><p>διαδικασία, πάντως περιλάμβανε την ταυτόχρονη εισαγωγή</p><p>ελεύθερων ηλεκτρονίων στον επιταχυντή».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθανόταν τελείως χαμένος. Είχε φτάσει στο</p><p>σημείο να αναρωτιέται αν ο διάλογος τους συνεχιζόταν στα</p><p>αγγλικά.</p><p>Ο Κέλερ έμεινε σιωπηλός. Οι ρυτίδες στο μέτωπο του έγιναν πιο</p><p>βαθιές. Ξαφνικά πήρε μια κοφτή ανάσα και το σώμα του κρέμασε</p><p>σαν να είχε χτυπηθεί από σφαίρα.</p><p>«Θεωρητικά, αυτό θα άφηνε μόνο...»</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Ναι. Και μάλιστα, πολλά».</p><p>Ο Κέλερ έστρεψε και πάλι το βλέμμα του στον κύλινδρο που</p><p>βρισκόταν μπροστά του. Με κάπως αβέβαιο ύφος, έγειρε πάνω</p><p>στην πολυθρόνα του, έβαλε το μάτι του στη διόπτρα και κοίταξε</p><p>προσεκτικά. Έμεινε στην ίδια θέση για πολλή ώρα, χωρίς να πει</p><p>το παραμικρό. Όταν τελικά τραβήχτηκε, στο μέτωπο του είχαν</p><p>σχηματιστεί χοντροί κόμποι ιδρώτα. Οι ρυτίδες έντασης που</p><p>χάραζαν μέχρι πριν από λίγο το πρόσωπο του είχαν εξαφανιστεί.</p><p>Η φωνή του μόλις που ακουγόταν.</p><p>«Θεέ μου! Πραγματικά τα καταφέρατε!»</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε και πάλι καταφατικά.</p><p>«Ο πατέρας μου τα κατάφερε».</p><p>«Δεν... δεν ξέρω τι να πω».</p><p>Η Βιτόρια στράφηκε στον Λάνγκντον.</p><p>«Θα θέλατε να ρίξετε μια ματιά κι εσείς;»</p><p>Του έκανε νόημα να πλησιάσει στη συσκευή που είχε</p><p>χρησιμοποιήσει προηγουμένως ο διευθυντής του κέντρου.</p><p>Χωρίς να ξέρει τι θα έπρεπε να περιμένει, ο Λάνγκντον πλησίασε.</p><p>Από μισό μέτρο απόσταση ο κύλινδρος έμοιαζε άδειος. Ό,τι κι αν</p><p>ήταν αυτό που περιείχε, πρέπει να είχε απειροελάχιστο μέγεθος.</p><p>Ο Λάνγκντον έφερε το μάτι του στη διόπτρα. Χρειάστηκε λίγα</p><p>δευτερόλεπτα για να εστιάσει στην εικόνα μπροστά του.</p><p>Και τότε το είδε.</p><p>Το αντικείμενο δε βρισκόταν στη βάση του κυλίνδρου, όπως</p><p>περίμενε, αλλά αιωρούνταν στο κέντρο του, μετεωριζόταν χωρίς</p><p>να στηρίζεται πουθενά, ένα γυαλιστερό υγρό σφαιρίδιο που</p><p>θύμιζε υδράργυρο. Αιωρούνταν σαν να το ανύψωνε κάποια</p><p>μαγική δύναμη, ενώ περιστρεφόταν διαρκώς στο κενό.</p><p>Μεταλλικοί κυματισμοί όργωναν ολόκληρη την επιφάνεια του. Το</p><p>αιωρούμενο σταγονίδιο θύμισε στον Λάνγκντον ένα βίντεο που</p><p>είχε δει κάποτε το οποίο παρουσίαζε μια σταγόνα νερού σε</p><p>μηδενική βαρύτητα. Παρότι ήξερε πως το σφαιρίδιο ήταν</p><p>μικροσκοπικό, μπορούσε να διακρίνει και την παραμικρή</p><p>μεταβολή στην επιφάνεια του καθώς περιστρεφόταν αργά στο</p><p>κενό.</p><p>«Αιωρείται χωρίς να αγγίζει... πουθενά», είπε.</p><p>«Έτσι πρέπει», απάντησε η Βιτόρια. «Η αντιύλη είναι εξαιρετικά</p><p>ασταθής. Από ενεργειακή άποψη η αντιύλη είναι το κατοπτρικό</p><p>είδωλο της ύλης, επομένως, αν έρθουν σε επαφή, η μια αναιρεί</p><p>την άλλη. Το να διατηρηθεί η αντιύλη απόλυτα διαχωρισμένη από</p><p>την ύλη αποτελεί, φυσικά, μεγάλη πρόκληση, επειδή τα πάντα</p><p>πάνω στη Γη είναι φτιαγμένα από ύλη. Τα δείγματα πρέπει να</p><p>αποθηκεύονται χωρίς να έρχονται σε επαφή με το παραμικρό,</p><p>ούτε καν με τον αέρα».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε μείνει έκπληκτος. Αυτό είναι που λέμε</p><p>«απόλυτο κενό».</p><p>«Αυτές οι παγίδες αντιύλης...» διέκοψε ο Κέλερ, φανερά</p><p>εντυπωσιασμένος. Χάιδεψε με ένα τρεμάμενο δάχτυλο τη βάση</p><p>ενός από τους κυλίνδρους. «Είναι δημιούργημα του πατέρα σου;»</p><p>«Για την ακρίβεια», είπε εκείνη, «είναι δικό μου δημιούργημα».</p><p>Ο Κέλερ σήκωσε τα μάτια του.</p><p>Η φωνή της Βιτόρια ήταν επίπεδη, χωρίς ίχνος αλαζονείας.</p><p>«Ο πατέρας μου παρήγαγε τα πρώτα σωματίδια αντιύλης, αλλά</p><p>δεν μπορούσε να βρει λύση στο πρόβλημα της αποθήκευσης τους.</p><p>Του πρότεινα αυτό. Στεγανό νανοσυνθετικό κέλυφος με</p><p>αντίρροπους ηλεκτρομαγνήτες σε κάθε άκρο».</p><p>«Φαίνεται ότι η ιδιοφυΐα του πατέρα σου ήταν μεταδοτική...»</p><p>«Όχι ακριβώς. Δανείστηκα την ιδέα από τη φύση. Υπάρχουν</p><p>κάποια είδη μέδουσας που παγιδεύουν ψάρια με τα κνιδωτά</p><p>νημάτιά τους χρησιμοποιώντας νηματοκυστικές ώσεις. Η ίδια</p><p>αρχή εφαρμόζεται κι εδώ. Κάθε κύλινδρος διαθέτει δύο</p><p>ηλεκτρομαγνήτες, έναν σε κάθε άκρο.</p><p>Τα αντίρροπα μαγνητικά πεδία διασταυρώνονται στο κέντρο του</p><p>κυλίνδρου και κρατάνε την αντιύλη εκεί, αιωρούμενη στο κενό».</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε ξανά τον κύλινδρο. Αντιύλη που</p><p>αιωρούνταν στο κενό, χωρίς να αγγίζει τίποτα απολύτως. Ο</p><p>Κέλερ είχε δίκιο:</p><p>Ήταν ιδιοφυές.</p><p>«Πού βρίσκεται η ενεργειακή πηγή των μαγνητών;» ρώτησε ο</p><p>Κέλερ.</p><p>Η Βιτόρια του έδειξε.</p><p>«Στη στήλη κάτω από την παγίδα. Οι κύλινδροι είναι βιδωμένοι</p><p>στη θέση</p><p>υποδοχής, από όπου επαναφορτίζονται διαρκώς, ώστε</p><p>να μη σταματάει ούτε στιγμή η λειτουργία των μαγνητών».</p><p>«Κι αν το πεδίο διακοπεί;»</p><p>«Θα συμβεί το προφανές. Η αντιύλη θα πάψει να αιωρείται, θα</p><p>πέσει στη βάση της παγίδας και θα έχουμε το φαινόμενο της</p><p>εξαΰλωσης».</p><p>Ο Λάνγκντον τέντωσε τα αφτιά του.</p><p>«Εξαΰλωση;» Δεν του άρεσε ο ήχος της λέξης.</p><p>Η Βιτόρια δεν έδειχνε να προβληματίζεται.</p><p>«Ναι. Αν έρθουν σε επαφή η αντιύλη με την ύλη, αμφότερες</p><p>εκμηδενίζονται αυτόματα. Οι φυσικοί ονομάζουν τη διαδικασία</p><p>ʺεξαΰλωσηʺ».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε.</p><p>«Α!»</p><p>«Είναι η απλούστερη αντίδραση στη φύση. Ένα σωματίδιο ύλης</p><p>και ένα σωματίδιο αντιύλης συνδυάζονται και απελευθερώνουν</p><p>δυο νέα σωματίδια, τα οποία ονομάζονται φωτόνια. Το φωτόνιο</p><p>είναι στην ουσία μια μικρή δέσμη φωτός».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε διαβάσει για τα φωτόνια, τα σωματίδια φωτός,</p><p>τα οποία αποτελούσαν την καθαρότερη μορφή ενέργειας.</p><p>Αποφάσισε να μη ρωτήσει πώς χρησιμοποιούσε ο κυβερνήτης</p><p>Κερκ τις τορπίλες φωτονίων εναντίων των Κλίνγκον.</p><p>«Άρα, αν η αντιύλη πέσει, αυτό που θα δούμε θα είναι μια</p><p>μικροσκοπική έκρηξη φωτός;»</p><p>Η Βιτόρια ανασήκωσε τους ώμους της.</p><p>«Εξαρτάται από το τι θεωρείτε μικροσκοπικό. Επιτρέψτε μου να</p><p>σας κάνω μια μικρή επίδειξη».</p><p>Άπλωσε τα χέρια της προς τον κύλινδρο και άρχισε να τον</p><p>ξεβιδώνει από τη βάση φόρτισης.</p><p>Ο Κέλερ άφησε μια κραυγή τρόμου και τινάχτηκε μπροστά,</p><p>χτυπώντας τα χέρια της για να την εμποδίσει.</p><p>«Βιτόρια! Έχεις τρελαθεί;»</p><p>22</p><p>ΗΤΑΝ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ, όμως ο Κέλερ είχε σταθεί προς στιγμήν</p><p>όρθιος, τρεκλίζοντας πάνω στα δύο ατροφικά πόδια του. Το</p><p>πρόσωπο του ήταν κάτωχρο από το φόβο.</p><p>«Βιτόρια! Δεν μπορείς να αποσυνδέσεις την παγίδα!»</p><p>Ο Λάνγκντον παρακολουθούσε, αιφνιδιασμένος από το</p><p>απρόσμενο ξέσπασμα πανικού του διευθυντή.</p><p>«Πεντακόσια νανογραμμάρια!» είπε ο Κέλερ. «Αν διακόψεις το</p><p>μαγνητικό πεδίο...»</p><p>«Διευθυντά», τον καθησύχασε η Βιτόρια, «είναι απολύτως</p><p>ασφαλές. Κάθε παγίδα διαθέτει μηχανισμό ασφαλείας, μια</p><p>εφεδρική μπαταρία σε περίπτωση που αποσυνδεθεί από το</p><p>φορτιστή της. Το δείγμα παραμένει αιωρούμενο ακόμα κι αν</p><p>απομακρύνω τον κύλινδρο από τη βάση του».</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε αβέβαιος. Τελικά, με φανερό δισταγμό,</p><p>βολεύτηκε πίσω στην πολυθρόνα του.</p><p>«Οι μπαταρίες ενεργοποιούνται αυτόματα», είπε η Βιτόρια, «όταν</p><p>η παγίδα απομακρύνεται από το φορτιστή της. Λειτουργούν για</p><p>είκοσι τέσσερις ώρες, αποτελώντας κάτι σαν εφεδρική δεξαμενή</p><p>καυσίμων».</p><p>Στράφηκε στον Λάνγκντον, σαν να είχε διαισθανθεί την</p><p>αμηχανία του.</p><p>«Η αντιύλη διαθέτει ορισμένα εκπληκτικά χαρακτηριστικά, κύριε</p><p>Λάνγκντον, τα οποία την καθιστούν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ένα</p><p>δείγμα δέκα χιλιοστών του γραμμαρίου, ποσότητα που</p><p>αντιστοιχεί στον όγκο ενός κόκκου άμμου, θεωρείται ότι περιέχει</p><p>ενέργεια αντίστοιχη με περίπου διακόσιους τόνους συμβατικών</p><p>καυσίμων για διαστημόπλοια».</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε το κεφάλι του να γυρίζει ξανά...</p><p>«Η αντιύλη είναι η αυριανή πηγή ενέργειας. Είναι χίλιες φορές</p><p>ισχυρότερη από την πυρηνική ενέργεια. Πρόκειται για καθαρή</p><p>ενέργεια, με απόδοση εκατό τοις εκατό. Κανένα παράγωγο,</p><p>καθόλου ακτινοβολία, καθόλου μόλυνση. Ελάχιστα γραμμάρια</p><p>θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν με ενέργεια μια μεγαλούπολη</p><p>για μια βδομάδα».</p><p>Γραμμάρια; Ο Λάνγκντον απομακρύνθηκε νευρικά από τη στήλη.</p><p>«Μην ανησυχείτε», είπε η Βιτόρια, «αυτά τα δείγματα</p><p>αντιστοιχούν σε απειροελάχιστα κλάσματα του γραμμαρίου,</p><p>εκατομμυριοστά. Είναι σχετικά αβλαβή».</p><p>Άπλωσε ξανά τα χέρια της στον κύλινδρο και τον ξεβίδωσε από</p><p>τη στήλη τροφοδοσίας.</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ σφίχτηκε, ωστόσο δεν επενέβη. Μόλις η</p><p>παγίδα αποσπάστηκε από τη βάση της, ακούστηκε ένας οξύς</p><p>βόμβος και μια μικρή οθόνη υγρών κρυστάλλων ενεργοποιήθηκε.</p><p>Κόκκινα ψηφία άρχισαν να αναβοσβήνουν, καθώς είχε ξεκινήσει</p><p>η αντίστροφη μέτρηση των είκοσι τεσσάρων ωρών.</p><p>24:00:00</p><p>23:59:59</p><p>23:59:58</p><p>Ο Λάνγκντον παρατήρησε το ρολόι που μετρούσε αντίστροφα και</p><p>αποφάσισε ότι παρουσίαζε μια ανησυχητική ομοιότητα με</p><p>ωρολογιακή βόμβα.</p><p>«Η μπαταρία», εξήγησε η Βιτόρια, «θα τροφοδοτήσει τη συσκευή</p><p>για είκοσι τέσσερις ώρες, ώσπου να αποφορτιστεί. Μπορεί να</p><p>επαναφορτιστεί αν τοποθετηθεί η παγίδα πίσω στη βάση της.</p><p>Αποτελεί μια δικλίδα ασφαλείας, εξυπηρετεί όμως και</p><p>μεταφορικούς σκοπούς».</p><p>«Μεταφορικούς;» Ο Κέλερ έδειχνε εμβρόντητος. «Θέλεις να πεις</p><p>ότι βγάλατε αυτό το πράγμα από το εργαστήριο;»</p><p>«Και βέβαια όχι», είπε η Βιτόρια. «Όμως η δυνατότητα</p><p>μετακίνησης μας επιτρέπει να το μελετάμε».</p><p>Η Βιτόρια οδήγησε τον Λάνγκντον και τον Κέλερ στην άλλη άκρη</p><p>του δωματίου. Τράβηξε στην άκρη μια κουρτίνα, αποκαλύπτοντας</p><p>ένα παράθυρο πίσω από το οποίο ανοιγόταν ένα μεγάλο δωμάτιο.</p><p>Οι τοίχοι, το πάτωμα και η οροφή ήταν επενδυμένα με ατσάλι. Το</p><p>δωμάτιο θύμισε στον Λάνγκντον τη δεξαμενή ενός παλιού</p><p>πετρελαιοφόρου με το οποίο είχε ταξιδέψει κάποτε στην Παπούα</p><p>Νέα Γουινέα προκειμένου να μελετήσει την τεχνική ζωγραφικής</p><p>σώματος που ονομάζεται «Hanta».</p><p>«Είναι θάλαμος εξαΰλωσης», δήλωσε η Βιτόρια.</p><p>Ο Κέλερ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω, έκπληκτος.</p><p>«Δηλαδή έχετε παρακολουθήσει αντιδράσεις εξαΰλωσης;»</p><p>«Ο πατέρας μου γοητευόταν από τη θεωρία της Μεγάλης</p><p>Έκρηξης... Τεράστιες ποσότητες ενέργειας από απειροελάχιστες</p><p>ποσότητες ύλης...»</p><p>Η Βιτόρια τράβηξε ένα ατσάλινο συρτάρι που βρισκόταν κάτω</p><p>από το παράθυρο. Τοποθέτησε την παγίδα μέσα στο συρτάρι και</p><p>το έκλεισε. Στη συνέχεια κατέβασε ένα μοχλό που βρισκόταν</p><p>δίπλα σε αυτό.</p><p>Λίγες στιγμές αργότερα η παγίδα εμφανίστηκε από την άλλη</p><p>πλευρά του παραθύρου, κυλώντας ομαλά πάνω σε ηλεκτρικές</p><p>ράγες στο μεταλλικό δάπεδο, μέχρι που σταμάτησε κοντά στο</p><p>κέντρο του δωματίου.</p><p>Η Βιτόρια χαμογέλασε κάπως σφιγμένα.</p><p>«Πρόκειται να παρακολουθήσετε την πρώτη σας</p><p>αλληλοεξουδετέρωση ύλης ‐ αντιύλης. Μιλάμε για μερικά</p><p>εκατομμυριοστά του γραμμαρίου, ένα σχετικά μικροσκοπικό</p><p>δείγμα».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω στην παγίδα</p><p>αντιύλης, που αποτελούσε το μοναδικό αντικείμενο καταμεσής</p><p>του τεράστιου θαλάμου. Ο Κέλερ, εμφανώς ανήσυχος, στράφηκε</p><p>με τη σειρά του προς το παράθυρο.</p><p>«Κανονικά», εξήγησε η Βιτόρια, «θα ήμασταν υποχρεωμένοι να</p><p>περιμένουμε είκοσι τέσσερις ώρες, ώσπου να αποφορτιστούν οι</p><p>μπαταρίες, όμως αυτός ο θάλαμος διαθέτει κάτω από το δάπεδο</p><p>μαγνήτες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την παγίδα,</p><p>διακόπτοντας την αιώρηση της αντιύλης. Και μόλις ύλη και</p><p>αντιύλη έρθουν σε επαφή...»</p><p>«Εξαΰλωση...» ψιθύρισε ο Κέλερ.</p><p>«Και κάτι ακόμα», είπε η Βιτόρια. «Η αντιύλη εκλύει καθαρή</p><p>ενέργεια. Η μετατροπή μάζας σε φωτόνια γίνεται σε ποσοστό</p><p>εκατό τοις εκατό. Για το λόγο αυτό μην κοιτάζετε κατευθείαν το</p><p>δείγμα. Προστατέψτε τα μάτια σας».</p><p>Ο Λάνγκντον γενικά ήταν ανήσυχος, όμως στην προκειμένη</p><p>περίπτωση αισθανόταν ότι η Βιτόρια γινόταν υπερβολικά</p><p>δραματική.</p><p>Να μην κοιτάξω κατευθείαν τον κύλινδρο; Η συσκευή απείχε</p><p>περισσότερα από είκοσι πέντε μέτρα και βρισκόταν πίσω από</p><p>έναν υπερενισχυμένο τοίχο από χρωματιστό πλεξιγκλάς.</p><p>Επιπλέον, το περιεχόμενο του κυλίνδρου ήταν αόρατο,</p><p>μικροσκοπικό. Να προστατέψω τα μάτια μου; σκέφτηκε ο</p><p>Λάνγκντον. Μα πόση ενέργεια θα μπορούσε να απελευθερώσει</p><p>αυτός ο κόκκος...</p><p>Η Βιτόρια πίεσε το κουμπί.</p><p>Την ίδια στιγμή ο Λάνγκντον ένιωσε να τυφλώνεται. Μια</p><p>υπέρλαμπρη κουκκίδα εμφανίστηκε μέσα στον κύλινδρο, για να</p><p>διαλυθεί σε μια τεράστια έκρηξη φωτός, που ξεχύθηκε προς όλες</p><p>τις κατευθύνσεις, χτυπώντας με τρομακτική δύναμη το παράθυρο</p><p>που βρισκόταν μπροστά του. Ο Αμερικανός μελετητής συμβόλων</p><p>πισωπάτησε, καθώς η έκρηξη τράνταξε το θωρακισμένο θάλαμο.</p><p>Το φως συνέχισε να λάμπει δυνατά για λίγη ώρα, εκτυφλωτικό,</p><p>και μετά άρχισε να αποσύρεται με ταχύτητα</p><p>προς τα πίσω, σαν</p><p>να το ρουφούσε ο ίδιος του ο εαυτός, για να καταλήξει και πάλι</p><p>μια μικροσκοπική κουκκίδα, η οποία τελικά εξαφανίστηκε</p><p>εντελώς. Ο Λάνγκντον ανοιγόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας</p><p>να συνέλθει. Η όραση του επανήλθε σταδιακά. Με μισόκλειστα</p><p>μάτια, κοίταξε το θάλαμο, που ήταν γεμάτος καπνό. Το δοχείο</p><p>στο δάπεδο είχε εξαφανιστεί εντελώς.</p><p>Είχε εξαϋλωθεί, χωρίς να αφήσει πίσω του ούτε ίχνος.</p><p>Έμεινε να κοιτάζει κατάπληκτος.</p><p>«Θ...Θεέ μου!»</p><p>Η Βιτόρια κατένεψε θλιμμένα.</p><p>«Αυτό ακριβώς υποστήριζε και ο πατέρας μου».</p><p>23</p><p>Ο ΚΕΛΕΡ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να πάρει τα μάτια του από το θάλαμο</p><p>εξαΰλωσης, ενώ στο πρόσωπο του είχε ζωγραφιστεί μια έκφραση</p><p>απόλυτης κατάπληξης μπροστά στο θέαμα που είχε μόλις</p><p>παρακολουθήσει. Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον, ο οποίος στεκόταν</p><p>δίπλα του, έδειχνε ακόμα πιο εντυπωσιασμένος.</p><p>«Θέλω να δω τον πατέρα μου», είπε επιτακτικά η Βιτόρια. «Σας</p><p>έδειξα το εργαστήριο. Τώρα θέλω να δω τον πατέρα μου».</p><p>Ο Κέλερ γύρισε αργά προς το μέρος της, μην έχοντας ακούσει</p><p>προφανώς τίποτα απʹ ό,τι του είχε πει.</p><p>«Γιατί περιμένατε τόσο πολύ, Βιτόρια; Εσύ κι ο πατέρας σου</p><p>έπρεπε να με είχατε ενημερώσει αμέσως για αυτή την</p><p>ανακάλυψη».</p><p>Η Βιτόρια τον κάρφωσε κατευθείαν στα μάτια. Πόσους λόγους</p><p>θέλεις;</p><p>«Διευθυντά, αυτό μπορούμε να το συζητήσουμε αργότερα. Τώρα</p><p>όμως θέλω να δω τον πατέρα μου».</p><p>«Αντιλαμβάνεσαι τη σημασία αυτής της ανακάλυψης;»</p><p>«Φυσικά!» του αντιγύρισε η Βιτόρια. «Έσοδα για το CERN. Πολλά</p><p>έσοδα! Τώρα θέλω...»</p><p>«Αυτός είναι ο λόγος που το κρατήσατε μυστικό;» ρώτησε με</p><p>έντονο ύφος ο Κέλερ, σε μια εμφανή προσπάθεια να της</p><p>αποσπάσει λόγια. «Επειδή φοβόσασταν ότι το διοικητικό</p><p>συμβούλιο κι εγώ θα ψηφίζαμε υπέρ της εκχώρησης των</p><p>δικαιωμάτων εκμετάλλευσης της ανακάλυψης;»</p><p>«Μα θα έπρεπε να εκχωρηθούν», έκανε απότομα η Βιτόρια,</p><p>νιώθοντας να παρασύρεται στη συζήτηση αυτή. «Η αντιύλη</p><p>αποτελεί σημαντική τεχνολογία. Ταυτόχρονα όμως είναι και</p><p>επικίνδυνη. Ο πατέρας μου κι εγώ θέλαμε χρόνο για να</p><p>βελτιώσουμε τις διαδικασίες και να την κάνουμε ασφαλή».</p><p>«Με άλλα λόγια, δεν εμπιστευόσασταν το διοικητικό συμβούλιο,</p><p>δεν πιστεύατε ότι θα έβαζε την ασφαλή επιστήμη πάνω από το</p><p>οικονομικό όφελος».</p><p>Η Βιτόρια ένιωσε να εκπλήσσεται από τον αδιάφορο και απαθή</p><p>τόνο του Κέλερ.</p><p>«Υπήρχαν κι άλλα ζητήματα...» είπε. «Ο πατέρας μου χρειαζόταν</p><p>χρόνο προκειμένου να παρουσιάσει την αντιύλη μέσα από το</p><p>κατάλληλο οπτικό πρίσμα».</p><p>«Πράγμα που σημαίνει;...»</p><p>Εσύ τι νομίζεις ότι σημαίνει;</p><p>«Ύλη από καθαρή ενέργεια; Κάτι από το τίποτα; Αυτό αποτελεί</p><p>ουσιαστικά την απόδειξη ότι η Γένεση είναι επιστημονικά</p><p>δυνατή».</p><p>«Άρα δεν ήθελε να αγνοηθούν οι θρησκευτικές προεκτάσεις της</p><p>ανακάλυψης του μέσα στον κυκεώνα της εμπορικής</p><p>εκμετάλλευσης της...»</p><p>«Κατά κάποιον τρόπο...»</p><p>«Κι εσύ;»</p><p>Κατά τραγική ειρωνεία, οι ανησυχίες της Βιτόρια κινούνταν προς</p><p>την αντίθετη κατεύθυνση. Η εμπορευματοποίηση ήταν ζωτικής</p><p>σημασίας για την επιτυχία οποιασδήποτε νέας πηγής ενέργειας.</p><p>Παρότι η τεχνολογία της αντιύλης πρόσφερε ασύλληπτες</p><p>δυνατότητες ως ενεργειακή πηγή τεράστιας αποδοτικότητας, η</p><p>οποία είχε ταυτόχρονα το πλεονέκτημα ότι δε μόλυνε το</p><p>περιβάλλον, στην περίπτωση που η ανακάλυψη</p><p>δημοσιοποιούνταν πρόωρα κινδύνευε να δαιμονοποιηθεί μέσα</p><p>από πολιτικές αντιπαραθέσεις και λάθη χειρισμού στο πλαίσιο</p><p>της εκστρατείας προώθησης της, όπως είχε γίνει στο παρελθόν</p><p>και με την πυρηνική και την ηλιακή ενέργεια. Η χρήση της</p><p>πυρηνικής ενέργειας είχε επεκταθεί πριν η τεχνολογία της</p><p>καταστεί ασφαλής, με αποτέλεσμα να συμβούν μοιραία</p><p>ατυχήματα. Η χρήση της ηλιακής ενέργειας είχε επεκταθεί πριν</p><p>βρεθεί τρόπος για να καταστεί αποδοτική, με αποτέλεσμα ο</p><p>κόσμος να ζημιωθεί οικονομικά. Και οι δυο τεχνολογίες</p><p>απέκτησαν κακή φήμη και στην ουσία έτειναν πλέον να</p><p>εγκαταλειφτούν.</p><p>«Τα δικά μου ενδιαφέροντα», είπε η Βιτόρια, «δεν είναι τόσο...</p><p>ανώτερα και πνευματικά, όσο ο συγκερασμός επιστήμης και</p><p>θρησκείας».</p><p>«Το περιβάλλον...» αποφάνθηκε με σιγουριά ο Κέλερ.</p><p>«Απεριόριστη ενέργεια. Τέλος στην εξόρυξη ορυκτών</p><p>κοιτασμάτων. Τέλος στη μόλυνση. Τέλος στη ραδιενέργεια. Η</p><p>τεχνολογία της αντιύλης θα μπορούσε να σώσει τον πλανήτη».</p><p>«Ή να τον καταστρέψει», έκανε σαρκαστικά ο Κέλερ. «Εξαρτάται</p><p>από το ποιος θα τη χρησιμοποιήσει και για ποιο σκοπό».</p><p>Η Βιτόρια ένιωσε ένα παγωμένο ρίγος παρατηρώντας το ανάπηρο</p><p>κορμί του Κέλερ. Εξέπεμπε κάτι που την έκανε να ανατριχιάζει.</p><p>«Ποιος άλλος γνώριζε για αυτό;» ρώτησε εκείνος.</p><p>«Κανείς», είπε η Βιτόρια. «Σας το είπα ήδη».</p><p>«Τότε, γιατί νομίζεις ότι δολοφονήθηκε ο πατέρας σου;»</p><p>Οι μύες στο πρόσωπο της Βιτόρια σφίχτηκαν.</p><p>«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Είχε εχθρούς εδώ στο CERN, αυτό</p><p>το γνωρίζετε, όμως ο θάνατος του δε θα μπορούσε να έχει καμία</p><p>σχέση με την αντιύλη. Ορκιστήκαμε ο ένας στον άλλο να το</p><p>κρατήσουμε μυστικό για μερικούς μήνες ακόμα, μέχρι να είμαστε</p><p>έτοιμοι».</p><p>«Και είσαι βέβαιη ότι ο πατέρας σου κράτησε τον όρκο σιωπής</p><p>που είχε δώσει;»</p><p>Η Βιτόρια είχε αρχίσει να εξοργίζεται.</p><p>«Ο πατέρας μου είχε κρατήσει πολύ δυσκολότερους όρκους από</p><p>αυτόν!»</p><p>«Κι εσύ δε μίλησες σε κάποιον;»</p><p>«Και βέβαια όχι!»</p><p>Ο Κέλερ ξεφύσηξε βαριά. Έκανε παύση, σαν να διάλεγε</p><p>προσεκτικά τις επόμενες λέξεις του.</p><p>«Ας υποθέσουμε ότι κάποιος το πληροφορήθηκε. Και ας</p><p>υποθέσουμε ότι αυτός ο κάποιος είχε πρόσβαση σε αυτό το</p><p>εργαστήριο.</p><p>Τι φαντάζεσαι ότι θα αναζητούσε; Μήπως ο πατέρας σου φύλαγε</p><p>εδώ τις σημειώσεις του; Έγγραφα όπου είχε καταγράψει την</p><p>πρόοδο που σημείωνε;»</p><p>«Διευθυντά, μέχρι τώρα έδειξα υπομονή, απαιτώ όμως κάποιες</p><p>απαντήσεις. Διαρκώς υπαινίσσεστε ότι έγινε κάποια διάρρηξη,</p><p>όμως είδατε το σαρωτή αμφιβληστροειδούς. Ο πατέρας μου ήταν</p><p>ιδιαίτερα εχέμυθος και πολύ προσεκτικός σε θέματα ασφάλειας».</p><p>«Κάνε μου αυτή τη χάρη», είπε απότομα ο Κέλερ, αιφνιδιάζοντας</p><p>τη. «Τι θα έλειπε;»</p><p>«Δεν μπορώ να φανταστώ». Η Βιτόρια, φανερά εκνευρισμένη,</p><p>έλεγξε ξανά το εργαστήριο. Όλα τα δείγματα αντιύλης</p><p>βρίσκονταν στη θέση τους. Ο χώρος εργασίας του πατέρα της</p><p>έδειχνε εντάξει. «Κανείς δεν μπήκε εδώ μέσα», είπε με σιγουριά.</p><p>«Όλα εδώ πάνω δείχνουν φυσιολογικά».</p><p>Ήταν η σειρά του Κέλερ να αιφνιδιαστεί.</p><p>«Εδώ πάνω;»</p><p>Η Βιτόρια είχε μιλήσει εντελώς αυθόρμητα.</p><p>«Ναι, εδώ, στο πάνω εργαστήριο».</p><p>«Χρησιμοποιείτε και το κάτω εργαστήριο;»</p><p>«Ως αποθήκη».</p><p>Ο Κέλερ κύλησε την πολυθρόνα του για να βρεθεί μπροστά της,</p><p>ξεσπώντας και πάλι σε μια κρίση βήχα.</p><p>«Χρησιμοποιείτε το Θάλαμο Επικίνδυνων Υλικών ως αποθήκη;</p><p>Αποθήκη για τι πράγμα;»</p><p>Για επικίνδυνα υλικά, τι άλλο! Η Βιτόρια ένιωθε να εξαντλείται η</p><p>υπομονή της.</p><p>«Για αντιύλη».</p><p>Ο Κέλερ στηρίχτηκε στα μπράτσα της πολυθρόνας του και</p><p>ανασηκώθηκε.</p><p>«Υπάρχουν κι άλλα δείγματα; Γιατί, που να πάρει, δε μου το</p><p>είπες!»</p><p>«Μόλις το έκανα», του αντιγύρισε κοφτά η Βιτόρια. «Εξάλλου δε</p><p>μου δώσατε την ευκαιρία!»</p><p>«Είναι απόλυτη ανάγκη να ελέγξουμε αυτά τα δείγματα», είπε ο</p><p>Κέλερ. «Τώρα!»</p><p>«Δείγμα», τον διόρθωσε η Βιτόρια. «Στον ενικό αριθμό. Και είναι</p><p>απόλυτα ασφαλές. Κανείς δε θα μπορούσε...»</p><p>«Μόνο ένα;» Ο Κέλερ φάνηκε να διστάζει. «Γιατί δε βρίσκεται εδώ</p><p>πάνω;»</p><p>«Ο πατέρας μου ήθελε να αποθηκευτεί κάτω από το πετρώδες</p><p>υπόστρωμα για λόγους ασφάλειας. Είναι μεγαλύτερο από τα</p><p>υπόλοιπα».</p><p>Τα γεμάτα ανησυχία βλέμματα που αντάλλαξαν ο Κέλερ με τον</p><p>Λάνγκντον δεν πέρασαν απαρατήρητα από τη Βιτόρια. Ο Κέλερ</p><p>κύλησε ξανά την πολυθρόνα του προς το μέρος της.</p><p>«Δημιουργήσατε ένα δείγμα μεγαλύτερο από πεντακόσια</p><p>νανογραμμάρια;»</p><p>«Ήταν απαραίτητο», δικαιολογήθηκε η Βιτόρια. «Έπρεπε να</p><p>αποδείξουμε ότι η σχέση επένδυσης ‐ απόδοσης είναι</p><p>συμφέρουσα».</p><p>Η Βιτόρια γνώριζε ότι το μεγάλο ερώτημα που συνόδευε όλες τις</p><p>νέες πηγές ενέργειας ήταν πάντα</p><p>εκείνο της σχέσης επένδυσης</p><p>προς απόδοση ‐ με άλλα λόγια, πόσα κεφάλαια απαιτούνταν για</p><p>να παραχθεί η ενέργεια. Η κατασκευή μιας πετρελαιοπηγής που</p><p>θα απέδιδε μόνο ένα βαρέλι πετρελαίου ήταν ζημιογόνο</p><p>εγχείρημα. Αν όμως η ίδια αυτή πετρελαιοπηγή, με ελάχιστα</p><p>επιπλέον έξοδα, μπορούσε να αποδώσει εκατομμύρια βαρέλια,</p><p>τότε άξιζε τον κόπο. Το ίδιο ίσχυε και για την αντιύλη. Η</p><p>ενεργοποίηση ηλεκτρομαγνητών σε μήκος είκοσι εφτά</p><p>χιλιομέτρων προκειμένου να δημιουργηθεί ένα απειροελάχιστο</p><p>δείγμα αντιύλης απαιτούσε μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας από</p><p>αυτή που περιείχε η παραχθείσα αντιύλη. Για να αποδειχτεί η</p><p>αποδοτικότητα, και κατʹ επέκταση η οικονομική βιωσιμότητα, της</p><p>αντιύλης ήταν απαραίτητη η δημιουργία μεγαλυτέρων</p><p>δειγμάτων.</p><p>Παρότι ο πατέρας της Βιτόρια δίσταζε να δημιουργήσει ένα</p><p>μεγαλύτερο δείγμα, εκείνη τον είχε πιέσει ιδιαίτερα. Υποστήριζε</p><p>ότι, προκειμένου να έχει η αντιύλη την αντιμετώπιση που</p><p>δικαιούνταν, η ίδια και ο πατέρας της έπρεπε να αποδείξουν δυο</p><p>πράγματα: πρώτον, ότι ήταν εφικτή η παραγωγή ποσοτήτων που</p><p>συνέφεραν από οικονομική άποψη και, δεύτερον, ότι τα δείγματα</p><p>μπορούσαν να αποθηκευτούν με ασφάλεια. Στο τέλος κατόρθωσε</p><p>να τον πείσει. Ο πατέρας της, παρά τις σοβαρές του επιφυλάξεις,</p><p>έδωσε τη συγκατάθεση του, όχι όμως χωρίς να επιβάλει</p><p>συγκεκριμένους και ιδιαίτερα αυστηρούς όρους όσον αφορά τη</p><p>μυστικότητα του προγράμματος και την πρόσβαση στους χώρους</p><p>όπου εργάζονταν οι δυο τους. Η αντιύλη ‐και σε αυτό είχε</p><p>επιμείνει ιδιαίτερα ο πατέρας της‐ θα αποθηκευόταν στο Θάλαμο</p><p>Επικίνδυνων Υλικών, μια μικρή γρανιτώδη κοιλότητα η οποία</p><p>βρισκόταν άλλα είκοσι πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια του</p><p>εδάφους. Το δείγμα αυτό θα ήταν το μυστικό τους. Μόνο οι δυο</p><p>τους θα είχαν πρόσβαση σε αυτό.</p><p>«Βιτόρια;» επέμεινε ο Κέλερ, με φανερή ένταση στη φωνή του.</p><p>«Πόσο μεγάλο ήταν τελικά αυτό το δείγμα που δημιουργήσατε</p><p>μαζί με τον πατέρα σου;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωθε μια παράξενη ικανοποίηση βαθιά μέσα της.</p><p>Ήξερε ότι η ποσότητα θα άφηνε άναυδο ακόμα και το μεγάλο</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ. Στο μυαλό της σχηματίστηκε η εικόνα της</p><p>αντιύλης που ήταν αποθηκευμένη μερικές δεκάδες μέτρα πιο</p><p>κάτω. Ήταν ένα ασύλληπτο θέαμα! Μέσα στην παγίδα, άνετα</p><p>ορατό με γυμνό μάτι, χόρευε ένα μικρό σφαιρίδιο αντιύλης. Το</p><p>συγκεκριμένο δεν ήταν ένας ακόμα μικροσκοπικός κόκκος. Το</p><p>σταγονίδιο αυτό είχε το μέγεθος μιας μπίλιας ρουλεμάν.</p><p>Η Βιτόρια πήρε μια βαθιά ανάσα.</p><p>«Ένα ολόκληρο τέταρτο του γραμμαρίου».</p><p>Ο Κέλερ έγινε κάτασπρος.</p><p>«Ορίστε;» Άλλη μια κρίση βήχα τον ταλαιπώρησε για αρκετή ώρα.</p><p>«Ένα τέταρτο του γραμμαρίου; Αυτό ισοδυναμεί με... σχεδόν</p><p>πέντε χιλιοτόνους!»</p><p>Χιλιοτόνους. Η Βιτόρια μισούσε τη λέξη. Η ίδια και ο πατέρας της</p><p>δεν τη χρησιμοποιούσαν ποτέ. Ένας χιλιοτόνος ισοδυναμούσε με</p><p>χίλιους τόνους ΤΝΤ. Οι χιλιοτόνοι ήταν μια μονάδα που</p><p>χρησιμοποιούνταν στη βιομηχανία όπλων. Όταν γινόταν</p><p>συζήτηση για τη γόμωση κάποιας βόμβας. Ήταν μέτρο</p><p>καταστροφικής δύναμης. Εκείνη και ο πατέρας της μιλούσαν για</p><p>ηλεκτροβόλτ και τζάουλ, όρους που χρησιμοποιούνταν για την</p><p>ωφέλιμη απόδοση ενέργειας.</p><p>«Μια τέτοια ποσότητα αντιύλης θα μπορούσε κυριολεκτικά να</p><p>αφανίσει τα πάντα σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου!» αναφώνησε ο</p><p>Κέλερ.</p><p>«Ναι, αν εκμηδενιζόταν ολόκληρη ταυτόχρονα», αντιγύρισε η</p><p>Βιτόρια, «πράγμα που κανείς δε θα έκανε!»</p><p>«Εκτός αν αυτός ο κάποιος δε γνώριζε τις συνέπειες. Ή αν η</p><p>τροφοδοσία των ηλεκτρομαγνητών σταματούσε!»</p><p>Ο Κέλερ κινούνταν ήδη προς το ασανσέρ.</p><p>«Γιʹ αυτόν ακριβώς το λόγο ο πατέρας μου αποθήκευσε το δείγμα</p><p>στο Θάλαμο Επικίνδυνων Υλικών, που τροφοδοτείται συνεχώς,</p><p>ακόμα κι αν διακοπεί η ηλεκτρική ενέργεια, ενώ διαθέτει και</p><p>επιπλέον σύστημα ασφάλειας».</p><p>Ο Κέλερ γύρισε προς το μέρος της και τη ρώτησε με μια έκφραση</p><p>προσδοκίας:</p><p>«Είχατε εγκαταστήσει επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας στο</p><p>θάλαμο;»</p><p>«Ναι. Ένα δεύτερο σαρωτή αμφιβληστροειδούς».</p><p>Ο Κέλερ πρόφερε δύο λέξεις μόνο:</p><p>«Κάτω. Τώρα!»</p><p>Το ασανσέρ υπηρεσίας κατέβηκε σαν σφαίρα.</p><p>Άλλα είκοσι πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Η</p><p>Βιτόρια ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να οσμιστεί το φόβο των δύο</p><p>αντρών καθώς ο ανελκυστήρας κατέβαινε όλο και πιο βαθιά μέσα</p><p>στη γη. Το συνήθως ανέκφραστο πρόσωπο του Κέλερ ήταν</p><p>σφιγμένο. Το ξέρω, σκέφτηκε η κοπέλα, ότι το δείγμα είναι</p><p>τεράστιο, όμως τα προληπτικά μέτρα που πήραμε είναι...</p><p>Έφτασαν στο τέρμα.</p><p>Το ασανσέρ άνοιξε και η Βιτόρια τους οδήγησε στο μισοσκότεινο</p><p>διάδρομο. Πιο κάτω αυτός κατέληγε σε αδιέξοδο. Στο σημείο</p><p>εκείνο βρισκόταν μια τεράστια ατσάλινη πόρτα.</p><p>ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΛΙΚΑ.</p><p>Η συσκευή σάρωσης του αμφιβληστροειδούς δίπλα στην πόρτα</p><p>ήταν πανομοιότυπη με εκείνη στο εργαστήριο πάνω. Η Βιτόρια</p><p>πλησίασε. Προσεκτικά, ευθυγράμμισε το μάτι της με το φακό.</p><p>Τραβήχτηκε πίσω. Κάτι δεν πήγαινε καλά... Ο συνήθως</p><p>πεντακάθαρος φακός ήταν πιτσιλισμένος, λερωμένος με κάτι που</p><p>έμοιαζε με... Αίμα; Αιφνιδιασμένη, στράφηκε προς τους δυο</p><p>άντρες, όμως τα πρόσωπα που αντίκρισε ήταν κέρινα. Τόσο ο</p><p>Κέλερ όσο και ο Λάνγκντον ήταν κάτωχροι. Τα μάτια τους ήταν</p><p>καρφωμένα στο δάπεδο, σε ένα σημείο δίπλα στα πόδια της.</p><p>Η Βιτόρια ακολούθησε το βλέμμα τους προς τα κάτω.</p><p>«Όχι!» ούρλιαξε ο Λάνγκντον, κάνοντας να την εμποδίσει.</p><p>Ήταν όμως πολύ αργά.</p><p>Η νεαρή γυναίκα είχε εντοπίσει το αντικείμενο που βρισκόταν</p><p>στο δάπεδο. Της ήταν τελείως ξένο και ταυτόχρονα τρομερά</p><p>οικείο.</p><p>Χρειάστηκε μόνο μια στιγμή για να το συνειδητοποιήσει. Μετά, με</p><p>ένα αίσθημα φρίκης που την έκανε να παραλύσει, κατάλαβε.</p><p>Πεταμένος σαν σκουπίδι στο πάτωμα ήταν ο βολβός ενός ματιού.</p><p>Η Βιτόρια θα αναγνώριζε οπουδήποτε αυτή την ανοιχτή</p><p>απόχρωση του καστανού.</p><p>24</p><p>Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ το σύστημα ασφάλειας</p><p>κράτησε την αναπνοή του τη στιγμή που ο διοικητής του έσκυψε</p><p>πάνω από τον ώμο του για να μελετήσει προσεκτικά την κονσόλα</p><p>με τις οθόνες που βρισκόταν μπροστά τους. Πέρασε ένα λεπτό.</p><p>Η σιωπή του είναι κάτι πολύ φυσικό και αναμενόμενο, σκέφτηκε</p><p>ο φρουρός. Ο διοικητής ήταν ένας άνθρωπος που τηρούσε</p><p>αυστηρά το πρωτόκολλο. Δε θα είχε φτάσει να διοικεί μια από τις</p><p>πλέον επίλεκτες δυνάμεις ασφαλείας του κόσμου αν άνοιγε το</p><p>στόμα του χωρίς πρώτα να βάλει το μυαλό του να σκεφτεί.</p><p>Ναι, όμως τι σκέφτεται;</p><p>Το αντικείμενο που έβλεπαν στην οθόνη και το οποίο</p><p>προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ήταν έμοιαζε με ένα είδος</p><p>κυλίνδρου. Ήταν ένας κύλινδρος με διαφανή τοιχώματα. Ως εδώ</p><p>τα πράγματα ήταν απλά. Από εκεί και πέρα δυσκόλευαν.</p><p>Μέσα στον κύλινδρο, σαν αποτέλεσμα κάποιου ειδικού εφέ,</p><p>διακρινόταν ένα σταγονίδιο κάποιου μεταλλικού υγρού το οποίο</p><p>έμοιαζε να αιωρείται στο κενό. Το σταγονίδιο μια εμφανιζόταν</p><p>και μια εξαφανιζόταν όπως το φώτιζαν τα κόκκινα ψηφία που</p><p>αναβόσβηναν στην οθόνη υγρών κρυστάλλων μετρώντας</p><p>αντίστροφα, γεγονός που έκανε το φρουρό να ανατριχιάζει.</p><p>«Μπορείς να φωτίσεις λίγο περισσότερο την εικόνα;» ρώτησε ο</p><p>διοικητής, ξαφνιάζοντας τον.</p><p>Εκείνος υπάκουσε στη διαταγή και η εικόνα καθάρισε κάπως. Ο</p><p>διοικητής έγειρε μπροστά, μισοκλείνοντας τα μάτια του σε μια</p><p>προσπάθεια να διακρίνει καλύτερα κάτι που μόλις είχε γίνει</p><p>ορατό στη βάση του κυλίνδρου.</p><p>Ο φρουρός ακολούθησε το βλέμμα του διοικητή του. Δίπλα στην</p><p>οθόνη υγρών κρυστάλλων μόλις που διακρινόταν ένα ακρωνύμιο.</p><p>Τέσσερα κεφαλαία γράμματα φωτίζονταν από την περιοδική</p><p>λάμψη των ψηφίων.</p><p>«Μείνε εδώ», είπε ο διοικητής. «Μην αναφέρεις τίποτα. Θα το</p><p>χειριστώ εγώ».</p><p>25</p><p>ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΥΛΙΚΑ. Πενήντα μέτρα κάτω από την επιφάνεια</p><p>του εδάφους. Η Βιτόρια Βέτρα ένιωσε τα γόνατα της να λυγίζουν</p><p>και έπεσε σχεδόν πάνω στο σαρωτή. Αντιλήφθηκε τον Αμερικανό</p><p>να τρέχει για να τη βοηθήσει, να την κρατάει, να την</p><p>υποβαστάζει, σηκώνοντας το βάρος της. Στο πάτωμα,</p><p>δίπλα στα</p><p>πόδια της, το μάτι του πατέρα της ατένιζε το κενό. Τα πνευμόνια</p><p>της κόντευαν να σκάσουν από την έλλειψη αέρα. Του έβγαλαν το</p><p>μάτι! Ο κόσμος της κατέρρεε. Ο Κέλερ είχε πλησιάσει από πίσω</p><p>της, κάτι της έλεγε. Ο Λάνγκντον την καθοδηγούσε. Σαν σε</p><p>όνειρο, βρέθηκε να κοιτάζει μέσα στο σαρωτή. Ο μηχανισμός</p><p>έβγαλε το γνώριμο ήχο.</p><p>Η πόρτα γλίστρησε στο πλάι.</p><p>Παρά τον τρόμο που είχε προκαλέσει η εικόνα του ματιού του</p><p>πατέρα της βαθιά μες στην ψυχή της, η Βιτόρια διαισθανόταν ότι</p><p>μια νέα φρίκη την περίμενε μέσα. Όταν έστρεψε το θολό της</p><p>βλέμμα στο δωμάτιο, επιβεβαιώθηκε η υποψία της ότι υπήρχε και</p><p>επόμενο κεφάλαιο στον εφιάλτη. Η μία και μοναδική στήλη</p><p>τροφοδοσίας υψωνόταν άδεια μπροστά της.</p><p>Ο κύλινδρος είχε χαθεί. Είχαν βγάλει το μάτι του πατέρα της για</p><p>να τον κλέψουν. Τα γεγονότα διαδέχονταν υπερβολικά γρήγορα</p><p>το ένα το άλλο, δεν είχε το απαραίτητο χρονικό περιθώριο για να</p><p>τα κατανοήσει πλήρως. Τα πάντα είχαν πάει στραβά. Το δείγμα</p><p>που είχαν δημιουργήσει για να αποδείξουν ότι η αντιύλη είναι</p><p>ασφαλής και βιώσιμη πηγή ενέργειας είχε κλαπεί. Μα κανείς δε</p><p>γνώριζε ότι το δείγμα αυτό υπήρχε καν! Ωστόσο δεν μπορούσε να</p><p>αρνηθεί την αλήθεια όσων είχαν συμβεί. Κάποιος το είχε</p><p>ανακαλύψει. Η Βιτόρια δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος θα</p><p>μπορούσε να είναι αυτός ο κάποιος.</p><p>Ακόμα και ο Κέλερ, για τον οποίο έλεγαν ότι γνώριζε όλα όσα</p><p>συνέβαιναν στο CERN, ήταν φανερό ότι δεν είχε ιδέα για το</p><p>πείραμα.</p><p>Ο πατέρας της ήταν νεκρός. Η ιδιοφυΐα του είχε οδηγήσει τελικά</p><p>στη δολοφονία του.</p><p>Την ώρα που η οδύνη πλημμύριζε την καρδιά της ένα νέο</p><p>συναίσθημα αναδύθηκε στο συνειδητό της Βιτόρια. Και ήταν πολύ</p><p>χειρότερο. Συντριπτικό! Τη σκότωνε... Το συναίσθημα ήταν η</p><p>ενοχή. Ανεξέλεγκτη, ανελέητη ενοχή. Η Βιτόρια γνώριζε ότι</p><p>εκείνη είχε πείσει τον πατέρα της να δημιουργήσει το δείγμα.</p><p>Παρακάμπτοντας τις δικές του αντιρρήσεις. Και τώρα εκείνος είχε</p><p>δολοφονηθεί για αυτό.</p><p>Ένα τέταρτο του γραμμαρίου...</p><p>Όπως και κάθε άλλη τεχνολογία (η φωτιά, η πυρίτιδα, ο</p><p>κινητήρας εσωτερικής καύσης), αν έπεφτε σε λάθος χέρια, η</p><p>αντιύλη μπορούσε να αποδειχτεί θανάσιμη. Απόλυτα</p><p>καταστροφική. Η αντιύλη ήταν ένα θανατηφόρο όπλο.</p><p>Πανίσχυρο και ασταμάτητο. Μόλις ο κύλινδρος αποσπάστηκε</p><p>από τη βάση επαναφόρτισής του στο CERN, ξεκίνησε η αμείλικτη</p><p>αντίστροφη μέτρηση. Ένα τρένο που ταξίδευε με ξέφρενη</p><p>ταχύτητα, οδεύοντας προς τον εκτροχιασμό.</p><p>Και όταν τελείωνε ο χρόνος...</p><p>Μια εκτυφλωτική λάμψη. Ένας κρότος σαν από κεραυνό.</p><p>Αυτόματη εξαΰλωση. Μονάχα η λάμψη... και ένας άδειος</p><p>κρατήρας. Ένας μεγάλος άδειος κρατήρας.</p><p>Η σκέψη ότι η σεμνή ιδιοφυΐα του πατέρα της χρησιμοποιούνταν</p><p>ως εργαλείο καταστροφής ήταν σαν δηλητήριο στο αίμα της.</p><p>Η αντιύλη ήταν το απόλυτο τρομοκρατικό όπλο. Δεν είχε</p><p>μεταλλικά μέρη ώστε να εντοπιστεί από τους ανιχνευτές</p><p>μετάλλων, δεν άφηνε χημικά ίχνη ώστε να τη μυρίσουν τα ειδικά</p><p>εκπαιδευμένα σκυλιά, δε διέθετε μηχανισμό πυροδότησης ώστε</p><p>να τον εξουδετερώσουν οι αρχές, αν εντόπιζαν τον κύλινδρο. Η</p><p>αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει...</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Έβγαλε το μαντίλι του</p><p>και σκέπασε το μάτι του Λεονάρντο Βέτρα πάνω στο δάπεδο. Η</p><p>Βιτόρια στεκόταν τώρα στην είσοδο του άδειου θαλάμου με τα</p><p>χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιωμένα από την οδύνη</p><p>και τον πανικό.</p><p>Ο Λάνγκντον κινήθηκε ξανά προς το μέρος της αυθόρμητα, όμως</p><p>ο Κέλερ παρενέβη.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ ήταν τελείως ανέκφραστο. Έκανε νόημα</p><p>στον Ρόμπερτ να μιλήσουν κατʹ ιδίαν. Εκείνος τον ακολούθησε</p><p>διστακτικά, αφήνοντας τη Βιτόρια να τα βγάλει πέρα μόνη της.</p><p>«Είστε ο ειδικός», ψιθύρισε γεμάτος ένταση ο Κέλερ. «Θέλω να</p><p>ξέρω τι σκοπεύουν να κάνουν αυτοί οι μπάσταρδοι οι</p><p>Πεφωτισμένοι με την αντιύλη».</p><p>Ο Λάνγκντον προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Παρά την τρέλα</p><p>που επικρατούσε γύρω του, η πρώτη του αντίδραση ήταν λογική:</p><p>απόρριψη βάσει των δεδομένων που είχε μέχρι τώρα</p><p>συγκεντρώσει στο πλαίσιο της ερευνάς του. Ο Κέλερ συνέχιζε να</p><p>κάνει υποθέσεις. Παράλογες υποθέσεις.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι έχουν διαλυθεί, κύριε Κέλερ. Επιμένω σε αυτό.</p><p>Θα μπορούσαν να υπάρχουν άπειρες εξηγήσεις για το έγκλημα</p><p>του οποίου είμαστε μάρτυρες... Υπεύθυνος θα μπορούσε να είναι</p><p>μέχρι και κάποιος άλλος εργαζόμενος στο CERN που είχε μάθει</p><p>για την ανακάλυψη του Βέτρα και θεωρούσε ότι το όλο</p><p>πρόγραμμα ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο για να συνεχιστεί».</p><p>Ο Κέλερ ήταν φανερά έκπληκτος.</p><p>«Πιστεύετε ότι έχουμε να κάνουμε με έγκλημα συνείδησης, κύριε</p><p>Λάνγκντον; Αυτό είναι παράλογο. Όποιος κι αν σκότωσε τον</p><p>Λεονάρντο, ήθελε ένα πράγμα: το δείγμα της αντιύλης. Και δε</p><p>χωράει αμφιβολία ότι έχει σχέδια για αυτό».</p><p>«Εννοείτε τρομοκρατικά σχέδια...»</p><p>«Σαφώς!»</p><p>«Μα οι Πεφωτισμένοι δεν ήταν τρομοκράτες...»</p><p>«Αυτό να το πείτε στον Λεονάρντο Βέτρα».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ότι υπήρχε κάποια αλήθεια στο σχόλιο</p><p>αυτό. Ο Λεονάρντο Βέτρα είχε πράγματι σημαδευτεί με το</p><p>σύμβολο της αδελφότητας. Γιατί είχε γίνει αυτό; Το ιερό σύμβολο</p><p>αποτελούσε εξαιρετικά πολύπλοκη υπόθεση για να</p><p>χρησιμοποιηθεί απλώς ως προσπάθεια να καλύψει ο δολοφόνος</p><p>τα ίχνη του, αποπροσανατολίζοντας τις έρευνες και στρέφοντας</p><p>τις υποψίες αλλού. Πρέπει να υπήρχε κάποια άλλη εξήγηση.</p><p>Για άλλη μια φορά ο Λάνγκντον πίεσε τον εαυτό του να εξετάσει</p><p>το απίθανο. Αν οι Πεφωτισμένοι παρέμεναν ενεργοί και ήταν</p><p>αυτοί που έκλεψαν την αντιύλη, ποιος θα ήταν ο σκοπός τους;</p><p>Ποιος θα ήταν ο στόχος τους; Ο εγκέφαλος του έδωσε την</p><p>απάντηση αυτόματα. Ο Λάνγκντον την απέρριψε εξίσου γρήγορα.</p><p>Πράγματι, οι Πεφωτισμένοι είχαν έναν προφανή εχθρό, αλλά μια</p><p>τρομοκρατική επίθεση ευρείας κλίμακας εναντίον του</p><p>συγκεκριμένου εχθρού ήταν αδιανόητη. Ήταν τελείως ξένη προς</p><p>το χαρακτήρα τους. Ναι, οι Πεφωτισμένοι είχαν σκοτώσει</p><p>ανθρώπους, όμως μεμονωμένα άτομα, προσεκτικά επιλεγμένους</p><p>στόχους. Μια επίθεση που θα προκαλούσε μαζική καταστροφή</p><p>ήταν, κατά κάποιον τρόπο, αδέξια, άκομψη κίνηση.</p><p>Ο Λάνγκντον σταμάτησε απότομα, για να κάνει μια στροφή στο</p><p>συλλογισμό του... Από την άλλη, θα ήταν μια μεγαλόπρεπη</p><p>συμβολική κίνηση: η αντιύλη, η απόλυτη επιστημονική</p><p>ανακάλυψη, να χρησιμοποιηθεί για την εξόντωση του...</p><p>Αρνήθηκε να αποδεχτεί την παράλογη σκέψη.</p><p>«Υπάρχει», είπε ξαφνικά, «μια λογική εξήγηση που δεν έχει να</p><p>κάνει με την τρομοκρατία».</p><p>Ο Κέλερ τον κοίταξε, περιμένοντας προφανώς να ακούσει αυτή</p><p>την εξήγηση.</p><p>Ο Λάνγκντον προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε μια τάξη.</p><p>Ιστορικά, οι Πεφωτισμένοι είχαν ασκήσει την τεράστια επιρροή</p><p>τους με οικονομικά μέσα. Έλεγχαν τράπεζες. Είχαν στη διάθεση</p><p>τους ράβδους χρυσού. Φήμες τους ήθελαν να έχουν στην κατοχή</p><p>τους το πολυτιμότερο πετράδι στον πλανήτη: το Διαμάντι των</p><p>Πεφωτισμένων, ένα αψεγάδιαστο διαμάντι τεραστίων</p><p>διαστάσεων.</p><p>«Χρήματα», είπε ο Λάνγκντον. «Η αντιύλη θα μπορούσε να έχει</p><p>κλαπεί για οικονομικό όφελος».</p><p>Ο Κέλερ δε φάνηκε να πείθεται.</p><p>«Οικονομικό όφελος; Που θα μπορούσε να πουλήσει κανείς ένα</p><p>σταγονίδιο αντιύλης;»</p><p>«Όχι το δείγμα», αντέτεινε ο Λάνγκντον. «Την τεχνολογία. Αυτή</p><p>πρέπει να αξίζει μια περιουσία. Ίσως κάποιος να έκλεψε το</p><p>δείγμα προκειμένου να το αναλύσει και έτσι να αναπτύξει την</p><p>τεχνολογία παραγωγής αντιύλης».</p><p>«Βιομηχανική κατασκοπία; Μα ο κύλινδρος θα είναι ασφαλής για</p><p>μόλις είκοσι τέσσερις ώρες, μέχρι να αποφορτιστούν οι μπαταρίες.</p><p>Οι ερευνητές θα εξαϋλωθούν πριν προλάβουν να ανακαλύψουν</p><p>το παραμικρό».</p><p>«Θα μπορούσαν να επαναφορτίσουν τον κύλινδρο πριν εκραγεί.</p><p>Θα μπορούσαν να κατασκευάσουν μια συμβατή στήλη</p><p>επαναφόρτισης, σαν αυτές που βρίσκονται εδώ στο κέντρο».</p><p>«Σε είκοσι τέσσερις ώρες;» σχολίασε με δύσπιστο ύφος ο Κέλερ.</p><p>«Ακόμα κι αν έκλεβαν τα σχέδια, ένας φορτιστής τέτοιου είδους</p><p>θα απαιτούσε μήνες για να κατασκευαστεί, όχι ώρες!»</p><p>«Έχει δίκιο». Η φωνή της Βιτόρια έτρεμε.</p><p>Οι δυο άντρες γύρισαν προς το μέρος της. Η Βιτόρια τους</p><p>πλησίασε με βήμα τόσο κλονισμένο όσο και η φωνή της.</p><p>«Έχει δίκιο. Κανείς δε θα μπορούσε να κατασκευάσει εγκαίρως</p><p>ένα φορτιστή. Το σύστημα σύνδεσης και μόνο θα απαιτούσε</p><p>βδομάδες. Φίλτρα ροής, σερβο‐πηνία, αγωγοί ενέργειας, και όλα</p><p>αυτά προσαρμοσμένα στη συγκεκριμένη ενεργειακή τιμή του</p><p>περιβάλλοντος...»</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε. Καταλάβαινε τι του έλεγαν. Η</p><p>παγίδα αντιύλης δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε απλώς να</p><p>συνδέσει κάποιος σε μια πρίζα στον τοίχο. Μόλις απομακρύνθηκε</p><p>από το CERN ο κύλινδρος είχε ξεκινήσει ένα εικοσιτετράωρο</p><p>ταξίδι χωρίς επιστροφή, το οποίο θα τερματιζόταν με την</p><p>εξαΰλωση του.</p><p>Γεγονός που οδηγούσε σε ένα και μόνο, τρομακτικό συμπέρασμα.</p><p>«Πρέπει να ειδοποιήσουμε την INTERPOL», είπε η Βιτόρια. Η</p><p>φωνή της ακούστηκε μακρινή ακόμα και στην ίδια. «Πρέπει να</p><p>καλέσουμε τις αρμόδιες αρχές. Αμέσως!»</p><p>Ο Κέλερ κούνησε το κεφάλι του.</p><p>«Κατηγορηματικά όχι».</p><p>Η απάντηση του την άφησε άναυδη.</p><p>«Όχι; Τι εννοείτε;»</p><p>«Εσύ κι ο πατέρας σου με φέρατε σε πάρα πολύ δύσκολη θέση με</p><p>την υπόθεση αυτή».</p><p>«Διευθυντά, χρειαζόμαστε βοήθεια. Είναι απόλυτη ανάγκη να</p><p>βρεθεί η παγίδα και να επιστραφεί εδώ πριν πάθει κάποιος κακό.</p><p>Είναι υποχρέωση μας!»</p><p>«Υποχρέωση μας είναι να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει»,</p><p>είπε ο Κέλερ, σκληραίνοντας τον τόνο της φωνής του. «Η</p><p>κατάσταση αυτή θα μπορούσε να έχει σοβαρές, πάρα πολύ</p><p>σοβαρές επιπτώσεις για το CERN».</p><p>«Ανησυχείτε για τη φήμη του κέντρου; Συνειδητοποιείτε τι</p><p>καταστροφή θα μπορούσε να προκαλέσει αυτός ο κύλινδρος σε</p><p>μια αστική περιοχή; Η έκρηξη θα αφανίσει τα πάντα σε ακτίνα</p><p>ενός χιλιομέτρου.</p><p>Εννέα οικοδομικά τετράγωνα!»</p><p>«Ίσως εσύ κι ο πατέρας σου θα έπρεπε να το είχατε σκεφτεί αυτό</p><p>πριν δημιουργήσετε το δείγμα».</p><p>Η Βιτόρια ένιωσε σαν να της είχαν μπήξει ένα μαχαίρι στην</p><p>καρδιά.</p><p>«Μα... πήραμε όλες τις προφυλάξεις».</p><p>«Προφανώς δεν ήταν αρκετές».</p><p>«Όμως κανείς δε γνώριζε για την αντιύλη».</p><p>Καταλάβαινε, βέβαια, ότι το επιχείρημα της ήταν παράλογο.</p><p>Φυσικά και κάποιος γνώριζε. Κάποιος είχε ανακαλύψει το</p><p>μυστικό.</p><p>Η Βιτόρια δεν το είχε πει σε κανέναν. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχαν</p><p>μόνο δυο εξηγήσεις: Είτε ο πατέρας της είχε εκμυστηρευτεί την</p><p>ανακάλυψη του σε κάποιον χωρίς να της το πει ‐πράγμα που δεν</p><p>ήταν λογικό, αφού ο πατέρας της ήταν εκείνος που της είχε</p><p>ζητήσει να ορκιστούν να την κρατήσουν μυστική‐ είτε οι δυο τους</p><p>παρακολουθούνταν. Το κινητό ίσως; Θυμόταν ότι είχαν μιλήσει</p><p>λίγες φορές το διάστημα που ταξίδευε η Βιτόρια. Μήπως είχαν πει</p><p>πολλά; Ήταν πιθανό. Υπήρχε, επίσης, και το ηλεκτρονικό</p><p>ταχυδρομείο. Όμως ήταν προσεκτικοί στα όσα έγραφαν, έτσι δεν</p><p>ήταν; Το σύστημα ασφάλειας του κέντρου; Μήπως</p><p>παρακολουθούνταν με κάποιον τρόπο, χωρίς να το γνωρίζουν;</p><p>Ήξερε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία τώρα πια. Αυτό</p><p>που είχε γίνει δεν άλλαζε. Ο πατέρας μου είναι νεκρός.</p><p>Η σκέψη αυτή την έκανε να αναλάβει δράση. Έβγαλε το κινητό</p><p>από την τσέπη του σορτς της.</p><p>Ο Κέλερ κινήθηκε γρήγορα προς το μέρος της βήχοντας</p><p>ασταμάτητα, ενώ τα μάτια του πετούσαν αστραπές από το θυμό.</p><p>«Πού... τηλεφωνείς;»</p><p>«Στο τηλεφωνικό κέντρο του CERN. Μπορούν να μας συνδέσουν</p><p>με την INTERPOL».</p><p>«Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει!» Ο Κέλερ βαριανάσαινε τη</p><p>στιγμή που σταμάτησε απότομα μπροστά της. «Είναι δυνατόν να</p><p>είσαι τόσο αφελής; Ο κύλινδρος θα μπορούσε να βρίσκεται</p><p>οπουδήποτε στον κόσμο αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Καμία</p><p>υπηρεσία πληροφοριών στον πλανήτη δε θα μπορούσε να</p><p>κινητοποιηθεί και να τον ανακαλύψει εγκαίρως».</p><p>«Άρα δε θα κάνουμε τίποτα;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωθε τύψεις που προκαλούσε έναν άνθρωπο με τόσο</p><p>εύθραυστη υγεία, όμως ο διευθυντής φερόταν τόσο αλλόκοτα,</p><p>που δεν τον αναγνώριζε πια.</p><p>«Αυτό που θα κάνουμε θα είναι να φερθούμε έξυπνα», είπε ο</p><p>Κέλερ. «Δε θα θέσουμε σε κίνδυνο τη φήμη του κέντρου</p><p>ανακατεύοντας στην υπόθεση τις αρχές, οι οποίες δεν μπορούν</p><p>να βοηθήσουν ούτως ή άλλως. Όχι ακόμα. Όχι χωρίς να το</p><p>σκεφτούμε».</p><p>Η Βιτόρια ήξερε ότι το επιχείρημα του Κέλερ είχε λογική βάση,</p><p>αλλά ταυτόχρονα γνώριζε ότι η λογική, εξ ορισμού, δεν</p><p>αναγνώριζε την έννοια της ηθικής υποχρέωσης. Ο πατέρας της</p><p>έζησε με οδηγό την ηθική υποχρέωση: προσεκτική εφαρμογή της</p><p>επιστήμης, υπευθυνότητα απέναντι στην κοινωνία, πίστη στην</p><p>εγγενή καλοσύνη του ανθρώπου. Η Βιτόρια επίσης πίστευε σε</p><p>αυτά τα πράγματα, αλλά τα αντιλαμβανόταν μέσα από το</p><p>πρίσμα του κάρμα. Γυρίζοντας την πλάτη της στον Κέλερ, άνοιξε</p><p>με μια απότομη κίνηση το τηλέφωνο της.</p><p>«Δεν μπορείς να τηλεφωνήσεις», της είπε.</p><p>«Για προσπαθήστε να με εμποδίσετε...»</p><p>Ο Κέλερ δεν έκανε καμία κίνηση.</p><p>Την αμέσως επόμενη στιγμή η Βιτόρια συνειδητοποίησε το γιατί.</p><p>Σε τόσο μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους το</p><p>κινητό της δεν είχε σήμα.</p><p>Έξαλλη, κατευθύνθηκε προς τον ανελκυστήρα.</p><p>26</p><p>Ο ΑΣΑΣΙΝΟΣ ΣΤΕΚΟΤΑΝ στο τέρμα της πέτρινης στοάς. Ο</p><p>δαυλός του συνέχιζε να φέγγει δυνατά, με τον καπνό του να</p><p>αναμειγνύεται με τη μυρωδιά των βρύων και της κλεισούρας.</p><p>Επικρατούσε απόλυτη σιωπή.</p><p>Η σιδερένια πόρτα που του έκλεινε το δρόμο έδειχνε τόσο παλιά</p><p>όσο και η στοά, σκουριασμένη αλλά στερεή ακόμα. Περίμενε</p><p>μέσα στο σκοτάδι έχοντας εμπιστοσύνη.</p><p>Ήταν σχεδόν ώρα. Ο Ιανός του είχε υποσχεθεί ότι κάποιος από</p><p>μέσα θα άνοιγε την πόρτα. Ο Ασασίνος ένιωθε δέος μπροστά στο</p><p>μέγεθος της προδοσίας. Ήταν διατεθειμένος να περιμένει</p><p>ολόκληρη τη νύχτα μπροστά σε εκείνη την πόρτα προκειμένου να</p><p>εκτελέσει την αποστολή του, όμως διαισθανόταν ότι κάτι τέτοιο</p><p>δε θα ήταν απαραίτητο. Εργαζόταν για λογαριασμό ενός</p><p>αποφασισμένου άντρα.</p><p>Λίγα λεπτά αργότερα, ακριβώς τη συμφωνημένη ώρα, ακούστηκε</p><p>καθαρά το κροτάλισμα από βαριά κλειδιά στην άλλη πλευρά της</p><p>πόρτας. Μέταλλο τριβόταν πάνω σε μέταλλο καθώς ξεκλείδωνε η</p><p>μια κλειδαριά μετά την άλλη. Ένας ένας με τη σειρά, τρεις</p><p>τεράστιοι μηχανισμοί άρχισαν να υποχωρούν. Οι κλειδαριές</p><p>έτριζαν σαν να μην είχαν χρησιμοποιηθεί για αιώνες. Τελικά και</p><p>οι τρεις άνοιξαν.</p><p>Ύστερα ακολούθησε σιωπή.</p><p>Ο Ασασίνος περίμενε υπομονετικά πέντε λεπτά, ακριβώς όπως</p><p>του είχε ζητηθεί. Ύστερα, ανατριχιάζοντας ολόκληρος σαν να</p><p>διαπερνούσε το σώμα του ηλεκτρισμός, έσπρωξε. Η τεράστια</p><p>πόρτα άνοιξε.</p><p>27</p><p>«Βικτόρια, δε θα το επιτρέψω!»</p><p>Ο Κέλερ ανέπνεε με δυσκολία και η κατάσταση του ολοένα</p><p>χειροτέρευε καθώς ο ανελκυστήρας που οδηγούσε στο Θάλαμο</p><p>Επικίνδυνων Υλικών ανέβαινε προς τα πάνω.</p><p>Η Βιτόρια τον αγνόησε. Λαχταρούσε λίγη ηρεμία, αναζητούσε</p><p>κάτι οικείο σε αυτό το μέρος που δε θύμιζε πια σε τίποτα το σπίτι</p><p>της. Ήξερε πως ήταν μάταιο. Για την ώρα έπρεπε να πνίξει τον</p><p>πόνο της και να δράσει. Να βρω ένα τηλέφωνο.</p><p>Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον στεκόταν δίπλα της σιωπηλός, ως</p><p>συνήθως. Η Βιτόρια είχε πάψει να αναρωτιέται ποιος να ήταν</p><p>αυτός ο άντρας. Ειδικός; Θα μπορούσε να είχε πει κάτι</p><p>περισσότερο αόριστο ο Κέλερ; Ο κύριος Λάνγκντον μπορεί να μας</p><p>βοηθήσει να εντοπίσουμε το δολοφόνο του πατέρα σου. Ο</p><p>Λάνγκντον δε βοηθούσε καθόλου. Η ζεστασιά και η καλοσύνη</p><p>του δεν της φαίνονταν προσποιητά, αλλά ήταν φανερό ότι κάτι</p><p>της έκρυβε. Και οι δυο της έκρυβαν κάτι.</p><p>Ο Κέλερ της μιλούσε ξανά.</p><p>«Ως διευθυντής του CERN, είμαι υπεύθυνος για το μέλλον της</p><p>επιστήμης. Αν μετατρέψεις αυτή την κατάσταση σε διεθνές</p><p>επεισόδιο και το κέντρο ζημιωθεί...»</p><p>«Το μέλλον της επιστήμης;» Η Βιτόρια στράφηκε απότομα προς το</p><p>μέρος του. «Δηλαδή σκέφτεστε σοβαρά να αποποιηθείτε τις</p><p>ευθύνες σας, αρνούμενος ότι το δείγμα αυτό αντιύλης προήλθε</p><p>από το CERN; Έχετε</p><p>σκοπό να αδιαφορήσετε για τις ζωές των</p><p>ανθρώπων που εμείς θέσαμε σε κίνδυνο;»</p><p>«Όχι εμείς», της αντιγύρισε ο Κέλερ. «Εσείς. Εσύ κι ο πατέρας</p><p>σου».</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε αλλού.</p><p>«Και όσον αφορά τις ζωές που κινδυνεύουν», είπε ο Κέλερ, «όλα</p><p>αυτά γίνονται ακριβώς για τη ζωή. Το ξέρεις ότι η τεχνολογία</p><p>παραγωγής αντιύλης θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στη ζωή σε</p><p>αυτό τον πλανήτη. Αν το CERN χρεοκοπήσει, αν καταστραφεί</p><p>από το σκάνδαλο, όλοι βγαίνουν χαμένοι. Το μέλλον της</p><p>ανθρωπότητας βρίσκεται στα χέρια επιστημονικών ιδρυμάτων</p><p>όπως αυτό εδώ, επιστημόνων όπως εσύ κι ο πατέρας σου,</p><p>ανθρώπων που εργάζονται για να λύσουν τα προβλήματα του</p><p>αύριο».</p><p>Η Βιτόρια είχε ακούσει και στο παρελθόν τη θεωρία του Κέλερ ότι</p><p>η επιστήμη είναι ο σύγχρονος Θεός. Ούτε και τότε την είχε</p><p>αποδεχτεί. Η ίδια η επιστήμη προκαλούσε τα μισά από τα</p><p>προβλήματα που επιχειρούσε να λύσει. Η «πρόοδος» ήταν η</p><p>σοβαρότερη ασθένεια που απειλούσε τη μητέρα Γη.</p><p>«Η επιστημονική πρόοδος εμπεριέχει κινδύνους», παραδέχτηκε ο</p><p>Κέλερ. «Έτσι ήταν πάντα. Τα διαστημικά προγράμματα, η</p><p>γενετική έρευνα, η ιατρική... Παντού γίνονται σφάλματα. Είναι</p><p>απαραίτητο η επιστήμη να επιβιώσει των λαθών της, με</p><p>οποιοδήποτε κόστος. Για το καλό όλων μας».</p><p>Η Βιτόρια είχε μείνει έκπληκτη από την ικανότητα του Κέλερ να</p><p>κρίνει θέματα ηθικής λαμβάνοντας την απαραίτητη επι‐</p><p>στημονική απόσταση. Η ευφυΐα του έμοιαζε να είναι προϊόν μιας</p><p>ψυχρής απομάκρυνσης από τον εσωτερικό του κόσμο.</p><p>«Θεωρείτε ότι το CERN είναι τόσο ζωτικής σημασίας για το</p><p>μέλλον του πλανήτη, ώστε θα πρέπει να είμαστε ελεύθεροι από</p><p>κάθε ηθικό περιορισμό;»</p><p>«Μη μου μιλάς για ηθική. Εσείς ξεπεράσατε τα όρια όταν</p><p>δημιουργήσατε εκείνο το δείγμα, θέτοντας ολόκληρο το κέντρο σε</p><p>κίνδυνο. Προσπαθώ να προστατέψω όχι μόνο τις θέσεις εργασίας</p><p>τριών χιλιάδων επιστημόνων που δουλεύουν εδώ αλλά και τη</p><p>φήμη του πατέρα σου. Σκέψου λίγο εκείνον. Ένας άντρας σαν τον</p><p>πατέρα σου δεν αξίζει να περάσει στην ιστορία ως ο δημιουργός</p><p>ενός όπλου μαζικής καταστροφής».</p><p>Τα βέλη του βρήκαν το στόχο τους. Εγώ είμαι αυτή που έπεισε τον</p><p>πατέρα μου να δημιουργήσει εκείνο το δείγμα. Το λάθος είναι</p><p>δικό μου! σκέφτηκε με πόνο.</p><p>Όταν άνοιξε η πόρτα, ο Κέλερ συνέχιζε να μιλάει. Η Βιτόρια</p><p>βγήκε από το ασανσέρ, έβγαλε το τηλέφωνο της και προσπάθησε</p><p>ξανά.</p><p>Συνέχιζε να μην έχει σήμα. Διάβολε! Κατευθύνθηκε προς την</p><p>πόρτα.</p><p>«Βιτόρια, σταμάτα!» Ο διευθυντής άσθμαινε τώρα καθώς</p><p>επιτάχυνε την αναπηρική πολυθρόνα του για να την</p><p>ακολουθήσει. «Περίμενε λίγο. Πρέπει να μιλήσουμε».</p><p>«Basta diparlare, αρκετά με τα λόγια!»</p><p>«Σκέψου τον πατέρα σου», την παρότρυνε ο Κέλερ. «Τι θα έκανε</p><p>εκείνος;»</p><p>Η κοπέλα συνέχισε να απομακρύνεται.</p><p>«Βιτόρια, δεν υπήρξα απόλυτα ειλικρινής απέναντί σου».</p><p>Η Βιτόρια επιβράδυνε το βήμα της, σχεδόν χωρίς να το θέλει.</p><p>«Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν...» είπε ο Κέλερ. «Προσπαθούσα απλώς</p><p>να σε προστατέψω. Πες μου μόνο τι θέλεις. Πρέπει να</p><p>συνεργαστούμε σʹ αυτό».</p><p>Η Βιτόρια κοντοστάθηκε, όμως δε γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Θέλω να βρω την αντιύλη. Και θέλω να μάθω ποιος σκότωσε τον</p><p>πατέρα μου».</p><p>Περίμενε.</p><p>Ο Κέλερ αναστέναξε.</p><p>«Βιτόρια, γνωρίζουμε ήδη ποιος σκότωσε τον πατέρα σου.</p><p>Συγνώμη...»</p><p>Τώρα η Βιτόρια γύρισε για να τον κοιτάξει.</p><p>«Τι πράγμα;»</p><p>«Δεν ήξερα πώς να σʹ το πω. Είναι δύσκολο...»</p><p>«Ξέρετε ποιος σκότωσε τον πατέρα μου;»</p><p>«Έχουμε σοβαρότατες υποψίες, ναι. Ο δολοφόνος άφησε ένα είδος</p><p>επισκεπτηρίου. Αυτός είναι ο λόγος που κάλεσα τον κύριο</p><p>Λάνγκντον. Η οργάνωση που ανέλαβε την ευθύνη ανήκει στο</p><p>αντικείμενο της ειδικότητας του».</p><p>«Η οργάνωση; Τρομοκρατική οργάνωση;»</p><p>«Βιτόρια, έκλεψαν ένα τέταρτο του γραμμαρίου αντιύλης».</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε τον Ρόμπερτ Λάνγκντον στην άλλη άκρη του</p><p>δωματίου. Τώρα τα πράγματα άρχιζαν να βγάζουν κάποιο νόημα.</p><p>Έτσι εξηγείται η τόση μυστικότητα. Απορούσε με τον εαυτό της</p><p>που δεν το είχε υποψιαστεί νωρίτερα. Ο Κέλερ είχε καλέσει τελικά</p><p>τις αρχές.</p><p>Τις αρχές. Τώρα της φαινόταν προφανές. Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον</p><p>ήταν Αμερικανός, περιποιημένος, συντηρητικός, σίγουρα</p><p>εξαιρετικά ευφυής. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Η Βιτόρια</p><p>έπρεπε να το είχε μαντέψει από την αρχή. Ένιωσε να</p><p>αναπτερώνονται οι ελπίδες της καθώς στράφηκε προς εκείνον.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, θέλω να μάθω ποιος σκότωσε τον πατέρα</p><p>μου.</p><p>Και θέλω να ξέρω αν η υπηρεσία σας μπορεί να εντοπίσει την</p><p>αντιύλη».</p><p>Ο Λάνγκντον ήρθε σε δύσκολη θέση.</p><p>«Η υπηρεσία μου;»</p><p>«Είστε μέλος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, υποθέτω».</p><p>«Για να είμαι ειλικρινής... όχι».</p><p>Ο Κέλερ παρενέβη.</p><p>«Ο κύριος Λάνγκντον είναι καθηγητής θρησκευτικής</p><p>εικονολογίας και ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του</p><p>Χάρβαρντ».</p><p>Η Βιτόρια αισθάνθηκε σαν να την είχαν λούσει με παγωμένο</p><p>νερό.</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Είναι ειδικός στα σύμβολα των αιρέσεων». Ο Κέλερ αναστέναξε.</p><p>«Βιτόρια, πιστεύουμε ότι ο πατέρας σου δολοφονήθηκε από μια</p><p>σατανιστική οργάνωση».</p><p>Η Βιτόρια άκουσε τις λέξεις, αλλά ο εγκέφαλος της αδυνατούσε</p><p>να τις επεξεργαστεί. Σατανιστική οργάνωση!</p><p>«Τα μέλη της οργάνωσης που ανέλαβαν την ευθύνη</p><p>αυτοαποκαλούνται ʺΠεφωτισμένοιʺ».</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε τον Κέλερ και ύστερα τον Λάνγκντον,</p><p>προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτά που άκουγε ήταν κάποιου</p><p>είδους κακόγουστο αστείο.</p><p>«Πεφωτισμένοι;» ρώτησε επιτακτικά. «Όπως λέμε ʺΒαυαροί</p><p>Πεφωτισμένοιʺ;»</p><p>Ο Κέλερ έδειχνε έκπληκτος.</p><p>«Τους έχεις ακουστά;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωθε τα δάκρυα της απόγνωσης να συγκεντρώνονται,</p><p>έτοιμα να ξεχυθούν.</p><p>«Βαυαροί Πεφωτισμένοι: Η Νέα Παγκόσμια Τάξη. Ένα παιχνίδι</p><p>για υπολογιστές. Οι μισοί κομπιουτεράδες εδώ το παίζουν στο</p><p>Διαδίκτυο». Η φωνή της ράγισε. «Όμως δεν καταλαβαίνω...»</p><p>Ο Κέλερ κοίταξε απορημένος τον Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Είναι ένα δημοφιλές παιχνίδι. Μια αρχαία αδελφότητα</p><p>καταλαμβάνει την παγκόσμια εξουσία. Υπάρχουν μερικές</p><p>ιστορικές αναφορές. Δεν ήξερα ότι κυκλοφορούσε και στην</p><p>Ευρώπη».</p><p>Η Βιτόρια τα είχε χαμένα.</p><p>«Μα για τι πράγμα μιλάτε; Οι Πεφωτισμένοι είναι ένα παιχνίδι</p><p>για υπολογιστές!»</p><p>«Βιτόρια», είπε ο Κέλερ, «οι Πεφωτισμένοι είναι η οργάνωση που</p><p>ανέλαβε την ευθύνη για το θάνατο του πατέρα σου».</p><p>Η κοπέλα είχε εξαντλήσει και το τελευταίο ίχνος δύναμης που</p><p>διέθετε για να καταπνίξει τα δάκρυα της. Πίεσε τον εαυτό της να</p><p>συγκρατηθεί και να εξετάσει την κατάσταση λογικά, όμως όσο</p><p>περισσότερο συγκεντρωνόταν τόσο λιγότερο καταλάβαινε. Ο</p><p>πατέρας της είχε δολοφονηθεί. Το κέντρο είχε δεχτεί ένα</p><p>σοβαρότατο πλήγμα στους μηχανισμούς ασφαλείας του. Κάπου</p><p>υπήρχε μια βόμβα για την έκρηξη της οποίας είχε αρχίσει η</p><p>αντίστροφη μέτρηση, μια βόμβα για την οποία υπεύθυνη ήταν</p><p>εκείνη. Και ο διευθυντής είχε καλέσει έναν καθηγητή ιστορίας της</p><p>τέχνης για να τους βοηθήσει να εντοπίσουν μια μυθική</p><p>αδελφότητα σατανιστών.</p><p>Η Βιτόρια αισθάνθηκε ξαφνικά ολομόναχη. Έκανε να φύγει,</p><p>όμως ο Κέλερ την εμπόδισε. Ψαχούλεψε για λίγο στην τσέπη του.</p><p>Έβγαλε ένα τσαλακωμένο φαξ και της το έδωσε.</p><p>Η Βιτόρια παρέλυσε από τη φρίκη μόλις είδε την εικόνα.</p><p>«Τον μαρκάρισαν», είπε ο Κέλερ. «Σημάδεψαν το στήθος του, τα</p><p>καθάρματα!»</p><p>28</p><p>Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΣΙΛΒΙ ΜΠΟΝΤΛΟΚ βρισκόταν σε κατάσταση</p><p>πανικού. Βημάτιζε νευρικά έξω από το άδειο γραφείο του</p><p>διευθυντή. Που στο διάβολο είναι; Τι να κάνω τάρα;</p><p>Ήταν μια περίεργη μέρα. Φυσικά, οποιαδήποτε μέρα για τη</p><p>γραμματέα του Μαξιμίλιαν Κέλερ μπορούσε να κρύβει μια</p><p>παράξενη έκπληξη, όμως ο διευθυντής ήταν στο φόρτε του</p><p>σήμερα.</p><p>«Βρες μου τον Λεονάρντο Βέτρα!» της είπε επιτακτικά με το που</p><p>μπήκε η Σιλβί στο γραφείο το πρωί.</p><p>Υπάκουα, εκείνη τηλεφώνησε και άφησε μήνυμα τόσο στο</p><p>βομβητή όσο και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Λεονάρντο</p><p>Βέτρα.</p><p>Τίποτα.</p><p>Τελικά ο Κέλερ είχε</p><p>φύγει ξεφυσώντας, προφανώς για να πάει να</p><p>βρει τον Βέτρα ο ίδιος. Όταν επέστρεψε μερικές ώρες αργότερα, ο</p><p>Κέλερ δεν έδειχνε καλά... Όχι ότι υπήρχαν φορές που έδειχνε</p><p>πραγματικά καλά, αλλά αυτή τη φορά ήταν χειρότερα απʹ ό,τι</p><p>συνήθως.</p><p>Κλειδώθηκε στο γραφείο του και η Σιλβί τον άκουσε να ανοίγει το</p><p>μόντεμ του, να παίρνει τηλέφωνα, να στέλνει φαξ, να συνομιλεί</p><p>με κάποιον. Ύστερα ο Κέλερ έφυγε πάλι. Δεν είχε επιστρέψει από</p><p>τότε.</p><p>Η γραμματέας του αποφάσισε να αγνοήσει τα καμώματα του,</p><p>θεωρώντας τα ένα ακόμα από τα συνηθισμένα δραματικά</p><p>ξεσπάσματα του Κέλερ, όμως είχε αρχίσει να ανησυχεί όταν</p><p>εκείνος δεν εμφανίστηκε εγκαίρως για τις καθημερινές ενέσεις</p><p>του. Η κατάσταση της υγείας του διευθυντή απαιτούσε</p><p>συστηματική θεραπεία.</p><p>Τις φορές που αποφάσιζε να κάνει του κεφαλιού του τα</p><p>αποτελέσματα ήταν πάντοτε δυσάρεστα: αναπνευστικό σοκ,</p><p>ασταμάτητος βήχας και αγώνας δρόμου από το νοσηλευτικό</p><p>προσωπικό του κέντρου. Σε μερικές περιπτώσεις η Σιλβί είχε</p><p>σκεφτεί ότι ο Μαξιμίλίαν Κέλερ ήθελε να πεθάνει.</p><p>Ήξερε ότι θα μπορούσε να στείλει μήνυμα στο βομβητή του, όμως</p><p>είχε μάθει ότι ο οίκτος ήταν κάτι που δεν μπορούσε να δεχτεί ο</p><p>εγωισμός του Κέλερ. Την περασμένη βδομάδα είχε εξοργιστεί σε</p><p>τέτοιο βαθμό με κάποιον επισκέπτη επιστήμονα που είχε κάνει το</p><p>λάθος να εκφράσει τη λύπη του για το πρόβλημα του διευθυντή,</p><p>ώστε ο Κέλερ στάθηκε κακήν κακώς στα πόδια του και πέταξε</p><p>ένα σημειωματάριο στο κεφάλι του ανθρώπου. Ο «βασιλιάς»</p><p>Κέλερ έδειχνε εντυπωσιακή ευκινησία όταν θύμωνε.</p><p>Για την ώρα όμως η ανησυχία της Σιλβί για την υγεία του</p><p>διευθυντή έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, καθώς βρισκόταν</p><p>αντιμέτωπη με ένα πολύ πιο πιεστικό δίλημμα. Κάποια κοπέλα</p><p>από το τηλεφωνικό κέντρο του CERN είχε καλέσει πριν από πέντε</p><p>λεπτά σε κατάσταση υστερίας για να ειδοποιήσει ότι υπήρχε ένα</p><p>επείγον τηλεφώνημα για το διευθυντή.</p><p>«Δεν μπορεί να μιλήσει τώρα», είχε απαντήσει η Σιλβί.</p><p>Η τηλεφωνήτρια όμως της είπε ποιος βρισκόταν στην άλλη άκρη</p><p>της γραμμής.</p><p>Η Σιλβί μόνο που δεν ξέσπασε σε γέλια.</p><p>«Αστειεύεσαι, ε;» Όταν άκουσε την απάντηση, το πρόσωπο της</p><p>σκοτείνιασε. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα αφτιά της. «Και η</p><p>αναγνώριση κλήσης επιβεβαιώνει...»</p><p>Η Σιλβί συνοφρυώθηκε. «Καταλαβαίνω... Εντάξει. Μπορείς να</p><p>ρωτήσεις τι...«Αναστέναξε. «Όχι. Εντάξει, πες του να περιμένει.</p><p>Θα εντοπίσω το διευθυντή αμέσως. Ναι, καταλαβαίνω. Θα</p><p>βιαστώ».</p><p>Όμως δεν είχε καταφέρει να εντοπίσει το διευθυντή. Είχε καλέσει</p><p>στο κινητό του τρεις φορές, και κάθε φορά άκουγε το ίδιο μήνυμα:</p><p>«Ο συνδρομητής που καλέσατε βρίσκεται προσωρινά εκτός</p><p>δικτύου». Εκτός δικτύου; Καλά, πόσο μακριά θα μπορούσε να</p><p>πάει; Έτσι, η γραμματέας κάλεσε τον Κέλερ στο βομβητή του. Δυο</p><p>φορές. Καμία απάντηση. Δεν το συνήθιζε καθόλου αυτό. Είχε</p><p>στείλει μέχρι και μήνυμα στο φορητό υπολογιστή του. Τίποτα.</p><p>Ήταν λες και ο άνθρωπος είχε χαθεί από προσώπου γης.</p><p>Και τώρα τι κάνω; αναρωτιόταν πλέον.</p><p>Εκτός από το να τον αναζητήσει η ίδια σε ολόκληρο το</p><p>συγκρότημα, η Σιλβί ήξερε ότι είχε μόνο μία ακόμα επιλογή για</p><p>να καταφέρει να τραβήξει την προσοχή του διευθυντή. Δε θα του</p><p>άρεσε, όμως ο άντρας που βρισκόταν σε αναμονή στη γραμμή του</p><p>τηλεφώνου δεν ήταν κάποιος τον οποίο θα έπρεπε να αφήσει ο</p><p>Κέλερ να περιμένει. Ούτε φαινόταν να έχει διάθεση να ακούσει</p><p>ότι ο διευθυντής δεν ήταν διαθέσιμος.</p><p>Απορώντας με το ίδιο της το θάρρος, η Σιλβί πήρε την απόφαση</p><p>της. Μπήκε στο γραφείο του Κέλερ και προχώρησε προς το</p><p>μεταλλικό κουτί που βρισκόταν στον τοίχο πίσω από το τεράστιο</p><p>τραπέζι του. Άνοιξε το κάλυμμα, κοίταξε τα κουμπιά και εντόπισε</p><p>το σωστό διακόπτη.</p><p>Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και άρπαξε το μικρόφωνο.</p><p>29</p><p>Η ΒΙΤΟΡΙΑ ΔΕ ΘΥΜΟΤΑΝ πώς είχαν φτάσει στον κεντρικό</p><p>ανελκυστήρα, όμως βρίσκονταν εκεί. Ανέβαιναν. Ο Κέλερ ήταν</p><p>πίσω της, αναπνέοντας με εξαιρετική δυσκολία πλέον. Το</p><p>ανήσυχο βλέμμα του Λάνγκντον τη διαπερνούσε σαν να ήταν</p><p>φάντασμα. Είχε πάρει το φαξ από το χέρι της και το είχε</p><p>γλιστρήσει στην τσέπη του για να μην το βλέπει εκείνη, όμως η</p><p>εικόνα είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της.</p><p>Καθώς το ασανσέρ ανέβαινε, ο κόσμος της Βιτόρια κατέρρεε στο</p><p>σκοτάδι. Μπαμπά! Τον αναζήτησε στις αναμνήσεις της. Για μια</p><p>φευγαλέα στιγμή βρέθηκε μαζί του στην όαση του μυαλού της.</p><p>Ήταν εννέα χρονών και έκανε βαρελάκια σε πλαγιές</p><p>καταστόλιστες με εντελβάις, με τον ελβετικό ουρανό να</p><p>στριφογυρίζει πάνω από το κεφάλι της.</p><p>Μπαμπά! Μπαμπά!</p><p>Ο Λεονάρντο Βέτρα γελούσε δίπλα της, λάμποντας από ευτυχία.</p><p>«Τι συμβαίνει, άγγελε μου;»</p><p>«Μπαμπά!» είπε ναζιάρικα εκείνη, αγκαλιάζοντας τον σφιχτά.</p><p>«Ρώτησε με πώς είμαι!»</p><p>«Μα δείχνεις τόσο χαρούμενη, γλυκιά μου! Γιατί να σε ρωτήσω</p><p>πώς είσαι;»</p><p>«Απλώς ρώτησε με».</p><p>Ανασήκωσε τους ώμους του σε μια κίνηση παραίτησης.</p><p>«Πώς είσαι;»</p><p>Το κοριτσάκι ξέσπασε αμέσως σε γέλια.</p><p>«Πώς είμαι; Είμαι από ύλη! Οι πέτρες! Τα δέντρα! Τα άτομα!</p><p>Ακόμα και οι μυρμηγκοφάγοι! Όλα είναι από ύλη!»</p><p>Γέλασε και εκείνος.</p><p>«Τώρα το σκέφτηκες αυτό;»</p><p>«Έξυπνο, ε;»</p><p>«Μικρέ μου θηλυκέ Αϊνστάιν!»</p><p>Το κοριτσάκι κατσούφιασε.</p><p>«Έχει χαζά μαλλιά. Είδα μια φωτογραφία του».</p><p>«Έχει όμως έξυπνο μυαλό. Σου είπα τι απέδειξε, έτσι δεν είναι;»</p><p>Τα μάτια της γούρλωσαν από φόβο.</p><p>«Μπαμπά! Όχι! Υποσχέθηκες!»</p><p>«E=MC2!» Τη γαργάλησε παιχνιδιάρικα. «E=MC2!»</p><p>«Όχι μαθηματικά! Σου είπα, τα σιχαίνομαι!»</p><p>«Χαίρομαι που τα σιχαίνεσαι, γιατί τα κορίτσια δεν επιτρέπεται</p><p>καν να μαθαίνουν μαθηματικά».</p><p>Η Βιτόρια σταμάτησε απότομα.</p><p>«Όχι;»</p><p>«Και βέβαια όχι! Όλοι το ξέρουν αυτό. Τα κορίτσια παίζουν με τις</p><p>κουκλίτσες. Τα αγόρια μαθαίνουν μαθηματικά. Δεν έχει</p><p>μαθηματικά για τα κορίτσια. Δε μου επιτρέπεται καν να μιλάω σε</p><p>κοριτσάκια για τα μαθηματικά».</p><p>«Τι; Μα δεν είναι δίκαιο!»</p><p>«Οι κανόνες είναι κανόνες. Απαγορεύεται αυστηρά να μαθαίνουν</p><p>μαθηματικά τα κοριτσάκια».</p><p>Η Βιτόρια έδειχνε έντρομη.</p><p>«Μα οι κούκλες είναι βαρετές!»</p><p>«Λυπάμαι», είπε ο πατέρας της. «Θα μπορούσα να σου μιλήσω για</p><p>τα μαθηματικά, όμως αν με πιάσουν...»</p><p>Κοίταξε νευρικά τριγύρω στους έρημους λόφους.</p><p>Η Βιτόρια ακολούθησε το βλέμμα του.</p><p>«Εντάξει», ψιθύρισε, «πες μου πολύ σιγανά».</p><p>Το τράνταγμα του ασανσέρ την ξάφνιασε. Η Βιτόρια άνοιξε τα</p><p>μάτια της. Εκείνος είχε χαθεί.</p><p>Η πραγματικότητα επανήλθε βίαια, κάνοντας τη να</p><p>ανατριχιάσει. Κοίταξε τον Λάνγκντον. Το ειλικρινές ενδιαφέρον</p><p>που διάβαζε στο βλέμμα του τη ζέσταινε σαν να την τύλιγαν οι</p><p>φτερούγες ενός φύλακα αγγέλου, ιδίως δίπλα στην παγωμένη</p><p>αύρα του Κέλερ.</p><p>Μία και μοναδική καίρια ερώτηση απασχολούσε πλέον τη σκέψη</p><p>της Βιτόρια, σφυροκοπώντας τη ανελέητα. Πού βρίσκεται η</p><p>αντιύλη;</p><p>Η τρομακτική απάντηση απείχε μόνο μερικές στιγμές.</p><p>30</p><p>«Ο ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝ ΚΕΛΕΡ παρακαλείται να επικοινωνήσει αμέσως</p><p>με το γραφείο του».</p><p>Οι εκτυφλωτικές ακτίνες του ήλιου πλημμύρισαν τα μάτια του</p><p>Λάνγκντον καθώς άνοιγε η πόρτα του ασανσέρ στο κεντρικό</p><p>αίθριο.</p><p>Πριν προλάβει να σβήσει ο απόηχος της ανακοίνωσης από τα</p><p>μεγάφωνα που βρίσκονταν τοποθετημένα κάπου ψηλά, όλες οι</p><p>ηλεκτρονικές συσκευές στην αναπηρική πολυθρόνα του Κέλερ</p><p>άρχισαν να χτυπάνε, να κουδουνίζουν ή να δονούνται</p><p>ταυτόχρονα: ο βομβητής του, το τηλέφωνο του, το ηλεκτρονικό</p><p>του ταχυδρομείο. Ο Κέλερ κοίταζε τα φωτάκια να αναβοσβήνουν</p><p>με έκδηλη απορία. Ο διευθυντής είχε επιστρέψει στην επιφάνεια</p><p>του εδάφους, επομένως βρισκόταν και πάλι μέσα στο χώρο</p><p>εμβέλειας των διαφόρων δικτύων.</p><p>«Διευθυντά Κέλερ, παρακαλώ επικοινωνήστε με το γραφείο σας».</p><p>Ο ήχος του ονόματος του από τα μεγάφωνα φάνηκε να</p><p>αιφνιδιάζει τον Κέλερ.</p><p>Σήκωσε τα μάτια του προς το σημείο από όπου ακουγόταν η</p><p>ανακοίνωση. Στην αρχή φάνηκε να εκνευρίζεται, όμως σχεδόν</p><p>αμέσως τον κατέλαβε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα ανησυχίας.</p><p>Το βλέμμα</p><p>και το</p><p>κοίταξε.</p><p>Αμέσως ένιωσε ένα κύμα ναυτίας να ανεβαίνει και να τον πνίγει.</p><p>Η τυπωμένη σελίδα απεικόνιζε ένα ανθρώπινο πτώμα. Ήταν</p><p>εντελώς γυμνό, με το κεφάλι στραμμένο έτσι ώστε να βλέπει</p><p>προς τα πίσω, σχηματίζοντας μια αφύσικη γωνία με το υπόλοιπο</p><p>σώμα. Στο θώρακα του θύματος υπήρχε ένα φριχτό έγκαυμα. Ο</p><p>άντρας είχε μαρκαριστεί... Στη σάρκα του είχε χαραχτεί με</p><p>πυρακτωμένο μέταλλο μία και μοναδική λέξη. Ήταν μια λέξη την</p><p>οποία ο Λάνγκντον γνώριζε καλά. Πολύ καλά. Έμεινε με το</p><p>βλέμμα καρφωμένο στα περίτεχνα γράμματα, αδυνατώντας να</p><p>πιστέψει αυτό που έβλεπε.</p><p>«Illuminati», ψέλλισε, με την καρδιά του να σφυροκοπάει μέσα</p><p>στο στήθος του. «Δεν είναι δυνατόν...»</p><p>Με αργές κινήσεις, νιώθοντας φόβο μπροστά σε αυτό που</p><p>επρόκειτο να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια, ο Λάνγκντον</p><p>περιέστρεψε τη σελίδα του φαξ κατά εκατόν ογδόντα μοίρες.</p><p>Κοίταξε τη λέξη ανεστραμμένη.</p><p>Αμέσως ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Αισθάνθηκε σαν να τον</p><p>είχε χτυπήσει φορτηγό. Αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει</p><p>απόλυτα αυτό που έβλεπε, περιέστρεψε τη σελίδα ξανά,</p><p>διαβάζοντας τη λέξη κανονικά, και υστέρα ξαναγύρισε το χαρτί</p><p>ανάποδα για να τη διαβάσει ανεστραμμένη.</p><p>«Illuminati... Οι Πεφωτισμένοι...» ψιθύρισε.</p><p>Εμβρόντητος, ο Λάνγκντον κατέρρευσε σε μια καρέκλα. Έμεινε</p><p>ακίνητος για λίγο, σχεδόν κεραυνοβολημένος. Σιγά σιγά το</p><p>βλέμμα του στράφηκε στο κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε στο</p><p>φαξ. Όποιος κι αν ήταν ο αποστολέας του φαξ, βρισκόταν ακόμα</p><p>στη γραμμή, περιμένοντας για να του μιλήσει. Ο Λάνγκντον</p><p>κράτησε τα μάτια του καρφωμένα για πολλή ώρα στο φωτάκι που</p><p>αναβόσβηνε.</p><p>Κάποια στιγμή, τρέμοντας, αποφάσισε να σηκώσει το ακουστικό.</p><p>2</p><p>«ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΩ την προσοχή σας τώρα;» ρώτησε η</p><p>αντρική φωνή όταν ο Λάνγκντον απάντησε τελικά στο τηλέφωνο.</p><p>«Μάλιστα, κύριε, σίγουρα τα καταφέρατε. Θέλετε να μου</p><p>εξηγήσετε τι σημαίνουν όλα αυτά;»</p><p>«Προσπάθησα να το κάνω προηγουμένως». Η φωνή ήταν</p><p>αυστηρή, άχρωμη. «Είμαι φυσικός. Διευθύνω ένα ερευνητικό</p><p>κέντρο.</p><p>Είχαμε ένα φόνο. Είδατε το πτώμα».</p><p>«Πώς με βρήκατε;»</p><p>Ο Λάνγκντον δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί σε αυτά που</p><p>άκουγε. Το μυαλό του είχε αρχίσει να καλπάζει από τη στιγμή</p><p>που είχε δει την εικόνα στο φαξ.</p><p>«Σας το είπα ήδη. Από το Διαδίκτυο. Από την ιστοσελίδα για το</p><p>βιβλίο σας Η Τέχνη των Πεφωτισμένων».</p><p>Ο Λάνγκντον προσπάθησε να συγκροτήσει τις σκέψεις του. Το</p><p>βιβλίο του ήταν σχεδόν άγνωστο στους ευρύτερους φιλολογικούς</p><p>κύκλους, όμως είχε κερδίσει αρκετούς αναγνώστες στο Διαδίκτυο.</p><p>Παρʹ όλα αυτά, ο ισχυρισμός του άντρα που βρισκόταν στην άλλη</p><p>άκρη της γραμμής εξακολουθούσε να μην έχει λογική.</p><p>«Στη σελίδα αυτή δεν υπάρχει το τηλέφωνο μου», τον αντέκρουσε</p><p>ο Λάνγκντον. «Είμαι βέβαιος γιʹ αυτό».</p><p>«Έχω εδώ στο εργαστήριο ανθρώπους που είναι εξαιρετικά ικανοί</p><p>να αποσπούν πληροφορίες για τους χρήστες από το Διαδίκτυο».</p><p>Ο Λάνγκντον συνέχιζε να αμφιβάλλει.</p><p>«Φαίνεται πως το εργαστήριο σας ξέρει πολλά για το Διαδίκτυο».</p><p>«Λογικό είναι», του αντιγύρισε ο άντρας. «Εμείς το εφηύραμε».</p><p>Κάτι στη φωνή του έλεγε στον Λάνγκντον ότι ο συνομιλητής του</p><p>δεν αστειευόταν.</p><p>«Πρέπει οπωσδήποτε να σας δω», επέμεινε ο άντρας. «Το ζήτημα</p><p>αυτό δεν μπορεί να συζητηθεί από το τηλέφωνο. Το εργαστήριο</p><p>μου απέχει μόλις μία ώρα από τη Βοστόνη με το αεροπλάνο».</p><p>Ο Λάνγκντον στεκόταν στο ημίφως του γραφείου του μελετώντας</p><p>το φαξ που κρατούσε στα χέρια του. Η εικόνα ήταν</p><p>συγκλονιστική.</p><p>Πιθανότατα αντιπροσώπευε την ανακάλυψη του αιώνα στον</p><p>τομέα της επιγραφικής. Μία ολόκληρη δεκαετία ερευνών</p><p>επιβεβαιωνόταν με ένα και μόνο σύμβολο.</p><p>«Είναι επείγον», τον πίεσε η φωνή.</p><p>Τα μάτια του Λάνγκντον παρέμεναν καρφωμένα στην περίτεχνα</p><p>γραμμένη λέξη. «Illuminati», διάβαζε ξανά και ξανά. Το έργο του</p><p>πάντοτε στηριζόταν στο συμβολικό αντίστοιχο των απο‐</p><p>λιθωμάτων, δηλαδή σε αρχαία έγγραφα και σε ιστορικές</p><p>διαδόσεις, όμως η εικόνα που κρατούσε μπροστά στα μάτια του</p><p>αντιπροσώπευε το σήμερα. Το παρόν. Ένιωθε σαν</p><p>παλαιοντολόγος που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με ένα</p><p>ζωντανό δεινόσαυρο.</p><p>«Πήρα το θάρρος να στείλω ένα αεροπλάνο να σας παραλάβει»,</p><p>είπε η φωνή. «Θα βρίσκεται στη Βοστόνη σε είκοσι λεπτά».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε το στόμα του να στεγνώνει. Μία ώρα</p><p>με το αεροπλάνο...</p><p>«Σας παρακαλώ να με συγχωρέσετε για την πρωτοβουλία», είπε η</p><p>φωνή. «Σας χρειάζομαι εδώ».</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε ξανά το φαξ, ένα ακλόνητο στοιχείο σε</p><p>άσπρο και μαύρο που συνιστούσε την επιβεβαίωση ενός αρχαίου</p><p>μύθου. Οι συνειρμοί ήταν τρομακτικοί. Κοίταξε αφηρημένος έξω</p><p>από τα μεγάλα παράθυρα. Οι πρώτες αχτίδες της αυγής έβρισκαν</p><p>το δρόμο τους ανάμεσα από τα κλαδιά των σημύδων στην πίσω</p><p>αυλή, όμως η εικόνα αυτή φάνταζε κάπως διαφορετική εκείνο το</p><p>πρωινό.</p><p>Νιώθοντας να τον πλημμυρίζει ένα αλλόκοτο μείγμα φόβου και</p><p>ενθουσιασμού, ο Λάνγκντον συνειδητοποίησε ότι δεν είχε άλλη</p><p>επιλογή.</p><p>«Κερδίσατε», είπε. «Πείτε μου από που θα με παραλάβει το</p><p>αεροπλάνο».</p><p>3</p><p>ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά δυο άντρες</p><p>συναντιούνταν. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μεσαιωνικό. Πέτρινο.</p><p>«Benvenuto», είπε ο άντρας που φαινόταν να βρίσκεται σε θέση</p><p>ισχύος. «Καλώς όρισες!» Ήταν καθισμένος στη σκιά, αθέατος.</p><p>«Πέτυχες στην αποστολή σου;»</p><p>«Si», απάντησε η σκοτεινή φιγούρα. «Perfettamente. Όλα πήγαν</p><p>τέλεια». Οι λέξεις του ήχησαν τόσο σταθερές και σκληρές όσο οι</p><p>πέτρινοι τοίχοι.</p><p>«Και δε θα υπάρξει αμφιβολία για το ποιος είναι υπεύθυνος;»</p><p>«Καμία».</p><p>«Έξοχα! Έχεις αυτό που ζήτησα;»</p><p>Τα μάτια του δολοφόνου γυάλισαν, σκοτεινά σαν το πετρέλαιο.</p><p>Έφερε μπροστά του μια βαριά ηλεκτρονική συσκευή και την</p><p>τοποθέτησε στο τραπέζι.</p><p>Ο άντρας που καθόταν στη σκιά φάνηκε να ικανοποιείται.</p><p>«Τα πήγες καλά».</p><p>«Είναι τιμή μου να υπηρετώ την αδελφότητα», απάντησε ο</p><p>δολοφόνος.</p><p>«Η δεύτερη φάση θα ξεκινήσει σύντομα. Φρόντισε να</p><p>ξεκουραστείς λίγο. Απόψε θα αλλάξουμε τον κόσμο».</p><p>4</p><p>ΤΟ SAAB 900S του Ρόμπερτ Λάνγκντον διέσχισε σαν βολίδα τη</p><p>σήραγγα Κάλαχαν και βγήκε στην ανατολική πλευρά του</p><p>λιμανιού της Βοστόνης, κοντά στην είσοδο του αεροδρομίου</p><p>Λόγκαν. Ο Λάνγκντον έλεγξε τις οδηγίες που είχε λάβει, βρήκε</p><p>την οδό Αβιέισιον και έστριψε αριστερά, περνώντας μπροστά από</p><p>το παλιό κτίριο των Ανατολικών Αερογραμμών. Περίπου</p><p>τριακόσια μέτρα πιο κάτω διακρινόταν ένα υπόστεγο μέσα στο</p><p>σκοτάδι. Ένα τεράστιο «4» ήταν ζωγραφισμένο πάνω του.</p><p>Παρκάρισε στο χώρο στάθμευσης και βγήκε από το αυτοκίνητο</p><p>του.</p><p>Ένας στρογγυλοπρόσωπος άντρας ντυμένος με μια μπλε φόρμα</p><p>πιλότου ξεπρόβαλε πίσω από το κτίριο.</p><p>«Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον;» ρώτησε από μακριά.</p><p>Η φωνή του άντρα ήταν φιλική. Είχε μια προφορά που ο Ρόμπερτ</p><p>δεν μπορούσε να προσδιορίσει.</p><p>«Ναι, ο ίδιος», απάντησε ο Λάνγκντον καθώς κλείδωνε το</p><p>αυτοκίνητο του.</p><p>«Άψογος συγχρονισμός», είπε ο άντρας. «Μόλις προσγειώθηκα.</p><p>Ακολουθήστε με, παρακαλώ».</p><p>Καθώς έκαναν το γύρο του κτιρίου ο Λάνγκντον αισθανόταν τα</p><p>νεύρα του τεντωμένα. Δεν ήταν συνηθισμένος να δέχεται</p><p>μυστηριώδη τηλεφωνήματα και να κλείνει μυστικά ραντεβού με</p><p>αγνώστους.</p><p>Μη γνωρίζοντας τι έπρεπε να περιμένει, είχε ντυθεί με τα ρούχα</p><p>που φορούσε συνήθως στην τάξη: κοτλέ παντελόνι, ζιβάγκο και</p><p>τουίντ σακάκι. Ενώ προχωρούσαν σκεφτόταν το φαξ που είχε</p><p>διπλωμένο στην τσέπη του σακακιού του, αδυνατούντος ακόμα</p><p>να πιστέψει αυτό που είχε δει να απεικονίζει.</p><p>Ο πιλότος φάνηκε να αντιλαμβάνεται την ανησυχία του</p><p>Λάνγκντον.</p><p>«Δεν έχετε πρόβλημα με τις πτήσεις, κύριε, έτσι δεν είναι;»</p><p>«Όχι, κανένα πρόβλημα», απάντησε ο Λάνγκντον. Με τα</p><p>σημαδεμένα πτώματα έχω πρόβλημα, όχι με τις πτήσεις.</p><p>Ο άντρας οδήγησε τον Λάνγκντον πίσω από το υπόστεγο.</p><p>Στρίβοντας στη γωνία βρέθηκαν στο διάδρομο απογείωσης. Ο</p><p>Λάνγκντον έμεινε στήλη άλατος, κοιτάζοντας</p><p>του Λάνγκντον συνάντησε το δικό του, το ίδιο και της</p><p>Βιτόρια. Οι τρεις τους έμειναν ακίνητοι για ένα λεπτό, σαν να είχε</p><p>σβήσει μεμιάς όλη η ένταση ανάμεσα τους και να είχε</p><p>αντικατασταθεί από ένα κοινό δυσάρεστο προαίσθημα ότι κάτι</p><p>σοβαρό είχε συμβεί.</p><p>Ο Κέλερ έβγαλε το κινητό από τη θήκη του στο μπράτσο της</p><p>πολυθρόνας. Κάλεσε ένα νούμερο και προσπάθησε να αποτρέψει</p><p>μια νέα κρίση βήχα. Η Βιτόρια και ο Λάνγκντον περίμεναν.</p><p>«Εδώ... διευθυντής Κέλερ», είπε ασθμαίνοντας. «Ναι; Ήμουν σε</p><p>κάποιο υπόγειο εργαστήριο, εκτός δικτύου». Ακούγοντας αυτά</p><p>που του έλεγαν από την άλλη άκρη της γραμμής, τα γκρίζα μάτια</p><p>του γούρλωναν όλο και περισσότερο. «Ποιος; Ναι, πέρασε μου τη</p><p>γραμμή». Ακολούθησε μια παύση. «Παρακαλώ; Ναι, είμαι ο</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ, διευθυντής του CERN. Με ποιον μιλάω;»</p><p>Η Βιτόρια και ο Λάνγκντον παρακολουθούσαν σιωπηλοί όση ώρα</p><p>ο Κέλερ άκουγε προσεκτικά το συνομιλητή του.</p><p>«Δε θα ήταν φρόνιμο», είπε τελικά ο διευθυντής, «να</p><p>συζητήσουμε το θέμα αυτό από το τηλέφωνο. Θα βρίσκομαι εκεί</p><p>πολύ σύντομα». Ο βήχας είχε αρχίσει και πάλι. «Ραντεβού... στο</p><p>αεροδρόμιο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Σε σαράντα λεπτά». Ο Κέλερ</p><p>δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Ξέσπασε σε ασταμάτητο βήχα,</p><p>μόλις και μετά βίας κατορθώνοντας να ψελλίσει τις λέξεις:</p><p>«Εντοπίστε τον κύλινδρο αμέσως... Έρχομαι». Ύστερα έκλεισε το</p><p>τηλέφωνο.</p><p>Η Βιτόρια έτρεξε στο πλευρό του Κέλερ, όμως εκείνος δεν</p><p>μπορούσε να μιλήσει πια. Ο Λάνγκντον παρακολουθούσε</p><p>ανήμπορος την ώρα που η κοπέλα καλούσε τη νοσηλευτική</p><p>μονάδα του κέντρου από το κινητό της. Ο Ρόμπερτ αισθανόταν</p><p>σαν πλοίο που έπλεε στις παρυφές μιας καταιγίδας... Η τρικυμία</p><p>τον επηρέαζε, όμως δεν τον είχε παρασύρει ακόμα.</p><p>Ραντεβού στο αεροδρόμιο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Τα λόγια του</p><p>Κέλερ αντηχούσαν στο μυαλό του.</p><p>Οι αόριστες υποψίες που τριγύριζαν στο μυαλό του Λάνγκντον</p><p>ολόκληρο το πρωί αποκρυσταλλώθηκαν σε μια ολοζώντανη</p><p>εικόνα μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Καθώς στεκόταν</p><p>εκεί, αιχμάλωτος σε μια δίνη αβεβαιότητας, ένιωσε να ανοίγει ένα</p><p>μικρό πορτάκι στο μυαλό του, σαν να είχε μόλις διασχίσει κάποιο</p><p>κρίσιμο κατώφλι. Το αμφίγραμμα. ο δολοφονημένος ιερέας‐</p><p>επιστήμονας. Η αντιύλη. Και τώρα... ο στόχος. Το αεροδρόμιο</p><p>Λεονάρντο ντα Βίντσι θα μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα</p><p>πράγμα. Σε μια στιγμή αιφνίδιας συνειδητοποίησης, ο Λάνγκντον</p><p>κατάλαβε ότι είχε μόλις περάσει στην απέναντι όχθη. Είχε</p><p>πιστέψει.</p><p>Πέντε χιλιοτόνοι. «Γενηθήτω φως».</p><p>Από κάποιο σημείο εμφανίστηκαν ξαφνικά δύο νοσοκόμοι με</p><p>λευκές ποδιές, σαν να είχαν υλοποιηθεί από το πουθενά.</p><p>Διέσχισαν τρέχοντας το αίθριο, γονάτισαν δίπλα στον Κέλερ και</p><p>τοποθέτησαν μια μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπο του. Οι</p><p>επιστήμονες που έτυχε να περνάνε από εκεί σταμάτησαν για να</p><p>παρακολουθήσουν τη σκηνή.</p><p>Ο Κέλερ πήρε δύο βαθιές εισπνοές, έκανε τη μάσκα στην άκρη</p><p>και, αγωνιζόμενος ακόμα να αναπνεύσει, σήκωσε τα μάτια του</p><p>και κοίταξε τη Βιτόρια και τον Λάνγκντον.</p><p>«Ρώμη».</p><p>«Ρώμη;» ρώτησε επιτακτικά η Βιτόρια. «Η αντιύλη βρίσκεται στη</p><p>Ρώμη; Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;»</p><p>Το πρόσωπο του Κέλερ ήταν παραμορφωμένο από την αγωνία, τα</p><p>γκρίζα μάτια του γεμάτα δάκρυα.</p><p>«Οι Ελβετοί...»</p><p>Πνιγόταν, δεν μπορούσε να συνεχίσει, και οι νοσοκόμοι</p><p>τοποθέτησαν ξανά τη μάσκα στο πρόσωπο του. Καθώς</p><p>ετοιμάζονταν να τον απομακρύνουν, ο Κέλερ άπλωσε το χέρι του</p><p>και έσφιξε το μπράτσο του Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος έγνεψε καθησυχαστικά. Είχε καταλάβει.</p><p>«Πηγαίνετε...» κατάφερε να ψελλίσει ο διευθυντής μέσα από τη</p><p>μάσκα. «Πηγαίνετε... Τηλεφωνήστε μου...»</p><p>Οι νοσοκόμοι είχαν αρχίσει ήδη να τον απομακρύνουν.</p><p>Η Βιτόρια είχε μείνει καρφωμένη στο σημείο όπου στεκόταν,</p><p>παρακολουθώντας τον Κέλερ να χάνεται σε κάποιο διάδρομο.</p><p>Ύστερα στράφηκε στον Λάνγκντον.</p><p>«Ρώμη; Μα... τι ήταν αυτό που είπε για τους Ελβετούς;»</p><p>Ο Λάνγκντον έβαλε το χέρι του στον ώμο της ψελλίζοντας τις</p><p>λέξεις:</p><p>«Εννοούσε την Ελβετική Φρουρά... Τους ορκισμένους φύλακες της</p><p>Πόλης του Βατικανού».</p><p>31</p><p>ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ Χ‐33 απογειώθηκε με</p><p>εκκωφαντικό θόρυβο και κατευθύνθηκε νότια, προς τη Ρώμη. Από</p><p>τη στιγμή που επιβιβάστηκαν ο Λάνγκντον καθόταν σιωπηλός.</p><p>Τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά είχαν περάσει μέσα σε μια</p><p>παραζάλη. Τώρα που είχε ολοκληρώσει την ενημέρωση της</p><p>Βιτόρια σχετικά με τους Πεφωτισμένους και τον ιερό πόλεμο τους</p><p>εναντίον του Βατικανού, άρχιζε να συνειδητοποιεί την όλη</p><p>κατάσταση.</p><p>Τι στο διάβολο κάνω εγώ εδώ πέρα; αναρωτήθηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Έπρεπε να είχα γυρίσει στο σπίτι μου όσο είχα την ευκαιρία!</p><p>Βαθιά μέσα του όμως ήξερε ότι αυτό δεν αποτελούσε ποτέ</p><p>επιλογή για εκείνον.</p><p>Η φωνή της λογικής ούρλιαζε στον Λάνγκντον να επιστρέψει στη</p><p>Βοστόνη, όμως η ακαδημαϊκή περιέργεια είχε κατά κάποιον τρόπο</p><p>υπερισχύσει της σύνεσης. Όλα τα στοιχεία που είχε μελετήσει και</p><p>τον είχαν πείσει για την εξαφάνιση των Πεφωτισμένων έμοιαζαν</p><p>ξαφνικά σαν μια πανέξυπνη φάρσα. Ένα μέρος του εαυτού του</p><p>λαχταρούσε να βρει αποδείξεις, επιβεβαίωση. Εξάλλου υπήρχε</p><p>και ένα ζήτημα συνείδησης. Με τον Κέλερ άρρωστο και τη Βιτόρια</p><p>μόνη της, ο Λάνγκντον ένιωθε ότι, αν οι γνώσεις του σχετικά με</p><p>τους Πεφωτισμένους μπορούσαν να βοηθήσουν με οποιονδήποτε</p><p>τρόπο, είχε ηθική υποχρέωση να είναι παρών.</p><p>Δεν ήταν, βέβαια, μόνο αυτό. Παρότι ο Λάνγκντον ντρεπόταν να</p><p>το παραδεχτεί, ο αρχικός τρόμος που ένιωσε όταν</p><p>πληροφορήθηκε το μέρος όπου είχε καταλήξει η αντιύλη δεν</p><p>οφειλόταν μόνο στην αγωνία του για τον κίνδυνο που διέτρεχαν</p><p>ανθρώπινες ζωές στην Πόλη του Βατικανού αλλά και σε κάτι</p><p>άλλο.</p><p>Στο ενδιαφέρον του για την τέχνη. Η μεγαλύτερη συλλογή έργων</p><p>τέχνης στον κόσμο απειλούνταν τώρα από μια ωρολογιακή</p><p>βόμβα. Τα Μουσεία του Βατικανού φιλοξενούσαν περισσότερα</p><p>από εξήντα χιλιάδες εκθέματα ανεκτίμητης αξίας σε χίλιες</p><p>τετρακόσιες εφτά αίθουσες: Μιχαήλ Άγγελος, Ντα Βίντσι,</p><p>Μπερνίνι, Μποτιτοέλι... Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε αν όλα αυτά</p><p>τα αριστουργήματα θα ήταν δυνατόν να απομακρυνθούν</p><p>εγκαίρως, αν παρίστατο ανάγκη. Ήξερε όμως πως κάτι τέτοιο</p><p>ήταν αδύνατον. Πολλά από τα εκθέματα ήταν γλυπτά που</p><p>ζύγιζαν τόνους.</p><p>Εκτός αυτού, οι μεγαλύτεροι θησαυροί ήταν αρχιτεκτονικά</p><p>μνημεία: η Καπέλα Σιξτίνα, η βασιλική του Αγίου Πέτρου, η</p><p>περίφημη σπειροειδής σκάλα του Μιχαήλ Άγγελου η οποία</p><p>οδηγούσε στα Μουσεία του Βατικανού, όλα τους ανεκτίμητες</p><p>μαρτυρίες της δημιουργικής ιδιοφυΐας του ανθρώπου. Ο</p><p>Λάνγκντον αναρωτήθηκε πόση ώρα να έμενε σε εκείνο το ρολόι</p><p>της παγίδας αντιύλης.</p><p>«Ευχαριστώ που ήρθατε», είπε η Βιτόρια με ήρεμη φωνή.</p><p>Ο Λάνγκντον επέστρεψε στην πραγματικότητα και σήκωσε τα</p><p>μάτια του για να την κοιτάξει. Η κοπέλα καθόταν στην απέναντι</p><p>σειρά των καθισμάτων. Ακόμα και κάτω από το ψυχρό φως που</p><p>έριχναν οι λάμπες φθορίου στην καμπίνα των επιβατών εκείνη</p><p>έμοιαζε να περιβάλλεται από μια αύρα ηρεμίας, εκπέμποντας μια</p><p>σχεδόν μαγνητική ακτινοβολία πληρότητας. Η αναπνοή της</p><p>ακουγόταν πιο ήσυχη και βαθιά τώρα, σαν να είχε τεθεί σε</p><p>λειτουργία κάπου μέσα της ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης,</p><p>πυροδοτημένος από τη λαχτάρα για δικαιοσύνη και για εκδίκηση</p><p>μιας κόρης που αγαπούσε βαθιά τον πατέρα της.</p><p>Η Βιτόρια δεν είχε το χρόνο να αλλάξει το σορτς και το αμάνικο</p><p>πουκάμισο που φορούσε, και η μαυρισμένη επιδερμίδα της είχε</p><p>ανατριχιάσει από το κρύο που επικρατούσε στο αεροπλάνο.</p><p>Αυθόρμητα ο Λάνγκντον έβγαλε το σακάκι του και της το</p><p>πρόσφερε.</p><p>«Αμερικανικός ιπποτισμός;»</p><p>Το δέχτηκε, ευχαριστώντας τον σιωπηλά με τα μάτια της.</p><p>Το αεροσκάφος έπεσε σε κενά αέρος και ο Λάνγκντον ένιωσε ένα</p><p>αίσθημα κινδύνου να τον κυριεύει. Η χωρίς παράθυρα καμπίνα</p><p>του προκαλούσε ασφυξία και προσπάθησε να φανταστεί τον</p><p>εαυτό του σε κάποιο απέραντο λιβάδι. Η επιλογή τοπίου, το ήξερε,</p><p>αποτελούσε</p><p>τραγική ειρωνεία. Σε ένα τέτοιο απέραντο λιβάδι</p><p>βρισκόταν όταν είχε συμβεί.</p><p>Τρομακτικό σκοτάδι. Έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό του. Όλα</p><p>αυτά είναι παρελθόν.</p><p>Η Βιτόρια τον παρακολουθούσε.</p><p>«Πιστεύετε στο Θεό, κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Η ερώτηση τον αιφνιδίασε. Η ειλικρίνεια και η αγωνία στη φωνή</p><p>της ήταν ακόμα πιο αφοπλιστικές από την ίδια την ερώτηση. Αν</p><p>πιστεύω στο θεό; Έλπιζε ότι θα έβρισκαν κάποιο περισσότερο</p><p>ευχάριστο και εύκολο θέμα συζήτησης για να περάσει η ώρα.</p><p>«Πνευματικό γρίφο», σκέφτηκε ο Λάνγκντον, έτσι με αποκαλούν</p><p>οι φίλοι μου. Παρότι μελετούσε τη θρησκεία εδώ και χρόνια, ο</p><p>Ρόμπερτ δεν ήταν θρησκευόμενος άνθρωπος. Αναγνώριζε τη</p><p>δύναμη της πίστης, την προσφορά των εκκλησιών, το κουράγιο</p><p>που έδινε η θρησκεία σε τόσους πολλούς ανθρώπους, όμως η</p><p>πνευματική αναστολή της αμφιβολίας, απαραίτητη προϋπόθεση</p><p>προκειμένου να «πιστέψει» κάποιος, είχε αποδειχτεί αξεπέραστο</p><p>εμπόδιο για το διερευνητικό μυαλό του.</p><p>«Θέλα να πιστέψω», άκουσε τον εαυτό του να λέει.</p><p>Η απάντηση της Βιτόρια δεν περιείχε ίχνος επίκρισης ή</p><p>πρόκλησης.</p><p>«Τότε, γιατί δεν πιστεύετε;»</p><p>Γέλασε σιγανά.</p><p>«Κοιτάξτε, δεν είναι τόσο εύκολο. Για να βρεις την πίστη πρέπει</p><p>να πραγματοποιήσεις ένα ʺάλμαʺ προκειμένου να καλύψεις το</p><p>χάσμα που τη χωρίζει από την ανθρώπινη λογική. Πρέπει να</p><p>είσαι σε θέση να αποδεχτείς εγκεφαλικά τα θαύματα, τις άμωμες</p><p>συλλήψεις, τις θείες παρεμβάσεις. Κι έπειτα είναι και οι κώδικες</p><p>συμπεριφοράς...</p><p>Η Βίβλος, το Κοράνι, τα βουδιστικά κείμενα, όλα θέτουν</p><p>παρόμοιες προϋποθέσεις και... παρόμοιες ποινές. Υποστηρίζουν</p><p>ότι, εφόσον δε ζω συμφωνά με ένα συγκεκριμένο κώδικα, θα</p><p>καταλήξω στην κόλαση. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που θα</p><p>κυβερνούσε το σύμπαν με αυτό τον τρόπο».</p><p>«Ελπίζω να μην επιτρέπετε στους φοιτητές σας να αποφεύγουν</p><p>τόσο απροκάλυπτα να δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις στα</p><p>ερωτήματα που τους θέτετε».</p><p>Το σχόλιο τον αιφνιδίασε.</p><p>«Ορίστε;»</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, δε σας ρώτησα αν πιστεύετε στα όσα λέει ο</p><p>άνθρωπος για το Θεό. Σας ρώτησα αν πιστεύετε στο Θεό. Υπάρχει</p><p>διαφορά. Τα ιερά κείμενα είναι απλώς ιστορίες, μια καταγραφή</p><p>των μύθων και του χρονικού της προσπάθειας του ανθρώπου να</p><p>κατανοήσει τη δική του ανάγκη να ανακαλύψει το νόημα της</p><p>ύπαρξης του.</p><p>Δε σας ζητάω να κρίνετε έργα λογοτεχνίας, σας ρωτάω αν</p><p>πιστεύετε στο Θεό. Όταν βρίσκεστε ξαπλωμένος κάτω από τα</p><p>αστέρια, αισθάνεστε το θεϊκό στοιχείο; Νιώθετε βαθιά μέσα σας</p><p>ότι αυτό που βλέπετε είναι έργο του Θεού;»</p><p>Ο Λάνγκντον το σκέφτηκε για αρκετή ώρα.</p><p>«Γίνομαι αδιάκριτη», απολογήθηκε η Βιτόρια.</p><p>«Όχι. Απλώς εγώ...»</p><p>«Λογικά, πρέπει να κάνετε τέτοιες συζητήσεις γύρω από την</p><p>πίστη με τους φοιτητές σας».</p><p>«Ατελείωτες...»</p><p>«Και φαντάζομαι ότι παίζετε το ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου.</p><p>Ρίχνετε διαρκώς λάδι στη φωτιά, τροφοδοτώντας τη συζήτηση».</p><p>Ο Λάνγκντον χαμογέλασε.</p><p>«Μάλλον διδάσκετε κι εσείς».</p><p>«Όχι, όμως μαθήτευσα δίπλα σε έναν υπέροχο δάσκαλο. Ο</p><p>πατέρας μου ήταν ικανός να φέρει προς συζήτηση ακόμα και ότι η</p><p>ταινία Μέμπιους έχει δυο πλευρές».</p><p>Ο Λάνγκντον γέλασε, φέρνοντας στο νου του την πανέξυπνη</p><p>αυτή κατασκευή: Η ταινία Μέμπιους* ήταν ένας δακτύλιος</p><p>κατασκευασμένος από μια λουρίδα χαρτί η μια άκρη της οποίας</p><p>παρέμενε σταθερή, ενώ η άλλη είχε περιστραφεί κατά εκατόν</p><p>ογδόντα μοίρες. Στη συνέχεια οι δύο απέναντι πλευρές είχαν</p><p>ενωθεί, με αποτέλεσμα η ταινία από τεχνική άποψη να διαθέτει</p><p>μόνο μία πλευρά. Ο Λάνγκντον είχε δει για πρώτη φορά το</p><p>παράδοξο αυτό σχήμα σε έργα του Μ. Κ. Έσερ.</p><p>«Θα μπορούσα να σας κάνω μια ερώτηση, κυρία Βέτρα;»</p><p>«Βιτόρια, παρακαλώ. Το ʺκυρία Βέτραʺ με κάνει να αισθάνομαι</p><p>γριά».</p><p>Ο Λάνγκντον άφησε ένα μικρό αναστεναγμό, συνειδητοποιώντας</p><p>ξαφνικά τη δική του ηλικία.</p><p>«Βιτόρια, είμαι ο Ρόμπερτ».</p><p>«Είχες μια ερώτηση».</p><p>* Άουγκουστ Φέρντιναντ Μέμπιους (1790-1868): Γερμανός μαθηματικός και</p><p>θεωρητικός αστρονόμος. Η παράξενη κατασκευή του που έγινε γνωστή ως</p><p>«ταινία Μέμπιους» έχει πολλές παράξενες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και</p><p>το ότι πρακτικά διαθέτει μόνο μία πλευρά. (Σ.τ.Ε.)</p><p>«Ναι. Ως επιστήμονας και κόρη ενός καθολικού ιερέα, τι άποψη</p><p>έχεις εσύ για τη θρησκεία;»</p><p>Η Βιτόρια έκανε μια παύση, ενώ με το χέρι της τράβηξε πίσω ένα</p><p>τσουλούφι που είχε πέσει στα μάτια της.</p><p>«Η θρησκεία είναι σαν τη γλώσσα ή τα ρούχα: Όλοι μας έχουμε</p><p>την τάση να στραφούμε προς τις συνήθειες εκείνες με τις οποίες</p><p>μεγαλώσαμε. Τελικά όμως όλοι λέμε το ίδιο πράγμα: ότι η ζωή</p><p>έχει νόημα και ότι είμαστε ευγνώμονες προς τη δύναμη που μας</p><p>δημιούργησε».</p><p>Ο Λάνγκντον έβρισκε την άποψη ενδιαφέρουσα.</p><p>«Δηλαδή υποστηρίζεις ότι το αν κάποιος θα γίνει χριστιανός ή</p><p>μουσουλμάνος εξαρτάται από τον τόπο όπου γεννήθηκε;»</p><p>«Δεν είναι προφανές; Εξέτασε τη διασπορά των θρησκειών σε</p><p>ολόκληρο τον πλανήτη».</p><p>«Άρα η πίστη είναι τυχαία;»</p><p>«Καθόλου. Η πίστη είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Οι</p><p>συγκεκριμένες μέθοδοι που εφαρμόζουμε για να τη συλλάβουμε</p><p>είναι τυχαίες.</p><p>Μερικοί από εμάς προσεύχονται στον Ιησού, κάποιοι άλλοι</p><p>πηγαίνουν στη Μέκκα, ενώ υπάρχουν και αυτοί που μελετάνε τα</p><p>υποατομικά σωματίδια. Τελικά αυτό που αναζητούμε όλοι είναι η</p><p>αλήθεια, η δύναμη που μας ξεπερνά, αυτό το κάτι που είναι</p><p>μεγαλύτερο από εμάς».</p><p>Ο Λάνγκντον ευχόταν να μπορούσαν και οι φοιτητές του να</p><p>εκφραστούν με τόση σαφήνεια. Δηλαδή, αν ήθελε να είναι</p><p>ειλικρινής, ευχόταν να μπορούσε και ο ίδιος να εκφραστεί με τόση</p><p>σαφήνεια.</p><p>«Και ο θεός;» ρώτησε. «Πιστεύεις στο Θεό;»</p><p>Η Βιτόρια παρέμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα.</p><p>«Η επιστήμη μου λέει ότι ο Θεός πρέπει να υπάρχει. Το μυαλό μου</p><p>μου λέει ότι ποτέ δεν πρόκειται να κατανοήσω το Θεό. Και η</p><p>καρδιά μου μου λέει ότι δεν πρέπει να τον κατανοήσω...»</p><p>Άλλη μία σύντομη και περιεκτική απάντηση.</p><p>«Επομένως πιστεύεις ότι ο Θεός είναι γεγονός, όμως δεν</p><p>πρόκειται ποτέ να Τον κατανοήσουμε».</p><p>«Την», τον διόρθωσε χαμογελώντας. «Οι ιθαγενείς Αμερικανοί</p><p>είχαν βρει τη σωστή απάντηση».</p><p>Ο Λάνγκντον γέλασε σιγανά.</p><p>«Η Μητέρα Γη».</p><p>«Γαία. Ο πλανήτης είναι ένας οργανισμός. Όλοι εμείς είμαστε</p><p>κύτταρα με διαφορετικές λειτουργίες. Κι όμως συνδεόμαστε</p><p>μεταξύ μας. Υπηρετούμε ο ένας τον άλλο. Υπηρετούμε το</p><p>σύνολο».</p><p>Κοιτάζοντας τη ο Λάνγκντον αισθάνθηκε να σκιρτάει μέσα του</p><p>κάτι που δεν είχε αισθανθεί για πολύ καιρό. Τα μάτια της ήταν</p><p>απόλυτα καθάρια, η φωνή της το ίδιο. Ένιωσε μαγεμένος,</p><p>γοητευμένος.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, επιτρέψτε μου να σας κάνω μία ακόμα</p><p>ερώτηση».</p><p>«Ρόμπερτ», είπε εκείνος. Το «κύριε Λάνγκντον» με κάνει να</p><p>αισθάνομαι μεγάλος. Είμαι μεγάλος!</p><p>«Αν δε γίνομαι αδιάκριτη, Ρόμπερτ, πώς άρχισες να ασχολείσαι</p><p>με τους Πεφωτισμένους;»</p><p>Ο Λάνγκντον έκανε μια αναδρομή στο παρελθόν.</p><p>«Ξέρεις, τα χρήματα ήταν η αρχική αιτία».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε να απογοητεύεται.</p><p>«Τα χρήματα; Εννοείς ότι έγινες ειδικός σύμβουλος;»</p><p>Ο Λάνγκντον γέλασε, συνειδητοποιώντας πώς πρέπει να είχε</p><p>ακουστεί η απάντηση του.</p><p>«Όχι. Τα χρήματα ως νόμισμα». Έβαλε το χέρι στην τσέπη του</p><p>παντελονιού του και έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα. Βρήκε</p><p>κάποιο του ενός δολαρίου. «Γοητεύτηκα από την οργάνωση όταν</p><p>έμαθα για πρώτη φορά ότι τα αμερικανικά νομίσματα είναι</p><p>γεμάτα σύμβολα της αδελφότητας των Πεφωτισμένων».</p><p>Τα μάτια της Βιτόρια στένεψαν. Προφανώς δεν ήταν σίγουρη αν</p><p>έπρεπε να τον πάρει στα σοβαρά ή όχι.</p><p>Ο Λάνγκντον της έδωσε το χαρτονόμισμα.</p><p>«Κοίταξε την πίσω όψη του. Βλέπεις τη Μεγάλη Σφραγίδα στα</p><p>αριστερά;»</p><p>Η Βιτόρια γύρισε ανάποδα το χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου.</p><p>«Εννοείς την πυραμίδα;»</p><p>«Ναι, την κόλουρο πυραμίδα. Ξέρεις τι σχέση έχουν οι πυραμίδες</p><p>με την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών;»</p><p>Η Βιτόρια ανασήκωσε τους ώμους της, δηλώνοντας έτσι την</p><p>άγνοια της.</p><p>«Ακριβώς», είπε</p><p>ο Λάνγκντον. «Απολύτως καμία».</p><p>Η κοπέλα έδειχνε μπερδεμένη.</p><p>«Τότε, γιατί είναι το κεντρικό σύμβολο της Μεγάλης Σφραγίδας</p><p>της χώρας;»</p><p>«Είναι ένα κάπως αλλόκοτο κομμάτι της ιστορίας», είπε ο</p><p>Λάνγκντον. «Η πυραμίδα είναι ένα αποκρυφιστικό σύμβολο που</p><p>περιγράφει μια ανοδική σύγκλιση, μια πνευματική ανάταση, μια</p><p>πορεία προς την απόλυτη πηγή της φώτισης. Βλέπεις τι υπάρχει</p><p>από πάνω;»</p><p>Η Βιτόρια μελέτησε προσεκτικά το χαρτονόμισμα.</p><p>«Ένα μάτι μέσα σε ένα τρίγωνο».</p><p>«Ονομάζεται ʺπαντεπόπτης οφθαλμόςʺ. Έχεις δει πουθενά αλλού</p><p>αυτό το μάτι μέσα στο τρίγωνο;»</p><p>Η Βιτόρια έμεινε σιωπηλή για λίγο.</p><p>«Νομίζω πως ναι, όμως δεν είμαι σίγουρη...»</p><p>«Είναι χαραγμένο σε μασονικές στοές σε ολόκληρο τον κόσμο».</p><p>«Το σύμβολο είναι μασονικό;»</p><p>«Όχι ακριβώς. Είναι των Πεφωτισμένων. Το ονόμαζαν ʺφωτεινό</p><p>δέλταʺ. Ήταν μια πρόσκληση για αλλαγή μέσω της διαφώτισης.</p><p>Το μάτι συμβολίζει την ικανότητα της αδελφότητας να διεισδύει</p><p>και να παρακολουθεί τα πάντα. Το τρίγωνο που λάμπει</p><p>συμβολίζει τη φώτιση. Το τρίγωνο είναι, επίσης, το ελληνικό</p><p>γράμμα δέλτα, το οποίο στα μαθηματικά συμβολίζει την...»</p><p>«...αλλαγή, τη μετάβαση».</p><p>Ο Λάνγκντον χαμογέλασε.</p><p>«Ξέχασα ότι μιλούσα σε επιστήμονα».</p><p>«Επομένως αυτό που λες είναι ότι η Μεγάλη Σφραγίδα των</p><p>Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί ένα κάλεσμα για μια φωτισμένη</p><p>καθολική αλλαγή;»</p><p>«Κάποιοι θα το ονόμαζαν ʺΝέα Παγκόσμια Τάξηʺ».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε να αναστατώνεται. Έστρεψε το βλέμμα της</p><p>ξανά στο χαρτονόμισμα.</p><p>«Η φράση κάτω από την πυραμίδα λέει ʺNovus... Ordo...ʺ».</p><p>«ʺNovus Ordo Sedorumʺ», είπε ο Λάνγκντον. «Σημαίνει ʺΝέα Τάξη</p><p>εις τους Αιώνεςʺ, όμως άλλοι το μεταφράζουν ως ʺΝέα Κοσμική</p><p>Τάξηʺ».</p><p>«Κοσμική με την έννοια της μη θρησκευτικής;»</p><p>«Ακριβώς. Η φράση δε δηλώνει απλώς με απόλυτη σαφήνεια τον</p><p>αντικειμενικό στόχο της αδελφότητας αλλά έρχεται και σε ευθεία</p><p>αντίθεση με τη διπλανή της ρήση ʺΕναποθέτουμε τις Ελπίδες μας</p><p>στο Θεόʺ».</p><p>Η Βιτόρια έδειχνε προβληματισμένη.</p><p>«Μα πώς είναι δυνατόν όλα αυτά τα σύμβολα να καταλήξουν να</p><p>τυπώνονται πάνω στο ισχυρότερο νόμισμα στον κόσμο;»</p><p>«Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί συμφωνούν ότι αυτό οφείλεται</p><p>στον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Χένρι Γουάλας. Ανήκε στα</p><p>ανώτατα κλιμάκια της μασονίας και οπωσδήποτε είχε δεσμούς με</p><p>τους Πεφωτισμένους. Το αν ήταν μέλος της αδελφότητας ή αν το</p><p>έκανε εν αγνοία του, κάτω από την επιρροή τους, αυτό δεν το</p><p>γνωρίζει κανείς. Το σίγουρο είναι ότι ο Γουάλας ήταν εκείνος που</p><p>έπεισε τον Πρόεδρο να υιοθετήσει το κράτος τη συγκεκριμένη</p><p>σφραγίδα».</p><p>«Πώς; Για ποιο λόγο θα συμφωνούσε ο Πρόεδρος να...»</p><p>«Πρόεδρος ήταν ο Φράνκλιν Ρούζβελτ. Ο Γουάλας του είπε απλά</p><p>ότι η φράση ʺNovus Ordo Sedorumʺ σήμαινε ʺΝέα Οικονομική</p><p>Συμφωνίαʺ*».</p><p>Η Βιτόρια δε φάνηκε να πείθεται.</p><p>«Και ο Ρούζβελτ δε ζήτησε από κανέναν άλλο να κοιτάξει το</p><p>σύμβολο πριν δώσει εντολή στο Υπουργείο Οικονομικών να το</p><p>τυπώσει;»</p><p>«Δεν είχε λόγο. Ο Ρούζβελτ και ο Γουάλας ήταν σαν αδέλφια».</p><p>«Αδέλφια;»</p><p>«Έλεγξε τα βιβλία της ιστορίας, αν θες», είπε ο Λάνγκντον</p><p>χαμογελώντας. «Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ήταν γνωστός μασόνος».</p><p>32</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ την ανάσα του την ώρα που το Χ‐33</p><p>κατέβαινε σαν βολίδα στο Διεθνή Αερολιμένα Λεονάρντο ντα</p><p>Βίντσι στη Ρώμη. Η Βιτόρια καθόταν απέναντι του με τα μάτια</p><p>κλειστά, σαν να προσπαθούσε να ελέγξει την κατάσταση με τη</p><p>* New Deal: Ονομασία που δόθηκε στην προσπάθεια του Ρούζβελτ να</p><p>αναζωογονήσει την αμερικανική οικονομία τη δεκαετία του 1930. (Σ.τ.Μ.)</p><p>θέληση της. Το αεροσκάφος προσγειώθηκε και κινήθηκε προς ένα</p><p>ιδιωτικό υπόστεγο.</p><p>«Λυπάμαι για την καθυστέρηση», απολογήθηκε ο πιλότος</p><p>βγαίνοντας από το πιλοτήριο. «Ήμουν υποχρεωμένος να μειώσω</p><p>ταχύτητα. Τήρηση των ορίων θορύβου πάνω από κατοικημένες</p><p>περιοχές και τα σχετικά...»</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το ρολόι του. Η πτήση είχε διαρκέσει</p><p>τριάντα εφτά λεπτά.</p><p>Ο πιλότος άνοιξε την εξωτερική πόρτα.</p><p>«Θέλει να μου πει κανείς τι τρέχει;»</p><p>Ούτε η Βιτόρια ούτε ο Λάνγκντον έδωσαν κάποια απάντηση.</p><p>«Πολύ καλά», είπε και τεντώθηκε. «Θα βρίσκομαι στο πιλοτήριο</p><p>παρέα με το κλιματιστικό και τη μουσική μου. Μόνο εγώ και ο</p><p>Γκαρθ»*.</p><p>Ήταν αργά το απόγευμα και ο ήλιος έκαιγε έξω από το υπόστεγο.</p><p>Ο Λάνγκντον είχε ρίξει το σακάκι στον ώμο του. Η Βιτόρια ύψωσε</p><p>το πρόσωπο της προς τον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν</p><p>να της μετέδιδε ο ήλιος κάποιου είδους αναζωογονητική ενέργεια.</p><p>Μεσόγειος, σκέφτηκε ο Λάνγκντον, που είχε αρχίσει ήδη να</p><p>ιδρώνει.</p><p>«Λίγο μεγάλος δεν είσαι για καρτούν;» ρώτησε η Βιτόρια χωρίς να</p><p>ανοίξει τα μάτια της.</p><p>«Συγνώμη;»</p><p>«Το ρολόι σου. Το πρόσεξα στο αεροπλάνο».</p><p>Ο Λάνγκντον κοκκίνισε ελαφρά. Ήταν πια συνηθισμένος στο να</p><p>πρέπει να υπερασπίζεται τη συγκεκριμένη επιλογή του. Η</p><p>συλλεκτική έκδοση του ρολογιού με τον Μίκι Μάους ήταν ένα</p><p>* Ο συγγραφέας αναφέρεται στον Γκαρθ Μπρουκς, το δημοφιλέστερο</p><p>τραγουδιστή κάντρι μουσικής στις ΗΠΑ. (Σ.τ.Μ.)</p><p>δώρο από τους γονείς του όταν ήταν ακόμα παιδί. Παρότι το</p><p>θέαμα του Μίκι που γύριζε τα χέρια του δείχνοντας την ώρα και</p><p>τα λεπτά ήταν μάλλον αστείο στον καρπό ενός ενηλίκου, ο</p><p>Λάνγκντον δεν είχε φορέσει άλλο ρολόι στη ζωή του. Ήταν</p><p>αδιάβροχο και φωσφόριζε στο σκοτάδι, πράγμα που το</p><p>καθιστούσε ιδανικό για την πισίνα ή για τα σκοτεινά μονοπάτια</p><p>του πανεπιστημίου τα βράδια. Όταν οι φοιτητές του τον</p><p>ρωτούσαν για τη στιλιστική επιλογή του, τους απαντούσε ότι</p><p>φορούσε τον Μίκι για να του υπενθυμίζει καθημερινά να μείνει</p><p>νέος εσωτερικά.</p><p>«Είναι έξι ακριβώς», είπε.</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά, με τα μάτια ακόμα κλειστά.</p><p>«Νομίζω ότι το μεταφορικό μας μέσο μόλις κατέφτασε».</p><p>Ο Λάνγκντον άκουσε το μακρινό βόμβο, σήκωσε τα μάτια του</p><p>στον ουρανό και ένιωσε ένα αίσθημα ναυτίας. Ένα ελικόπτερο</p><p>πλησίαζε από το βορρά, χαμηλώνοντας πάνω από το διάδρομο. Ο</p><p>Λάνγκντον είχε ταξιδέψει μόνο μία φορά με ελικόπτερο, όταν είχε</p><p>πάει στην Κόκκινη Κοιλάδα των Άνδεων αναζητώντας τις</p><p>γραμμές Νάσκα* στις έρημους της ομώνυμης περιοχής, και δεν</p><p>του είχε αρέσει καθόλου. Ιπτάμενο κονσερβοκούτι. Έχοντας ήδη</p><p>πετάξει δυο φορές με το διαστημικό Χ‐33 μέσα στο ίδιο πρωινό,</p><p>είχε την ελπίδα ότι το Βατικανό θα έστελνε αυτοκίνητο.</p><p>Προφανώς όχι.</p><p>Το ελικόπτερο επιβράδυνε όταν έφτασε κοντά τους, αιωρήθηκε</p><p>επιτόπου για λίγο και υστέρα προσγειώθηκε στο διάδρομο,</p><p>* Γιγαντιαία γεώγλυφα (σπείρες, ζώα και γραμμές) σε γεωμετρική διάταξη, τα</p><p>οποία σχηματίστηκαν πριν από αιώνες στην ομώνυμη κοιλάδα του νότιου Περού</p><p>και συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια που</p><p>αντιμετωπίζει η αρχαιολογία, η οποία δεν έχει ανακαλύψει ακόμα τι σκοπό</p><p>εξυπηρετούσαν. Πάντως, η επικρατούσα άποψη είναι ότι δημιουργήθηκαν από</p><p>τον πολιτισμό Νάσκα (200 π.Χ,-600 μ.Χ.), καθώς μοιάζουν με τα μοτίβα των</p><p>αγγείων του. (Σ.τ.Ε.)</p><p>ακριβώς μπροστά τους. Η άτρακτος ήταν λευκή και στο πλάι</p><p>έφερε ένα θυρεό: τρία κλειδιά τοποθετημένα σταυρωτά πάνω από</p><p>μια ασπίδα, με την παπική τιάρα στην κορυφή. Γνώριζε το</p><p>έμβλημα πολύ καλά.</p><p>Ήταν η παραδοσιακή σφραγίδα του Βατικανού, το ιερό σύμβολο</p><p>της Αγίας Έδρας (η λέξη «έδρα» χρησιμοποιούνταν κυριολεκτικά</p><p>και αναφερόταν στον αρχαίο θρόνο του αγίου Πέτρου).</p><p>Το Άγιο Ελικόπτερο, χλεύασε ο Λάνγκντον βλέποντας το</p><p>αεροσκάφος να προσγειώνεται. Είχε ξεχάσει ότι το Βατικανό</p><p>διέθετε ένα ελικόπτερο το οποίο χρησιμοποιούνταν για να</p><p>μεταφέρει τον Πάπα στο αεροδρόμιο, σε συναντήσεις ή στο θερινό</p><p>παλάτι στο Καστέλ Γκαντόλφο. Ο Λάνγκντον θα προτιμούσε</p><p>χίλιες φορές ένα αυτοκίνητο.</p><p>Ο πιλότος κατέβηκε από το ελικόπτερο και κινήθηκε προς το</p><p>μέρος τους διασχίζοντας τον ασφαλτοστρωμένο διάδρομο με</p><p>μεγάλα βήματα.</p><p>Τώρα ήταν</p><p>η σειρά της Βιτόρια να αισθανθεί άβολα.</p><p>«Αυτός είναι ο πιλότος μας;»</p><p>Ο Λάννκντον συμμεριζόταν την ανησυχία της.</p><p>«Να πετάει κανείς ή να μην πετάει; Ιδού η απορία...»</p><p>Ο πιλότος ήταν ντυμένος με μια στολή φτιαγμένη, θαρρείς, για</p><p>κάποια θεατρική παράσταση έργου του Σαίξπηρ. Το φουσκωτό</p><p>γιλέκο του είχε κάθετες ρίγες σε έντονο μπλε και χρυσαφί.</p><p>Φορούσε ασορτί παντελόνι μέχρι το γόνατο και γκέτες. Στα πόδια</p><p>του είχε περασμένα μαύρα ίσια παπούτσια που θύμιζαν</p><p>παντόφλες. Στο κεφάλι φορούσε ένα μαύρο βελούδινο μπερέ.</p><p>«Η παραδοσιακή στολή της Ελβετικής Φρουράς», εξήγησε ο</p><p>Λάνγκντον. «Σχεδιασμένη από τον ίδιο τον Μιχαήλ Άγγελο».</p><p>Καθώς ο άντρας πλησίαζε, ο Αμερικανός έκανε ένα μορφασμό.</p><p>«Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν ήταν μια από τις καλύτερες</p><p>στιγμές του καλλιτέχνη».</p><p>Παρά τη φανταχτερή στολή που φορούσε, ήταν φανερό ότι ο</p><p>άντρας βρισκόταν σε σοβαρή αποστολή. Πλησίασε προς το μέρος</p><p>τους με όλο το κόρδωμα και την έπαρση επίλεκτου πεζοναύτη. Ο</p><p>Λάνγκντον είχε διαβάσει επανειλημμένα σχετικά με τις</p><p>υψηλότατες προδιαγραφές που έπρεπε να πληροί κάποιος για να</p><p>γίνει μέλος της επίλεκτης Ελβετικής Φρουράς. Η στρατολόγηση</p><p>γινόταν από τα τέσσερα καθολικά καντόνια της Ελβετίας. Οι</p><p>υποψήφιοι έπρεπε να είναι Ελβετοί μεταξύ δεκαεννέα και τριάντα</p><p>ετών, με ύψος τουλάχιστον 1,70 μέτρο, εκπαιδευμένοι από τον</p><p>Ελβετικό Στρατό και ανύπαντροι.</p><p>Το αυτοκρατορικό αυτό σώμα θεωρούνταν από τις κυβερνήσεις</p><p>όλου του κόσμου μια από τις πιο αξιόπιστες και θανάσιμες</p><p>δυνάμεις ασφαλείας στον πλανήτη.</p><p>«Είστε από το CERN;» ρώτησε ο φρουρός μόλις έφτασε μπροστά</p><p>τους. Η φωνή του ήταν παγερή και άχρωμη.</p><p>«Μάλιστα, κύριε», απάντησε ο Λάνγκντον.</p><p>«Φτάσατε εξαιρετικά γρήγορα», είπε, ρίχνοντας ένα απορημένο</p><p>βλέμμα στο Χ‐33. Στράφηκε στη Βιτόρια. «Κυρία μου, έχετε κάποιο</p><p>άλλο ένδυμα;»</p><p>«Με συγχωρείτε;»</p><p>Έγνεψε προς τα πόδια της.</p><p>«Τα κοντά παντελόνια δεν επιτρέπονται μέσα στην Πόλη του</p><p>Βατικανού».</p><p>Ο Λάνγκντον έστρεψε το βλέμμα του στα πόδια της Βιτόρια και</p><p>συνοφρυώθηκε. Το είχε ξεχάσει. Στην Πόλη του Βατικανού</p><p>απαγορευόταν αυστηρά να κυκλοφορεί κανείς με το πόδι γυμνό</p><p>πάνω από το γόνατο, είτε ήταν άντρας είτε γυναίκα. Ο</p><p>κανονισμός αυτός αποτελούσε έκφραση σεβασμού στην ιερότητα</p><p>της Πόλης του Θεού.</p><p>«Αυτό είναι το μόνο που έχω», είπε εκείνη. «Ήρθαμε βιαστικά».</p><p>Ο φρουρός έγνεψε, φανερά δυσαρεστημένος. Ύστερα στράφηκε</p><p>στον Λάνγκντον.</p><p>«Οπλοφορείτε;»</p><p>Αν οπλοφορώ; απόρησε ο Λάνγκντον. Εδώ δεν έχω φέρει μαζί μου</p><p>ούτε μια αλλαξιά εσώρουχα! Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.</p><p>Ο στρατιώτης έσκυψε στα πόδια του Λάνγκντον και ξεκίνησε</p><p>σωματική έρευνα, αρχίζοντας από τις κάλτσες του. Άνθρωπος με</p><p>μεγάλη εμπιστοσύνη! σκέφτηκε ο Αμερικανός. Τα δυνατά χέρια</p><p>του φρουρού μετακινούνταν προς τα πάνω χτυπώντας τα πόδια</p><p>του Λάνγκντον, πλησιάζοντας επικίνδυνα τον καβάλο του.</p><p>Τελικά πέρασαν στο θώρακα και στους ώμους του. Έχοντας</p><p>σιγουρευτεί ότι εκείνος ήταν εντάξει, ο φρουρός γύρισε στη</p><p>Βιτόρια. Έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα στα πόδια και στον κορμό</p><p>της.</p><p>Η Βιτόρια τον αγριοκοίταξε.</p><p>«Ούτε να το σκεφτείς...»</p><p>Ο φρουρός κάρφωσε τη Βιτόρια με ένα βλέμμα που προφανώς</p><p>είχε στόχο να τη φοβίσει. Η κοπέλα ούτε καν ανοιγόκλεισε τα</p><p>μάτια.</p><p>«Τι είναι αυτό;» είπε ο φρουρός, δείχνοντας κάτι που φούσκωνε σε</p><p>μια από τις μπροστινές τσέπες του σορτς.</p><p>Η Βιτόρια έβγαλε από την τσέπη της ένα πολύ λεπτό κινητό</p><p>τηλέφωνο. Ο φρουρός το πήρε, το άνοιξε, περίμενε μέχρι να</p><p>ακούσει το σήμα και ύστερα, έχοντας προφανώς πειστεί ότι ήταν</p><p>πράγματι απλώς ένα τηλέφωνο, της το επέστρεψε. Η Βιτόρια το</p><p>έβαλε ξανά στην τσέπη της.</p><p>«Γυρίστε, παρακαλώ», είπε ο φρουρός.</p><p>Η Βιτόρια συμμορφώθηκε, τεντώνοντας τα χέρια της στο πλάι και</p><p>κάνοντας μια πλήρη περιστροφή. Ο φρουρός την εξέτασε</p><p>προσεκτικά. Ο Λάνγκντον είχε ήδη καταλήξει ότι το εφαρμοστό</p><p>σορτς και το πουκάμισο που φορούσε η Βιτόρια δε φούσκωναν σε</p><p>κανένα σημείο που δε θα έπρεπε. Προφανώς ο φρουρός κατέληξε</p><p>στο ίδιο συμπέρασμα.</p><p>«Ευχαριστώ. Ακολουθήστε με, παρακαλώ».</p><p>Ο έλικας του ελικοπτέρου της Ελβετικής Φρουράς γυρνούσε αργά</p><p>καθώς πλησίαζαν η Βιτόρια και ο Λάνγκντον. Η κοπέλα ανέβηκε</p><p>πρώτη, με άνεση επαγγελματία, χωρίς σχεδόν να σκύψει καθόλου</p><p>καθώς περνούσε κάτω από τα περιστρεφόμενα πτερύγια. Ο</p><p>Λάνγκντον κοντοστάθηκε για λίγο.</p><p>«Υποθέτω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάρουμε αυτοκίνητο...»</p><p>φώναξε, μισο‐αστειευόμενος, στον Ελβετό φρουρό, ο οποίος πήγε</p><p>να σκαρφαλώσει στη θέση του πιλότου.</p><p>Ο άντρας δεν απάντησε.</p><p>Ο Λάνγκντον ήξερε ότι, με τους μανιακούς οδηγούς της Ρώμης, η</p><p>πτήση ήταν ασφαλέστερη, ούτως ή άλλως. Πήρε μια βαθιά ανάσα</p><p>και ανέβηκε, σκύβοντας προσεκτικά καθώς περνούσε κάτω από</p><p>τα περιστρεφόμενα πτερύγια.</p><p>Καθώς ο φρουρός έβαζε μπροστά τις μηχανές, η Βιτόρια του</p><p>φώναξε:</p><p>«Έχετε εντοπίσει τον κύλινδρο;»</p><p>Ο φρουρός γύρισε και την κοίταξε απορημένος.</p><p>«Τον ποιό;»</p><p>«Τον κύλινδρο. Καλέσατε το CERN για κάποιον κύλινδρο, σωστά;»</p><p>Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάτε. Είμαστε πολύ</p><p>απασχολημένοι σήμερα. Ο διοικητής μου με έστειλε να σας</p><p>παραλάβω. Αυτό γνωρίζω μόνο».</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε ανήσυχη τον Λάνγκντον.</p><p>«Προσδεθείτε, παρακαλώ», είπε ο πιλότος, ανεβάζοντας τις</p><p>στροφές του κινητήρα.</p><p>Ο Λάνγκντον άπλωσε τα χέρια του στη ζώνη και την έσφιξε γύρω</p><p>του. Η στενόχωρη άτρακτος φάνηκε να συρρικνώνεται ακόμα</p><p>περισσότερο. Την επόμενη στιγμή, με έναν εκκωφαντικό θόρυβο,</p><p>το ελικόπτερο απογειώθηκε και έστριψε απότομα προς τα βόρεια,</p><p>με κατεύθυνση προς τη Ρώμη.</p><p>Η Αιώνια Πόλη, η πόλη που κάποτε κυβερνούσε ο Ιούλιος</p><p>Καίσαρας, η πόλη όπου σταυρώθηκε ο άγιος Πέτρος. Η κοιτίδα</p><p>του συγχρόνου πολιτισμού. Και στην καρδιά της... μια</p><p>ωρολογιακή βόμβα.</p><p>33</p><p>ΑΠΟ ΨΗΛΑ Η ΡΩΜΗ έμοιαζε με λαβύρινθο, ένα χαώδες</p><p>σύμπλεγμα παμπάλαιων δρόμων που ελίσσονταν γύρω από</p><p>κτίρια, σιντριβάνια και αρχαία ερείπια.</p><p>Το ελικόπτερο του Βατικανού πετούσε χαμηλά, σκίζοντας τον</p><p>αέρα καθώς κατευθυνόταν προς τα βορειοδυτικά, περνώντας</p><p>μέσα από το μόνιμο στρώμα νέφους που προξενούσε η πυκνή</p><p>κυκλοφορία στους δρόμους της πόλης.</p><p>Ο Λάνγκντον παρατηρούσε τα μοτοποδήλατα, τα τουριστικά</p><p>λεωφορεία και τις στρατιές των μικροσκοπικών μοντέλων της</p><p>Φίατ που έκαναν κύκλους γύρω από πλατείες κινούμενα προς</p><p>όλες τις κατευθύνσεις. Koyaanisqatsi, σκέφτηκε, φέρνοντας στο</p><p>μυαλό του τη λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Ινδιάνοι Χόπι για να</p><p>δηλώσουν τη «ζωή εκτός ισορροπίας».</p><p>Η Βιτόρια καθόταν στο διπλανό κάθισμα, εκπέμποντας μια αύρα</p><p>σιωπηλής αποφασιστικότητας.</p><p>Το ελικόπτερο έστριψε απότομα.</p><p>Νιώθοντας το στομάχι του να αναποδογυρίζει, ο Λάνγκντον</p><p>έστρεψε το βλέμμα του πέρα στον ορίζοντα. Εντόπισε τα ερείπια</p><p>του ρωμαϊκού Κολοσσαίου, το οποίο ο ίδιος πίστευε πάντα ότι</p><p>συνιστούσε μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ιστορίας. Ενώ</p><p>σήμερα θεωρούνταν ένα απαράμιλλο σύμβολο της ανόδου του</p><p>ανθρώπινου πολιτισμού, το στάδιο είχε κατασκευαστεί για να</p><p>χρησιμοποιηθεί ως αρένα, η οποία, μάλιστα, φιλοξένησε επί</p><p>αιώνες κάθε είδους βάρβαρες εκδηλώσεις: κατασπάραξη</p><p>αιχμαλώτων από πεινασμένα λιοντάρια, μονομαχίες σκλάβων</p><p>μέχρι θανάτου, ομαδικούς βιασμούς εξωτικών γυναικών που</p><p>είχαν αιχμαλωτιστεί σε μακρινές χώρες, καθώς και δημόσιους</p><p>αποκεφαλισμούς και ευνουχισμούς. Αποτελούσε τραγική</p><p>ειρωνεία, σκέφτηκε ο Λάνγκντον ‐ή, πάλι, ίσως να ήταν απολύτως</p><p>ταιριαστό‐ το γεγονός ότι το Κολοσσαίο είχε αποτελέσει το</p><p>αρχιτεκτονικό πρότυπο για την κατασκευή του γηπέδου</p><p>αμερικανικού ποδοσφαίρου του Χάρβαρντ, όπου οι βάρβαρες</p><p>αρχαίες παραδόσεις αναβίωναν κάθε φθινόπωρο, όταν</p><p>φανατισμένοι οπαδοί ούρλιαζαν ζητώντας από το Χάρβαρντ να</p><p>πιει το αίμα του Γέιλ.</p><p>Καθώς το ελικόπτερο συνέχιζε</p><p>την πορεία του προς τα βόρεια, ο</p><p>Λάνγκντον διέκρινε τη Ρωμαϊκή Αγορά, την καρδιά της</p><p>προχριστιανικής Ρώμης. Τα ερείπια των κιόνων θύμιζαν</p><p>ρημαγμένες ταφόπλακες σε κοιμητήριο οι οποίες είχαν με</p><p>κάποιον τρόπο κατορθώσει να ξεφύγουν από την αδηφάγα</p><p>μητρόπολη που εκτεινόταν γύρω τους. Στα δυτικά η φαρδιά</p><p>κοιλάδα του ποταμού Τίβερη ενωνόταν με μεγάλες γέφυρες με</p><p>την πόλη. Ακόμα και από τον αέρα ο Λάνγκντον μπορούσε να</p><p>καταλάβει ότι το νερό ήταν βαθύ. Τα ρεύματα του ποταμού</p><p>κατέβαζαν καφετί νερό, γεμάτο ιζήματα και αφρούς από</p><p>πρόσφατες νεροποντές.</p><p>«Ευθεία μπροστά», είπε ο πιλότος, ανεβάζοντας το ελικόπτερο</p><p>πιο ψηλά.</p><p>Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια κοίταξαν έξω και την είδαν. Σαν</p><p>βουνό που αναδύεται μέσα από την πρωινή ομίχλη, ο τεράστιος</p><p>τρούλος υψωνόταν μέσα στην καταχνιά του ορίζοντα: η βασιλική</p><p>του Αγίου Πέτρου.</p><p>«Εδώ όμως», είπε ο Λάνγκντον στη Βιτόρια, «ο Μιχαήλ Άγγελος</p><p>πέτυχε απόλυτα».</p><p>Ο Αμερικανός δεν είχε ξαναδεί τον Άγιο Πέτρο από τον αέρα. Η</p><p>μαρμάρινη πρόσοψη έλαμπε σαν φλόγα κάτω από τον</p><p>απογευματινό ήλιο. Διακοσμημένο με εκατόν σαράντα αγάλματα</p><p>αγίων, μαρτύρων και αγγέλων, το κολοσσιαίο οικοδόμημα είχε</p><p>πλάτος ίσο με αυτό δύο ποδοσφαιρικών γηπέδων και μήκος ίσο με</p><p>έξι γήπεδα. Το τεράστιο εσωτερικό της βασιλικής είχε χώρο για</p><p>πάνω από εξήντα χιλιάδες πιστούς, αριθμό εκατονταπλάσιο του</p><p>πληθυσμού της Πόλης του Βατικανού, της μικρότερης χώρας του</p><p>κόσμου.</p><p>Έμοιαζε απίστευτο, όμως ακόμα και ένα κτίσμα αυτού του</p><p>μεγέθους δεν έκανε την πλατεία που εκτεινόταν μπροστά του να</p><p>δείχνει μικρή. Φτιαγμένη εξ ολοκλήρου από γρανίτη, η πλατεία</p><p>του Αγίου Πέτρου ήταν ένας ασύλληπτα μεγάλος ανοιχτός χώρος</p><p>για τα δεδομένα της στενόχωρης, πυκνοδομημένης Ρώμης, κάτι</p><p>σαν το Σέντραλ Παρκ στο πιο κλασικό. Μπροστά από τη</p><p>βασιλική, στην περιφέρεια της αχανούς οβάλ πλατείας, διακόσιοι</p><p>ογδόντα τέσσερις στύλοι ήταν διατεταγμένοι σε τέσσερις</p><p>ομόκεντρους κύκλους φθίνουσας διαμέτρου από την εξωτερική</p><p>περίμετρο προς το κέντρο, ένα αρχιτεκτονικό τέχνασμα που είχε</p><p>στόχο να ενισχύσει την αίσθηση μεγαλείου που απέπνεε η</p><p>πλατεία.</p><p>Καθώς χάζευε το μεγαλόπρεπο κτίσμα που ορθωνόταν μπροστά</p><p>του, ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε τι θα σκεφτόταν ο άγιος Πέτρος</p><p>αν βρισκόταν εκεί αυτή τη στιγμή. Ο απόστολος είχε πεθάνει με</p><p>φριχτό τρόπο, σταυρωμένος ανάποδα, σε εκείνο ακριβώς το</p><p>σημείο.</p><p>Τώρα αναπαυόταν στην πιο ιερή από τις λειψανοθήκες,</p><p>ενταφιασμένος σε μια κρύπτη μερικά επίπεδα κάτω από την</p><p>επιφάνεια του εδάφους, ακριβώς κάτω από τον κεντρικό τρούλο</p><p>της βασιλικής.</p><p>«Η Πόλη του Βατικανού», είπε ο πιλότος, όμως στη φωνή του δεν</p><p>υπήρχε ίχνος καλωσορίσματος.</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε τα πανύψηλα πέτρινα τείχη που</p><p>ορθώνονταν μπροστά τους, απόρθητες οχυρώσεις που</p><p>περιέζωναν το συγκρότημα, μια παράδοξα γήινη άμυνα για έναν</p><p>πνευματικό κόσμο μυστικών, δύναμης και μυστηρίου.</p><p>«Κοίτα!» πετάχτηκε ξαφνικά η Βιτόρια, αρπάζοντας το μπράτσο</p><p>του Λάνγκντον.</p><p>Αναστατωμένη, του έγνεψε προς την κατεύθυνση της πλατείας</p><p>του Αγίου Πέτρου, που εκτεινόταν ακριβώς από κάτω τους. Ο</p><p>Λάνγκντον πίεσε το πρόσωπο του στο παράθυρο και κοίταξε.</p><p>«Εκεί πέρα», του είπε, δείχνοντας κάτι με το δάχτυλο της.</p><p>Ο Λάνγκντον ακολούθησε τη νοητή ευθεία του. Το πίσω μέρος</p><p>της πλατείας θύμιζε χώρο στάθμευσης, όπου στριμώχνονταν</p><p>περίπου δώδεκα φορτηγάκια. Στην οροφή του κάθε φορτηγού</p><p>διακρίνονταν δορυφορικές κεραίες στραμμένες προς τον ουρανό.</p><p>Στα πιάτα ήταν αποτυπωμένα γνώριμα ονόματα:</p><p>TELEVISOR EUROPEA</p><p>VIDEO ITALIA</p><p>BBC</p><p>UNITED PRESS INTERNATIONAL</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ξαφνικά μπερδεμένος. Αναρωτήθηκε</p><p>αν είχε ήδη διαρρεύσει η είδηση για την αντιύλη.</p><p>Η Βιτόρια έδειχνε ιδιαίτερα νευρική.</p><p>«Γιατί βρίσκονται οι δημοσιογράφοι εδώ; Τι συμβαίνει;»</p><p>Ο πιλότος γύρισε και της έριξε ένα περίεργο βλέμμα πάνω από</p><p>τον ώμο του.</p><p>«Τι συμβαίνει; Δε γνωρίζετε;»</p><p>«Όχι», απάντησε η κοπέλα απότομα, με φωνή αφύσικα βραχνή</p><p>και δυνατή.</p><p>«Il Conclavo», είπε εκείνος. «Πρόκειται να σφραγιστεί σε περίπου</p><p>μία ώρα. Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθεί».</p><p>Il Conclavo.</p><p>Η λέξη αντηχούσε για αρκετή ώρα στα αφτιά του Λάνγκντον</p><p>μέχρι να συνειδητοποιήσει πλήρως τη σημασία της. Il Conclavo. Το</p><p>κονκλάβιο του Βατικανού. Πώς ήταν δυνατόν να το έχει ξεχάσει;</p><p>Η είδηση προβαλλόταν συνέχεια τις τελευταίες μέρες.</p><p>Δεκαπέντε μέρες πριν ο Πάπας, έπειτα από μια εξαιρετικά</p><p>πετυχημένη ποιμαντορία δώδεκα ετών από τον παπικό θρόνο,</p><p>είχε αποβιώσει. Όλες οι εφημερίδες στον πλανήτη είχαν</p><p>κυκλοφορήσει έχοντας στο πρωτοσέλιδο την είδηση του μοιραίου</p><p>εγκεφαλικού που είχε υποστεί ο Ποντίφικας ενώ κοιμόταν, ενός</p><p>ξαφνικού και απρόσμενου θανάτου, που πολλοί ψιθύριζαν ότι</p><p>ήταν ύποπτος. Τώρα, πάντως, σύμφωνα με την ιερή παράδοση,</p><p>δεκαπέντε μέρες μετά το θάνατο του Πάπα, στο Βατικανό</p><p>πραγματοποιούνταν το κονκλάβιο, η ιερή τελετή κατά την οποία</p><p>εκατόν εξήντα πέντε καρδινάλιοι από ολόκληρο τον κόσμο ‐οι</p><p>ισχυρότεροι άντρες της χριστιανοσύνης‐ συγκεντρώνονταν στην</p><p>Πόλη του Βατικανού προκειμένου να εκλέξουν το νέο Ποντίφικα.</p><p>Όλοι οι καρδινάλιοι τον πλανήτη βρίσκονται εδώ σήμερα,</p><p>σκέφτηκε ο Λάνγκντον καθώς το ελικόπτερο περνούσε πάνω από</p><p>τη βασιλική του Αγίου Πέτρου. Ο μικρόκοσμος της Πόλης του</p><p>Βατικανού απλωνόταν από κάτω του. Ολόκληρη η δομή της</p><p>εξουσίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κάθεται πάνω σε μια</p><p>ωρολογιακή βόμβα.</p><p>34</p><p>Ο ΚΑΡΔΙΝΑΛΙΟΣ ΜΟΡΤΑΤΙ σήκωσε τα μάτια του προς τα πάνω</p><p>και κοίταξε την περίτεχνη οροφή της Καπέλα Σιξτίνα,</p><p>προσπαθώντας να απολαύσει λίγες στιγμές ηρεμίας και</p><p>αυτοσυγκέντρωσης. Το παρεκκλήσι με τις πανέμορφες</p><p>τοιχογραφίες αντηχούσε από τις φωνές καρδινάλιων που</p><p>εκπροσωπούσαν έθνη από ολόκληρο τον κόσμο.</p><p>Κάτω από το φως των κεριών, οι άντρες τάραζαν την ηρεμία του</p><p>ιερού ναού ψιθυρίζοντας ζωηρά και συνομιλώντας σε διάφορες</p><p>γλώσσες, μεταξύ των οποίων κυρίαρχες ήταν τα αγγλικά, τα</p><p>ιταλικά και τα ισπανικά.</p><p>Το φως στο παρεκκλήσι συνήθως προκαλούσε δέος και κατάνυξη,</p><p>έτσι όπως οι μακριές ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν το σκοτάδι</p><p>σαν ουράνιες ακτίνες. Όχι σήμερα όμως... Όπως όριζε η</p><p>παράδοση, όλα τα παράθυρα του ιερού ναού είχαν καλυφτεί με</p><p>μαύρο βελούδο, στο όνομα της μυστικότητας. Αυτό εξασφάλιζε</p><p>ότι κανείς από μέσα δε θα μπορούσε να κάνει σινιάλο ή να</p><p>επικοινωνήσει με οποιονδήποτε τρόπο με τον εξωτερικό κόσμο.</p><p>Το αποτέλεσμα ήταν ένα βαθύ σκοτάδι, που έσπαγε μόνο από το</p><p>φως των κεριών, ένα τρεμουλιαστό φως που έμοιαζε να εξαγνίζει</p><p>όλους όσους άγγιζε, κάνοντας τους να μοιάζουν απόκοσμοι, σαν</p><p>άγιοι.</p><p>Πόσο μεγάλο προνόμιο, σκέφτηκε ο Μορτάτι, αποτελεί για μένα η</p><p>επίβλεψη αυτού του καθαγιασμένου γεγονότος. Οι καρδινάλιοι</p><p>που είχαν υπερβεί το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας τους</p><p>θεωρούνταν υπερβολικά ηλικιωμένοι για να ανήκουν στους</p><p>εκλέκτορες, γιʹ αυτό και δεν ήταν παρόντες στο κονκλάβιο.</p><p>Συνεπώς, σε ηλικία εβδομήντα εννέα ετών, ο Μορτάτι ήταν ο</p><p>γηραιότερος από τους ιερωμένους και του είχε ανατεθεί η</p><p>επίβλεψη των διαδικασιών.</p><p>Σύμφωνα με την παράδοση, οι καρδινάλιοι συγκεντρώνονταν εκεί</p><p>δυο ώρες πριν από το κονκλάβιο για να έχουν την ευκαιρία να</p><p>συναντήσουν παλιούς φίλους και να κάνουν κάποιες τελευταίες</p><p>διαβουλεύσεις. Στις 19:00 ο γραμματέας του κεκοιμημένου Πάπα</p><p>ερχόταν, έλεγε την εναρκτήρια προσευχή και ύστερα</p><p>αποχωρούσε. Στη συνέχεια η Ελβετική Φρουρά σφράγιζε τις</p><p>πόρτες, κλειδώνοντας μέσα όλους τους καρδινάλιους. Αυτό</p><p>σηματοδοτούσε την έναρξη της παλαιότερης και πλέον μυστικής</p><p>πολιτικής διαδικασίας στον κόσμο.</p><p>Οι καρδινάλιοι δεν επρόκειτο να βγουν μέχρις ότου αποφασίσουν</p><p>ποιος από εκείνους θα γινόταν ο επόμενος Πάπας.</p><p>Κονκλάβιο. Ακόμα και η λέξη ήταν μυστικιστική. «Con clave»</p><p>στα</p><p>λατινικά σήμαινε «κλειδωμένος με κλειδί». Στους καρδινάλιους</p><p>δεν επιτρεπόταν η παραμικρή επαφή με τον εξωτερικό κόσμο.</p><p>Κανένα τηλεφώνημα. Κανένα μήνυμα. Καμία ψιθυριστή οδηγία</p><p>από τη χαραμάδα κάποιας πόρτας. Το κονκλάβιο ήταν</p><p>αποκλεισμένο από τα πάντα, καθώς δεν επιτρεπόταν να</p><p>επηρεαστεί από οποιοδήποτε ερέθισμα από τον εξωτερικό κόσμο.</p><p>Αυτό θα εξασφάλιζε ότι οι καρδινάλιοι θα είχαν «Solum</p><p>Deumpme oculis», μόνο το Θεό μπροστά στα μάτια τους.</p><p>Έξω από τους τοίχους του παρεκκλησίου, φυσικά, τα μέσα</p><p>μαζικής ενημέρωσης παρακολουθούσαν και περίμεναν, κάνοντας</p><p>εικασίες σχετικά με το ποιος από τους καρδινάλιους θα</p><p>εκλεγόταν πνευματικός ηγέτης ενός δισεκατομμυρίου καθολικών</p><p>σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα κονκλάβια πραγματοποιούνταν σε</p><p>μια έντονη, πολιτικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Μάλιστα, στο</p><p>πέρασμα των αιώνων είχαν γίνει θέατρα θανάσιμων</p><p>συγκρούσεων... Δηλητηριάσεις, ξυλοδαρμοί, ακόμα και φόνοι</p><p>είχαν λάβει χώρα στο ιερό αυτό κτίριο.</p><p>Όμως όλα αυτά αποτελούν παρελθόν, σκέφτηκε ο Μορτάτι. Το</p><p>αποψινό κονκλάβιο θα διεξαχθεί σε κλίμα ενότητας, αγάπης και,</p><p>πάνα απʹ όλα, θα είναι... σύντομο.</p><p>Τουλάχιστον αυτή ήταν η αρχική πρόβλεψη του.</p><p>Τώρα όμως μια απροσδόκητη εξέλιξη ανέτρεπε τα πάντα. Κατά</p><p>ανεξήγητο τρόπο, τέσσερις καρδινάλιοι απουσίαζαν από το</p><p>παρεκκλήσι. Ο Μορτάτι γνώριζε ότι όλες οι έξοδοι από την Πόλη</p><p>του Βατικανού φυλάσσονταν, συνεπώς οι καρδινάλιοι που</p><p>έλειπαν δε θα μπορούσαν να είχαν πάει μακριά, ωστόσο, καθώς</p><p>απέμενε λιγότερο από μία ώρα μέχρι την εναρκτήρια προσευχή,</p><p>ένιωθε κάποια ανησυχία. Σε τελική ανάλυση, οι τέσσερις άντρες</p><p>που απουσίαζαν δεν ήταν τυχαίοι καρδινάλιοι. Ήταν οι</p><p>καρδινάλιοι. Οι τέσσερις υποψήφιοι, οι εκλεκτοί.</p><p>Ως επόπτης του κονκλαβίου, ο Μορτάτι είχε φροντίσει να</p><p>ενημερώσει με τον προβλεπόμενο τρόπο την Ελβετική Φρουρά για</p><p>την απουσία των καρδινάλιων. Δεν είχε λάβει ακόμα απάντηση.</p><p>Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους είχαν ήδη παρατηρήσει την</p><p>ανεξήγητη απουσία των τεσσάρων. Οι πρώτοι ψίθυροι ανησυχίας</p><p>είχαν αρχίσει να ακούγονται. Από όλους τους καρδινάλιους, αυτοί</p><p>οι τέσσερις θα έπρεπε να είχαν έρθει εγκαίρως! Ο Μορτάτι είχε</p><p>αρχίσει να φοβάται ότι τους περίμενε μια μακριά και δύσκολη</p><p>νύχτα τελικά.</p><p>Δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο δίκιο είχε.</p><p>35</p><p>ΤΟ ΕΛΙΚΟΔΡΟΜΙΟ του Βατικανού, για λόγους ασφάλειας και</p><p>περιορισμού του θορύβου, βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της</p><p>Πόλης του Βατικανού, όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη</p><p>βασιλική του Αγίου Πέτρου.</p><p>«Tenafirma», ανακοίνωσε ο πιλότος μόλις προσγειώθηκαν.</p><p>Κατέβηκε και άνοιξε τη συρόμενη πόρτα για τον Λάνγκντον και</p><p>τη Βιτόρια.</p><p>Ο Αμερικανός, γεμάτος χαρά που πατούσαν επιτέλους σε «στέρεο</p><p>έδαφος», κατέβηκε από το αεροσκάφος και γύρισε να βοηθήσει τη</p><p>Βιτόρια, όμως εκείνη είχε ήδη πηδήξει με άνεση στη γη. Και ο</p><p>τελευταίος μυς του σώματος της έμοιαζε να είναι δοσμένος στην</p><p>επίτευξη ενός και μόνο στόχου: του εντοπισμού της αντιύλης πριν</p><p>αυτή αφήσει πίσω της κάποια φριχτή παράδοση.</p><p>Αφού άπλωσε ένα προστατευτικό αντηλιακό κάλυμμα πάνω από</p><p>το τζάμι του πιλοτηρίου, ο πιλότος τους οδήγησε σε ένα</p><p>υπερμέγεθες όχημα σαν αυτά που χρησιμοποιούνται στα γήπεδα</p><p>του γκολφ, το οποίο τους περίμενε κοντά στο ελικοδρόμιο. Το</p><p>όχημα τους μετέφερε κατά μήκος της δυτικής συνοριακής</p><p>γραμμής της χώρας, ένα τσιμεντένιο τείχος ύψους σχεδόν</p><p>πενήντα μέτρων, με πάχος αρκετά μεγάλο ώστε να αντέξει</p><p>ακόμα και σε επίθεση από άρματα μάχης. Παραταγμένοι από τη</p><p>μέσα πλευρά του τείχους, σε απόσταση πενήντα μέτρων ο ένας</p><p>από τον άλλο, Ελβετοί φρουροί στέκονταν σε στάση προσοχής,</p><p>επιτηρώντας τον εσωτερικό περίβολο. Το όχημα έστριψε απότομα</p><p>δεξιά και μπήκε στη Βία ντέλα Οσερβατόριο. Πινακίδες έδειχναν</p><p>προς διάφορες κατευθύνσεις.</p><p>ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ</p><p>ΑΙΘΙΟΠΙΚΟ ΚΟΛΕΓΙΟ</p><p>ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ</p><p>ΚΑΠΕΛΑ ΣΙΞΤΙΝΑ</p><p>Επιτάχυναν πάνω στον περιποιημένο δρόμο, περνώντας μπροστά</p><p>από ένα ογκώδες κτίριο με μια ταμπέλα που έγραφε RADIO</p><p>VATICANO. Αυτό, συνειδητοποίησε με έκπληξη ο Λάνγκντον,</p><p>ήταν το κτίριο του ραδιοφωνικού σταθμού με τη μεγαλύτερη</p><p>ακροαματικότητα στον κόσμο, του Ραδιοφώνου του Βατικανού, το</p><p>οποίο μετέφερε το λόγο του Θεού σε εκατομμύρια πιστούς σε</p><p>ολόκληρο τον πλανήτη.</p><p>«Attenzione!» φώναξε ο πιλότος. «Προσοχή!» Και έστριψε</p><p>απότομα σε μια πλατεία.</p><p>Καθώς το όχημα κινούνταν κυκλικά, ο Λάνγκντον δυσκολευόταν</p><p>να πιστέψει την εικόνα που αντίκριζαν τα μάτια του. Οι κήποι του</p><p>Βατικανού, σκέφτηκε. Η καρδιά της Πόλης του Βατικανού. Ευθεία</p><p>μπροστά του υψωνόταν η πίσω πλευρά της βασιλικής του Αγίου</p><p>Πέτρου, μια θέα που, όπως συνειδητοποίησε ο Λάνγκντον, οι</p><p>περισσότεροι άνθρωποι δεν έβλεπαν ποτέ. Στα δεξιά εκτεινόταν</p><p>το Δικαστικό Μέγαρο, με τη μοναδική μπαρόκ διακόσμηση, την</p><p>οποία μόνο οι Βερσαλίες μπορούσαν να συναγωνιστούν. Το</p><p>Κυβερνητικό Μέγαρο, ένα κτίριο με αυστηρή όψη όπου</p><p>στεγάζονταν οι διοικητικές υπηρεσίες της Πόλης του Βατικανού,</p><p>βρισκόταν τώρα πίσω τους. Στα αριστερά τους ξεχώριζε το</p><p>πελώριο ορθογώνιο οικοδόμημα που φιλοξενούσε τα Μουσεία του</p><p>Βατικανού. Ο Λάνγκντον ήξερε ότι στο συγκεκριμένο ταξίδι δε θα</p><p>είχε χρόνο για επισκέψεις σε μουσεία.</p><p>«Που έχουν πάει όλοι;» ρώτησε η Βιτόρια, παρατηρώντας τους</p><p>άδειους κήπους και τα έρημα μονοπάτια.</p><p>Ο φρουρός έλεγξε το υπερσύγχρονο μαύρο ψηφιακό ρολόι του με</p><p>χρονόμετρο, ένα χρονογράφο σε στρατιωτικό στιλ, που χτυπούσε</p><p>στο μάτι ως παράξενος αναχρονισμός κάτω από το φουσκωτό</p><p>μανίκι του.</p><p>«Οι καρδινάλιοι έχουν συγκεντρωθεί στην Καπέλα Σιξτίνα. Το</p><p>κονκλάβιο ξεκινάει σε λιγότερο από μία ώρα».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε‐καταφατικά, ενθυμούμενος αόριστα ότι</p><p>πριν από κάθε κονκλάβιο οι καρδινάλιοι περνούσαν δυο ώρες</p><p>μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα συζητώντας με τους υπόλοιπους</p><p>συναδέλφους τους από ολόκληρο τον κόσμο και προσπαθώντας</p><p>να συγκεντρωθούν στο έργο που τους περίμενε. Το διάστημα αυτό</p><p>τους παραχωρούνταν ώστε να ανανεωθούν παλιές φιλίες μεταξύ</p><p>των καρδινάλιων και να αποφορτιστεί η εκλογική ατμόσφαιρα.</p><p>«Και οι υπόλοιποι κάτοικοι και το προσωπικό;»</p><p>«Απαγορεύεται η παρουσία τους στην πόλη μέχρι την</p><p>ολοκλήρωση του κονκλαβίου, για λόγους μυστικότητας και</p><p>ασφάλειας».</p><p>«Και πότε ολοκληρώνεται το κονκλάβιο;»</p><p>Ο φρουρός ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Μόνο ο θεός το ξέρει».</p><p>Τα λόγια του ήχησαν παράξενα αληθινά...</p><p>Αφού στάθμευσε το όχημα στο παχύ γρασίδι ακριβώς πίσω από</p><p>τη βασιλική του Αγίου Πέτρου, ο φρουρός συνόδεψε τον</p><p>Λάνγκντον και τη Βιτόρια σε ένα πέτρινο μονοπάτι που οδηγούσε</p><p>σε μια μαρμάρινη πλατεία λίγο πιο πέρα από την πίσω πλευρά</p><p>του ναού. Διασχίζοντας την πλατεία, προσέγγισαν τον πίσω τοίχο</p><p>της βασιλικής και κινήθηκαν παράλληλα με αυτόν, αφήνοντας</p><p>πίσω τους μια τριγωνική αυλή, περνώντας τη Βία Μπελβεντέρε</p><p>και φτάνοντας σε μια σειρά κτιρίων που βρίσκονταν σε κοντινή</p><p>απόσταση το ένα με το άλλο. Η ιστορία της τέχνης που δίδασκε ο</p><p>Λάνγκντον τον είχε εφοδιάσει με επαρκή γνώση των ιταλικών</p><p>ώστε να μπορέσει να διαβάσει τις πινακίδες του Τυπογραφείου</p><p>του Βατικανού, του Εργαστηρίου Αποκατάστασης Ταπισερί, του</p><p>Ταχυδρομικού Γραφείου και της εκκλησίας της Αγίας Άννας.</p><p>Διέσχισαν μία ακόμα μικρή πλατεία και έφτασαν στον προορισμό</p><p>τους.</p><p>Το Γραφείο της Ελβετικής Φρουράς στεγάζεται κοντά στο Γραφείο</p><p>του Πάπα, νοτιοανατολικά της βασιλικής του Αγίου Πέτρου.</p><p>Πρόκειται για ένα χαμηλό πέτρινο κτίριο. Αριστερά και δεξιά της</p><p>εισόδου, σαν πέτρινα αγάλματα, στέκονται δύο φρουροί.</p><p>Ο Λάνγκντον όφειλε να παραδεχτεί ότι αυτοί οι φρουροί δεν</p><p>έδειχναν και τόσο αστείοι. Παρότι φορούσαν την ίδια</p><p>παραδοσιακή στολή με τις μπλε και χρυσαφιές ρίγες, ήταν</p><p>οπλισμένοι με το γνωστό «μακρύ ξίφος του Βατικανού». Το όνομα</p><p>ήταν μάλλον παραπλανητικό, αφού στην ουσία επρόκειτο για ένα</p><p>δόρυ δυόμισι</p><p>περίπου μέτρων, το οποίο κατέληγε σε μια λάμα που</p><p>θύμιζε πέλεκυ. Το όπλο, σύμφωνα με τις φήμες, είχε</p><p>αποκεφαλίσει αμέτρητους μουσουλμάνους υπερασπιζόμενο τους</p><p>χριστιανούς σταυροφόρους το δέκατο τρίτο αιώνα.</p><p>Μόλις πλησίασαν ο Λάνγκντον και η Βιτόρια, οι δύο φρουροί</p><p>έκαναν ένα βήμα μπροστά και σταύρωσαν τα όπλα τους,</p><p>μπλοκάροντας την είσοδο. Ο ένας κοίταξε απορημένος τον</p><p>πιλότο.</p><p>«pantaloni», είπε, γνέφοντας προς το σορτσάκι της Βιτόρια.</p><p>Ο πιλότος τους έκανε νόημα να παραμερίσουν.</p><p>«Il comandante vuole vederli subito. O διοικητής θέλει να τους δει</p><p>αμέσως!»</p><p>Οι φρουροί συνοφρυώθηκαν. Απρόθυμα, έκαναν στην άκρη.</p><p>Μέσα στο κτίριο ο αέρας ήταν δροσερός. Ο Λάνγκντον είχε</p><p>φανταστεί το διοικητήριο της επίλεκτης φρουράς εντελώς</p><p>διαφορετικό.</p><p>Διακοσμημένοι και άψογα επιπλωμένοι, οι διάδρομοι</p><p>φιλοξενούσαν πίνακες ζωγραφικής που ο Αμερικανός καθηγητής</p><p>ήταν βέβαιος ότι οποιοδήποτε μουσείο στον κόσμο θα παρουσίαζε</p><p>ευχαρίστως στην κεντρική αίθουσα του.</p><p>Ο πιλότος έγνεψε προς τα κάτω, δείχνοντας μια απότομη σκάλα.</p><p>«Κατεβείτε, παρακαλώ».</p><p>Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια κατέβηκαν τα λευκά μαρμάρινα</p><p>σκαλοπάτια, περνώντας ανάμεσα από δυο σειρές γλυπτών που</p><p>αναπαριστούσαν γυμνούς άντρες. Το επίμαχο σημείο σε κάθε</p><p>άγαλμα καλυπτόταν από ένα φύλλο συκής, το οποίο είχε</p><p>ανοιχτότερο χρώμα από το υπόλοιπο σώμα.</p><p>Ο Μεγάλος Ευνουχισμός, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην ιστορία</p><p>της αναγεννησιακής τέχνης. Το 1857 ο Πάπας Πίος ο Θʹ</p><p>αποφάσισε ότι η ακριβής αναπαράσταση της μορφής του</p><p>αντρικού σώματος ενδεχομένως ,να προκαλούσε εξάρσεις πόθου</p><p>μέσα στο Βατικανό. Έτσι, πήρε ένα καλέμι και ένα σφυρί και</p><p>απέσπασε τα γεννητικά όργανα από κάθε άγαλμα που</p><p>αναπαριστούσε γυμνό άντρα μέσα στην Πόλη του Βατικανού.</p><p>Κατέστρεψε έργα του Μιχαήλ Άγγελου, του Μπραμάντε και του</p><p>Μπερνίνι. Χρησιμοποιήθηκαν γύψινα φύλλα συκής για να</p><p>καλυφτεί η ζημιά. Εκατοντάδες γλυπτά είχαν ευνουχιστεί. Ο</p><p>Λάνγκντον συχνά αναρωτιόταν αν κάπου στον κόσμο υπήρχε ένα</p><p>τεράστιο κιβώτιο γεμάτο μαρμάρινα πέη.</p><p>«Εδω», ανακοίνωσε ο φρουρός.</p><p>Είχαν φτάσει στο τέλος της σκάλας, που κατέληγε μπροστά σε</p><p>μια βαριά ατσάλινη πόρτα. Ο φρουρός πληκτρολόγησε τον κωδικό</p><p>εισόδου και η πόρτα άνοιξε αυτόματα. Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια</p><p>πέρασαν μέσα.</p><p>Πέρα από το κατώφλι επικρατούσε το απόλυτο χάος.</p><p>36</p><p>ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ της Ελβετικής Φρουράς.</p><p>Ο Λάνγκντον στάθηκε στην πόρτα χαζεύοντας την εικόνα της</p><p>απόλυτης σύγκρουσης των αιώνων που είχε αποκαλυφτεί</p><p>μπροστά τους. Το δωμάτιο ήταν μια πλούσια στολισμένη</p><p>αναγεννησιακή βιβλιοθήκη με εντοιχισμένα ράφια για τα βιβλία,</p><p>ανατολίτικα χαλιά και πολύχρωμες ταπετσαρίες. Ταυτόχρονα</p><p>όμως ήταν γεμάτο εξοπλισμό εξαιρετικά υψηλής τεχνολογίας.</p><p>Υπήρχαν ολόκληρες σειρές από υπολογιστές, φαξ, ηλεκτρονικούς</p><p>χάρτες του συγκροτήματος του Βατικανού και τηλεοράσεις</p><p>συντονισμένες στο CNN. Άντρες με φανταχτερά χρωματιστά</p><p>παντελόνια πληκτρολογούσαν ασταμάτητα σε υπολογιστές και</p><p>άκουγαν με προσήλωση τις πληροφορίες που τους μεταδίδονταν</p><p>από τα φουτουριστικά ακουστικά τους.</p><p>«Περιμένετε εδώ», είπε ο φρουρός.</p><p>Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια περίμεναν ενώ ο φρουρός διέσχισε το</p><p>δωμάτιο και πλησίασε έναν εξαιρετικά ψηλό και μυώδη άντρα</p><p>ντυμένο με σκούρα μπλε στρατιωτική στολή. Μιλούσε σε ένα</p><p>κινητό τηλέφωνο και στεκόταν τόσο ευθυτενής, που η σπονδυλική</p><p>του στήλη σχεδόν είχε σχηματίσει λόρδωση. Ο φρουρός κάτι του</p><p>είπε και ο άντρας γύρισε και έριξε μια ματιά στον Λάνγκντον και</p><p>στη Βιτόρια.</p><p>Έγνεψε και ύστερα τους γύρισε την πλάτη και συνέχισε το</p><p>τηλεφώνημα του.</p><p>Ο φρουρός επέστρεψε κοντά τους.</p><p>«Ο διοικητής Ολιβέτι θα σας δει σε λίγο».</p><p>«Ευχαριστούμε».</p><p>Ο φρουρός γύρισε και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.</p><p>Ο Λάνγκντον μελέτησε το διοικητή Ολιβέτι στην άλλη άκρη του</p><p>δωματίου, συνειδητοποιώντας ότι στην πραγματικότητα ήταν ο</p><p>αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων μιας ολόκληρης χώρας. Η</p><p>Βιτόρια και ο Λάνγκντον συνέχιζαν να περιμένουν, παρα‐</p><p>τηρώντας τα όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια τους. Φρουροί</p><p>ντυμένοι με τις χαρακτηριστικές φανταχτερές στολές περι‐</p><p>φέρονταν αδιάκοπα εκτοξεύοντας διαταγές στα ιταλικά με</p><p>βροντερή φωνή.</p><p>«Continua cercando!» ούρλιαζε ένας στο τηλέφωνο.</p><p>«Probasti il museo?» ρωτούσε ένας άλλος.</p><p>Ο Λάνγκντον δε χρειαζόταν να μιλάει ιταλικά άπταιστα για να</p><p>καταλάβει ότι το κέντρο επιχειρήσεων βρισκόταν σε κατάσταση</p><p>γενικού συναγερμού. Αυτά ήταν τα καλά νέα. Τα κακά νέα ήταν</p><p>ότι προφανώς δεν είχαν εντοπίσει ακόμα την αντιύλη. Οι έρευνες</p><p>συνεχίζονταν.</p><p>«Είσαι εντάξει;» ρώτησε ο Λάνγκντον τη Βιτόρια.</p><p>Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της και χαμογέλασε κουρασμένα.</p><p>Όταν κάποια στιγμή ο διοικητής έκλεισε το τηλέφωνο και</p><p>προχώρησε προς το μέρος τους, με κάθε βήμα που έκανε φάνταζε</p><p>ακόμα πιο μεγαλόσωμος. Ο Λάνγκντον ήταν επίσης ψηλός και</p><p>δεν ήταν συνηθισμένος να σηκώνει τα μάτια του για να κοιτάξει</p><p>κάποιον άνθρωπο, όμως στην περίπτωση του διοικητή Ολιβέτι</p><p>αυτό ήταν απαραίτητο. Ο Αμερικανός διαισθάνθηκε αμέσως ότι ο</p><p>διοικητής ήταν ένας άνθρωπος που είχε αντιμετωπίσει πολλές</p><p>δύσκολες καταστάσεις στη ζωή του. Το πρόσωπο του ήταν</p><p>αργασμένο, σκληρό. Τα σκούρα μαλλιά του ήταν κομμένα πολύ</p><p>κοντά, σε στρατιωτικό στιλ, και στα μάτια του έκαιγε μια φλόγα</p><p>ανυποχώρητης αποφασιστικότητας, ένα χαρακτηριστικό που</p><p>αποκτάται μόνο έπειτα από πολλά χρόνια σκληρής εκπαίδευσης.</p><p>Οι κινήσεις του ήταν απόλυτα ελεγχόμενες και ακριβείς, ενώ το</p><p>ακουστικό που ήταν διακριτικά τοποθετημένο πίσω από το αφτί</p><p>του τον έκανε να μοιάζει περισσότερο με πράκτορα των</p><p>αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών παρά με μέλος της Ελβετικής</p><p>Φρουράς.</p><p>Ο διοικητής τους μίλησε στα αγγλικά με μια ελαφρώς ξενική</p><p>προφορά. Η φωνή του ήταν αιφνιδιαστικά σιγανή για τόσο</p><p>μεγαλόσωμο άντρα, σχεδόν ψίθυρος. Μιλούσε κοφτά, με</p><p>στρατιωτική ακρίβεια.</p><p>«Καλησπέρα», είπε. «Είμαι ο Ολιβέτι, ανώτατος διοικητής της</p><p>Ελβετικής Φρουράς. Εγώ κάλεσα το διευθυντή σας».</p><p>Η Βιτόρια χρειάστηκε να κοιτάξει προς τα πάνω για να του</p><p>μιλήσει.</p><p>«Ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε, κύριε».</p><p>Ο διοικητής δεν απάντησε. Τους έκανε νεύμα να τον</p><p>ακολουθήσουν και τους οδήγησε μέσα από το λαβύρινθο των</p><p>ηλεκτρονικών συσκευών σε μια πόρτα στον πλαϊνό τοίχο του</p><p>δωματίου.</p><p>«Περάστε», είπε, κρατώντας τους την πόρτα ανοιχτή.</p><p>Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια πέρασαν και αυτό το κατώφλι και</p><p>βρέθηκαν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο ελέγχου. Σε έναν τοίχο</p><p>καλυμμένο με οθόνες εμφανίζονταν διαδοχικά ασπρόμαυρες</p><p>εικόνες από διάφορα σημεία του συγκροτήματος. Ένας νεαρός</p><p>φρουρός παρακολουθούσε τις εικόνες με προσήλωση.</p><p>«Fuori!» διέταξε ο Ολιβέτι. «Έξω!»</p><p>Ο φρουρός μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε.</p><p>Ο Ολιβέτι πλησίασε μια από τις οθόνες και την έδειξε στους δυο</p><p>επισκέπτες. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος τους.</p><p>«Η εικόνα αυτή προέρχεται από μια ασύρματη κάμερα η οποία</p><p>βρίσκεται κρυμμένη κάπου μέσα στην Πόλη του Βατικανού. Θα</p><p>ήθελα μια εξήγηση».</p><p>Ο Λάνγκντον και η Βιτόρια έσκυψαν πάνω από την οθόνη και</p><p>πήραν μια βαθιά εισπνοή ταυτόχρονα. Η εικόνα ήταν πολύ</p><p>καθαρή.</p><p>Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Επρόκειτο για την παγίδα αντιύλης</p><p>από το CERN. Μέσα στον κύλινδρο ένα αστραφτερό σφαιρίδιο</p><p>από κάποιο μεταλλικό υγρό αιωρούνταν απειλητικά στο κενό,</p><p>φωτισμένο περιοδικά από τους αριθμούς που αναβόσβηναν</p><p>ρυθμικά στην οθόνη υγρών κρυστάλλων του ψηφιακού ρολογιού.</p><p>Αυτό που έκανε την εικόνα ακόμα πιο ανατριχιαστική ήταν το</p><p>γεγονός ότι ο χώρος γύρω από τον κύλινδρο ήταν βυθισμένος στο</p><p>σκοτάδι, σαν να βρισκόταν η αντιύλη σε κάποια ντουλάπα ή σε</p><p>ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο πάνω μέρος της οθόνης εμφανιζόταν</p><p>με φωτεινά γράμματα η εξής πληροφορία:</p><p>ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ‐ ΚΑΜΕΡΑ</p><p>ΝΟΥΜΕΡΟ 86.</p><p>Η Βιτόρια κοίταξε το χρόνο που απέμενε στο ψηφιακό ρολόι στη</p><p>βάση του κυλίνδρου.</p><p>«Λιγότερο από έξι ώρες», ψιθύρισε στον Λάνγκντον με πρόσωπο</p><p>σφιγμένο από την ένταση.</p><p>Εκείνος κοίταξε το ρολόι του.</p><p>«Επομένως πρέπει να το βρούμε μέχρι...» Σταμάτησε, νιώθοντας</p><p>έναν τεράστιο κόμπο στο στομάχι του.</p><p>«Μέχρι τα μεσάνυχτα», είπε η Βιτόρια με σβησμένη φωνή.</p><p>Μεσάνυχτα! σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Υπάρχει μια ροπή προς το</p><p>μελόδραμα. Προφανώς όποιος είχε κλέψει τον κύλινδρο το</p><p>προηγούμενο βράδυ είχε υπολογίσει το χρόνο στην εντέλεια.</p><p>Ένιωσε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα να τον βαραίνει, καθώς</p><p>συνειδητοποιούσε ότι τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο χώρο μιας</p><p>επικείμενης καταστροφής.</p><p>Όταν έκανε την επόμενη ερώτηση, ο ψίθυρος του Ολιβέτι είχε</p><p>μετατραπεί σε κάτι που έμοιαζε περισσότερο με συριγμό.</p><p>«Το αντικείμενο αυτό ανήκει στο ίδρυμα σας;»</p><p>Η Βιτόρια έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Μάλιστα, κύριε διοικητά. Κλάπηκε από εμάς. Περιέχει μια</p><p>εξαιρετικά εκρηκτική ουσία που ονομάζεται αντιύλη».</p><p>Ο Ολιβέτι δε φάνηκε να αντιδρά στο άκουσμα της λέξης.</p><p>«Γνωρίζω πολύ καλά τις εκρηκτικές ουσίες, κυρία Βέτρα. Την</p><p>αντιύλη την ακούω πρώτη φορά».</p><p>«Πρόκειται για μια νέα τεχνολογία. Είναι απόλυτη ανάγκη να την</p><p>εντοπίσουμε άμεσα ή να εκκενώσουμε την Πόλη του Βατικανού».</p><p>Ο Ολιβέτι έκλεισε τα μάτια του αργά και τα άνοιξε ξανά, σαν να</p><p>προσπαθούσε να εστιάσει στη Βιτόρια για να σιγουρευτεί ότι είχε</p><p>ακούσει καλά.</p><p>«Να εκκενώσουμε την Πόλη του Βατικανού; Γνωρίζετε τι</p><p>πρόκειται να γίνει εδώ σήμερα το βράδυ;»</p><p>«Μάλιστα, κύριε. Και οι ζωές των καρδινάλιων βρίσκονται σε</p><p>κίνδυνο. Μας απομένουν περίπου έξι ώρες. Έχετε σημειώσει</p><p>κάποια πρόοδο στις έρευνες για τον κύλινδρο;»</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Δεν έχουμε καν αρχίσει να ψάχνουμε».</p><p>Η Βιτόρια παραλίγο να πνιγεί.</p><p>«Ορίστε; Μα ακούσαμε καθαρά τους άντρες σας να μιλάνε για</p><p>κάποια έρευνα στο...»</p><p>«Έρευνα ναι», είπε ο Ολιβέτι, «όχι όμως για τον κύλινδρο σας. Οι</p><p>άντρες μου ψάχνουν για κάτι άλλο, που δε σας αφορά».</p><p>Η φωνή της Βιτόρια ράγισε.</p><p>«Δεν έχετε αρχίσει καν να ψάχνετε για τον κύλινδρο;»</p><p>Οι κόρες των ματιών του Ολιβέτι φάνηκαν να συρρικνώνονται. Ο</p><p>διοικητής της Ελβετικής Φρουράς είχε ένα ανέκφραστο βλέμμα</p><p>εντόμου.</p><p>«Κυρία Βέτρα... Έτσι δε σας λένε; Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω</p><p>κάτι. Ο διευθυντής του κέντρου σας αρνήθηκε να μοιραστεί μαζί</p><p>μου οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το αντικείμενο αυτό</p><p>από το τηλέφωνο, λέγοντας μόνο ότι είναι απαραίτητο να</p><p>εντοπιστεί αμέσως. Είμαστε εξαιρετικά απασχολημένοι και δεν</p><p>έχω την πολυτέλεια να διαθέσω κάποιους από τους άντρες μου</p><p>για μια μάταιη έρευνα μέχρις ότου μάθω μερικά πράγματα».</p><p>«Τη στιγμή αυτή χρειάζεται να γνωρίζετε μόνο ένα πράγμα, κύριε</p><p>διοικητά», είπε η Βιτόρια, «και αυτό είναι ότι σε έξι ώρες η</p><p>συσκευή για την οποία μιλάμε θα αφανίσει ολόκληρο το</p><p>συγκρότημα του Βατικανού».</p><p>Ο Ολιβέτι δεν έκανε την παραμικρή κίνηση.</p><p>«Κυρία Βέτρα, πρέπει να ξέρετε κάτι». Η φωνή του είχε ένα</p><p>μάλλον συγκαταβατικό τόνο. «Παρά την αρχαϊκή εξωτερική όψη</p><p>της Πόλης του Βατικανού, όλες οι είσοδοι, τόσο οι δημόσιες όσο</p><p>και οι ιδιωτικές, είναι εφοδιασμένες με τις πιο προηγμένες</p><p>συσκευές ανίχνευσης. Αν κάποιος επιχειρούσε να περάσει</p><p>οποιοδήποτε είδος εκρηκτικού μηχανισμού, θα εντοπιζόταν</p><p>αμέσως. Έχουμε ανιχνευτές ραδιενεργών ισοτόπων, φίλτρα</p><p>σχεδιασμένα από την αμερικανική Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών</p><p>ώστε να συλλαμβάνουν και το παραμικρό χημικό ίχνος που</p><p>αφήνουν πίσω τους οι εκρηκτικές ύλες και οι τοξίνες.</p><p>Χρησιμοποιούμε, επίσης, τους πλέον σύγχρονους ανιχνευτές</p><p>μετάλλων και σαρωτές ακτινών Χ».</p><p>«Πολύ εντυπωσιακό», είπε η Βιτόρια, μιμούμενη τον ψυχρό τόνο</p><p>του Ολιβέτι. «Δυστυχώς, η αντιύλη δεν είναι ραδιενεργή, το</p><p>χημικό της ίχνος είναι αυτό του καθαρού υδρογόνου και ο</p><p>κύλινδρος είναι πλαστικός. Καμία από τις συσκευές που</p><p>αναφέρατε δε θα μπορούσε να την εντοπίσει».</p><p>«Μα η συσκευή αυτή διαθέτει κάποια πηγή ενέργειας», είπε ο</p><p>Ολιβέτι, γνέφοντας προς την οθόνη υγρών κρυστάλλων που</p><p>συνέχιζε να αναβοσβήνει. «Ακόμα και το παραμικρό ίχνος</p><p>νικελίου‐καδμίου θα εντοπιζόταν...»</p><p>«Οι μπαταρίες είναι επίσης πλαστικές».</p><p>Ήταν φανερό ότι ο Ολιβέτι άρχιζε να χάνει την υπομονή του.</p><p>«Πλαστικές μπαταρίες;»</p><p>«Ηλεκτρολύτης πολυμερούς ζελατίνας με τεφλόν».</p><p>Ο Ολιβέτι έγειρε προς το μέρος της σαν να ήθελε να τονίσει το</p><p>πλεονέκτημα που του έδινε το ύψος του.</p><p>«Signonna, το Βατικανό αποτελεί στόχο δεκάδων απειλών για</p><p>τοποθέτηση βόμβας κάθε μήνα. Εγώ προσωπικά εκπαιδεύω κάθε</p><p>Ελβετό φρουρό πάνω στη σύγχρονη τεχνολογία εκρηκτικών.</p><p>Γνωρίζω πολύ καλά ότι δεν υπάρχει καμία ουσία στον πλανήτη</p><p>ικανή να προκαλέσει την καταστροφή που περιγράφετε, εκτός κι</p><p>αν μιλάτε για κάποια πυρηνική κεφαλή με γόμωση στο μέγεθος</p><p>μιας μπάλας του μπέιζμπολ».</p><p>Η Βιτόρια τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν αστραπές.</p><p>«Η φύση έχει ακόμα πολλά μυστήρια που πρέπει να</p><p>αποκαλύψουμε».</p><p>Ο Ολιβέτι την πλησίασε περισσότερο.</p><p>«Θα μπορούσα να ρωτήσω ποια ακριβώς είστε; Ποια είναι η θέση</p><p>σας στο CERN;»</p><p>«Είμαι ανώτερο μέλος του ερευνητικού προσωπικού και</p><p>διορισμένη αντιπρόσωπος του κέντρου στο Βατικανό για το</p><p>χειρισμό αυτής της κρίσης».</p><p>«Με συγχωρείτε που γίνομαι αγενής, όμως, αν πρόκειται</p><p>πραγματικά για κρίση, γιατί συζητάω μαζί σας αυτή τη στιγμή</p><p>και όχι με το διευθυντή σας; Και τι θέλετε να δείξετε ερχόμενη</p><p>στην Πόλη του Βατικανού φορώντας σορτσάκι;»</p><p>Ο Λάνγκντον ξεφύσηξε δυνατά. Δεν πίστευε στα αφτιά του! Ο</p><p>άνθρωπος επέμενε να αγνοεί το επείγον της κατάστασης και,</p><p>αντί να δραστηριοποιηθεί, κολλούσε στα τυπικά του κώδικα</p><p>ένδυσης. Από την άλλη, βέβαια, όφειλε να παραδεχτεί ότι, αν</p><p>μερικά μαρμάρινα πέη μπορούσαν να προκαλέσουν λάγνες</p><p>σκέψεις στους κατοίκους του Βατικανού, το σορτσάκι της Βιτόρια</p><p>Βέτρα αποτελούσε οπωσδήποτε απειλή για την ασφάλεια του</p><p>κράτους.</p><p>«Διοικητά Ολιβέτι», παρενέβη ο Λάνγκντον, σε μια προσπάθεια</p><p>να αποφορτίσει την κατάσταση, που είχε γίνει εκρηκτική.</p><p>«Ονομάζομαι Ρόμπερτ Λάνγκντον. Είμαι καθηγητής ιστορίας της</p><p>τέχνης και θρησκευτικής εικονολογίας στις Ηνωμένες Πολιτείες</p><p>και δεν έχω επίσημη σχέση με το CERN. Παρακολούθησα μια</p><p>επίδειξη των δυνατοτήτων της αντιύλης και μπορώ να</p><p>επιβεβαιώσω τα όσα είπε η κυρία Βέτρα, ότι δηλαδή πρόκειται για</p><p>μια εξαιρετικά επικίνδυνη ουσία. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε</p><p>ότι τοποθετήθηκε μέσα στο συγκρότημα του Βατικανού από μια</p><p>αντιθρησκευτική οργάνωση που επιχειρεί να δημιουργήσει</p><p>αναστάτωση στις εργασίες του κονκλαβίου».</p><p>Ο Ολιβέτι γύρισε και κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω τον</p><p>Λάνγκντον.</p><p>«Έχω μια γυναίκα με σορτσάκι που μου λέει ότι ένα σταγονίδιο</p><p>κάποιου υγρού θα τινάξει στον αέρα την Πόλη του Βατικανού και</p><p>έναν Αμερικανό καθηγητή που μου λέει ότι αποτελούμε στόχο</p><p>επίθεσης κάποιας αντιθρησκευτικής οργάνωσης. Τι ακριβώς</p><p>περιμένετε να κάνω;»</p><p>«Να βρείτε τον κύλινδρο», είπε η Βιτόρια. «Αμέσως!»</p><p>«Αδύνατον! Η συσκευή αυτή θα μπορούσε να βρίσκεται</p><p>οπουδήποτε. Η Πόλη του Βατικανού είναι τεράστια...»</p><p>«Οι κάμερες σας δε διαθέτουν σύστημα εντοπισμού τους από</p><p>δορυφόρο;»</p><p>«Δεν αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο η κλοπή τους! Ίσως</p><p>περάσουν μέρες μέχρι να εντοπιστεί η χαμένη κάμερα».</p><p>«Δεν έχουμε μέρες στη διάθεση μας», είπε με έμφαση η Βιτόρια.</p><p>«Μας απομένουν μόλις έξι ώρες».</p><p>«Έξι ώρες μέχρι να συμβεί τι πράγμα, κυρία Βέτρα;» Η φωνή του</p><p>Ολιβέτι δυνάμωσε ξαφνικά. Έδειξε την εικόνα που εμφανιζόταν</p><p>στην οθόνη. «Μέχρι να μηδενιστούν αυτά τα νούμερα; Μέχρι να</p><p>εξαφανιστεί η Πόλη του Βατικανού; Πιστέψτε με, δε μου αρέσει</p><p>καθόλου να παραβιάζεται το σύστημα ασφάλειας του Βατικανού.</p><p>Ούτε μου αρέσουν οι αλλόκοτες συσκευές που εμφανίζονται</p><p>μυστηριωδώς μέσα στα τείχη της</p><p>πόλης. Φυσικά και ανησυχώ.</p><p>Είναι η δουλειά μου να ανησυχώ. Όμως αυτά που είπατε είναι</p><p>απαράδεκτα».</p><p>Ο Λάνγκντον μίλησε αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτεί ή να προλάβει</p><p>να συγκρατήσει τον εαυτό του.</p><p>«Έχετε ακούσει ποτέ για τους Πεφωτισμένους;»</p><p>Το αυστηρό προσωπείο του διοικητή φάνηκε να ραγίζει. Το</p><p>πρόσωπο του πάνιασε και η όλη στάση του θύμιζε καρχαρία</p><p>έτοιμο να επιτεθεί.</p><p>«Σας προειδοποιώ: Δεν έχω χρόνο για τέτοιες συζητήσεις».</p><p>«Άρα έχετε ακουστά τους Πεφωτισμένους...»</p><p>Τα μάτια του Ολιβέτι πετούσαν σπίθες.</p><p>«Είμαι ορκισμένος υπερασπιστής της Καθολικής Εκκλησίας.</p><p>Φυσικά και έχω ακουστά τους Πεφωτισμένους. Έχουν διαλυθεί</p><p>εδώ και δεκαετίες».</p><p>Ο Λάνγκντον έχωσε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε το φαξ με</p><p>την εικόνα του σημαδεμένου πτώματος του Λεονάρντο Βέτρα. Το</p><p>έδωσε στον Ολιβέτι.</p><p>«Είμαι ειδικός στην ιστορία αυτής της αδελφότητας», είπε ο</p><p>Λάνγκντον καθώς ο Ολιβέτι εξέταζε προσεκτικά την εικόνα.</p><p>«Δυσκολεύομαι να αποδεχτώ ότι οι Πεφωτισμένοι παραμένουν</p><p>ενεργοί, όμως η εμφάνιση αυτού του συμβόλου σε συνδυασμό με</p><p>το γεγονός ότι η οργάνωση είναι ορκισμένος εχθρός και έχει</p><p>κηρύξει τον πόλεμο στην Πόλη του Βατικανού με έκανε να</p><p>αλλάξω γνώμη».</p><p>«Πρόκειται για φάρσα, για μια εικόνα δημιουργημένη με τη</p><p>βοήθεια υπολογιστή».</p><p>Ο Ολιβέτι επέστρεψε το φαξ στον Λάνγκντον.</p><p>Εκείνος έμεινε να τον κοιτάζει, μην μπορώντας να πιστέψει τα</p><p>όσα του έλεγε ο διοικητής.</p><p>«Φάρσα; Προσέξτε τη συμμετρία! Από όλους τους ανθρώπους,</p><p>εσείς θα έπρεπε να αναγνωρίζετε την αυθεντικότητα του...»</p><p>«Πάσχετε από έλλειψη αξιοπιστίας, κύριε Λάνγκντον. Ίσως να μη</p><p>σας έχει ενημερώσει η κυρία Βέτρα, όμως οι επιστήμονες του</p><p>CERN επί δεκαετίες ασκούν έντονη κριτική στην πολιτική του</p><p>Βατικανού.</p><p>Συστηματικά μας ζητάνε να ανακαλέσουμε τη θεωρία της</p><p>Δημιουργίας, να απολογηθούμε επίσημα για τον Γαλιλαίο και για</p><p>τον Κοπέρνικο, να σταματήσουμε την κριτική που ασκούμε</p><p>εναντίον επικίνδυνων ή ανήθικων ερευνών. Ποιο σενάριο σας</p><p>φαίνεται πιθανότερο: ότι μια πανάρχαιη σατανιστική οργάνωση</p><p>επανεμφανίστηκε έχοντας στη διάθεση της ένα προηγμένο όπλο</p><p>μαζικής καταστροφής ή ότι κάποιος φαρσέρ από το CERN</p><p>προσπαθεί να διακόψει ένα ιερό τελετουργικό στο Βατικανό με</p><p>μια καλοσχεδιασμένη απάτη;»</p><p>«Στη φωτογραφία αυτή», είπε η Βιτόρια με φωνή που έβραζε από</p><p>οργή, «είναι ο πατέρας μου. Ο δολοφονημένος πατέρας μου.</p><p>Νομίζετε ότι θα μπορούσα ποτέ να κάνω ένα τέτοιο... αστείο;»</p><p>«Δεν ξέρω, κυρία Βέτρα. Αυτό που ξέρω είναι ότι, μέχρις ότου</p><p>πάρω κάποιες απαντήσεις που να έχουν λογική, δεν υπάρχει</p><p>περίπτωση να σημάνω συναγερμό. Καθήκον μου είναι η</p><p>επαγρύπνηση και η διακριτικότητα, έτσι ώστε τα πνευματικά</p><p>ζητήματα να μπορούν να εξετάζονται στο χώρο αυτό με</p><p>πνευματική ενάργεια. Και σήμερα αυτό ισχύει περισσότερο από</p><p>κάθε άλλη μέρα».</p><p>«Τουλάχιστον αναβάλετε το κονκλάβιο», πρότεινε ο Λάνγκντον.</p><p>«Να αναβάλω...» Ο Ολιβέτι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα...</p><p>τόση άγνοια! Το κονκλάβιο δεν είναι κάποιος αμερικανικός</p><p>αγώνας μπέιζμπολ για να αναβληθεί εξαιτίας της βροχής!</p><p>Πρόκειται για ένα ιερό τελετουργικό, το οποίο διέπεται από</p><p>αυστηρό κώδικα και περιλαμβάνει συγκεκριμένες διαδικασίες. Για</p><p>να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι ένα δισεκατομμύριο καθολικοί</p><p>σε ολόκληρο τον κόσμο περιμένουν το νέο τους ηγέτη. Ή στο ότι</p><p>τα μέσα μαζικής ενημέρωσης από ολόκληρο τον πλανήτη έχουν</p><p>συγκεντρωθεί απέξω. Το πρωτόκολλο που διέπει αυτή τη</p><p>διαδικασία είναι ιερό, δεν αλλάζει.</p><p>Από το 1179 τα κονκλάβια έχουν αγνοήσει σεισμούς, λοιμούς,</p><p>ακόμα και την πανώλη. Πιστέψτε με, το σημερινό δεν πρόκειται</p><p>να αναβληθεί εξαιτίας κάποιου δολοφονημένου επιστήμονα και</p><p>μιας σταγόνας κάποιου παντελώς άγνωστου υλικού».</p><p>«Οδηγήστε με στον υπεύθυνο», ζήτησε επιτακτικά η Βιτόρια.</p><p>Ο Ολιβέτι την αγριοκοίταξε.</p><p>«Βρίσκεστε ενώπιον του».</p><p>«Όχι», είπε εκείνη. «Θέλω κάποιον από τους κληρικούς».</p><p>Οι φλέβες στο μέτωπο του Ολιβέτι είχαν πεταχτεί τόσο, που είχαν</p><p>αρχίσει να φαίνονται.</p><p>«Οι κληρικοί έχουν φύγει. Εκτός από την Ελβετική Φρουρά, οι</p><p>μόνοι που βρίσκονται στην Πόλη του Βατικανού αυτή τη στιγμή</p><p>είναι τα μέλη του Κολεγίου των Καρδινάλιων. Και αυτοί</p><p>βρίσκονται μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα».</p><p>«Που είναι ο γραμματέας;» ρώτησε ήρεμα ο Λάνγκντον.</p><p>«Ποιος;»</p><p>«Ο γραμματέας του μακαριστού Πάπα». Ο Λάνγκντον πρόφερε</p><p>τη λέξη με αυτοπεποίθηση, παρακαλώντας να μην τον απατούσε</p><p>η μνήμη του. Θυμόταν ότι είχε διαβάσει κάποτε σχετικά με τον</p><p>παράξενο διακανονισμό για τη μετάβαση της εξουσίας στο</p><p>Βατικανό μετά το θάνατο ενός Πάπα. Αν θυμόταν σωστά, κατά</p><p>τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από το θάνατο του Πάπα</p><p>μέχρι την εκλογή του διαδόχου του το σύνολο της διοικητικής,</p><p>δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας περνούσε προσωρινά στον</p><p>προσωπικό βοηθό του αποβιώσαντος Ποντίφικα, στο γραμματέα</p><p>του, ο οποίος και επόπτευε τις εργασίες του κονκλαβίου μέχρις</p><p>ότου επιλέξουν οι καρδινάλιοι τον επόμενο Άγιο Πατέρα.</p><p>«Νομίζω ότι ο γραμματέας είναι ο γενικός υπεύθυνος αυτή τη</p><p>στιγμή», επέμεινε.</p><p>«Η camerlengo?» έκανε βλοσυρά ο Ολιβέτι. «Ο καμεράριος είναι</p><p>απλώς ένας ιερέας εδώ. Δεν είναι καν ανώτερο στέλεχος του</p><p>ιερατείου. Είναι ο προσωπικός γραμματέας του αποβιώσαντος</p><p>Πάπα».</p><p>«Όμως βρίσκεται εδώ. Κι εσείς είστε υπόλογος σʹ εκείνον».</p><p>Ο Ολιβέτι σταύρωσε τα μπράτσα του στο στήθος του.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, είναι γεγονός ότι οι νόμοι του Βατικανού</p><p>ορίζουν πως ο καμεράριος αναλαμβάνει την κεντρική εκτελεστική</p><p>εξουσία κατά τη διάρκεια του κονκλαβίου, όμως αυτό συμβαίνει</p><p>επειδή δεν είναι εκλόγιμος για τη θέση του Πάπα, γεγονός που</p><p>διασφαλίζει το αμερόληπτο της εκλογικής διαδικασίας. Είναι σαν</p><p>να πέθαινε ξαφνικά ο Πρόεδρος σας και ένας από τους βοηθούς</p><p>του να καθόταν προσωρινά στο Οβάλ Γραφείο. Ο καμεράριος</p><p>είναι νεαρός και η αντίληψη του για τα θέματα ασφάλειας ‐ή για</p><p>οτιδήποτε άλλο, ας είμαστε ρεαλιστές‐ είναι ιδιαίτερα</p><p>περιορισμένη. Στην ουσία εγώ είμαι επικεφαλής εδώ».</p><p>«Οδηγήστε μας σʹ αυτόν», είπε η Βιτόρια.</p><p>«Αδύνατον. Το κονκλάβιο αρχίζει σε σαράντα λεπτά. Ο</p><p>καμεράριος βρίσκεται στο Γραφείο του Πάπα και προετοιμάζεται.</p><p>Δεν έχω καμία διάθεση να τον απασχολήσω με θέματα</p><p>ασφάλειας».</p><p>Η Βιτόρια άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει, αλλά την</p><p>πρόλαβε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο Ολιβέτι άνοιξε.</p><p>Ένας φρουρός με πλήρη εξάρτυση στεκόταν απέξω, δείχνοντας το</p><p>ρολόι του.</p><p>«EE lʹora, comandante».</p><p>Ο Ολιβέτι έλεγξε το ρολόι του και έγνεψε καταφατικά. Ναι, ήταν</p><p>η ώρα. Στράφηκε στον Λάνγκντον και στη Βιτόρια με ύφος</p><p>δικαστή που προσπαθούσε να αποφασίσει για την τύχη τους.</p><p>«Ακολουθήστε με».</p><p>Τους οδήγησε έξω από το δωμάτιο ελέγχου, στην άλλη άκρη του</p><p>κέντρου επιχειρήσεων, όπου βρισκόταν ένας μικρός γυάλινος</p><p>τετράγωνος θάλαμος.</p><p>«Το γραφείο μου». Ο Ολιβέτι τους πέρασε μέσα. Το δωμάτιο δεν</p><p>είχε κάτι το ιδιαίτερο. Υπήρχαν μόνο ένα γραφείο όπου</p><p>στοιβάζονταν διάφορα έγγραφα, αρχειοθήκες, πτυσσόμενες</p><p>καρέκλες και ένας ψύκτης. «Θα επιστρέψω σε δέκα λεπτά.</p><p>Προτείνω να αξιοποιήσετε το χρόνο αυτό για να αποφασίσετε τι</p><p>θα θέλατε να κάνετε στη συνέχεια».</p><p>Η Βιτόρια γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Δεν μπορείτε να φύγετε έτσι! Ο κύλινδρος είναι...»</p><p>«Δεν έχω χρόνο γιʹ αυτά», της αντιγύρισε θυμωμένα ο Ολιβέτι.</p><p>«Ίσως θα έπρεπε να σας θέσω υπό περιορισμό και να</p><p>συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση μετά το κονκλάβιο, όταν θα έχω</p><p>χρόνο».</p><p>«Signore», τον πίεσε ο φρουρός, δείχνοντας το ρολόι του ξανά.</p><p>«Spazzare di cappella».</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε καταφατικά και έκανε να φύγει.</p><p>«Spazzare di cappella?» ρώτησε επιτακτικά η Βιτόρια. «Φεύγετε για</p><p>να σκουπίσετε το παρεκκλήσι;»</p><p>Ο Ολιβέτι γύρισε και την κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες.</p><p>«Σαρώνουμε το χώρο ψάχνοντας για ηλεκτρονικούς κοριούς,</p><p>κυρία</p><p>Βέτρα... Είναι ζήτημα διακριτικότητας». Έγνεψε προς τα</p><p>πόδια της.</p><p>«Αλλά δεν περιμένω από σας να καταλάβετε...»</p><p>Τελείωσε τη φράση του και έκλεισε με δύναμη την πόρτα,</p><p>κάνοντας το βαρύ γυαλί να τρίξει. Με μια γρήγορη κίνηση,</p><p>έβγαλε ένα κλειδί, το έβαλε στην πόρτα και το γύρισε. Ακούστηκε</p><p>ο ήχος του πίρου που γλιστρούσε στη θέση του.</p><p>«Idiotal» ούρλιαξε η Βιτόρια. «Ηλίθιε! Δεν μπορείς να μας</p><p>κρατήσεις εδώ μέσα!»</p><p>Πίσω από το τζάμι ο Λάνγκντον είδε τον Ολιβέτι να λέει κάτι στο</p><p>φρουρό. Ο στρατιώτης έγνεψε. Καθώς ο Ολιβέτι έβγαινε με</p><p>γρήγορο βήμα από το δωμάτιο, ο σκοπός έκανε μεταβολή και</p><p>στράφηκε προς το μέρος τους. Σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος</p><p>του. Στο γοφό του κρεμόταν ένα πιστόλι.</p><p>Τέλεια, σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Καλύτερα δε γίνεται.</p><p>37</p><p>Η ΒΙΤΟΡΙΑ ΑΓΡΙΟΚΟΙΤΑΞΕ τον Ελβετό φρουρό που στεκόταν έξω</p><p>από την κλειδωμένη πόρτα του γραφείου του Ολιβέτι. Ο σκοπός</p><p>της απάντησε με τον ίδιο τρόπο. Η φανταχτερή στολή του δεν</p><p>ταίριαζε καθόλου με το σαφώς απειλητικό παρουσιαστικό του.</p><p>Che fiasco! σκέφτηκε η Βιτόρια. Είμαστε όμηροι ενός ένοπλου</p><p>φρουρού που φοράει πιτζάμες.</p><p>Ο Λάνγκντον είχε πέσει σε σιωπή. Η Βιτόρια έλπιζε ότι</p><p>χρησιμοποιούσε το εξαιρετικό μυαλό του για να σκεφτεί έναν</p><p>τρόπο να ξεμπλέξουν. Καταλάβαινε όμως από την έκφραση του</p><p>προσώπου του ότι η σιωπή του οφειλόταν περισσότερο στο σοκ</p><p>που ένιωθε παρά στο ότι είχε απορροφηθεί σε σκέψεις. Η κοπέλα</p><p>λυπόταν που τον είχε μπλέξει σε όλο αυτό.</p><p>Το πρώτο πράγμα που της πέρασε από το μυαλό να κάνει ήταν να</p><p>βγάλει το κινητό της και να τηλεφωνήσει στον Κέλερ, όμως ήξερε</p><p>πως κάτι τέτοιο θα ήταν σκέτη ανοησία. Κατά πρώτον, ο φρουρός</p><p>πιθανότατα θα έμπαινε στο γραφείο και θα της έπαιρνε το</p><p>τηλέφωνο. Κατά δεύτερον, αν η κρίση που είχε υποστεί ο Κέλερ</p><p>εξελισσόταν ως συνήθως, ο διευθυντής πιθανότατα θα ήταν</p><p>ξαπλωμένος σε κάποιο κρεβάτι. Όχι ότι είχε σημασία... Ο Ολιβέτι</p><p>δεν έδειχνε διατεθειμένος να εμπιστευτεί οποιονδήποτε τη</p><p>δεδομένη στιγμή χωρίς απτές αποδείξεις.</p><p>Θυμήσου! είπε στον εαυτό της. Θυμήσου τη διέξοδο από αυτή τη</p><p>δοκιμασία!</p><p>Η ανάκληση ήταν μια από τις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι</p><p>βουδιστές. Αντί να ζητάνε από το μυαλό τους να βρει κάποια</p><p>διέξοδο όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια πρόκληση στην</p><p>οποία ενδεχομένως να μην μπορούσαν να ανταποκριθούν, του</p><p>ζητούσαν απλώς να τη θυμηθεί. Έχοντας ως αφετηρία της</p><p>προσπάθειας τους την προϋπόθεση ότι κάποτε γνώριζαν την</p><p>απάντηση στο πρόβλημα, έθεταν τον εαυτό τους σε μια</p><p>διανοητική κατάσταση που τους υπαγόρευε ότι πρέπει να υπήρχε</p><p>κάποια απάντηση, εξουδετερώνοντας έτσι το συναίσθημα της</p><p>απελπισίας, που εγκλώβιζε το νου τους. Η Βιτόρια</p><p>χρησιμοποιούσε συχνά αυτή την τεχνική προκειμένου να λύνει</p><p>επιστημονικούς γρίφους, και μάλιστα εκείνους για τους οποίους</p><p>οι περισσότεροι άνθρωποι νόμιζαν ότι δεν υπήρχε λύση.</p><p>Για την ώρα, πάντως, η τεχνική της ανάκλησης έφερνε μηδέν</p><p>αποτέλεσμα. Έτσι, εξέτασε τις επιλογές της, τις ανάγκες της.</p><p>Ήταν ανάγκη να ειδοποιήσει κάποιον. Έπρεπε να βρεθεί κάποιος</p><p>μέσα στο Βατικανό που να την πάρει στα σοβαρά. Όμως ποιος; Ο</p><p>καμεράριος;</p><p>Μα βρισκόταν κλεισμένη σε ένα γυάλινο κλουβί με μία μόνο</p><p>έξοδο.</p><p>Εργαλεία, είπε στον εαυτό της. Υπάρχουν πάντοτε εργαλεία.</p><p>Επανεξέτασε το περιβάλλον σου.</p><p>Αυτόματα χαλάρωσε τους ώμους της, έκλεισε τα μάτια της και</p><p>πήρε τρεις βαθιές εισπνοές, κρατώντας τον αέρα στους πνεύμονες</p><p>της.</p><p>Ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς της να επιβραδύνονται και</p><p>τους μυς της να χαλαρώνουν. Το μυαλό της καθάρισε, καθώς ο</p><p>πανικός που την αποδιοργάνωνε υποχώρησε. Εντάξει, σκέφτηκε,</p><p>άσε το μυαλό σου ελεύθερο. Τι κάνει αυτή την κατάσταση θετική;</p><p>Ποια είναι τα πλεονεκτήματα μου;</p><p>Ο αναλυτικός νους της Βιτόρια Βέτρα ήταν ένα πανίσχυρο όπλο</p><p>όταν εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση ηρεμίας. Μέσα σε</p><p>δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε ότι ο περιορισμός τους ήταν στην</p><p>πραγματικότητα το κλειδί για την ελευθερία τους.</p><p>«Θα κάνω ένα τηλεφώνημα», είπε ξαφνικά.</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε πάνω της.</p><p>«Ετοιμαζόμουν να σου προτείνω να τηλεφωνήσεις στον Κέλερ,</p><p>όμως...»</p><p>«Δε θα πάρω τον Κέλερ. Θα τηλεφωνήσω σε κάποιον άλλο...»</p><p>«Σε ποιον;»</p><p>«Στον καμεράριο».</p><p>Ο Λάνγκντον έδειχνε να τα έχει τελείως χαμένα.</p><p>«Θα τηλεφωνήσεις στο γραμματέα; Πώς;»</p><p>«Ο Ολιβέτι είπε ότι ο καμεράριος βρίσκεται στο Γραφείο του</p><p>Πάπα».</p><p>«Εντάξει. Ξέρεις τον αριθμό του προσωπικού τηλεφώνου του</p><p>Πάπα;»</p><p>«Όχι, όμως δε θα χρησιμοποιήσω το δικό μου τηλέφωνο». Έγνεψε</p><p>προς μια τηλεφωνική συσκευή υψηλής τεχνολογίας που</p><p>βρισκόταν πάνω στο γραφείο του Ολιβέτι. Ήταν γεμάτη πλήκτρα</p><p>αυτόματης κλήσης. «Ο υπεύθυνος της ασφάλειας θα πρέπει</p><p>οπωσδήποτε να έχει απευθείας σύνδεση με το Γραφείο του</p><p>Πάπα».</p><p>«Έχει, επίσης, έναν μπρατσαρά σκοπό που οπλοφορεί στημένο</p><p>στα δυο μέτρα...»</p><p>«Κι εμείς είμαστε κλειδωμένοι εδώ μέσα».</p><p>«Δε χρειαζόταν να μου το υπενθυμίσεις...»</p><p>«Εννοώ ότι ο φρουρός είναι κλειδωμένος απ έξω. Βρισκόμαστε στο</p><p>προσωπικό γραφείο του Ολιβέτι. Αμφιβάλλω αν έχει και κάποιος</p><p>άλλος το κλειδί...»</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε και κοίταξε το φρουρό.</p><p>«Το γυαλί είναι μάλλον λεπτό, και αυτό που έχει περασμένο στη</p><p>μέση του δε μοιάζει με παιχνιδάκι».</p><p>«Και τι θα κάνει; Θα με πυροβολήσει επειδή χρησιμοποίησα το</p><p>τηλέφωνο;»</p><p>«Πού να ξέρω! Βρισκόμαστε σε ένα πολύ παράξενο μέρος, κι έτσι</p><p>όπως πάνε τα πράγματα...»</p><p>«Είτε θα κάνουμε μια προσπάθεια», είπε η Βιτόρια, «είτε θα</p><p>περάσουμε τις επόμενες πέντε ώρες και σαράντα πέντε λεπτά</p><p>φυλακισμένοι στο Βατικανό. Τουλάχιστον θα έχουμε θέσεις στην</p><p>πρώτη σειρά όταν θα εκραγεί η αντιύλη».</p><p>Ο Λάνγκντον χλόμιασε.</p><p>«Μα ο φρουρός θα καλέσει τον Ολιβέτι μόλις κάνεις να πιάσεις το</p><p>τηλέφωνο. Εξάλλου αυτό το πράγμα έχει είκοσι πλήκτρα, και δε</p><p>βλέπω να γράφει πουθενά σε τι αντιστοιχεί το καθένα. Θα τα</p><p>δοκιμάσεις όλα, ελπίζοντας να σταθείς τυχερή;»</p><p>«Όχι», είπε εκείνη, πλησιάζοντας με αυτοπεποίθηση το</p><p>τηλέφωνο. «Μόνο ένα». Η Βιτόρια σήκωσε το ακουστικό και πίεσε</p><p>το πλήκτρο που βρισκόταν πάνω πάνω. «Το νούμερο ένα. Βάζω</p><p>στοίχημα μερικά από αυτά τα αμερικανικά δολάρια με τα</p><p>σύμβολα των Πεφωτισμένων που έχεις στην τσέπη σου ότι αυτό</p><p>το πλήκτρο αντιστοιχεί στο Γραφείο του Πάπα. Τι άλλο θα</p><p>μπορούσε να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα ενός διοικητή</p><p>της Ελβετικής Φρουράς;»</p><p>Ο Λάνγκντον δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο φρουρός που</p><p>στεκόταν έξω από την πόρτα άρχισε να χτυπάει το τζάμι με τη</p><p>λαβή του όπλου του. Της έκανε νόημα να κατεβάσει το ακουστικό.</p><p>Η Βιτόρια του έκλεισε το μάτι. Ο φρουρός κοκκίνισε από οργή.</p><p>Ο Λάνγκντον απομακρύνθηκε από την πόρτα και γύρισε προς τη</p><p>Βιτόρια.</p><p>«Για το καλό μας, ελπίζω να έχεις δίκιο, γιατί ο τύπος εδώ δε</p><p>φαίνεται καθόλου ευχαριστημένος!»</p><p>«Σκατά!» είπε εκείνη, κρατώντας το ακουστικό στο αφτί της.</p><p>«Ηχογραφημένο μήνυμα».</p><p>«Ηχογραφημένο μήνυμα;» έκανε έκπληκτος ο Λάνγκντον. «Ο</p><p>Πάπας έχει τηλεφωνητή;»</p><p>«Δεν ήταν το Γραφείο του Πάπα», είπε η Βιτόρια, κλείνοντας το</p><p>τηλέφωνο. «Ήταν το αναθεματισμένο εβδομαδιαίο μενού της</p><p>καντίνας των στρατιωτών του Βατικανού».</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε και χαμογέλασε δειλά στο φρουρό, που είχε</p><p>κολλήσει το εξαγριωμένο πρόσωπο του πάνω στο γυαλί, ενώ</p><p>ταυτόχρονα καλούσε τον Ολιβέτι από τον ασύρματο του.</p><p>38</p><p>ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ του Βατικανού βρίσκεται</p><p>εγκατεστημένο στο Γραφείο Τηλεπικοινωνιών, πίσω από το</p><p>Ταχυδρομείο του Βατικανού. Είναι ένα σχετικά μικρό δωμάτιο, το</p><p>οποίο φιλοξενεί έναν τηλεφωνικό πίνακα οχτώ γραμμών τύπου</p><p>Corelco 141. Το κέντρο διεκπεραιώνει πάνω από δύο χιλιάδες</p><p>τηλεφωνικές κλήσεις καθημερινά, οι περισσότερες από τις οποίες</p><p>περνάνε αυτόματα στο σύστημα καταγραφής πληροφοριών.</p><p>Εκείνο το βράδυ ο μοναδικός τηλεφωνητής που είχε βάρδια</p><p>με το στόμα</p><p>ανοιχτό το αεροσκάφος που βρισκόταν σταματημένο στην άκρη</p><p>του διαδρόμου.</p><p>«Θα πετάξουμε με αυτό;»</p><p>Ο άντρας χαμογέλασε πλατιά.</p><p>«Σας αρέσει;»</p><p>Ο Λάνγκντον συνέχισε να το κοιτάζει για αρκετή ώρα.</p><p>«Αν μου αρέσει; Τι στο διάβολο είναι αυτό το πράγμα;»</p><p>Το σκάφος που έβλεπαν μπροστά τους ήταν τεράστιο. Θύμιζε</p><p>αμυδρά διαστημική άκατο, με τη διαφορά ότι το πάνω μέρος ήταν</p><p>εντελώς επίπεδο, σαν να είχε κάνει κάποιος μια οριζόντια τομή.</p><p>Έτσι όπως στεκόταν ακίνητο στο διάδρομο απογείωσης, ήταν σαν</p><p>μια γιγαντιαία σφήνα. Η πρώτη σκέψη του Λάνγκντον ήταν ότι</p><p>θα πρέπει να ονειρευόταν. Το σκάφος είχε τέλεια αεροδυναμικό</p><p>σχήμα. Τα φτερά στην ουσία ήταν ανύπαρκτα, καθώς έμοιαζαν</p><p>με δύο κοντόχοντρα πτερύγια στο πίσω μέρος της ατράκτου, ενώ</p><p>διακρίνονταν επίσης και δυο ουραία πτερύγια. Το υπόλοιπο</p><p>αεροπλάνο ήταν η άτρακτος, περίπου εξήντα μέτρα σε μήκος και</p><p>χωρίς καθόλου παράθυρα.</p><p>«Ζυγίζει διακόσια πενήντα χιλιάδες κιλά πλήρες καυσίμων», είπε</p><p>ο πιλότος με ύφος πατέρα που καμαρώνει για το νεογέννητο</p><p>παιδί του. «Κινείται με υγρό υδρογόνο. Η άτρακτος είναι</p><p>κατασκευασμένη από πλέγμα τιτανίου με ίνες σιλικονούχου</p><p>καρβιδίου. Η σχέση ώσης προς βάρος είναι 20:1, ενώ τα</p><p>περισσότερα αεριωθούμενα κινούνται με σχέση 7:1. Ο διευθυντής</p><p>πρέπει να βιάζεται πάρα πολύ να σας δει. Συνήθως δεν</p><p>επιστρατεύει τα μεγάλα μέσα...»</p><p>«Αυτό το πράγμα πετάει;» ρώτησε ο Λάνγκντον.</p><p>Ο πιλότος χαμογέλασε.</p><p>«Ω, ναι». Οδήγησε τον Λάνγκντον στο αεροπλάνο διασχίζοντας</p><p>το διάδρομο απογείωσης. «Δείχνει κάπως τρομακτικό, το ξέρω,</p><p>αλλά καλά θα κάνετε να το συνηθίσετε. Σε πέντε χρόνια το μόνο</p><p>που θα βλέπετε θα είναι αυτά τα κουκλιά. Πρόκειται για τη νέα</p><p>γενιά πολιτικών μεταγωγικών υψηλής ταχύτητας. Το εργαστήριο</p><p>μας είναι ένα από τα πρώτα που απέκτησαν τέτοιο αεροσκάφος».</p><p>Πρέπει να είναι ένα πολύ σημαντικό εργαστήριο, σκέφτηκε ο</p><p>Λάνγκντον.</p><p>«Το συγκεκριμένο είναι το πρωτότυπο του Boeing X‐33», συνέχισε</p><p>ο πιλότος, «όμως υπάρχουν και δεκάδες άλλα. Η NASA έχει το</p><p>δικό της μοντέλο, οι Ρώσοι έχουν το Scramjet, οι Βρετανοί μια άλλη</p><p>εκδοχή. Το μέλλον βρίσκεται ήδη εδώ, μόνο που αργεί λίγο να</p><p>φτάσει στο ευρύ κοινό. Σύντομα θα κουνήσουμε όλοι το μαντίλι</p><p>στα συμβατικά αεριωθούμενα».</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε επιφυλακτικά το</p><p>σκάφος.</p><p>«Μου φαίνεται πως εγώ θα προτιμούσα ένα συμβατικό</p><p>αεροπλάνο».</p><p>Ο πιλότος τού έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στη σκάλα.</p><p>«Από δω, παρακαλώ, κύριε Λάνγκντον. Προσοχή μη σκοντάψετε».</p><p>Λίγα λεπτά αργότερα ο Λάνγκντον βρισκόταν καθισμένος στην</p><p>άδεια καμπίνα. Ο πιλότος τον βόλεψε στην πρώτη σειρά των</p><p>καθισμάτων, του έδεσε τη ζώνη και εξαφανίστηκε στο μπροστινό</p><p>μέρος του αεροσκάφους.</p><p>Η καμπίνα των επιβατών παρουσίαζε εντυπωσιακές ομοιότητες</p><p>με το εσωτερικό ενός μεγάλου επιβατικού αεροπλάνου της</p><p>γραμμής.</p><p>Η μόνη διαφορά ήταν ότι δεν υπήρχαν παράθυρα, κάτι που έκανε</p><p>τον Λάνγκντον να αισθάνεται άβολα. Σε ολόκληρη τη ζωή του</p><p>τον ταλαιπωρούσε μια ελαφράς μορφής κλειστοφοβία,</p><p>αποτέλεσμα ενός περιστατικού που είχε συμβεί στα παιδικά του</p><p>χρόνια, το οποίο δεν είχε ξεπεράσει εντελώς. Η αποστροφή του</p><p>προς τους κλειστούς χώρους δεν τον αποδιοργάνωνε τελείως,</p><p>όμως οπωσδήποτε του προκαλούσε ενόχληση. Οι εκδηλώσεις της</p><p>ήταν έμμεσες. Απέφευγε τα σπορ σε κλειστούς χώρους, όπως το</p><p>σκουός, και είχε πληρώσει ευχαρίστως μια μικρή περιουσία για</p><p>την ευάερη, ψηλοτάβανη οικία του σε βικτοριανό στιλ, παρότι θα</p><p>μπορούσε εύκολα να είχε τακτοποιηθεί σε ένα από τα σπίτια που</p><p>διατίθενταν για το διδακτικό προσωπικό του πανεπιστημίου. Ο</p><p>Λάνγκντον συχνά υποψιαζόταν ότι η έλξη που του ασκούσε ο</p><p>κόσμος της τέχνης από όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί πήγαζε από</p><p>την αγάπη που είχε για τους τεράστιους, ανοιχτούς χώρους των</p><p>μουσείων.</p><p>Οι μηχανές του αεροσκάφους βρυχήθηκαν καθώς τέθηκαν σε</p><p>λειτουργία, κάνοντας ολόκληρη την άτρακτο να δονείται. Ο</p><p>Λάνγκντον ξεροκατάπιε και πήρε θέση αναμονής για την</p><p>απογείωση.</p><p>Αισθάνθηκε το αεροπλάνο να κινείται στο διάδρομο. Από κάποιο</p><p>ηχείο πάνω από το κεφάλι του άρχισε να παίζει απαλά μουσική</p><p>κάντρι.</p><p>Ένα τηλέφωνο που βρισκόταν στερεωμένο στα τοιχώματα της</p><p>ατράκτου πλάι του χτύπησε διακριτικά δύο φορές. Ο Λάνγκντον</p><p>σήκωσε το ακουστικό.</p><p>«Παρακαλώ;»</p><p>«Είστε άνετα, κύριε Λάνγκντον;»</p><p>«Καθόλου».</p><p>«Χαλαρώστε. Θα φτάσουμε στον προορισμό μας σε μία ώρα».</p><p>«Και ποιος ακριβώς είναι ο προορισμός μας;» ρώτησε ο</p><p>Λάνγκντον, συνειδητοποιώντας ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα</p><p>προς τα πού κατευθύνονταν.</p><p>«Γενεύη», απάντησε ο πιλότος καθώς ανέβαζε τις στροφές των</p><p>κινητήρων. «Το εργαστήριο βρίσκεται στη Γενεύη».</p><p>«Γενεύη...» επανέλαβε ο Λάνγκντον, νιώθοντας κάπως καλύτερα.</p><p>«Στα βόρεια της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Έχω συγγενείς</p><p>κοντά στη λίμνη Σενέκα. Δεν ήξερα ότι η Γενεύη διέθετε</p><p>εργαστήριο φυσικής».</p><p>Ο πιλότος γέλασε.</p><p>«Όχι η Γενεύη της Νέας Υόρκης, κύριε Λάνγκντον. Η Γενεύη της</p><p>Ελβετίας».</p><p>Του πήρε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσει το νόημα αυτής της</p><p>τελευταίας λέξης.</p><p>«Της Ελβετίας;» Ο Λάνγκντον ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς</p><p>του να ανεβαίνουν κατακόρυφα. «Μα... νόμιζα ότι είχατε πει πως</p><p>το εργαστήριο απέχει μόλις μία ώρα!»</p><p>«Έτσι είναι, κύριε Λάνγκντον». Ο πιλότος άρχισε να χαχανίζει</p><p>αυτάρεσκα. «Αυτό το αεροσκάφος πετάει με ταχύτητα δεκαπέντε</p><p>φορές μεγαλύτερη από αυτή του ήχου».</p><p>5</p><p>ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟ ευρωπαϊκό δρόμο ο δολοφόνος</p><p>έκανε μανούβρες για να περάσει ανάμεσα από το πλήθος. Ήταν</p><p>ένας δυνατός άντρας, σκοτεινός και ισχυρός. Το ανάλαφρο βήμα</p><p>του ξεγελούσε. Ένιωθε ακόμα τους μυς του τεντωμένους από την</p><p>έξαψη που του είχε προκαλέσει η προηγουμένη συνάντηση του.</p><p>Πήγε καλά, είπε στον εαυτό του. Παρότι ο εργοδότης του δεν</p><p>αποκάλυπτε ποτέ το πρόσωπο του, ο δολοφόνος ένιωθε ότι ήταν</p><p>τιμή του να παρουσιάζεται μπροστά του. Μα είχαν πραγματικά</p><p>περάσει μόλις δεκαπέντε μέρες από τη στιγμή που ο εργοδότης</p><p>του είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του; Ο δολοφόνος</p><p>θυμόταν ακόμα κάθε λέξη που είχε ειπωθεί σε εκείνο το</p><p>τηλεφώνημα...</p><p>«Το όνομα μου είναι Ιανός», είχε πει ο άντρας στην άλλη άκρη</p><p>της γραμμής. «Είμαστε σύμμαχοι, κατά κάποιον τρόπο. Έχουμε</p><p>έναν κοινό εχθρό. Έμαθα ότι προσφέρετε τις υπηρεσίες σας επʹ</p><p>αμοιβή».</p><p>«Εξαρτάται από το ποιον εκπροσωπείτε», απάντησε ο δολοφόνος.</p><p>Ο άντρας που του είχε τηλεφωνήσει του απάντησε.</p><p>«Αυτό το θεωρείτε αστείο εσείς;»</p><p>«Το όνομά μας σας είναι γνωστό, βλέπω», σχολίασε ο άντρας.</p><p>«Φυσικά! Η αδελφότητα είναι θρυλική».</p><p>«Κι όμως αμφιβάλλετε για την ειλικρίνεια των λόγων μου».</p><p>«Όλοι γνωρίζουν ότι τα μέλη της αδελφότητας σκόρπισαν στους</p><p>πέντε ανέμους».</p><p>«Ναι, σατανικό σχέδιο! Ο πλέον επικίνδυνος εχθρός είναι εκείνος</p><p>τον οποίο κανείς δε φοβάται».</p><p>Ο δολοφόνος συνέχιζε να αμφιβάλλει.</p><p>«Δηλαδή η αδελφότητα υπάρχει ακόμα;»</p><p>«Κινείται στις σκιές, όμως είναι ισχυρότερη από ποτέ. Τα</p><p>παρακλάδια μας απλώνονται παντού τριγύρω σας, ακόμα και</p><p>μέσα στο ιερό οχυρό του μεγαλύτερου ορκισμένου εχθρού μας».</p><p>«Αδύνατον. Είναι άτρωτοι!»</p><p>«Το χέρι μας φτάνει μακριά».</p><p>«Κανένα χέρι δεν μπορεί να φτάσει τόσο μακριά».</p><p>«Πολύ σύντομα θα πειστείτε. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε μια</p><p>αδιαμφισβήτητη επίδειξη της δύναμης της αδελφότητας έχει ήδη</p><p>πραγματοποιηθεί. Μια κίνηση προδοσίας που ταυτόχρονα</p><p>αποτελεί και την ισχυρότερη απόδειξη της ισχύος μας...»</p><p>«Τι έχετε κάνει;»</p><p>Ο άντρας τού είπε.</p><p>Τα μάτια του δολοφόνου γούρλωσαν.</p><p>«Αδύνατον!»</p><p>Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες σε ολόκληρο τον κόσμο</p><p>κυκλοφόρησαν με τον ίδιο τίτλο. Ο δολοφόνος πείστηκε.</p><p>Τώρα, δεκαπέντε μέρες αργότερα, ο δολοφόνος δεν είχε πλέον την</p><p>παραμικρή αμφιβολία. Η αδελφότητα υπάρχει ακόμα, σκέφτηκε.</p><p>Απόψε θα αναδυθεί από τις σκιές για να αποκαλύψει τη δύναμη</p><p>της. Καθώς άνοιγε δρόμο αργά μέσα από το πλήθος</p><p>καθόταν ήσυχα και απολάμβανε μια κούπα τσάι. Ένιωθε</p><p>περήφανος που ήταν ένας από τους ελάχιστους υπαλλήλους</p><p>στους οποίους επιτρεπόταν να παραμείνουν μέσα στην Πόλη του</p><p>Βατικανού αυτό το βράδυ. Φυσικά, η χαρά του για την τιμή αυτή</p><p>σκιαζόταν ως ένα βαθμό από την παρουσία των Ελβετών</p><p>φρουρών έξω από την πόρτα του.</p><p>Ακόμα και στην τουαλέτα πάμε με συνοδό, σκέφτηκε ο τηλε‐</p><p>φωνητής. Αχ, τι τραβάμε για χάρη του ιερού κονκλαβίου!</p><p>Ευτυχώς, τα τηλεφωνήματα εκείνο το βράδυ δεν ήταν και πάρα</p><p>πολλά. Ίσως όμως αυτό να μην είναι και τόσο καλό, σκέφτηκε. Το</p><p>παγκόσμιο ενδιαφέρον για τα γεγονότα στο Βατικανό έδειχνε να</p><p>έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Ο αριθμός των</p><p>τηλεφωνημάτων από εκπροσώπους του Τύπου είχε μειωθεί.</p><p>Ακόμα και οι τρελαμένοι που έπαιρναν για να κάνουν φάρσα δεν</p><p>τηλεφωνούσαν πια τόσο συχνά.</p><p>Το Γραφείο Τύπου είχε την ελπίδα ότι το αποψινό γεγονός θα είχε</p><p>έναν περισσότερο εορταστικό χαρακτήρα. Δυστυχώς όμως, παρά</p><p>το γεγονός ότι η πλατεία του Αγίου Πέτρου είχε γεμίσει με</p><p>φορτηγάκια ειδησεογραφικών πρακτορείων και τηλεοπτικών</p><p>καναλιών, αυτά στην πλειοψηφία τους ανήκαν κυρίως στους</p><p>συνήθεις εκπροσώπους του ιταλικού και του ευρωπαϊκού Τύπου.</p><p>Ελάχιστα διεθνή δίκτυα ήταν παρόντα απόψε, και αναμφίβολα</p><p>είχαν στείλει τους δεύτερους δημοσιογράφους τους.</p><p>Ο τηλεφωνητής, κρατώντας την κούπα του σφιχτά, αναρωτήθηκε</p><p>πόσο θα κρατούσε η αποψινή διαδικασία. Μέχρι τα μεσάνυχτα,</p><p>πάνω κάτω, υπέθετε. Στη σύγχρονη εποχή οι περισσότεροι από</p><p>αυτούς που γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις ήξεραν εκ των</p><p>προτέρων ποιος ήταν το φαβορί για να καθίσει στο θρόνο του</p><p>Πάπα πολύ πριν συγκληθεί το κονκλάβιο, κι έτσι η όλη</p><p>διαδικασία είχε καταντήσει περισσότερο ένα τρίωρο ή τετράωρο</p><p>εθιμοτυπικό τελετουργικό, θυμίζοντας ελάχιστα κανονική</p><p>εκλογή. Φυσικά, τυχόν διαφωνίες της τελευταίας στιγμής στις</p><p>τάξεις του Κολεγίου των Καρδινάλιων μπορούσαν να</p><p>παρατείνουν τη διαδικασία μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες ή και</p><p>παραπάνω. Το κονκλάβιο του 1831 είχε διαρκέσει πενήντα</p><p>τέσσερις μέρες. Όχι όμως και το αποψινό, είπε στον εαυτό του.</p><p>Σύμφωνα με τις φήμες που είχαν κυκλοφορήσει, ο λευκός καπνός</p><p>που σηματοδοτούσε την εκλογή του νέου Πάπα θα διακρινόταν</p><p>στον ουρανό του Βατικανού πολύ σύντομα.</p><p>Οι σκέψεις του τηλεφωνητή διακόπηκαν από το βούισμα μιας</p><p>εσωτερικής γραμμής στον πίνακα του. Κοίταξε το κόκκινο φωτάκι</p><p>που αναβόσβηνε και έξυσε το κεφάλι του. Παράξενο! σκέφτηκε. Η</p><p>γραμμή μηδέν. Ποιος από εδώ μέσα θα καλούσε το τηλεφωνικό</p><p>κέντρο για πληροφορίες απόψε; Ποιος έχει μείνει εδώ;</p><p>«Πόλη του Βατικανού. Ορίστε;» είπε στα ιταλικά σηκώνοντας το</p><p>ακουστικό.</p><p>Η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής του απάντησε βιαστικά</p><p>στην ίδια γλώσσα. Η προφορά θύμισε αμυδρά στον τηλεφωνητή</p><p>εκείνη των Ελβετών φρουρών: άπταιστα ιταλικά με τη</p><p>χαρακτηριστική γάλλο‐ελβετική απόχρωση. Το άτομο που είχε</p><p>καλέσει όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν Ελβετός φρουρός.</p><p>Ακούγοντας τη γυναικεία φωνή, ο τηλεφωνητής τινάχτηκε</p><p>απότομα, με κίνδυνο να χύσει το τσάι του. Έριξε πάλι μια</p><p>γρήγορη ματιά στη γραμμή. Δεν είχε κάνει λάθος. Εσωτερική</p><p>γραμμή. Το τηλεφώνημα γινόταν μέσα από το Βατικανό. Κάτι δεν</p><p>πάει καλά! σκέφτηκε. Γυναίκα μέσα στην Πόλη του Βατικανού;</p><p>Απόψε;</p><p>Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα και αγχωμένα. Ο τηλεφωνητής είχε</p><p>περάσει αρκετά χρόνια σηκώνοντας τηλέφωνα ώστε να ξέρει</p><p>πότε είχε να κάνει με κάποιον pazzo. Η γυναίκα αυτή δεν</p><p>ακουγόταν τρελή.</p><p>Η φωνή της είχε έναν τόνο επείγοντος, αλλά μιλούσε λογικά.</p><p>Ψύχραιμα και συγκροτημένα. Ο τηλεφωνητής άκουσε το αίτημα</p><p>της έκπληκτος και μπερδεμένος.</p><p>«Τον καμεράριο;» επανέλαβε, προσπαθώντας ακόμα να</p><p>καταλάβει από πού στην ευχή ερχόταν το τηλεφώνημα. «Δε θα</p><p>μπορούσα να σας συνδέσω... Ναι, το γνωρίζω ότι βρίσκεται στο</p><p>Γραφείο του Πάπα, όμως... Ποια είπατε ότι είστε; Και θέλετε να</p><p>τον προειδοποιήσετε για...» Την άκουγε νιώθοντας όλο και πιο</p><p>ανήσυχος. «Κινδυνεύουν όλοι; Πώς; Και από πού τηλεφωνείτε;</p><p>Ίσως θα έπρεπε να σας συνδέσω με την Ελβετική...»</p><p>Ο τηλεφωνητής δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του.</p><p>«Πού είπατε ότι βρίσκεστε; Πού;»</p><p>Είχε μείνει εμβρόντητος, αλλά τελικά πήρε την απόφαση.</p><p>«Περιμένετε, παρακαλώ», είπε, βάζοντας τη γυναίκα σε αναμονή</p><p>πριν προλάβει εκείνη να πει κάτι. Ύστερα κάλεσε την απευθείας</p><p>γραμμή του διοικητή Ολιβέτι. Δεν υπάρχει περίπτωση η γυναίκα</p><p>αυτή να βρίσκεται πραγματικά...</p><p>Του απάντησαν αμέσως.</p><p>«Για όνομα του Θεού!» του φώναξε μια γνώριμη γυναικεία φωνή.</p><p>«Πέρασε την αναθεματισμένη γραμμή στο γραμματέα!»</p><p>Η αυτόματη πόρτα του κέντρου επιχειρήσεων της Ελβετικής</p><p>Φρουράς άνοιξε. Οι φρουροί παραμέρισαν καθώς ο διοικητής τους</p><p>χιμούσε μέσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας. Ο Ολιβέτι βεβαιώθηκε</p><p>με τα ίδια του τα μάτια για αυτό που του είχε πει ο φρουρός από</p><p>τον ασύρματο: Η Βιτόρια Βέτρα στεκόταν δίπλα στο γραφείο του</p><p>και μιλούσε στο προσωπικό τηλέφωνο του.</p><p>Che coglioni che ha questa! σκέφτηκε. Αυτή η γυναίκα έχει αρχίδια!</p><p>Έξαλλος, πήγε στην πόρτα και γύρισε με δύναμη το κλειδί στην</p><p>κλειδαριά. Άνοιξε απότομα και ρώτησε επιτακτικά:</p><p>«Τι κάνεις εκεί;»</p><p>Η Βιτόρια τον αγνόησε.</p><p>«Ναι», έλεγε στο τηλέφωνο. «Και πρέπει να σας προειδοποιήσω...»</p><p>Ο Ολιβέτι άρπαξε το ακουστικό από το χέρι της και το έφερε στο</p><p>αφτί του.</p><p>«Ποιος στο διάβολο είσαι εσύ στη γραμμή;»</p><p>Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η άψογη, κορδωμένη στάση</p><p>του Ολιβέτι χάλασε.</p><p>«Μάλιστα, καμεράριε...» είπε. «Σωστά, κύριε... Όμως τα θέματα</p><p>ασφάλειας απαιτούν... Και βέβαια όχι... Την κρατάω εδώ για...</p><p>Φυσικά, όμως...» Σταμάτησε να μιλάει, απλώς ακούγοντας για</p><p>λίγο. «Μάλιστα, κύριε», είπε τελικά, «θα τους φέρω πάνω</p><p>αμέσως».</p><p>39</p><p>ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΠΑΛΑΤΙ είναι ένα συγκρότημα κτιρίων που</p><p>βρίσκεται κοντά στην Καπέλα Σιξτίνα, στο βορειοανατολικό άκρο</p><p>της Πόλης του Βατικανού. Έχοντας μια πανέμορφη θέα στην</p><p>πλατεία του Αγίου Πέτρου, στεγάζει τόσο τα παπικά</p><p>διαμερίσματα όσο και το Γραφείο του Πάπα.</p><p>Η Βιτόρια και ο Λάνγκντον ακολουθούσαν σιωπηλοί καθώς ο</p><p>διοικητής Ολιβέτι τους οδηγούσε μέσα από ένα μακρύ διάδρομο</p><p>σε στιλ ροκοκό, με τους μυς στο λαιμό του να έχουν τεντωθεί από</p><p>την οργή. Αφού ανέβηκαν τρεις σκάλες, βγήκαν σε έναν πλατύ</p><p>προθάλαμο βυθισμένο στο ημίφως.</p><p>Ο Λάνγκντον δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του βλέποντας</p><p>τα έργα τέχνης που βρίσκονταν ολόγυρα του: προτομές σε άριστη</p><p>κατάσταση, ταπισερί, ζωφόροι, αντικείμενα αξίας χιλιάδων</p><p>δολαρίων. Όταν είχαν διανύσει περίπου τα δύο τρίτα της</p><p>διαδρομής, πέρασαν δίπλα από ένα αλαβάστρινο σιντριβάνι. Ο</p><p>Ολιβέτι έστριψε αριστερά σε μια εσοχή και βάδισε περήφανα προς</p><p>μια από τις μεγαλύτερες πόρτες που είχε δει ποτέ ο Λάνγκντον.</p><p>«Ufficio di Papa», τους ανακοίνωσε ο διοικητής, ρίχνοντας ένα</p><p>δολοφονικό βλέμμα στη Βιτόρια. Εκείνη, ατάραχη, πέρασε από</p><p>μπροστά του και χτύπησε δυνατά την πόρτα.</p><p>Το Γραφείο του Πάπα, σκέφτηκε ο Λάνγκντον, που δυσκολευόταν</p><p>να συνειδητοποιήσει ότι στεκόταν μπροστά σε έναν από τους πιο</p><p>ιερούς χώρους όλων των θρησκειών του κόσμου.</p><p>«Avanti!» απάντησε κάποιος από μέσα.</p><p>Όταν άνοιξε η πόρτα, ο Λάνγκντον χρειάστηκε να φέρει το χέρι</p><p>πάνω στα μάτια του για να τα σκιάσει. Το φως του ήλιου ήταν</p><p>εκτυφλωτικό. Σιγά σιγά άρχισε να διακρίνει τη φιγούρα που</p><p>στεκόταν μπροστά του.</p><p>Το Γραφείο του Πάπα θύμιζε περισσότερο αίθουσα χορού παρά</p><p>γραφείο. Το πάτωμα από κόκκινο μάρμαρο περιβαλλόταν από</p><p>τοίχους διακοσμημένους με ζωηρές τοιχογραφίες. Από το ταβάνι</p><p>κρεμόταν ένας κολοσσιαίος πολυέλαιος, πίσω από τον οποίο μια</p><p>σειρά από θολωτά παράθυρα πρόσφεραν ένα εκθαμβωτικό</p><p>πανόραμα της ηλιόλουστης πλατείας του Αγίου Πέτρου.</p><p>Θεέ μου! είπε από μέσα του ο Λάνγκντον. Αυτό θα πει δωμάτιο με</p><p>θέα!</p><p>Στο βάθος της αίθουσας, πίσω από</p><p>ένα σκαλιστό γραφείο,</p><p>καθόταν ένας άντρας και έγραφε πυρετωδώς.</p><p>«Avanti!» επανέλαβε, ακουμπώντας κάτω την πένα του και</p><p>κάνοντας τους νόημα να πλησιάσουν.</p><p>Ο Ολιβέτι προηγήθηκε, βαδίζοντας με στρατιωτικό παράστημα.</p><p>«Signore», είπε απολογητικά. «No ho potuto, δεν μπορούσα...»</p><p>Ο άντρας τον διέκοψε. Σηκώθηκε και μελέτησε τους δύο</p><p>επισκέπτες. Ο καμεράριος δε θύμιζε σε τίποτα τις εικόνες των</p><p>εύθραυστων, μακάριων γερόντων που ο Λάνγκντον φανταζόταν</p><p>συνήθως να περιφέρονται στο Βατικανό. Δεν είχε πάνω του</p><p>ροζάριο ή εγκόλπια. Ούτε φορούσε χρυσοποίκιλτα άμφια.</p><p>Αντίθετα, ήταν ντυμένος με ένα απλό μαύρο ράσο, που έμοιαζε</p><p>να ενισχύει τη σοβαρότητα της μεγαλόπρεπης φιγούρας του.</p><p>Έδειχνε μικρότερος από σαράντα ετών ‐ δηλαδή, παιδί για τα</p><p>μέτρα του Βατικανού. Είχε ένα απρόσμενα γοητευτικό πρόσωπο,</p><p>πυκνά καστανά μαλλιά και πράσινα λαμπερά μάτια που</p><p>έμοιαζαν να βγάζουν φλόγες, σαν να έκαιγε μέσα τους η γνώση</p><p>όλων των μυστηρίων του σύμπαντος. Μόλις όμως ο άντρας</p><p>πλησίασε περισσότερο, ο Λάνγκντον διέκρινε στο βλέμμα του μια</p><p>βαθιά εξάντληση, σαν αυτή η ψυχή να είχε περάσει τις δεκαπέντε</p><p>δυσκολότερες μέρες της ζωής της.</p><p>«Ονομάζομαι Κάρλο Βεντρέσκα», είπε σε άπταιστα αγγλικά.</p><p>«Είμαι ο καμεράριος του αποβιώσαντος Πάπα».</p><p>Η φωνή του ήταν απροσποίητη και ευγενική, ενώ μόλις που</p><p>διακρινόταν ένα ίχνος ιταλικού επιτονισμού.</p><p>«Βιτόρια Βέτρα», είπε η κοπέλα, περνώντας μπροστά και</p><p>απλώνοντας το χέρι της. «Ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε».</p><p>Ο Ολιβέτι έκανε ένα μορφασμό τη στιγμή που ο καμεράριος</p><p>έσφιξε το χέρι της Βιτόρια.</p><p>«Να σας συστήσω τον Ρόμπερτ Λάνγκντον», είπε η Βιτόρια.</p><p>«Είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με ειδίκευση</p><p>στη θρησκευτική εικονολογία».</p><p>«Padre», είπε ο Λάνγκντον με όσο πιο σωστή προφορά γινόταν.</p><p>Έκλινε το κεφάλι του καθώς έτεινε το χέρι του.</p><p>«Όχι, όχι», επέμεινε ο καμεράριος, σηκώνοντας το κεφάλι του</p><p>Λάνγκντον. «Το γραφείο της Αγιότητας του δε με κάνει άγιο.</p><p>Είμαι απλώς ένας ιερέας, ένας γραμματέας που κάνει το καθήκον</p><p>του σε μια δύσκολη ώρα».</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε το κεφάλι και όρθωσε το σώμα του.</p><p>«Παρακαλώ», είπε ο καμεράριος, «ας καθίσουμε».</p><p>Τακτοποίησε μερικές καρέκλες γύρω από το γραφείο του. Ο</p><p>Λάνγκντον και η Βιτόρια κάθισαν. Ο Ολιβέτι προφανώς</p><p>προτίμησε να παραμείνει όρθιος.</p><p>Ο καμεράριος κάθισε στο γραφείο, έπλεξε τα χέρια του,</p><p>αναστέναξε και κοίταξε τους επισκέπτες του.</p><p>«Κύριε», είπε ο Ολιβέτι, «η περιβολή της γυναίκας είναι δικό μου</p><p>σφάλμα. Εγώ...»</p><p>«Η περιβολή της δεν είναι αυτό που με απασχολεί», απάντησε ο</p><p>καμεράριος με έναν τόνο που έδειχνε πως ήταν πολύ</p><p>κουρασμένος για να ασχολείται με τέτοια θέματα. «Όταν ο</p><p>τηλεφωνητής του Βατικανού επικοινωνεί μαζί μου μισή ώρα πριν</p><p>κηρύξω την έναρξη του κονκλαβίου και μου λέει ότι κάποια</p><p>γυναίκα τηλεφωνεί από το προσωπικό γραφείο σας για να με</p><p>προειδοποιήσει για κάποια σοβαρή απειλή για την οποία εγώ δεν</p><p>είμαι ήδη ενήμερος, αυτό με απασχολεί».</p><p>Ο Ολιβέτι στεκόταν ευθυτενής, με την πλάτη του ολόισια και σε</p><p>στάση προσοχής, σαν ένας στρατιώτης που περνάει από</p><p>αυστηρότατη επιθεώρηση.</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε υπνωτισμένος από την παρουσία του</p><p>καμεράριου. Παρότι ήταν σχετικά νέος και ολοφάνερα</p><p>εξαντλημένος, ο ιερέας είχε έναν αέρα μυθικού ήρωα... Ήταν μια</p><p>επιβλητική φιγούρα, εντυπωσιακά χαρισματική.</p><p>«Κύριε», είπε ο Ολιβέτι με έναν απολογητικό τόνο στη φωνή του,</p><p>αλλά χωρίς να υποχωρήσει, «δε θα έπρεπε να απασχολείστε με</p><p>θέματα ασφάλειας. Έχετε άλλες ευθύνες».</p><p>«Γνωρίζω πολύ καλά ποιες είναι οι ευθύνες μου. Όμως γνωρίζω</p><p>εξίσου καλά ότι, ως μεταβατικός διοικητής, έχω ευθύνη για την</p><p>ασφάλεια και την προστασία όλων όσοι συμμετέχουν στο</p><p>κονκλάβιο. Τι συμβαίνει, λοιπόν;»</p><p>«Έχω την κατάσταση υπό έλεγχο».</p><p>«Προφανώς όχι».</p><p>«Πάτερ», διέκοψε ο Λάνγκντον, βγάζοντας από την τσέπη του το</p><p>τσαλακωμένο φαξ και δίνοντας το στον καμεράριο,</p><p>«παρακαλώ...»</p><p>Ο διοικητής Ολιβέτι έκανε ένα βήμα μπροστά, προσπαθώντας να</p><p>παρέμβει.</p><p>«Πάτερ, σας παρακαλώ, μην ασχολείστε με...»</p><p>Ο καμεράριος πήρε το φαξ, αγνοώντας τον Ολιβέτι. Κοίταξε την</p><p>εικόνα του δολοφονημένου Λεονάρντο Βέτρα χωρίς να μπορεί να</p><p>κρύψει την ταραχή του.</p><p>«Τι είναι αυτό;»</p><p>«Είναι ο πατέρας μου», είπε η Βιτόρια με τρεμάμενη φωνή.</p><p>«Ήταν ιερέας και άνθρωπος της επιστήμης. Δολοφονήθηκε χτες</p><p>το βράδυ».</p><p>Το πρόσωπο του καμεράριου μαλάκωσε αμέσως. Σήκωσε τα μάτια</p><p>του πάνω της.</p><p>«Αγαπητό μου παιδί, λυπάμαι πάρα πολύ...» Έκανε το σταυρό του</p><p>και κοίταξε ξανά το φαξ. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο σκοτεινές</p><p>λίμνες θλίψης και φρίκης. «Ποιος θα μπορούσε... Και το έγκαυμα</p><p>στο...» Ο καμεράριος έκανε απότομα παύση, μισοκλείνοντας τα</p><p>μάτια του για να δει καλύτερα τις λεπτομέρειες.</p><p>«Γράφει ʺIlluminatiʺ», είπε ο Λάνγκντον. «Αναμφίβολα έχετε</p><p>ακούσει το όνομα αυτό στο παρελθόν...»</p><p>Στο πρόσωπο του καμεράριου ζωγραφίστηκε η απορία.</p><p>«Έχω ακούσει το όνομα, ναι, όμως...»</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι δολοφόνησαν τον Λεονάρντο Βέτρα</p><p>προκειμένου να κλέψουν μια νέα τεχνολογία, την οποία...»</p><p>«Κύριε», διέκοψε ο Ολιβέτι, «αυτά είναι παράλογα πράγματα. Οι</p><p>Πεφωτισμένοι; Είναι σαφές ότι πρόκειται για κάποια</p><p>καλοσχεδιασμένη απάτη».</p><p>Ο καμεράριος φάνηκε να ζυγίζει τα λόγια του Ολιβέτι. Ύστερα</p><p>γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του στον Λάνγκντον με τέτοια</p><p>ένταση, ώστε ο Αμερικανός μελετητής συμβόλων ένιωσε τους</p><p>πνεύμονές του να αδειάζουν από αέρα και να παραλύει</p><p>ολόκληρος.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, έχω αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή μου στην</p><p>Καθολική Εκκλησία. Γνωρίζω την παράδοση σχετικά με τους</p><p>Πεφωτισμένους, καθώς και το θρύλο που υπάρχει όσον αφορά το</p><p>σύμβολο τους. Όμως, πρέπει να σας προειδοποιήσω, είμαι</p><p>άνθρωπος που ενδιαφέρεται για το παρόν. Ο χριστιανισμός έχει</p><p>να αντιμετωπίσει αρκετούς εχθρούς.... Το τελευταίο πράγμα που</p><p>χρειάζεται αυτή τη στιγμή είναι να αρχίσει τη μάχη και με τα</p><p>φαντάσματα του παρελθόντος».</p><p>«Το σύμβολο είναι αυθεντικό», είπε ο Λάνγκντον, με τόνο λίγο</p><p>περισσότερο απολογητικό απʹ όσο θα ήθελε. Έσκυψε πάνω από το</p><p>γραφείο και γύρισε ανάποδα το φαξ για τον καμεράριο.</p><p>Εκείνος έμεινε άφωνος όταν αντιλήφθηκε τη συμμετρία.</p><p>«Ακόμα και με τους συγχρόνους υπολογιστές», πρόσθεσε ο</p><p>Λάνγκντον, «δεν έχει σταθεί δυνατόν να σχεδιαστεί ένα</p><p>συμμετρικό αμφίγραμμα αυτής της λέξης».</p><p>Ο καμεράριος έπλεξε τα χέρια του και δεν έβγαλε κουβέντα για</p><p>αρκετή ώρα.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι έχουν εξαφανιστεί», είπε τελικά. «Εδώ και</p><p>πάρα πολύ καιρό. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Μόλις χτες θα συμφωνούσα μαζί σας».</p><p>«Χτες;»</p><p>«Πριν ζήσω τη σημερινή αλυσίδα των γεγονότων. Πιστεύω ότι οι</p><p>Πεφωτισμένοι έκαναν την επανεμφάνιση τους προκειμένου να</p><p>τηρήσουν έναν πανάρχαιο όρκο».</p><p>«Συγχωρέστε με, δεν είμαι τόσο καλός στην ιστορία. Σε ποιον</p><p>πανάρχαιο όρκο αναφέρεστε;»</p><p>Ο Λάνγκντον πήρε μια βαθιά ανάσα.</p><p>«Την καταστροφή της Πόλης του Βατικανού».</p><p>«Θα επιχειρήσουν να καταστρέψουν την Πόλη του Βατικανού;» Ο</p><p>καμεράριος έδειχνε περισσότερο μπερδεμένος παρά φοβισμένος.</p><p>«Μα κάτι τέτοιο είναι αδύνατον».</p><p>Η Βιτόρια κούνησε το κεφάλι της.</p><p>«Φοβάμαι ότι έχουμε κι άλλα άσχημα νέα...»</p><p>40</p><p>«ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ αυτά που ακούω;» ρώτησε επιτακτικά ο</p><p>καμεράριος, στρέφοντας το έκπληκτο βλέμμα του από τη Βιτόρια</p><p>στον Ολιβέτι.</p><p>«Κύριε», τον καθησύχασε ο Ολιβέτι, «παραδέχομαι ότι υπάρχει</p><p>κάποιου είδους συσκευή μέσα στην πόλη. Την παρακολουθούμε</p><p>μέσα από κάποια οθόνη του συστήματος ασφάλειας, όμως όσον</p><p>αφορά τους ισχυρισμούς της κυρίας Βέτρα σχετικά με τις ιδιότητες</p><p>αυτής της ουσίας δεν είναι δυνατόν να...»</p><p>«Μια στιγμή», τον διέκοψε ο καμεράριος. «Μπορείτε και βλέπετε</p><p>αυτό το πράγμα;»</p><p>«Μάλιστα, κύριε. Από την ασύρματη κάμερα νούμερο 86».</p><p>«Τότε, γιατί δεν το έχετε βρει;» Η φωνή του καμεράριου φανέρωνε</p><p>θυμό τώρα.</p><p>«Πολύ δύσκολο,</p><p>κύριε».</p><p>Ο Ολιβέτι στεκόταν στητός όση ώρα εξηγούσε την κατάσταση.</p><p>Ο καμεράριος άκουγε προσεκτικά, και η Βιτόρια διαισθανόταν ότι</p><p>η ανησυχία του εντεινόταν όσο περνούσε η ώρα.</p><p>«Είστε βέβαιοι ότι βρίσκεται μέσα στην Πόλη του Βατικανού;»</p><p>ρώτησε ο καμεράριος. «Ίσως κάποιος να έβγαλε έξω από το</p><p>Βατικανό την κάμερα και η εικόνα που στέλνει να είναι από</p><p>αλλού».</p><p>«Αδύνατον», είπε ο Ολιβέτι. «Τα εξωτερικά τείχη μάς</p><p>προστατεύουν από ηλεκτρονικές παρεμβολές, προκειμένου να</p><p>διασφαλιστεί το απόρρητο των εσωτερικών μας επικοινωνιών. Το</p><p>σήμα αυτό μπορεί να έρχεται μόνο από κάποιο σημείο εντός της</p><p>πόλης, διαφορετικά δε θα το λαμβάναμε».</p><p>«Και υποθέτω», είπε ο γραμματέας, «ότι αυτή τη στιγμή που</p><p>μιλάμε αναζητάτε τη χαμένη κάμερα με ό,τι μέσα έχετε στη</p><p>διάθεση σας».</p><p>«Όχι, κύριε. Ο εντοπισμός της κάμερας θα απαιτούσε υπερβολικά</p><p>πολύ χρόνο. Έχουμε μια σειρά άλλων ζητημάτων ασφάλειας να</p><p>αντιμετωπίσουμε αυτή τη στιγμή, και, με κάθε σεβασμό προς την</p><p>κυρία Βέτρα, αυτό το σταγονίδιο στο οποίο αναφέρεται είναι πολύ</p><p>μικρό. Δεν είναι δυνατόν να έχει την εκρηκτική ισχύ που</p><p>περιγράφει».</p><p>Η υπομονή της Βιτόρια είχε εξαντληθεί.</p><p>«Αυτό το σταγονίδιο αρκεί για να ισοπεδώσει την Πόλη του</p><p>Βατικανού! Άκουσες έστω και μία λέξη από όσα είπα;»</p><p>«Κυρία μου», είπε ο Ολιβέτι με ψυχρή φωνή, «έχω τεράστια</p><p>εμπειρία στον τομέα των εκρηκτικών».</p><p>«Οι γνώσεις σας είναι ξεπερασμένες», του αντιγύρισε εκείνη, σε</p><p>εξίσου ψυχρό τόνο. «Παρά την περιβολή μου, η οποία</p><p>αντιλαμβάνομαι ότι σας δυσαρεστεί, είμαι ανώτερο στέλεχος του</p><p>πλέον προηγμένου κέντρου πυρηνικών ερευνών στον κόσμο. Εγώ</p><p>η ίδια σχεδίασα την παγίδα αντιύλης που εμποδίζει αυτό το</p><p>δείγμα να αφανίσει τα πάντα γύρω του αυτή τη στιγμή. Και σας</p><p>προειδοποιώ ότι, αν δε βρείτε αυτό τον κύλινδρο μέσα στις</p><p>επόμενες έξι ώρες, οι φρουροί σας δε θα έχουν τίποτα να</p><p>προστατεύουν για τον επόμενο αιώνα, εκτός από μια τεράστια</p><p>τρύπα στο έδαφος».</p><p>Ο Ολιβέτι στράφηκε προς τον καμεράριο με βλέμμα που έβραζε</p><p>από οργή.</p><p>«Κύριε, η συνείδηση μου δε μου επιτρέπει να αφήσω αυτή την</p><p>παρωδία να συνεχιστεί. Ο χρόνος σας σπαταλιέται άδικα από</p><p>φαρσέρ.</p><p>Οι Πεφωτισμένοι; Ένα σταγονίδιο που θα μας αφανίσει όλους;»</p><p>«Basta!» τον διέταξε ο καμεράριος. Πρόφερε τη λέξη σιγανά, όμως</p><p>αυτή φάνηκε να αντηχεί σε ολόκληρη την αίθουσα. Ακολούθησε</p><p>σιωπή. Όταν συνέχισε, η φωνή του ήταν ένας ψίθυρος. «Είτε είναι</p><p>επικίνδυνο είτε όχι, είτε έχουμε να κάνουμε με τους</p><p>Πεφωτισμένους είτε όχι, ό,τι κι αν είναι αυτό το πράγμα, ένα είναι</p><p>σίγουρο:</p><p>Δε θα έπρεπε να βρίσκεται μέσα στην Πόλη του Βατικανού, ιδίως</p><p>τη στιγμή που επίκειται η έναρξη του κονκλαβίου. Θέλω να</p><p>βρεθεί και να απομακρυνθεί. Οργανώστε έρευνα αμέσως».</p><p>Ο Ολιβέτι επέμεινε.</p><p>«Κύριε, ακόμα κι αν χρησιμοποιήσουμε όλους τους φρουρούς για</p><p>να ερευνηθεί το συγκρότημα, ενδεχομένως να χρειαστούν μέρες</p><p>για να εντοπιστεί η κάμερα. Επιπλέον, αφότου μίλησα με την</p><p>κυρία Βέτρα έβαλα ένα μέλος της φρουράς να ανατρέξει στο πιο</p><p>ενημερωμένο εγχειρίδιο βαλλιστικής που διαθέτουμε και να</p><p>αναζητήσει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή την ουσία που</p><p>ονομάζεται ʺαντιύληʺ. Δε βρήκα τίποτα, πουθενά. Τίποτα».</p><p>Αλαζονικό καθίκι! σκέφτηκε η Βιτόρια. Σε εγχειρίδιο βαλλιστικής;</p><p>Δοκίμασες να ψάξεις σε καμιά εγκυκλοπαίδεια; Είναι στο γράμμα</p><p>Α!</p><p>Ο Ολιβέτι συνέχισε να μιλάει.</p><p>«Κύριε, αν προτείνετε να κάνουμε έρευνα σε ολόκληρη την Πόλη</p><p>του Βατικανού, οφείλω να διαφωνήσω».</p><p>«Διοικητά!» Ο καμεράριος με δυσκολία συγκρατούσε την οργή</p><p>του. «Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι, όταν απευθύνεστε σʹ</p><p>εμένα, στην ουσία απευθύνεστε σʹ αυτό το γραφείο.</p><p>Αντιλαμβάνομαι ότι δεν παίρνετε τη θέση μου στα σοβαρά,</p><p>εντούτοις, σύμφωνα με το νόμο, εγώ είμαι ο επικεφαλής εδώ. Αν</p><p>δεν κάνω λάθος, αυτή τη στιγμή που μιλάμε οι καρδινάλιοι</p><p>βρίσκονται συγκεντρωμένοι με ασφάλεια μέσα στην Καπέλα</p><p>Σιξτίνα, συνεπώς τα προβλήματα που καλείστε να</p><p>αντιμετωπίσετε μέχρι τη λήξη του κονκλαβίου είναι ελάχιστα.</p><p>Δεν καταλαβαίνω γιατί διστάζετε τόσο να αναζητήσετε αυτή τη</p><p>συσκευή. Αν δε σας γνώριζα καλύτερα, θα έλεγα ότι θέτετε σε</p><p>κίνδυνο το κονκλάβιο εσκεμμένα».</p><p>Ο Ολιβέτι του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση.</p><p>«Πώς τολμάτε! Υπηρέτησα τον Πάπα σας επί δώδεκα χρόνια! Και</p><p>τον προκάτοχο του επί δεκατέσσερα χρόνια! Από το 1438 η</p><p>Ελβετική Φρουρά έχει...»</p><p>Ο ασύρματος στη ζώνη του Ολιβέτι βούιξε δυνατά, διακόπτοντας</p><p>τον.</p><p>«Conwndantef»</p><p>Ο διοικητής τον άρπαξε με μια γρήγορη κίνηση και πίεσε το</p><p>πλήκτρο της ομιλίας.</p><p>«Sto occupato! Cosa vuoi? Τι συμβαίνει; Είμαι απασχολημένος».</p><p>«Scusi», είπε ο Ελβετός φρουρός που τον είχε καλέσει στον</p><p>ασύρματο.</p><p>«Συγνώμη! Κέντρο επικοινωνιών εδώ. Σκέφτηκα ότι θα θέλατε να</p><p>γνωρίζετε ότι δεχτήκαμε απειλητικό τηλεφώνημα για</p><p>τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού».</p><p>Ο Ολιβέτι δε θα μπορούσε να έχει περισσότερο αδιάφορο ύφος.</p><p>«Χειριστείτε το μόνοι σας, λοιπόν! Ξεκινήστε τη διαδικασία</p><p>εντοπισμού του τηλεφωνήματος και συμπληρώστε την αναφορά».</p><p>«Το κάναμε ήδη, κύριε, όμως το άτομο που τηλεφώνησε...» Ο</p><p>φρουρός έκανε παύση. «Δε θα σας ενοχλούσα, κύριε διοικητά,</p><p>όμως ανέφερε την ουσία που μου ζητήσατε να ψάξω. Την</p><p>αντιύλη».</p><p>Όλοι στο δωμάτιο αντάλλαξαν έκπληκτα βλέμματα.</p><p>«Ανέφερε τι πράγμα;» τραύλισε ο Ολιβέτι.</p><p>«Την αντιύλη, κύριε. Όση ώρα προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε</p><p>την προέλευση του τηλεφωνήματος ερεύνησα λίγο περισσότερο</p><p>την ουσία που ανέφερε το άτομο το οποίο τηλεφώνησε. Τα</p><p>στοιχεία για την αντιύλη είναι... Για να είμαι ειλικρινής, είναι</p><p>πολύ ανησυχητικά».</p><p>«Νόμιζα ότι είπες πως το εγχειρίδιο βαλλιστικής δεν περιείχε</p><p>καμία αναφορά σε αυτή την ουσία».</p><p>«Έψαξα στο Διαδίκτυο...»</p><p>Αλληλούια! αναφώνησε από μέσα της η Βιτόρια.</p><p>«Σύμφωνα με τα στοιχεία που βρήκα, πρόκειται για μια ιδιαίτερα</p><p>επικίνδυνη ουσία», συνέχισε ο φρουρός. «Μου είναι δύσκολο να</p><p>πιστέψω ότι οι πληροφορίες είναι ακριβείς, όμως εδώ λέει ότι μια</p><p>ποσότητα αντιύλης ίση με τη γόμωση μιας πυρηνικής κεφαλής</p><p>είναι περίπου εκατό φορές ισχυρότερη από αυτή».</p><p>Οι ώμοι του Ολιβέτι κρέμασαν. Ήταν σαν να έβλεπε κάποιος ένα</p><p>βουνό να καταρρέει. Το αίσθημα θριάμβου που κατέλαβε αρχικά</p><p>τη Βιτόρια εξαφανίστηκε όταν είδε τον τρόμο να ζωγραφίζεται</p><p>στο πρόσωπο του καμεράριου.</p><p>«Εντοπίσατε την προέλευση του τηλεφωνήματος;» ψέλλισε ο</p><p>Ολιβέτι.</p><p>«Δυστυχώς, όχι. Η κλήση είχε γίνει από ψηφιακό τηλέφωνο με</p><p>μηχανισμό απόκρυψης. Οι δορυφορικές γραμμές είναι</p><p>μπλοκαρισμένες, άρα αποκλείεται ο εντοπισμός με</p><p>τριγωνοποίηση. Η ενδιάμεση συχνότητα δείχνει ότι μάλλον</p><p>βρίσκεται στη Ρώμη, όμως πραγματικά δεν υπάρχει τρόπος να τον</p><p>εντοπίσουμε».</p><p>«Έθεσε κάποιο αίτημα;» ρώτησε ο Ολιβέτι με ήρεμη φωνή.</p><p>«Όχι, κύριε. Απλώς μας προειδοποίησε ότι υπάρχει μια ποσότητα</p><p>αντιύλης κρυμμένη κάπου στο συγκρότημα. Φάνηκε να</p><p>εκπλήσσεται που δεν το γνώριζα. Με ρώτησε αν την έχω δει. Μου</p><p>είχατε ζητήσει να ψάξω πληροφορίες σχετικά με την αντιύλη, κι</p><p>έτσι αποφάσισα να σας ενημερώσω».</p><p>«Έκανες καλά», είπε ο Ολιβέτι. «Θα βρίσκομαι εκεί σε ένα λεπτό.</p><p>Ενημέρωσέ με αμέσως αν ξανατηλεφωνήσει».</p><p>Ακολούθησε μια παρατεταμένη παύση στον ασύρματο.</p><p>«Το άτομο που τηλεφώνησε περιμένει ακόμα στη γραμμή, κύριε».</p><p>Ο Ολιβέτι έμοιαζε σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.</p><p>«Η γραμμή είναι ακόμα ανοιχτή;»</p><p>«Μάλιστα, κύριε. Προσπαθούμε να εντοπίσουμε το τηλεφώνημα</p><p>εδώ και δέκα λεπτά, όμως δεν καταλήγουμε σε κάποιο ουσιαστικό</p><p>αποτέλεσμα. Πρέπει να γνωρίζει ότι δεν μπορούμε να τον</p><p>εντοπίσουμε, γιατί αρνείται να κλείσει πριν μιλήσει στον</p><p>καμεράριο».</p><p>«Πέρασε τη γραμμή εδώ», διέταξε ο καμεράριος. «Τώρα!»</p><p>Ο Ολιβέτι γύρισε προς το μέρος του.</p><p>«Πάτερ, όχι. Ένας ειδικευμένος στις διαπραγματεύσεις άντρας</p><p>της Ελβετικής Φρουράς είναι πολύ καταλληλότερος</p><p>για να</p><p>χειριστεί αυτή την κατάσταση».</p><p>«Τώρα!»</p><p>Ο Ολιβέτι έδωσε τη διαταγή.</p><p>Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα το τηλέφωνο πάνω στο</p><p>γραφείο του καμεράριου Βεντρέσκα άρχισε να χτυπάει. Ο ιερέας</p><p>κατέβασε με δύναμη το δάχτυλο του στο πλήκτρο της ανοιχτής</p><p>ακρόασης.</p><p>«Για όνομα του Θεού, ποιος νομίζεις ότι είσαι;»</p><p>41</p><p>Η ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΕΒΓΑΙΝΕ από το ηχείο της ανοιχτής ακρόασης</p><p>ήταν μεταλλική και ψυχρή, με μια δόση υπεροψίας. Όλοι όσοι</p><p>βρίσκονταν στο δωμάτιο απλώς άκουγαν.</p><p>Ο Λάνγκντον προσπάθησε να προσδιορίσει τη γεωγραφική</p><p>προέλευση της προφοράς. Μέση Ανατολή ίσως;</p><p>«Είμαι ο αγγελιοφόρος μιας πανάρχαιης αδελφότητας»,</p><p>ανακοίνωσε η φωνή με μια απόκοσμη χροιά. «Μιας αδελφότητας</p><p>την οποία αδικήσατε επί αιώνες. Είμαι αγγελιοφόρος των</p><p>Πεφωτισμένων».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε τους μυς του να σφίγγονται, καθώς η</p><p>φωνή που ακουγόταν από το τηλέφωνο διέλυε και τα τελευταία</p><p>ίχνη αμφιβολίας που θα μπορούσε να έχει. Προς στιγμήν ένιωσε</p><p>το ίδιο αλλόκοτο μείγμα ενθουσιασμού και απερίγραπτου φόβου</p><p>που είχε νιώσει όταν είδε για πρώτη φορά το αμφίγραμμα εκείνο</p><p>το πρωί.</p><p>«Τι θέλεις;» ρώτησε αυστηρά ο καμεράριος.</p><p>«Εκπροσωπώ ανθρώπους της επιστήμης, ανθρώπους οι οποίοι,</p><p>όπως κι εσείς, αναζητούν απαντήσεις... Απαντήσεις για το</p><p>πεπρωμένο, για το λόγο ύπαρξης και για το δημιουργό του</p><p>ανθρώπου».</p><p>«Όποιος κι αν είσαι», είπε ο καμεράριος, «εγώ...»</p><p>«Silenzio! Καλά θα κάνετε να σωπάσετε και να ακούτε μόνο. Επί</p><p>δυο χιλιετίες η εκκλησία σας διατήρησε κατʹ αποκλειστικότητα το</p><p>προνόμιο της αναζήτησης της αλήθειας. Συντρίψατε τους</p><p>αντιπάλους σας με ψέματα και προφητείες για δήθεν επικείμενο</p><p>όλεθρο. Διαστρεβλώσατε την αλήθεια ώστε να εξυπηρετήσετε</p><p>τους σκοπούς σας, δολοφονώντας τους ανθρώπους οι</p><p>ανακαλύψεις των οποίων στέκονταν εμπόδιο στα σχέδια σας.</p><p>Γιατί, λοιπόν, σας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι γίνατε</p><p>στόχος φωτισμένων ανθρώπων από ολόκληρο τον κόσμο;»</p><p>«Οι φωτισμένοι άνθρωποι δεν καταφεύγουν σε εκβιασμούς για να</p><p>πετύχουν τους στόχους τους...»</p><p>«Εκβιασμούς;» Ο άντρας γέλασε. «Δεν πρόκειται για εκβιασμό.</p><p>Δεν έχουμε κανένα αίτημα. Η ολοσχερής καταστροφή του</p><p>Βατικανού δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Περιμέναμε τετρακόσια</p><p>χρόνια για αυτή τη μέρα. Τα μεσάνυχτα η πόλη σας θα</p><p>καταστραφεί. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείτε να κάνετε».</p><p>Ο Ολιβέτι όρμησε στο τηλέφωνο.</p><p>«Η πρόσβαση σε αυτή την πόλη είναι αδύνατη! Δεν μπορεί να</p><p>έχετε τοποθετήσει εκρηκτικά εδώ!»</p><p>«Μιλάτε με τη γεμάτη άγνοια αφοσίωση ενός Ελβετού φρουρού.</p><p>Να υποθέσω ότι είστε αξιωματικός; Σίγουρα γνωρίζετε ότι επί</p><p>αιώνες οι Πεφωτισμένοι κατάφερναν να δυισδύουν σε</p><p>οργανώσεις οι οποίες επιλέγουν αυστηρά τα μέλη τους. Πιστεύετε</p><p>πραγματικά ότι το Βατικανό μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση;»</p><p>Χριστέμου! σκέφτηκε ο Λάνγκντον. Έχουν κάποιον εδώ μέσα...</p><p>Ήταν γνωστό σε όλους ότι η διείσδυση ήταν το σήμα κατατεθέν</p><p>της ισχύος των Πεφωτισμένων. Είχαν καταφέρει να διαβρώσουν</p><p>μασονικές στοές, κορυφαία τραπεζικά δίκτυα, κυβερνήσεις</p><p>κρατών. Για την ακρίβεια, ο Τσόρτσιλ είχε πει κάποτε στους</p><p>δημοσιογράφους ότι, αν οι Βρετανοί κατάσκοποι είχαν διεισδύσει</p><p>στις τάξεις των Ναζί στον ίδιο βαθμό που είχαν διεισδύσει οι</p><p>Πεφωτισμένοι στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, ο πόλεμος θα είχε</p><p>τελειώσει μέσα σε ένα μήνα.</p><p>«Είναι ολοφάνερο ότι μπλοφάρετε», πετάχτηκε ο Ολιβέτι. «Η</p><p>επιρροή σας δεν μπορεί να φτάνει τόσο μακριά».</p><p>«Γιατί; Επειδή οι Ελβετοί φρουροί σας αγρυπνούν; Επειδή</p><p>επιτηρούν κάθε γωνιά του κλειστού σας κόσμου; Και ποιος</p><p>επιτηρεί τους ίδιους τους Ελβετούς φρουρούς; Ή μήπως αυτοί δεν</p><p>είναι θνητοί; Πιστεύετε πραγματικά ότι θα ρισκάριζαν τη ζωή</p><p>τους για χάρη ενός μύθου που μιλάει για κάποιον άνθρωπο που</p><p>περπάτησε πάνω στο νερό; Απλώς σκεφτείτε... Με ποιον άλλο</p><p>τρόπο θα μπορούσε να έχει περάσει ο κύλινδρος μέσα στην πόλη</p><p>σας; Ή πώς εξαφανίστηκαν τέσσερα από τα πλέον πολύτιμα</p><p>πιόνια σας σήμερα το απόγευμα;»</p><p>«Πιόνια;» έκανε αγριεμένος ο Ολιβέτι. «Τι εννοείς;»</p><p>«Ένα, δύο, τρία, τέσσερα... Δε διαπιστώσατε την εξαφάνιση τους</p><p>ακόμα;»</p><p>«Τι στο διάβολο είναι αυτά που...» Ο Ολιβέτι σταμάτησε απότομα.</p><p>Τα μάτια του γούρλωσαν σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι.</p><p>«Α, αρχίζετε να καταλαβαίνετε...» είπε ο άντρας. «Μήπως θέλετε</p><p>να διαβάσω τα ονόματα τους;»</p><p>«Μα τι συμβαίνει;» ρώτησε ο καμεράριος, φανερά έκπληκτος.</p><p>Ο άντρας γέλασε.</p><p>«Ο αξιωματικός σας δε σας ενημέρωσε ακόμα; Αμαρτία!</p><p>Αναμενόμενο όμως. Τόση περηφάνια... Φαντάζομαι την ατίμωση</p><p>του αν έπρεπε να σας ομολογήσει την αλήθεια... Ότι, δηλαδή,</p><p>τέσσερις από τους καρδινάλιους που ορκίστηκε να προστατεύει</p><p>έχουν εξαφανιστεί...»</p><p>Ο Ολιβέτι εξερράγη.</p><p>«Πού βρήκες αυτές τις πληροφορίες!»</p><p>«Καμεράριε», είπε αυτάρεσκα ο άντρας, «ρωτήστε τον αξιωματικό</p><p>σας αν είναι όλοι οι καρδινάλιοι παρόντες στην Καπέλα Σιξτίνα».</p><p>Ο καμεράριος στράφηκε προς τον Ολιβέτι. Δεν έβγαλε κουβέντα,</p><p>όμως τα πράσινα μάτια του απαιτούσαν μια εξήγηση.</p><p>«Κύριε», ψιθύρισε ο Ολιβέτι στο αφτί του καμεράριου, «είναι</p><p>αλήθεια ότι τέσσερις από τους ιερωμένους μας δεν έχουν</p><p>παρουσιαστεί ακόμα στην Καπέλα Σιξτίνα, όμως δεν υπάρχει</p><p>λόγος ανησυχίας.</p><p>Όλοι τους έδωσαν το παρών στο χώρο όπου διαμένουν οι</p><p>καρδινάλιοι σήμερα το πρωί, άρα γνωρίζουμε ότι είναι ασφαλείς</p><p>μέσα στην Πόλη του Βατικανού. Εσείς ο ίδιος ήπιατε τσάι μαζί</p><p>τους πριν από λίγες ώρες. Απλώς έχουν καθυστερήσει για τη</p><p>συνάντηση που προηγείται του κονκλαβίου. Διεξάγουμε έρευνα</p><p>για τον εντοπισμό τους, όμως είμαι βέβαιος ότι απλώς έχασαν την</p><p>αίσθηση του χρόνου απολαμβάνοντας την ομορφιά των κήπων».</p><p>«Απολαμβάνοντας την ομορφιά των κήπων;» Από τη φωνή του</p><p>καμεράριου είχε πλέον εξαφανιστεί κάθε ίχνος ηρεμίας. «Έπρεπε</p><p>να βρίσκονται στο παρεκκλήσι εδώ και μία ώρα!»</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε έκπληκτος τη Βιτόρια. Αγνοούνται</p><p>καρδινάλιοι; ώστε αυτούς έψαχναν προηγουμένως;</p><p>«Ιδού η λίστα μας», είπε ο άντρας στο τηλέφωνο. «Πιστεύω ότι θα</p><p>τη βρείτε ιδιαίτερα πειστική. Έχουμε και λέμε: καρδινάλιος</p><p>Λαμασέ από το Παρίσι, καρδινάλιος Γκουινδέρα από τη</p><p>Βαρκελώνη, καρδινάλιος Έμπνερ από τη Φρανκφούρτη...»</p><p>Ο Ολιβέτι έμοιαζε να συρρικνώνεται όλο και περισσότερο στο</p><p>άκουσμα κάθε ονόματος.</p><p>Ο άντρας έκανε μια μεγάλη παύση, σαν να του έδινε ιδιαίτερη</p><p>ευχαρίστηση η ανάγνωση του τελευταίου ονόματος.</p><p>«Και από την Ιταλία... καρδινάλιος Μπάτζια».</p><p>Ο καμεράριος έμεινε ακίνητος, σαν ένα περήφανο πλοίο με όλα</p><p>τα πανιά του ανοιγμένα που πέφτει ξαφνικά σε κατάσταση</p><p>απόλυτης νηνεμίας. Το ράσο του κυμάτισε όπως κατέρρευσε στην</p><p>καρέκλα του.</p><p>«Ipreferiti», ψιθύρισε. «Οι τέσσερις εκλεκτοί... συμπε‐</p><p>ριλαμβανομένου του Μπάτζια, του επικρατέστερου υποψηφίου</p><p>για τη θέση του Υπέρτατου Ποντίφικα... Πώς είναι δυνατόν;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε αρκετές γνώσεις σχετικά με τη διαδικασία</p><p>εκλογής του Πάπα για να κατανοήσει τους λόγους για το γεμάτο</p><p>απελπισία ύφος στο πρόσωπο του καμεράριου. Παρότι τυπικά</p><p>οποιοσδήποτε καρδινάλιος κάτω των ογδόντα ετών μπορούσε να</p><p>εκλεγεί Πάπας, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που διέθεταν το</p><p>απαραίτητο κύρος για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας των δύο</p><p>τρίτων σε μια ψηφοφορία που χαρακτηριζόταν από εξαιρετικό</p><p>φανατισμό και μεγάλη πόλωση. Οι υποψήφιοι αυτοί ήταν</p><p>γνωστοί ως «prefenti», «εκλεκτοί». Και τώρα είχαν εξαφανιστεί</p><p>όλοι.</p><p>Στο μέτωπο του καμεράριου είχαν σχηματιστεί χοντροί κόμποι</p><p>ιδρώτα.</p><p>«Τι σκοπεύεις να κάνεις σε αυτούς τους άντρες;»</p><p>«Εσείς τι νομίζετε ότι σκοπεύω να κάνω; Είμαι απόγονος των</p><p>Ασασίνων».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ένα παγωμένο ρίγος. Γνώριζε καλά τη</p><p>σημασία του ονόματος. Η εκκλησία είχε αποκτήσει μερικούς</p><p>θανάσιμους εχθρούς στο πέρασμα των αιώνων: τους Ασασίνους,</p><p>τους Ναίτες, ανθρώπους που είτε είχαν καταδιωχτεί από το</p><p>Βατικανό είτε είχαν προδοθεί</p><p>από την εκκλησία που</p><p>υπηρετούσαν.</p><p>«Άφησε ελεύθερους τους καρδινάλιους», είπε ο καμεράριος. «Δεν</p><p>αρκεί η απειλή της καταστροφής της Πόλης του Θεού;»</p><p>«Ξεχάστε τους τέσσερις εκλεκτούς σας. Αυτοί έχουν χαθεί για</p><p>πάντα. Να είστε βέβαιοι όμως ότι ο θάνατος τους θα μείνει</p><p>αξέχαστος σε εκατομμύρια ανθρώπους. Το όνειρο κάθε μάρτυρα...</p><p>Θα τους κάνω αστέρες των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Τον έναν</p><p>μετά τον άλλο. Όταν τα ρολόγια δείξουν μεσάνυχτα οι</p><p>Πεφωτισμένοι θα έχουν κερδίσει την προσοχή ολόκληρου του</p><p>πλανήτη. Τι νόημα έχει να αλλάξει κανείς τον κόσμο, αν δεν τον</p><p>παρακολουθεί ολόκληρος ο πλανήτης; Οι δημόσιες δολοφονίες</p><p>έχουν κάτι το γοητευτικά φρικιαστικό, δε συμφωνείτε; Το</p><p>αποδείξατε αυτό πριν από πολύ καιρό...με την Ιερά Εξέταση, με το</p><p>βασανισμό των Ναϊτών Ιπποτών, με τις Σταυροφορίες». Έκανε</p><p>παύση. «Και, φυσικά, με την purga».</p><p>Ο καμεράριος είχε μείνει άφωνος.</p><p>«Μη μου πείτε ότι δε θυμάστε την purga;» ρώτησε ο άντρας.</p><p>«Φυσικά όχι, είστε πολύ νέος... Εξάλλου οι ιερείς δεν τα</p><p>πηγαίνουν καλά με την ιστορία. Ίσως επειδή η ιστορία είναι</p><p>ντροπιαστική για εκείνους...»</p><p>«La purga, η κάθαρση!» είπε αυθόρμητα ο Λάνγκντον. «Το 1668 η</p><p>εκκλησία μαρκάρισε τέσσερις Πεφωτισμένους επιστήμονες με το</p><p>σημάδι του σταυρού. Για να ξεπλύνει τις αμαρτίες τους».</p><p>«Ποιος μίλησε;» ρώτησε επιτακτικά ο άντρας, με φωνή που</p><p>πρόδινε περισσότερο ενδιαφέρον παρά ανησυχία. «Ποιος άλλος</p><p>βρίσκεται εκεί;»</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ανήσυχος.</p><p>«Το όνομα μου δεν έχει σημασία», είπε, προσπαθώντας να</p><p>διατηρήσει τη φωνή του σταθερή. Μιλούσε σε έναν Πεφωτισμένο</p><p>με σάρκα και οστά, και η εμπειρία τού προκαλούσε ζάλη... Ήταν</p><p>σαν να μιλούσε στον Τζορτζ Ουάσινγκτον. «Είμαι ακαδημαϊκός,</p><p>μελετητής της ιστορίας της αδελφότητας σας».</p><p>«Έξοχα!» απάντησε η φωνή. «Χαίρομαι που υπάρχουν ακόμα</p><p>άνθρωποι που θυμούνται τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν εις</p><p>βάρος μας».</p><p>«Οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουν ότι έχετε διαλυθεί».</p><p>«Μια εσφαλμένη εντύπωση, την οποία η αδελφότητα εργάστηκε</p><p>σκληρά για να ενισχύσει. Τι άλλο ξέρετε σχετικά με την</p><p>κάθαρση;»</p><p>Ο Λάνγκντον δίσταζε να απαντήσει. Τι άλλο ξέρω; Ότι όλη αυτή η</p><p>κατάσταση είναι μια τρέλα, αυτό ξέρω!</p><p>«Μετά το μαρκάρισμα τους οι επιστήμονες δολοφονήθηκαν και</p><p>τα πτώματα τους εγκαταλείφτηκαν σε δημόσιους χώρους στη</p><p>Ρώμη ως προειδοποίηση σε άλλους επιστήμονες να μην</p><p>προσχωρήσουν στις τάξεις των Πεφωτισμένων».</p><p>«Ναι. Κι εμείς, λοιπόν, θα κάνουμε το ίδιο. Οφθαλμός αντί</p><p>οφθαλμού. Θεωρήστε το συμβολική εκδίκηση για τους</p><p>δολοφονημένους αδελφούς μας. Οι τέσσερις καρδινάλιοι σας θα</p><p>πεθάνουν ο ένας μετά τον άλλο, αρχής γενομένης στις οχτώ η</p><p>ώρα. Μέχρι τα μεσάνυχτα ολόκληρος ο κόσμος θα παρακολουθεί</p><p>μαγνητισμένος».</p><p>Ο Λάνγκντον πλησίασε στο τηλέφωνο.</p><p>«Δηλαδή η πρόθεση σας είναι να σημαδέψετε και να σκοτώσετε</p><p>αυτούς τους τέσσερις άντρες;»</p><p>«Η ιστορία επαναλαμβάνεται, έτσι δεν είναι; Φυσικά, θα δείξουμε</p><p>μεγαλύτερη δεξιοτεχνία και τόλμη απʹ ό,τι η εκκλησία. Οι</p><p>άνθρωποι της σκότωσαν τους αδελφούς μας μυστικά και πέταξαν</p><p>στους δρόμους τα πτώματα όταν δεν τους έβλεπε κανείς. Τόσο</p><p>δειλοί ήταν!»</p><p>«Τι εννοείτε;» ρώτησε ο Λάνγκντον. «Σκοπεύετε να σημαδέψετε</p><p>και να σκοτώσετε αυτούς τους άντρες δημόσια;»</p><p>«Το βρήκατε! Βέβαια, αυτό εξαρτάται και από το τι εννοείτε με τη</p><p>λέξη ʺδημόσιαʺ. Απʹ ό,τι ξέρω, δεν πηγαίνουν και πολλοί</p><p>άνθρωποι στην εκκλησία τώρα πια...»</p><p>Ο Λάνγκντον άργησε να μιλήσει.</p><p>«Θα τους σκοτώσετε μέσα σε εκκλησίες;»</p><p>«Πρόκειται για μια χειρονομία ελέους. Με τον τρόπο αυτό θα</p><p>μπορέσει ο Θεός να πάρει τις ψυχές τους στον παράδεισο</p><p>γρηγορότερα. Το δικαιούνται άλλωστε. Φυσικά, φαντάζομαι ότι</p><p>και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα το εκτιμήσουν δεόντως...»</p><p>«Μπλοφάρεις», είπε ο Ολιβέτι, έχοντας ανακτήσει την ψυχραιμία</p><p>του. «Δεν μπορείς να σκοτώσεις έναν άνθρωπο σε κάποια</p><p>εκκλησία και να ελπίζεις ότι θα ξεφύγεις...»</p><p>«Μπλοφάρω; Περνάμε ανάμεσα από τους Ελβετούς φρουρούς σας</p><p>σαν φαντάσματα, απάγουμε τέσσερις από τους καρδιναλίους σας</p><p>μέσα από το περιτειχισμένο φρούριο σας, τοποθετούμε μια</p><p>θανάσιμη εκρηκτική ύλη στην καρδιά του ιερότερου ναού σας, και</p><p>νομίζετε ότι όλα αυτά είναι μπλόφα; Όταν αρχίσουν να</p><p>εκτελούνται οι φόνοι και να ανακαλύπτονται τα θύματα, τα μέσα</p><p>μαζικής ενημέρωσης θα πλακώσουν σαν μελίσσι. Μέχρι τα</p><p>μεσάνυχτα ολόκληρος ο κόσμος θα γνωρίζει το στόχο των</p><p>Πεφωτισμένων...»</p><p>«Κι αν τοποθετήσουμε σκοπούς σε κάθε εκκλησία;» είπε ο</p><p>Ολιβέτι.</p><p>Ο άντρας γέλασε.</p><p>«Φοβάμαι ότι η επεκτακτική φύση της θρησκείας σας θα</p><p>καταστήσει ιδιαίτερα δύσκολο ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν κάνατε</p><p>κάποια απογραφή πρόσφατα; Υπάρχουν πάνω από τετρακόσιες</p><p>καθολικές εκκλησίες στη Ρώμη: καθεδρικοί, παρεκκλήσια, ναοί,</p><p>αβαεία, μοναστήρια, ενοριακές σχολές...»</p><p>Το πρόσωπο του Ολιβέτι παρέμεινε ανέκφραστο.</p><p>«Η παράσταση αρχίζει σε ενενήντα λεπτά», είπε ο άντρας με</p><p>έναν τελεσίδικο τόνο στη φωνή του. «Ένας ανά ώρα... Μια</p><p>μαθηματική ακολουθία θανάτων... Τώρα πρέπει να σας αφήσω».</p><p>«Περιμένετε!» πετάχτηκε ο Λάνγκντον. «Πείτε μου για τα</p><p>σύμβολα τα οποία σκοπεύετε να χαράξετε πάνω σʹ αυτούς τους</p><p>άντρες».</p><p>Ο δολοφόνος φάνηκε να το διασκεδάζει.</p><p>«Υποψιάζομαι ότι ήδη γνωρίζετε ποια θα είναι αυτά τα σύμβολα.</p><p>Ή μήπως είστε ένας σκεπτικιστής; Θα τα δείτε πολύ σύντομα. Θα</p><p>αποτελούν μια απόδειξη ότι οι αρχαίοι μύθοι είναι αληθινοί».</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε ζάλη. Ήξερε για τι ακριβώς μιλούσε ο</p><p>άντρας. Έφερε στη μνήμη του το σημάδι στο στήθος του</p><p>Λεονάρντο Βέτρα. Ο θρύλος των Πεφωτισμένων έκανε λόγο για</p><p>πέντε σύμβολα συνολικά. Μένουν τέσσερα σύμβολα, σκέφτηκε ο</p><p>Λάνγκντον, και αγνοούνται τέσσερις καρδινάλιοι.</p><p>«Έχω ορκιστεί», είπε ο καμεράριος, «να οδηγήσω στο θρόνο ένα</p><p>νέο Πάπα απόψε. Έχω ορκιστεί στο Θεό».</p><p>«Καμεράριε», είπε ο άντρας, «ο κόσμος δε χρειάζεται ένα νέο</p><p>Πάπα. Μετά τα μεσάνυχτα δε θα έχει μείνει τίποτα για να</p><p>κυβερνήσει παρά μόνο ένας σωρός ερειπίων. Η Καθολική</p><p>Εκκλησία είναι τελειωμένη. Η πορεία σας στον πλανήτη</p><p>ολοκληρώθηκε».</p><p>Ακολούθησε σιωπή.</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε βαθιά λυπημένος.</p><p>«Βρίσκεσαι σε πλάνη. Η εκκλησία είναι κάτι παραπάνω από</p><p>τσιμέντο και πέτρα. Δεν μπορείς να σβήσεις έτσι απλά δύο</p><p>χιλιάδες χρόνια πίστης... Οποιασδήποτε πίστης. Δεν μπορείς να</p><p>κλονίσεις την πίστη καταστρέφοντας απλώς τις εγκόσμιες</p><p>εκφάνσεις της. Η Καθολική Εκκλησία θα συνεχίσει να υπάρχει,</p><p>με ή χωρίς την Πόλη του Βατικανού».</p><p>«Ένα ευγενές ψέμα, που δεν παύει όμως να είναι ψέμα.</p><p>Γνωρίζουμε και οι δύο την αλήθεια. Πείτε μου, γιατί είναι η Πόλη</p><p>του Βατικανού οχυρωμένη πίσω από τείχη;»</p><p>«Οι άνθρωποι του Θεού ζουν σε έναν επικίνδυνο κόσμο», είπε ο</p><p>καμεράριος.</p><p>«Μα πόσο νέος είστε; Το Βατικανό είναι ένα πανίσχυρο φρούριο</p><p>επειδή η Καθολική Εκκλησία φυλάσσει τα μισά περιουσιακά της</p><p>στοιχεία εντός των τειχών του: σπάνιους πίνακες, γλυπτά,</p><p>υποτιμημένα πετράδια, ανεκτίμητα βιβλία... Έπειτα, είναι και το</p><p>θέμα των ράβδων χρυσού και των συμβολαίων ιδιοκτησίας</p><p>διαφόρων ακινήτων που βρίσκονται μέσα στα χρηματοκιβώτια</p><p>της Τράπεζας του Βατικανού.</p><p>Σύμφωνα με εκτιμήσεις ατόμων μέσα από το Βατικανό, η αξία</p><p>των θησαυρών της πόλης αγγίζει τα 48,5 δισεκατομμύρια</p><p>δολάρια. Κάθεστε πάνω σε ένα ωραίο κομπόδεμα. Αύριο όλα</p><p>αυτά θα έχουν γίνει στάχτη. Ας πούμε ότι θα λάβει χώρα μια</p><p>ξαφνική ρευστοποίηση των περιουσιακών σας στοιχείων... Θα</p><p>χρεοκοπήσετε. Ούτε καν οι κληρικοί μπορούν να εργάζονται</p><p>δωρεάν...»</p><p>Η ευστοχία αυτού του σχολίου αντικατοπτρίστηκε στην</p><p>αποσβολωμένη έκφραση του Ολιβέτι και του καμεράριου. Ο</p><p>Λάνγκντον δεν ήταν σίγουρος τι έβρισκε περισσότερο</p><p>εντυπωσιακό: το ότι η Καθολική Εκκλησία διέθετε τέτοια</p><p>περιουσιακά στοιχεία</p><p>ή το ότι οι Πεφωτισμένοι με κάποιον τρόπο</p><p>γνώριζαν τόσες λεπτομέρειες.</p><p>Ο καμεράριος αναστέναξε βαθιά.</p><p>«Η πίστη, όχι τα χρήματα, είναι η ραχοκοκαλιά αυτής της</p><p>εκκλησίας».</p><p>«Κι άλλα ψέματα...» είπε ο άντρας. «Πέρυσι δαπανήσατε 183</p><p>δισεκατομμύρια δολάρια σε μια προσπάθεια στήριξης των</p><p>επισκοπών σας σε όλο τον κόσμο, που βρίσκονται αντιμέτωπες με</p><p>σοβαρότατα προβλήματα. Η παρουσία των πιστών στις εκκλησίες</p><p>έχει φτάσει στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών,</p><p>σημειώνοντας πτώση κατά σαράντα έξι τοις εκατό μέσα στην</p><p>τελευταία δεκαετία. Τα ποσά που συγκεντρώνονται από τις</p><p>δωρεές έχουν μειωθεί στο μισό σε σχέση με εφτά μόλις χρόνια</p><p>πριν. Όλο και λιγότεροι άντρες εγγράφονται στις θεολογικές</p><p>σχολές. Παρότι δεν πρόκειται να το παραδεχτείτε, η εκκλησία σας</p><p>πεθαίνει. Θεωρήστε το αποψινό μια ευκαιρία να κάνετε</p><p>θεαματική την τελική σας έξοδο από τη σκηνή».</p><p>Ο Ολιβέτι πλησίασε στο τηλέφωνο. Έδειχνε λιγότερο μαχητικός</p><p>τώρα, σαν να είχε συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα με την</p><p>οποία βρισκόταν αντιμέτωπος. Είχε ύφος ανθρώπου που έψαχνε</p><p>μια διέξοδο. Οποιαδήποτε διέξοδο.</p><p>«Και τι θα συνέβαινε αν ένα μέρος αυτού του χρυσού κατέληγε να</p><p>χρηματοδοτήσει τους δικούς σας σκοπούς;»</p><p>«Τώρα προσβάλλετε και τους δυο μας».</p><p>«Έχουμε χρήματα».</p><p>«Το ίδιο κι εμείς. Περισσότερα απʹ όσα μπορείτε να φανταστείτε».</p><p>Ο Λάνγκντον αναλογίστηκε το φημολογούμενο μέγεθος της</p><p>περιουσίας της αδελφότητας: τα μυθικά πλούτη των Βαυαρών</p><p>μασόνων, τον οίκο των Ρότσιλντ, τους Μπίλντερμπεργκ, το</p><p>θρυλικό Διαμάντι των Πεφωτισμένων.</p><p>«Τους τέσσερις εκλεκτούς...» είπε ο καμεράριος, αλλάζοντας θέμα</p><p>συζήτησης. Η φωνή του είχε έναν παρακλητικό τόνο. «Λυπήσου</p><p>τους. Είναι ηλικιωμένοι. Είναι...»</p><p>«Είναι παρθένοι που θα θυσιαστούν». Ο άντρας γέλασε. «Πείτε</p><p>μου, πιστεύετε ότι είναι πραγματικά παρθένοι; Οι αθώοι αμνοί θα</p><p>βελάζουν λυπητερά την ώρα που θα πεθαίνουν; Sacrifici vergini</p><p>nellʹ altare di scienza, θυσία παρθένων στο βωμό της επιστήμης».</p><p>Ο καμεράριος έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.</p><p>«Είναι άντρες με βαθιά πίστη», είπε τελικά. «Δε φοβούνται το</p><p>θάνατο».</p><p>Ο άντρας γέλασε ειρωνικά.</p><p>«Ο Λεονάρντο Βέτρα ήταν άντρας με βαθιά πίστη, κι όμως</p><p>διέκρινα φόβο στα μάτια του χτες το βράδυ. Ένα φόβο από τον</p><p>οποίο φρόντισα να τον απαλλάξω».</p><p>Η Βιτόρια, η οποία δεν είχε μιλήσει μέχρι τότε, πετάχτηκε</p><p>απότομα όρθια, με το κορμί της να δονείται από μίσος.</p><p>«Δολοφόνε! Ήταν ο πατέρας μου!»</p><p>Ένα μοχθηρό γέλιο ακούστηκε από το ηχείο.</p><p>«Ο πατέρας σου; Τι μαθαίνω; Ο Βέτρα είχε μια κόρη; Πρέπει να</p><p>ξέρεις ότι ο μπαμπάκας σου κλαψούριζε σαν παιδάκι στο τέλος.</p><p>Ήταν μάλλον θλιβερό. Αξιοθρήνητο ανθρωπάκι».</p><p>Η Βιτόρια παραλίγο να σωριαστεί κάτω στο άκουσμα των</p><p>τελευταίων λέξεων, σαν να είχε δεχτεί ένα δυνατό χτύπημα. Ο</p><p>Λάνγκντον έσπευσε να την πιάσει, όμως εκείνη ξαναβρήκε την</p><p>ισορροπία της και κάρφωσε τα σκούρα μάτια της στο τηλέφωνο.</p><p>«Ορκίζομαι στη ζωή μου, πριν τελειώσει αυτή η νύχτα θα σʹ έχω</p><p>ανακαλύψει». Η φωνή της ήταν κοφτερή σαν σπαθί. «Κι όταν</p><p>συμβεί αυτό...»</p><p>Ο άντρας γέλασε βραχνά.</p><p>«Μια γυναίκα με φλόγα! Ερεθίζομαι... Ίσως πριν τελειώσει αυτή η</p><p>νύχτα να σʹ έχω βρει εγώ. Κι όταν συμβεί αυτό...»</p><p>Άφησε τη φράση του να αιωρείται στην ατμόσφαιρα απειλητικά.</p><p>Ύστερα η γραμμή έκλεισε.</p><p>42</p><p>Ο ΚΑΡΔΙΝΑΛΙΟΣ ΜΟΡΤΑΤΙ ίδρωνε πλέον κάτω από το μαύρο</p><p>ράσο του. Όχι μόνο επειδή η Καπέλα Σιξτίνα είχε αρχίσει να</p><p>θυμίζει σάουνα, αλλά και επειδή το κονκλάβιο ήταν</p><p>προγραμματισμένο να ξεκινήσει σε είκοσι λεπτά, και ακόμα δεν</p><p>είχε κανένα νέο από τους τέσσερις καρδινάλιους που απουσίαζαν.</p><p>Καθώς η ανεξήγητη απουσία παρατεινόταν, οι αρχικοί ψίθυροι</p><p>απορίας μεταξύ των υπόλοιπων καρδινάλιων είχαν μετατραπεί</p><p>σε φανερή ανησυχία.</p><p>Ο Μορτάτι δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα μπορούσαν να</p><p>βρίσκονται οι τέσσερις άντρες. Μήπως με τον καμεράριο; Γνώριζε</p><p>ότι ο γραμματέας του κεκοιμημένου Πάπα είχε καλέσει για τσάι</p><p>τους τέσσερις εκλεκτούς νωρίτερα εκείνο το απόγευμα, όπως</p><p>όριζε η παράδοση, όμως αυτό είχε γίνει πριν από ώρες. Μήπως</p><p>αρρώστησαν; Άραγε τους πείραξε κάτι που έφαγαν; Ο Μορτάτι</p><p>αμφέβαλλε. Ακόμα και ετοιμοθάνατοι, οι τέσσερις εκλεκτοί θα</p><p>φρόντιζαν να είναι παρόντες...</p><p>Μόνο μία φορά στη ζωή του ‐συνήθως καμία‐ είχε ένας</p><p>καρδινάλιος την ευκαιρία να εκλεγεί Υπέρτατος Ποντίφικας, και,</p><p>σύμφωνα με το νόμο του Βατικανού, ο υποψήφιος έπρεπε να</p><p>βρίσκεται μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα κατά τη διάρκεια της</p><p>ψηφοφορίας. Διαφορετικά, δεν ήταν εκλόγιμος.</p><p>Παρότι υπήρχαν τέσσερις εκλεκτοί, ελάχιστοι καρδινάλιοι</p><p>αμφέβαλλαν πραγματικά για το ποιος θα εκλεγόταν στο αξίωμα</p><p>του Ποντίφικα. Τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες είχε σημειωθεί</p><p>ένας καταιγισμός από φαξ και τηλεφωνήματα στο πλαίσιο της</p><p>συζήτησης για τους πιθανούς υποψήφιους. Όπως ήταν το έθιμο,</p><p>τέσσερα άτομα είχαν επιλεγεί ως εκλεκτοί υποψήφιοι, το καθένα</p><p>από τα οποία πληρούσε όλες τις άτυπες προϋποθέσεις για να</p><p>γίνει Πάπας:</p><p>Γνώση της ιταλικής, της ισπανικής και της αγγλικής γλώσσας.</p><p>Κανένα κρυμμένο μυστικό. Μεταξύ εξήντα πέντε και ογδόντα</p><p>ετών.</p><p>Ως συνήθως, ένας από τους εκλεκτούς είχε ξεχωρίσει από τους</p><p>άλλους ως ο άντρας που το Κολέγιο των Καρδινάλιων σκόπευε να</p><p>Εκλέξει. Απόψε ο άντρας αυτός ήταν ο καρδινάλιος του Μιλάνου,</p><p>ο Άλντο Μπάτζια. Το άψογο βιογραφικό του σε συνδυασμό με την</p><p>ασύγκριτη ευχέρεια του στις ξένες γλώσσες και την ικανότητα</p><p>του να συλλαμβάνει και να μεταδίδει την ουσία της</p><p>πνευματικότητας είχαν ως αποτέλεσμα να αναδειχτεί</p><p>αδιαφιλονίκητο φαβορί.</p><p>Πού στο διάβολο βρίσκεται, λοιπόν; αναρωτιόταν ο Μορτάτι. Ο</p><p>γηραιός ιερωμένος ανησυχούσε ιδιαίτερα για την απουσία των</p><p>τεσσάρων καρδινάλιων επειδή είχε αναλάβει το καθήκον της</p><p>εποπτείας του κονκλαβίου. Μία βδομάδα πριν το Κολέγιο των</p><p>Καρδινάλιων τον είχε αναδείξει ομόφωνα στο αξίωμα του</p><p>Μεγάλου Εκλέκτορα, δηλαδή του καρδινάλιου που διευθύνει τις</p><p>διαδικασίες του κονκλαβίου. Παρότι ο καμεράριος ήταν ο</p><p>επικεφαλής της εκκλησίας μέχρι την εκλογή του νέου Πάπα, ήταν</p><p>απλώς ένας ιερέας και δε διέθετε την απαραίτητη εξοικείωση με</p><p>την πολύπλοκη εκλογική διαδικασία. Έτσι, επιλεγόταν ένας</p><p>καρδινάλιος για να επιβλέπει την τελετή μέσα στην Καπέλα</p><p>Σιξτίνα.</p><p>Οι καρδινάλιοι συχνά αστειεύονταν λέγοντας ότι η ανάδειξη στο</p><p>αξίωμα του Μεγάλου Εκλέκτορα ήταν η πιο άχαρη τιμή στον</p><p>κόσμο της χριστιανοσύνης, καθώς σήμαινε ότι ο καρδινάλιος που</p><p>το καταλάμβανε δεν ήταν εκλόγιμος για τον παπικό θρόνο.</p><p>Επιπλέον, απαιτούσε πολλές μέρες προετοιμασίας πριν από το</p><p>κονκλάβιο, κατά τη διάρκεια των οποίων ο συγκεκριμένος</p><p>καρδινάλιος μελετούσε ενδελεχώς τις σελίδες του τυπικού,</p><p>αφομοιώνοντας όλες τις λεπτομέρειες του παμπάλαιου</p><p>τελετουργικού του κονκλαβίου προκειμένου να εξασφαλιστεί η</p><p>σωστή διεξαγωγή των εκλογών.</p><p>Ο Μορτάτι όμως δεν αισθανόταν πικρία. Ήξερε ότι αποτελούσε</p><p>τη λογική επιλογή. Όχι μόνο ήταν ο γηραιότερος καρδινάλιος</p><p>αλλά είχε υπάρξει και στενός συνεργάτης του αποβιώσαντος</p><p>Πάπα, γεγονός που ενίσχυε ακόμα περισσότερο το κύρος του.</p><p>Παρότι τυπικά ο Μορτάτι ήταν εκλόγιμος, καθώς βρισκόταν κάτω</p><p>από το καθορισμένο όριο ηλικίας, ήταν μάλλον πολύ μεγάλος για</p><p>να θέσει σοβαρή υποψηφιότητα. Στα εβδομήντα εννέα του</p><p>χρόνια, είχε ήδη ξεπεράσει το άτυπο όριο πέρα από το οποίο το</p><p>Κολέγιο των Καρδινάλιων δεν πίστευε ότι θα μπορούσε κανείς να</p><p>τα βγάλει πέρα με το εξαντλητικό πρόγραμμα στο οποίο</p><p>καλούνταν να ανταποκριθεί ο νέος Πάπας. Ένας Ποντίφικας</p><p>εργαζόταν δεκατέσσερις ώρες τη μέρα επί εφτά μέρες τη</p><p>βδομάδα, για να πεθάνει από εξάντληση έπειτα από εξίμισι</p><p>χρόνια παραμονής του στο θρόνο, κατά μέσο όρο. Ένα αστείο που</p><p>κυκλοφορούσε μεταξύ των καρδινάλιων ήταν</p><p>ότι η αποδοχή της</p><p>παπικής τιάρας αποτελούσε «τον ταχύτερο δρόμο για τον</p><p>παράδεισο».</p><p>Όπως πίστευαν πολλοί, ο Μορτάτι θα μπορούσε να είχε γίνει</p><p>Πάπας όταν ήταν νεότερος, αν δεν είχε τόσο προοδευτικές</p><p>αντιλήψεις. Όμως στο θέμα της διεκδίκησης του παπικού θρόνου</p><p>μία ήταν η «Αγία Τριάδα»: συντηρητισμός, συντηρητισμός και</p><p>συντηρητισμός.</p><p>Ο Μορτάτι πάντοτε θεωρούσε ειρωνεία της τύχης το γεγονός ότι ο</p><p>κεκοιμημένος Πάπας ‐ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του‐ είχε</p><p>αποδειχτεί απρόσμενα φιλελεύθερος όταν ανέλαβε τελικά τα</p><p>καθήκοντα του. Ίσως επειδή είχε αισθανθεί ότι ο σύγχρονος</p><p>κόσμος απομακρύνεται από την εκκλησία, είχε πραγματοποιήσει</p><p>ανοίγματα, υιοθετώντας ηπιότερη στάση απέναντι στις</p><p>επιστήμες, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να κάνει δωρεές</p><p>χρημάτων για επιλεγμένες επιστημονικές έρευνες. Δυστυχώς, η</p><p>κίνηση αυτή αποδείχτηκε πολιτική αυτοκτονία. Οι συντηρητικοί</p><p>καθολικοί δήλωσαν δημόσια ότι ο Πάπας είχε πάθει «άνοια», ενώ</p><p>οι φανατικοί υποστηρικτές της επιστήμης τον κατηγόρησαν ότι</p><p>επιχειρούσε να διευρύνει την επιρροή της εκκλησίας σε τομείς</p><p>όπου αυτή δεν είχε καμία απολύτως θέση.</p><p>«Μα πού βρίσκονται;»</p><p>Ο Μορτάτι στράφηκε πίσω του.</p><p>Ένας από τους καρδινάλιους τον χτυπούσε νευρικά στον ώμο.</p><p>«Γνωρίζετε πού βρίσκονται, έτσι δεν είναι;»</p><p>Ο Μορτάτι προσπάθησε να μη δείξει ιδιαίτερα ανήσυχος.</p><p>«Πιθανόν να είναι ακόμα με τον καμεράριο».</p><p>«Τέτοια ώρα; Κάτι τέτοιο θα ήταν τελείως ανορθόδοξο!» Ο</p><p>καρδινάλιος δε φαινόταν να πείθεται. «Μήπως ο καμεράριος</p><p>έχασε την αίσθηση του χρόνου;»</p><p>Ο Μορτάτι ειλικρινά αμφέβαλλε, όμως δεν είπε τίποτα. Ήξερε</p><p>πολύ καλά ότι οι περισσότεροι καρδινάλιοι δεν είχαν σε ιδιαίτερη</p><p>εκτίμηση τον καμεράριο, θεωρώντας ότι ήταν πολύ νέος για να</p><p>κατέχει μια θέση τόσο κοντά στον Πάπα. Ό Μορτάτι υποψιαζόταν</p><p>ότι μεγάλο μέρος της αντιπάθειας των καρδινάλιων οφειλόταν</p><p>στη ζήλια. Ο ίδιος πραγματικά θαύμαζε το νεαρό άντρα και</p><p>επικροτούσε μυστικά την επιλογή του αποβιώσαντος Πάπα για τη</p><p>θέση του προσωπικού του γραμματέα. Ο Μορτάτι διέκρινε</p><p>ακλόνητη πίστη και αφοσίωση όταν κοιτούσε στα μάτια τον</p><p>καμεράριο. Σε αντίθεση με πολλούς καρδινάλιους, ο νεαρός</p><p>ιερέας έβαζε την εκκλησία και την πίστη πάνω από τα</p><p>μικροπολιτικά συμφέροντα. Ήταν πραγματικά άνθρωπος του</p><p>Θεού.</p><p>Καθʹ όλη τη διάρκεια της θητείας του η ακλόνητη αφοσίωση του</p><p>καμεράριου είχε γίνει θρυλική. Πολλοί την απέδιδαν σε ένα</p><p>θαυμαστό γεγονός που είχε συμβεί στην παιδική του ηλικία, ένα</p><p>γεγονός που θα άφηνε ανεξίτηλο σημάδι στην καρδιά κάθε</p><p>ανθρώπου. Το θαύμα και τα υπέροχα αποτελέσματα τον...</p><p>σκέφτηκε ο Μορτάτι, ο οποίος συχνά ευχόταν να είχε βιώσει και</p><p>εκείνος στην παιδική του ηλικία ένα γεγονός που θα γεννούσε</p><p>αυτού του είδους την ακλόνητη πίστη.</p><p>Δυστυχώς για την εκκλησία ‐και αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο</p><p>Μορτάτι‐, ο καμεράριος δε θα γινόταν ποτέ Πάπας σε μεγαλύτερη</p><p>ηλικία. Η άνοδος στον παπικό θρόνο προϋπέθετε κάποιο βαθμό</p><p>πολιτικής φιλοδοξίας, κάτι που ο νεαρός γραμματέας προφανώς</p><p>δε διέθετε. Είχε απορρίψει επανειλημμένα την προσφορά</p><p>υψηλότερων ιερατικών αξιωμάτων από τον Πάπα του, λέγοντας</p><p>ότι προτιμούσε να υπηρετεί την εκκλησία ως ένας απλός</p><p>άνθρωπος.</p><p>«Τι γίνεται τώρα;» Ο καρδινάλιος χτύπησε ξανά τον Μορτάτι στον</p><p>ώμο, περιμένοντας μια απάντηση.</p><p>Εκείνος σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.</p><p>«Με συγχωρείτε;»</p><p>«Έχουν αργήσει! Τι θα κάνουμε;»</p><p>«Τι μπορούμε να κάνουμε;» απάντησε ο Μορτάτι. «θα</p><p>περιμένουμε. Έχοντας πίστη».</p><p>Εμφανώς δυσαρεστημένος με την απάντηση αυτή, ο καρδινάλιος</p><p>εξαφανίστηκε πάλι στις σκιές του παρεκκλησίου.</p><p>Ο Μορτάτι στάθηκε ακίνητος για λίγη ώρα, τρίβοντας τους</p><p>κροτάφους του και προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό του.</p><p>Πράγματι, τι θα κάνουμε; Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω από</p><p>την Αγία Τράπεζα και στάθηκε στην περίφημη τοιχογραφία του</p><p>Μιχαήλ Άγγελου. Η Δευτέρα Παρουσία. Η εικόνα αυτή όμως δε</p><p>λειτούργησε καθόλου κατευναστικά. Ήταν μια τρομακτική</p><p>τεράστια απεικόνιση του Ιησού Χρίστου να χωρίζει την</p><p>ανθρωπότητα σε ευσεβείς και αμαρτωλούς, στέλνοντας τους</p><p>δεύτερους στην κόλαση. Σάρκες κρέμονταν, σώματα καίγονταν,</p><p>ενώ σε κάποιο σημείο διακρινόταν και ένας από τους</p><p>ανταγωνιστές του Μιχαήλ Άγγελου εξόριστος στην κόλαση και</p><p>με αφτιά γαϊδάρου. Ο Γκι ντε Μοπασάν είχε γράψει κάποτε ότι η</p><p>τοιχογραφία αυτή έμοιαζε με τις παραστάσεις που βλέπει κανείς</p><p>ζωγραφισμένες από κάποιον αδαή καρβουνιάρη στα αντίσκηνα</p><p>που φιλοξενούν αγώνες πάλης στο πλαίσιο κάποιου</p><p>καρναβαλιού.</p><p>Ο καρδινάλιος Μορτάτι δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει.</p><p>43</p><p>Ο ΛΑΝΓΚΝΤΟΝ ΣΤΕΚΟΤΑΝ ακίνητος πίσω από το αλεξίσφαιρο</p><p>παράθυρο του Πάπα και χάζευε αφηρημένα την κίνηση γύρω από</p><p>τα φορτηγάκια των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην πλατεία του</p><p>Αγίου Πέτρου. Η ανατριχιαστική συνομιλία στο τηλέφωνο του</p><p>είχε αφήσει μια αίσθηση βάρους, ανυπόφορης εσωτερικής πίεσης.</p><p>Δεν αισθανόταν ο εαυτός του.</p><p>Οι Πεφωτισμένοι, σαν κάποιο πανάρχαιο ερπετό, είχαν αναδυθεί</p><p>μέσα από τα απύθμενα βάθη της ιστορίας και είχαν τυλιχτεί</p><p>ασφυκτικά γύρω από τον προαιώνιο εχθρό τους. Δεν είχαν</p><p>κανένα αίτημα. Δεν επιθυμούσαν καμία διαπραγμάτευση.</p><p>Ήθελαν εκδίκηση. Δαιμονικά απλό. Εξαιρετικά αποτελεσματικό.</p><p>Μια εκδίκηση που σχεδιαζόταν επί τετρακόσια χρόνια. Όπως</p><p>φαινόταν, έπειτα από αιώνες διώξεων, η επιστήμη ανταπέδιδε το</p><p>χτύπημα.</p><p>Ο καμεράριος καθόταν στο γραφείο του με τα μάτια καρφωμένα</p><p>στο τηλέφωνο, αλλά χωρίς να το βλέπει στην πραγματικότητα. Ο</p><p>Ολιβέτι ήταν ο πρώτος που έσπασε τη σιωπή.</p><p>«Κάρλο», είπε, χρησιμοποιώντας το μικρό όνομα του καμεράριου,</p><p>μιλώντας περισσότερο σαν κουρασμένος φίλος παρά σαν</p><p>αξιωματικός, «επί είκοσι έξι χρόνια εκτελώ πιστά το καθήκον που</p><p>ανέλαβα με όρκο, να προστατεύω με τη ζωή μου αυτό το γραφείο.</p><p>Φαίνεται όμως ότι απόψε ατιμάστηκα».</p><p>Ο καμεράριος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.</p><p>«Εσείς κι εγώ υπηρετούμε το Θεό από διαφορετικές θέσεις, όμως η</p><p>υπηρεσία πάντοτε αποτελεί τιμή».</p><p>«Αυτά τα γεγονότα... Δεν μπορώ να φανταστώ πώς... Η</p><p>κατάσταση αυτή...» Ο Ολιβέτι έδειχνε να τα έχει χαμένα.</p><p>«Συνειδητοποιείτε ότι έχουμε μία και μοναδική επιλογή. Έχω</p><p>ευθύνη για την ασφάλεια του Κολεγίου των Καρδινάλιων».</p><p>«Φοβάμαι ότι η ευθύνη αυτή ήταν δική μου, κύριε».</p><p>«Επομένως οι άντρες σας θα επιβλέψουν την άμεση εκκένωση της</p><p>Καπέλα Σιξτίνα...»</p><p>«Κύριε;»</p><p>«Μπορούμε να εξετάσουμε αργότερα τις υπόλοιπες ενέργειες στις</p><p>οποίες μπορούμε να προβούμε, όπως τη διεξαγωγή έρευνας για</p><p>την ανακάλυψη αυτής της συσκευής, την εξαπόλυση</p><p>ανθρωποκυνηγητού για τον εντοπισμό των εκλεκτών και των</p><p>απαγωγέων τους. Όμως πρώτα οι καρδινάλιοι πρέπει να</p><p>οδηγηθούν σε ασφαλές μέρος. Η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και η</p><p>διαφύλαξη της αποτελεί πρώτη προτεραιότητα. Οι άντρες αυτοί</p><p>αποτελούν τα θεμέλια της εκκλησίας μας».</p><p>«Εννοείτε ότι θέλετε να ματαιωθεί το κονκλάβιο τώρα αμέσως;»</p><p>«Έχω άλλη επιλογή;»</p><p>«Και η ευθύνη σας για την εκλογή του νέου Πάπα;»</p><p>Ο νεαρός καμεράριος αναστέναξε και στράφηκε προς το</p><p>παράθυρο, αφήνοντας το βλέμμα του να ταξιδέψει πάνω από την</p><p>πόλη της Ρώμης, που φαινόταν στον ορίζοντα.</p><p>«Η Αγιότητα του μου είχε πει κάποτε ότι ο Πάπας είναι ένας</p><p>άντρας μοιρασμένος ανάμεσα σε δυο κόσμους, τον πραγματικό</p><p>και το θεϊκό. Και η προειδοποίηση του ήταν πάντοτε η ίδια: Η</p><p>εκκλησία που αγνοεί την επίγεια πραγματικότητα δε θα επιζήσει</p><p>για να απολαύσει την ουράνια». Η φωνή του ξαφνικά ηχούσε</p><p>υπερβολικά ώριμη και σοφή για την ηλικία του. «Βρισκόμαστε</p><p>αντιμέτωποι με τον πραγματικό κόσμο απόψε. Θα ήταν</p><p>αλαζονεία το να προσπαθήσουμε να τον αγνοήσουμε. Η</p><p>περηφάνια και η παράδοση�� δεν είναι δυνατόν να επικρατήσουν</p><p>της λογικής».</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε καταφατικά, εμφανώς εντυπωσιασμένος.</p><p>«Σας είχα υποτιμήσει, κύριε».</p><p>Ο καμεράριος</p><p>δε φάνηκε να τον άκουσε. Το βλέμμα του ταξίδευε</p><p>κάπου μακριά.</p><p>«Θα μιλήσω ανοιχτά, κύριε. Ο πραγματικός κόσμος είναι ο δικός</p><p>μου κόσμος. Βυθίζομαι στην ασχήμια του καθημερινά, έτσι ώστε</p><p>κάποιοι άλλοι να έχουν την ευκαιρία να αναζητήσουν κάτι</p><p>αγνότερο. Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω τη συμβουλή μου για</p><p>την παρούσα κατάσταση. Πρόκειται για το είδος της κατάστασης</p><p>που εκπαιδεύτηκα να αντιμετωπίζω. Αυτό που σας υπαγορεύει το</p><p>ένστικτο σας, παρότι ευγενές, θα μπορούσε... να αποδειχτεί</p><p>καταστροφικό».</p><p>Ο καμεράριος γύρισε και τον κοίταξε.</p><p>Ο Ολιβέτι αναστέναξε.</p><p>«Η εκκένωση της Καπέλα Σιξτίνα και η απομάκρυνση του</p><p>Κολεγίου των Καρδινάλιων είναι το χειρότερο πράγμα που θα</p><p>μπορούσατε να κάνετε αυτή τη στιγμή».</p><p>Ο καμεράριος δε φάνηκε να θίγεται, απλώς έδειχνε χαμένος.</p><p>«Τι προτείνετε;»</p><p>«Μην πείτε τίποτα στους καρδινάλιους. Σφραγίστε το κονκλάβιο.</p><p>Έτσι θα κερδίσουμε χρόνο για να δοκιμάσουμε άλλες λύσεις».</p><p>Ο καμεράριος φάνηκε να προβληματίζεται έντονα.</p><p>«Μου προτείνετε να κρατήσω ολόκληρο το Κολέγιο των</p><p>Καρδινάλιων πάνω από μια ωρολογιακή βόμβα;»</p><p>«Μάλιστα, κύριε. Για την ώρα. Αργότερα, εφόσον παραστεί</p><p>ανάγκη, μπορούμε να οργανώσουμε την απομάκρυνση τους».</p><p>Ο καμεράριος έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Η αναβολή της τελετής πριν από την έναρξή της αποτελεί από</p><p>μόνη της αιτία διεξαγωγής ερευνών, όμως μόλις σφραγιστούν οι</p><p>πόρτες τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει. Η διαδικασία του</p><p>κονκλαβίου υποχρεώνει...»</p><p>«Θυμηθείτε, μιλάμε για τον πραγματικό κόσμο, κύριε. Απόψε</p><p>ζείτε σʹ αυτόν. Ακουστέ με προσεκτικά». Ο Ολιβέτι μιλούσε τώρα</p><p>με τον κοφτό τρόπο ενός αξιωματικού στο μέτωπο. «Το να</p><p>αφήσουμε εκατόν εξήντα πέντε καρδινάλιους απροστάτευτους</p><p>μέσα στη Ρώμη, χωρίς να έχουμε λάβει κανένα μέτρο και δίχως</p><p>καμία προετοιμασία, θα ήταν μεγάλη απερισκεψία. Θα</p><p>προκαλούσε αναστάτωση και πανικό σε κάποιους πολύ</p><p>ηλικιωμένους άντρες, και, ειλικρινά, ένα μοιραίο εγκεφαλικό</p><p>είναι αρκετό γιʹ αυτό το μήνα».</p><p>Ένα μοιραίο εγκεφαλικό. Η φράση του διοικητή έκανε τον</p><p>Λάνγκντον να θυμηθεί τους τίτλους των εφημερίδων που είχε</p><p>διαβάσει κατά τη διάρκεια ενός δείπνου με κάποιους φοιτητές του</p><p>στο Χάρβαρντ:</p><p>Ο ΠΑΠΑΣ ΥΠΕΣΤΗ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ. ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ.</p><p>«Εκτός αυτού», συνέχισε ο Ολιβέτι, «η Καπέλα Σιξτίνα είναι</p><p>πραγματικό φρούριο. Αν και φροντίζουμε να μην το</p><p>διατυμπανίζουμε, το παρεκκλήσι έχει ενισχυθεί και μπορεί να</p><p>αντέξει σε οποιαδήποτε επίθεση, εκτός κι αν γίνει με πυραύλους.</p><p>Εν όψει του κονκλαβίου, ερευνήσαμε κάθε εκατοστό του κτιρίου</p><p>σήμερα το απόγευμα, σαρώνοντας το χώρο για να εντοπίσουμε</p><p>κοριούς ή άλλες συσκευές παρακολούθησης. Το παρεκκλήσι είναι</p><p>καθαρό, είμαι βέβαιος ότι η αντιύλη δε βρίσκεται εκεί μέσα. Δεν</p><p>υπάρχει ασφαλέστερο μέρος στο οποίο θα μπορούσαν να</p><p>βρίσκονται οι καρδινάλιοι αυτή τη στιγμή. Εξάλλου μπορούμε να</p><p>επανέλθουμε στην επιλογή της εκκένωσης αργότερα, εφόσον η</p><p>κατάσταση οδηγηθεί εκεί».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε εντυπωσιαστεί. Η ψυχρή λογική του Ολιβέτι</p><p>του θύμιζε τον Κέλερ.</p><p>«Διοικητά», είπε η Βιτόρια με φωνή γεμάτη ένταση, «υπάρχουν</p><p>και άλλες παράμετροι τις οποίες πρέπει να εξετάσουμε. Κανείς</p><p>δεν είχε δημιουργήσει μέχρι τώρα τόσο μεγάλη ποσότητα</p><p>αντιύλης. Μόνο κατά προσέγγιση υπολογισμούς μπορώ να κάνω</p><p>για την εμβέλεια της έκρηξης. Ενδεχομένως να κινδυνεύει και</p><p>μέρος της Ρώμης. Αν ο κύλινδρος βρίσκεται σε κάποιο από τα</p><p>κεντρικά κτίρια του Βατικανού ή κάτω από την επιφάνεια της γης,</p><p>οι ζημιές έξω από τα τείχη πιθανότατα θα είναι ελάχιστες, αν</p><p>όμως βρίσκεται κοντά στην περίμετρο... Μέσα σε αυτό το κτίριο,</p><p>για παράδειγμα...»</p><p>Γύρισε και κοίταξε με νόημα το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί</p><p>στην πλατεία του Αγίου Πέτρου.</p><p>«Έχω πλήρη συναίσθηση των ευθυνών μου απέναντι στον έξω</p><p>κόσμο», απάντησε ο Ολιβέτι, «κι αυτό καθιστά την κατάσταση</p><p>ακόμα δυσκολότερη. Η προστασία αυτού του ιερού χώρου ήταν η</p><p>αποκλειστική μου έγνοια εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Δεν</p><p>έχω καμία απολύτως πρόθεση να επιτρέψω να εκραγεί αυτό το</p><p>όπλο».</p><p>Ο καμεράριος Βεντρέσκα σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε</p><p>πάνω του.</p><p>«Πιστεύετε ότι μπορείτε να το βρείτε;»</p><p>«Δώστε μου λίγο χρόνο για να συζητήσω τις πιθανές</p><p>εναλλακτικές λύσεις με κάποιους από τους ειδικούς που διαθέτει</p><p>η Ελβετική Φρουρά. Υπάρχει μια πιθανότητα, αν διακόψουμε την</p><p>παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στην Πόλη του Βατικανού, να</p><p>περιορίσουμε την εκπομπή ραδιοσυχνοτήτων και να</p><p>δημιουργήσουμε ένα αρκετά ʺκαθαρόʺ περιβάλλον ώστε να</p><p>εντοπίσουμε το μαγνητικό πεδίο αυτού του κυλίνδρου».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε να εκπλήσσεται. Στη συνέχεια ρώτησε,</p><p>εντυπωσιασμένη.</p><p>«Δηλαδή θα προκαλέσετε μπλακάουτ στην Πόλη του Βατικανού;»</p><p>«Ίσως. Δεν ξέρω ακόμα αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, όμως είναι</p><p>μια επιλογή που θα ήθελα να εξετάσω».</p><p>«Οι καρδινάλιοι σίγουρα θα αναρωτηθούν τι συνέβη», σχολίασε η</p><p>Βιτόρια.</p><p>Ο Ολιβέτι έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Τα κονκλάβια διεξάγονται υπό το φως των κεριών. Οι</p><p>καρδινάλιοι δε θα αντιληφθούν το παραμικρό. Μόλις</p><p>σφραγιστούν οι πόρτες, θα μπορέσω να αποσύρω όλους τους</p><p>άντρες μου, αφήνοντας μόνο λίγους φρουρούς στην περίμετρο,</p><p>και να ξεκινήσω έρευνα. Εκατό άντρες μπορούν να καλύψουν</p><p>μεγάλη επιφάνεια μέσα σε πέντε ώρες».</p><p>«Τέσσερις ώρες», τον διόρθωσε η Βιτόρια. «Πρέπει να μεταφέρω</p><p>αεροπορικώς τον κύλινδρο πίσω στο CERN. Η έκρηξη είναι</p><p>αναπόφευκτη αν δεν επαναφορτιστούν οι μπαταρίες».</p><p>«Δεν υπάρχει τρόπος να γίνει αυτό εδώ;»</p><p>Η Βιτόρια κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.</p><p>«Το σύστημα σύνδεσης είναι πολύπλοκο. Θα το είχα φέρει μαζί</p><p>μου, αν μπορούσα».</p><p>«Τέσσερις ώρες, λοιπόν», είπε ο Ολιβέτι, συνοφρυωμένος. «Είναι</p><p>αρκετός ο χρόνος. Ο πανικός δε βοηθάει σε τίποτα. Κύριε, έχετε</p><p>δέκα λεπτά. Πηγαίνετε στο παρεκκλήσι και σφραγιστέ το</p><p>κονκλάβιο.</p><p>Δώστε στους άντρες μου λίγο χρόνο για να κάνουν τη δουλειά</p><p>τους.</p><p>Θα αφήσουμε τις κρίσιμες αποφάσεις για όταν θα φτάσουμε</p><p>κοντά στην κρίσιμη ώρα».</p><p>Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε πόσο κοντά στην «κρίσιμη ώρα» ήταν</p><p>διατεθειμένος ο Ολιβέτι να αφήσει να φτάσει η κατάσταση.</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε προβληματισμένος.</p><p>«Μα το Κολέγιο των Καρδινάλιων θα ρωτήσει για τους εκλεκτούς,</p><p>ειδικά για τον Μπάτζια... Πού θα τους πούμε ότι βρίσκονται;»</p><p>«Θα πρέπει να σκεφτείτε κάτι, κύριε. Πείτε τους ότι κατά τη</p><p>διάρκεια του τσαγιού προσφέρατε κάτι στους τέσσερις</p><p>καρδινάλιους που τους προκάλεσε στομαχικές διαταραχές».</p><p>Ο καμεράριος φάνηκε να σοκάρεται με την πρόταση.</p><p>«Μου ζητάτε να σταθώ μπροστά στο ιερό της Καπέλα Σιξτίνα και</p><p>να πω ψέματα στο Κολέγιο των Καρδινάλιων;»</p><p>«Για τη δική τους ασφάλεια. Una bugia pietase, ένα αθώο ψέμα.</p><p>Έργο σας είναι η διατήρηση της τάξης». Ο Ολιβέτι κινήθηκε προς</p><p>την πόρτα. «Τώρα, με την άδεια σας, πρέπει να ξεκινήσω».</p><p>«Διοικητά», επέμεινε ο καμεράριος, «δεν μπορούμε απλώς να</p><p>γυρίσουμε τις πλάτες στους αγνοούμενους καρδινάλιους».</p><p>Ο Ολιβέτι σταμάτησε στο κατώφλι.</p><p>«Ο Μπάτζια και οι άλλοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή έξω από τη</p><p>σφαίρα επιρροής μας. Είμαστε αναγκασμένοι να τους αφήσουμε...</p><p>Για το καλό του συνόλου. Στο στρατό αυτό ονομάζεται</p><p>ʺαναγκαστική επιλογήʺ».</p><p>«Μήπως εννοείτε εγκατάλειψη;»</p><p>Η φωνή του διοικητή σκλήρυνε.</p><p>«Αν υπήρχε κάποιος τρόπος, κύριε... Αν υπήρχε η παραμικρή</p><p>πιθανότητα να εντοπίσουμε τους τέσσερις καρδινάλιους, θα έδινα</p><p>τη ζωή μου για να τους απελευθερώσουμε. Όμως...» Έκανε ένα</p><p>νόημα προς την άλλη άκρη του δωματίου, δείχνοντας τα</p><p>παράθυρα, πίσω από τα οποία ο απογευματινός ήλιος χρύσιζε</p><p>πάνω σε μια απέραντη θάλασσα από ρωμαϊκές στέγες. «Δεν έχω</p><p>τα μέσα για να ερευνήσω μια πόλη πέντε εκατομμυρίων</p><p>κατοίκων. Δεν πρόκειται να σπαταλήσω πολύτιμο χρόνο σε μια</p><p>μάταιη προσπάθεια μόνο και μόνο για να καθησυχάσω τη</p><p>συνείδηση μου. Λυπάμαι».</p><p>Η Βιτόρια πετάχτηκε ξαφνικά.</p><p>«Όμως, αν συλλαμβάναμε το δολοφόνο, δε θα μπορούσατε να τον</p><p>κάνετε να μιλήσει;»</p><p>Ο Ολιβέτι την κοίταξε συνοφρυωμένος.</p><p>«Οι στρατιώτες δεν έχουν την πολυτέλεια να είναι άγιοι, κυρία</p><p>Βέτρα. Πιστέψτε με, συμμερίζομαι απόλυτα την επιθυμία σας να</p><p>συλληφθεί αυτός ο άντρας και κατανοώ τα προσωπικά σας</p><p>κίνητρα».</p><p>«Δεν είναι μόνο προσωπικά», είπε εκείνη. «Ο δολοφόνος ξέρει που</p><p>βρίσκεται η αντιύλη... και οι αγνοούμενοι καρδινάλιοι. Αν</p><p>μπορούσαμε με κάποιον τρόπο να τον βρούμε...»</p><p>«Να πέσουμε στην παγίδα τους;» είπε ο Ολιβέτι. «Πιστέψτε με, το</p><p>να αφήσουμε την Πόλη του Βατικανού χωρίς καμία προστασία</p><p>προκειμένου να παρακολουθήσουμε εκατοντάδες εκκλησίες είναι</p><p>ακριβώς αυτό που ελπίζουν οι Πεφωτισμένοι ότι θα κάνουμε...</p><p>Ότι θα σπαταλήσουμε πολύτιμο χρόνο και δυνάμεις, όταν θα</p><p>έπρεπε να ψάχνουμε... Ή, ακόμα χειρότερα, ότι θα αφήσουμε την</p><p>Τράπεζα του Βατικανού τελείως αφύλαχτη. Για να μην αναφερθώ</p><p>στους υπόλοιπους καρδινάλιους».</p><p>Είχε δίκιο, και το ήξεραν.</p><p>«Αν στρεφόμασταν στην αστυνομία της Ρώμης;» ρώτησε ο</p><p>καμεράριος. «θα μπορούσαμε να ενημερώσουμε τις ιταλικές</p><p>αστυνομικές δυνάμεις για την κρίση και να ζητήσουμε τη βοήθεια</p><p>τους για τον εντοπισμό του απαγωγέα των καρδινάλιων».</p><p>«Κι αυτό θα ήταν λάθος», είπε ο Ολιβέτι. «Γνωρίζετε τι</p><p>συναισθήματα τρέφουν οι αστυνομικοί της Ρώμης για εμάς. Θα</p><p>πετυχαίναμε μόνο μερικές χλιαρές προσπάθειες ελάχιστων</p><p>αντρών, ενώ ταυτόχρονα εκείνοι θα έβρισκαν την ευκαιρία να</p><p>πουλήσουν την κρίση που αντιμετωπίζουμε στα διεθνή μέσα</p><p>μαζικής ενημέρωσης, πράγμα που είναι ακριβώς αυτό που θέλουν</p><p>οι εχθροί μας. Ούτως ή άλλως, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα</p><p>ενημερωθούν πολύ σύντομα, δε χρειάζεται να κάνουμε τα</p><p>πράγματα πιο εύκολα γιʹ αυτούς».</p><p>Θα κάνω τους τέσσερις καρδινάλιους αστέρες τον μέσων μαζικής</p><p>ενημέρωσης, θυμήθηκε ο Λάνγκντον τα λόγια του δολοφόνου. Το</p><p>πτώμα του πρώτου θα ανακαλυφθεί στις οχτώ ακριβώς. Και θα</p><p>ακολουθήσουν τα υπόλοιπα, ένα ανά ώρα. Τα ΜΜΕ θα</p><p>ξετρελαθούν.</p><p>Ο καμεράριος μιλούσε ξανά, όμως αυτή τη φορά διακρίνονταν και</p><p>κάποια ίχνη θυμού στη φωνή του.</p><p>«Διοικητά, δε θα μπορούμε να έχουμε τη συνείδηση μας ήσυχη αν</p><p>δεν κάνουμε κάτι για τους αγνοούμενους καρδινάλιους!»</p><p>Ο Ολιβέτι κοίταξε τον καμεράριο βαθιά μέσα στα μάτια του.</p><p>«Η προσευχή του αγίου Φραγκίσκου, κύριε... Τη θυμάστε;»</p><p>Ο νεαρός ιερέας απήγγειλε τον έναν και μοναδικό στίχο με πόνο</p><p>ψυχής.</p><p>«Θεέ μου, δώσε μου τη δύναμη να αποδεχτώ τα πράγματα που</p><p>δεν μπορώ να αλλάξωʺ».</p><p>«Πιστέψτε με», είπε ο Ολιβέτι, «αυτό είναι ένα από τα πράγματα</p><p>για τα οποία μιλάει».</p><p>Ύστερα βγήκε από το δωμάτιο.</p><p>44</p><p>Τα ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ του BBC βρίσκονται στο Λονδίνο, λίγο</p><p>δυτικότερα από το Πικαντίλι. Η γραμμή του τηλεφωνικού κέντρου</p><p>άρχισε να βουίζει και μια νεαρή δόκιμη δημοσιογράφος σήκωσε</p><p>το ακουστικό.</p><p>«BBC», είπε, σβήνοντας το τσιγάρο της.</p><p>Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν τραχιά, με μια</p><p>προφορά που θύμιζε Μέση Ανατολή.</p><p>«Έχω μια καταπληκτική είδηση για την οποία ίσως να</p><p>ενδιαφέρεται το δίκτυο σας».</p><p>Η δημοσιογράφος πήρε ένα στιλό και ένα έντυπο καταγραφής</p><p>πληροφοριών.</p><p>«Ποιο είναι το θέμα;»</p><p>«Η εκλογή του Πάπα».</p><p>Η νεαρή γυναίκα έκανε μια γκριμάτσα. To BBC είχε ήδη</p><p>μεταδώσει ένα σχετικό ρεπορτάζ την προηγούμενη μέρα και τα</p><p>ποσοστά τηλεθέασης ήταν μέτρια. Το κοινό, φαίνεται, δεν έδειχνε</p><p>ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πόλη του Βατικανού.</p><p>«Και τι το ιδιαίτερο έχετε να μας πείτε;»</p><p>«Έχετε κάποιο ρεπόρτερ στη Ρώμη που να καλύπτει την εκλογή;»</p><p>«Νομίζω πως ναι».</p><p>«Πρέπει να του μιλήσω απευθείας».</p><p>«Λυπάμαι, όμως δεν μπορώ να σας δώσω αυτό τον αριθμό χωρίς</p><p>να έχω κάποια ιδέα περί τίνος...»</p><p>«Υπάρχει κάποια απειλή για το κονκλάβιο. Αυτό μόνο μπορώ να</p><p>σας πω».</p><p>Η δημοσιογράφος κρατούσε σημειώσεις.</p><p>«Το όνομα σας;»</p><p>«Το όνομα μου δεν έχει σημασία».</p><p>Η δημοσιογράφος δεν εξεπλάγη.</p><p>«Και διαθέτετε αποδείξεις για την αλήθεια του ισχυρισμού σας;»</p><p>«Ναι».</p><p>«Ευχαρίστως να καταγράψω τις πληροφορίες, όμως δε</p><p>συνηθίζουμε να δίνουμε τα τηλέφωνα των δημοσιογράφων μας,</p><p>εκτός...»</p><p>«Καταλαβαίνω. Θα καλέσω κάποιο άλλο δίκτυο. Ευχαριστώ για</p><p>το χρόνο που μου διαθέσατε. Καλό βρά...»</p><p>«Μισό λεπτό!» είπε εκείνη. «Μπορείτε να περιμένετε στη</p><p>γραμμή;»</p><p>Η δημοσιογράφος έβαλε τον άντρα στην αναμονή και τέντωσε το</p><p>λαιμό της για να ξεπιαστεί. Η τέχνη της διάκρισης των πιθανών</p><p>τηλεφωνημάτων από φαρσέρ δε βασιζόταν, βέβαια, σε ακριβή</p><p>επιστημονικά δεδομένα, όμως ο άντρας που περίμενε στη γραμμή</p><p>είχε μόλις περάσει τα δυο έμμεσα τεστ που έκανε το BBC για να</p><p>σιγουρευτεί για την εγκυρότητα μιας τηλεφωνικής πηγής. Ο</p><p>άντρας είχε αρνηθεί να δώσει το όνομα του και δεν είχε πρόβλημα</p><p>να κλείσει το τηλέφωνο. Οι φαρσέρ και εκείνοι που κυνηγούσαν</p><p>δεκαπέντε δευτερόλεπτα δημοσιότητας συνήθως κλαψούριζαν</p><p>και παρακαλούσαν.</p><p>Ευτυχώς για την ίδια, οι ρεπόρτερ ζούσαν με τον αιώνιο φόβο</p><p>μήπως χάσουν το μεγάλο ρεπορτάζ, κι έτσι σπάνια της τα</p><p>έψελναν όταν τους περνούσε κάποια γραμμή και το άτομο με το</p><p>οποίο μιλούσαν αποδεικνυόταν φαντασιόπληκτο ή και εντελώς</p><p>παρανοϊκό.</p><p>Η απώλεια πέντε λεπτών από το χρόνο κάποιου δημοσιογράφου</p><p>συγχωρούνταν. Η απώλεια του πρώτου θέματος της επόμενης</p><p>μέρας, όχι. Πνίγοντας ένα χασμουρητό, κοίταξε την οθόνη του</p><p>υπολογιστή της και πληκτρολόγησε τις λέξεις «Πόλη του</p><p>Βατικανού». Όταν είδε το όνομα του ρεπόρτερ που κάλυπτε το</p><p>θέμα της εκλογής του νέου Πάπα χαμογέλασε πονηρά. Ήταν</p><p>καινούριος στο BBC. το κανάλι τον είχε πάρει από κάποια από τις</p><p>πάμπολλες κίτρινες φυλλάδες του Λονδίνου για να καλύπτει</p><p>μερικά από τα λιγότερο σημαντικά θέματα. Ο αρχισυντάκτης</p><p>προφανώς τον ξεκίνησε από τα χαμηλά...</p><p>Πιθανότατα θα βαριόταν αφόρητα, περιμένοντας ολόκληρο το</p><p>βράδυ για να κάνει ένα ρεπορτάζ διάρκειας δέκα δευτερολέπτων.</p><p>Θα της ήταν ευγνώμων για αυτό το διάλειμμα στη μονοτονία του.</p><p>Η νεαρή δημοσιογράφος του BBC έγραψε σε ένα χαρτί τον αριθμό</p><p>του ρεπόρτερ που βρισκόταν στο Βατικανό. Ύστερα, ανάβοντας</p><p>άλλο ένα τσιγάρο, έδωσε στον ανώνυμο άντρα το τηλέφωνο.</p><p>45</p><p>«ΔΕ ΘΑ ΠΕΤΥΧΕΙ», είπε η Βιτόρια, βηματίζοντας νευρικά πάνω</p><p>κάτω στο Γραφείο του Πάπα. Γύρισε και κοίταξε τον καμεράριο.</p><p>«Ακόμα κι αν η ομάδα των Ελβετών φρουρών μπορέσει να</p><p>φιλτράρει τις ηλεκτρονικές παρεμβολές, θα πρέπει να βρεθεί</p><p>κυριολεκτικά πάνω από τον κύλινδρο για να μπορέσει να</p><p>εντοπίσει κάποιο σήμα. Και αυτό με την προϋπόθεση ότι θα είναι</p><p>δυνατή η πρόσβαση στον κύλινδρο, ότι δε θα υπάρχουν άλλα</p><p>εμπόδια. Τι γίνεται όμως αν είναι κλεισμένος μέσα σε ένα</p><p>μεταλλικό κουτί και θαμμένος σε κάποιο σημείο στους κήπους; Ή</p><p>αν βρίσκεται μέσα σε κάποιο μεταλλικό σωλήνα εξαερισμού; Δεν</p><p>υπάρχει περίπτωση να τον εντοπίσουν αν συμβαίνει κάτι τέτοιο.</p><p>Και τι γίνεται αν οι Πεφωτισμένοι έχουν πράγματι διεισδύσει</p><p>στην Ελβετική Φρουρά; Ποιος μπορεί να μας διαβεβαιώσει ότι η</p><p>έρευνα θα γίνει σωστά;»</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε εξουθενωμένος.</p><p>«Τι προτείνετε, κυρία Βέτρα;»</p><p>Η Βιτόρια ένιωσε να φουντώνει. Μα δεν είναι προφανές;</p><p>«Προτείνω, κύριέ μου, να πάρετε κι άλλα προληπτικά μέτρα</p><p>αμέσως. Μπορούμε να ελπίζουμε, κόντρα σε κάθε λογική, ότι η</p><p>έρευνα του διοικητή θα φέρει αποτέλεσμα. Όμως κοιτάξτε έξω</p><p>από το παράθυρο. Βλέπετε όλους αυτούς τους ανθρώπους; Αυτά</p><p>τα κτίρια γύρω από την πλατεία; Τα φορτηγάκια των καναλιών;</p><p>Τους τουρίστες; Όλα αυτά πιθανότατα βρίσκονται μέσα στην</p><p>εμβέλεια της έκρηξης. Πρέπει να αναλάβετε δράση τώρα».</p><p>Ο καμεράριος έκανε ένα αόριστο νεύμα.</p><p>Η Βιτόρια είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Ο Ολιβέτι είχε πείσει τους</p><p>πάντες ότι υπήρχε αρκετός χρόνος, εκείνη όμως ήξερε ότι, αν</p><p>διέρρεε η είδηση σχετικά με την κατάσταση που αντιμετώπιζε το</p><p>Βατικανό, ολόκληρη η γύρω περιοχή θα κατακλυζόταν από</p><p>περίεργους μέσα</p><p>σε ελάχιστα λεπτά. Το είχε δει να συμβαίνει μια</p><p>φορά, έξω από το κτίριο του Ελβετικού Κοινοβουλίου. Αρκετά</p><p>άτομα κρατούνταν όμηροι υπό την απειλή βόμβας, κι όταν</p><p>κυκλοφόρησε η είδηση, χιλιάδες άνθρωποι συνέρευσαν έξω από</p><p>το κτίριο για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της υπόθεσης.</p><p>Παρά τις προειδοποιήσεις της αστυνομίας ότι υπήρχε κίνδυνος, το</p><p>πλήθος ολοένα και έσφιγγε τον κλοιό, πλησιάζοντας πιο κοντά</p><p>στο σημείο του ενδιαφέροντος. Τίποτα δεν κεντρίζει την</p><p>ανθρώπινη περιέργεια περισσότερο από μια τραγωδία.</p><p>«Κύριε», επέμεινε η Βιτόρια, «ο άντρας που δολοφόνησε τον</p><p>πατέρα μου βρίσκεται κάπου εκεί έξω. Κάθε κύτταρο του</p><p>σώματος μου θέλει να δράσει, να τον κυνηγήσει και να τον</p><p>τιμωρήσει όπως του αξίζει. Όμως στέκομαι στο γραφείο σας...</p><p>επειδή είμαι υπεύθυνη απέναντί σας. Απέναντι σε εσάς και σε</p><p>κάποιους άλλους. Κινδυνεύουν ζωές, κύριε. Με ακούτε;»</p><p>Ο καμεράριος δεν απάντησε.</p><p>Η Βιτόρια μπορούσε να νιώσει την καρδιά της να σφυροκοπάει</p><p>δυνατά. Γιατί δεν μπορεί η Ελβετική Φρουρά να εντοπίσει αυτό</p><p>τον καταραμένο απαγωγέα; ο δολοφόνος των Πεφωτισμένων</p><p>είναι το κλειδί! Ξέρει πού βρίσκεται η αντιύλη... Διάβολε, ξέρει</p><p>πού βρίσκονται οι καρδινάλιοι! Πιάνουμε το δολοφόνο, και όλα</p><p>λύνονται.</p><p>Η Βιτόρια καταλάβαινε ότι ήταν έτοιμη να χάσει την ψυχραιμία</p><p>της. Βίωνε εκείνο το αλλόκοτο συναίσθημα που αποτελούσε πια</p><p>μακρινή ανάμνηση από τα παιδικά της χρόνια, από τα χρόνια στο</p><p>ορφανοτροφείο, όταν την κυρίευε η απελπισία και δεν είχε τρόπο</p><p>να την αντιμετωπίσει. Έχεις τον τρόπο, είπε στον εαυτό της,</p><p>πάντοτε υπάρχει ένας τρόπος. Δεν ωφελούσε. Οι σκέψεις της ήταν</p><p>σκόρπιες, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Ήταν ερευνήτρια,</p><p>δουλειά της ήταν να λύνει προβλήματα. Όμως το συγκεκριμένο</p><p>ήταν ένα πρόβλημα χωρίς λύση. Τι στοιχεία απαιτούνται; Τι</p><p>χρειάζεσαι; Ζήτησε από τον εαυτό της να πάρει βαθιές ανάσες,</p><p>όμως, για πρώτη φορά στη ζωή της, δεν μπορούσε. Πνιγόταν.</p><p>Ο Λάνγκντον είχε δυνατό πονοκέφαλο. Αισθανόταν ότι</p><p>ισορροπούσε στα όρια της λογικής. Παρακολουθούσε τη Βιτόρια</p><p>και τον καμεράριο, όμως από το μυαλό του περνούσαν φριχτές</p><p>εικόνες: εκρήξεις, οι δημοσιογράφοι να κατακλύζουν την περιοχή,</p><p>οι κάμερες να καταγράφουν τα όσα διαδραματίζονταν, τέσσερις</p><p>σημαδεμένοι άνθρωποι...</p><p>Shaitan... Εωσφόρος... Φορέας του Φωτός... Σατανάς...</p><p>Έδιωξε τις τρομερές εικόνες από το μυαλό του. Οργανωμένη</p><p>τρομοκρατική ενέργεια, υπενθύμισε στον εαυτό του,</p><p>επιστρέφοντας στην πραγματικότητα. Πρόκληση χάους.</p><p>Θυμήθηκε ένα σεμινάριο που είχε παρακολουθήσει κάποτε στο</p><p>Κολέγιο Ράντκλιφ, όταν έκανε μια έρευνα γύρω από τα σύμβολα</p><p>των πραιτοριανών. Από τότε έβλεπε την τρομοκρατία με τελείως</p><p>διαφορετικό τρόπο.</p><p>«Η τρομοκρατία», είχε πει ο καθηγητής που έδινε τη διάλεξη,</p><p>«έχει έναν και μοναδικό στόχο. Ποιος είναι αυτός;»</p><p>«Η δολοφονία αθώων;» πρότεινε ένας φοιτητής.</p><p>«Λάθος. Ο θάνατος είναι απλώς ένα παράγωγο της</p><p>τρομοκρατίας».</p><p>«Η επίδειξη δύναμης;»</p><p>«Όχι. Δε γίνεται προσπάθεια να πειστεί κάποιος».</p><p>«Η πρόκληση τρόμου;»</p><p>«Το θέσατε σωστά. Πολύ απλά, ο στόχος της τρομοκρατίας είναι</p><p>να προξενήσει τρόμο και φόβο. Ο φόβος υπονομεύει την πίστη</p><p>στο κατεστημένο. Εξασθενίζει τον εχθρό εκ των έσω,</p><p>προκαλούντος αναταραχή στις μάζες. Σημειώστε αυτό που θα</p><p>σας πω: Η τρομοκρατία δεν είναι έκφραση οργής. Η τρομοκρατία</p><p>είναι ένα πολιτικό όπλο. Αν καταρρεύσει η εντύπωση του</p><p>αλάθητου μιας κυβέρνησης, καταρρέει και η πίστη των</p><p>ανθρώπων σε αυτή».</p><p>Απώλεια πίστης...</p><p>Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά; Αναρωτήθηκε πως θα αντιδρούσαν</p><p>οι χριστιανοί σε ολόκληρο τον κόσμο βλέποντας το θέαμα των</p><p>πτωμάτων των καρδινάλιων που θα εγκαταλείπονταν σαν ψόφια</p><p>σκυλιά στο δρόμο. Αν η πίστη ενός χειροτονημένου ιερέα δεν</p><p>μπορούσε να τον προστατέψει από τις σκοτεινές δυνάμεις του</p><p>Σατανά, τι ελπίδα υπήρχε για τους υπόλοιπους; Ο Λάνγκντον</p><p>ένιωθε σφυριές στο κεφάλι του... Διάφορες φωνές πάλευαν ποια</p><p>θα ακουστεί πιο δυνατά μέσα στο μυαλό του.</p><p>Η πίστη δε μας προστατεύει. Φάρμακα και αερόσακοι, αυτά είναι</p><p>πράγματα που μας προστατεύουν. Ο Θεός δε μας προστατεύει. Η</p><p>ευφυΐα μας μας προστατεύει. Η φώτιση. Πρέπει να εναποθέσουμε</p><p>την πίστη μας σε κάτι που έχει απτά αποτελέσματα. Πότε ήταν η</p><p>τελευταία φορά που περπάτησε κάποιος πάνω στο νερό; Τα</p><p>σύγχρονα θαύματα ανήκουν στην επιστήμη: υπολογιστές,</p><p>εμβόλια, διαστημικοί σταθμοί, ακόμα και το θεϊκό θαύμα της</p><p>Δημιουργίας. Ύλη από το τίποτα... Μέσα σε ένα εργαστήριο.</p><p>Ποιος χρειάζεται το Θεό; Όχι, η επιστήμη είναι ο Θεός.</p><p>Η φωνή του δολοφόνου αντηχούσε μέσα στο μυαλό του</p><p>Λάνγκντον. Τα μεσάνυχτα... Μια μαθηματική ακολουθία</p><p>θανάτων... Θυσία παρθένων στο βωμό της επιστήμης...</p><p>Και τότε ξαφνικά, σαν το πλήθος που σκορπίζει στον ήχο ενός</p><p>πυροβολισμού, οι φωνές χάθηκαν.</p><p>Ο Ρόμπερτ Λάνγκντον τινάχτηκε όρθιος. Η καρέκλα του έπεσε</p><p>προς τα πίσω, βροντώντας στο μαρμάρινο δάπεδο.</p><p>Η Βιτόρια και ο καμεράριος ύψωσαν τρομαγμένοι τα μάτια τους.</p><p>«Δεν το έβλεπα...» ψιθύρισε ο Λάνγκντον σαν μαγεμένος. «Ήταν</p><p>μπροστά στα μάτια μου...»</p><p>«Δεν έβλεπες τι πράγμα;» ρώτησε επιτακτικά η Βιτόρια.</p><p>Ο Λάνγκντον στράφηκε στον ιερέα.</p><p>«Πάτερ, επί τρία χρόνια υπέβαλλα διαρκώς αιτήματα σε αυτό το</p><p>γραφείο για να μου επιτραπεί η πρόσβαση στα αρχεία του</p><p>Βατικανού. Το αίτημα μου απορρίφτηκε εφτά φορές».</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, λυπάμαι, όμως αυτή δεν είναι η πιο</p><p>κατάλληλη ώρα για να εκφράσετε τέτοιες διαμαρτυρίες».</p><p>«Πρέπει να αποκτήσω πρόσβαση αμέσως. Οι τέσσερις</p><p>αγνοούμενοι καρδινάλιοι... Ίσως κατορθώσω να εντοπίσω τα</p><p>σημεία όπου πρόκειται να δολοφονηθούν».</p><p>Η Βιτόρια τον κοιτούσε έκπληκτη, σίγουρη ότι κάτι δεν είχε</p><p>καταλάβει καλά.</p><p>Ο καμεράριος έδειχνε δύσπιστος, σαν να ήταν ο αποδέκτης ενός</p><p>κακόγουστου αστείου.</p><p>«Περιμένετε να πιστέψω ότι αυτές οι πληροφορίες βρίσκονται στα</p><p>αρχεία μας;»</p><p>«Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι θα καταφέρω να τις αποσπάσω</p><p>εγκαίρως, όμως αν μου επιτρέψετε να...»</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, πρέπει να βρίσκομαι στην Καπέλα Σιξτίνα σε</p><p>τέσσερα λεπτά. Τα αρχεία βρίσκονται στην άλλη άκρη της Πόλης</p><p>του Βατικανού».</p><p>«Μιλάς σοβαρά, έτσι δεν είναι;»</p><p>Η Βιτόρια τους διέκοψε κοιτάζοντας τον Λάνγκντον βαθιά μέσα</p><p>στα μάτια, αντιλαμβανόμενη ότι εκείνος δεν αστειευόταν.</p><p>«Δεν είναι ώρα για αστεία», είπε ο Αμερικανός.</p><p>«Πάτερ», είπε η Βιτόρια γυρίζοντας προς το μέρος του</p><p>καμεράριου, «αν υπάρχει κάποια πιθανότητα, έστω και η</p><p>παραμικρή, να βρούμε που θα γίνουν αυτές οι δολοφονίες, ίσως</p><p>μπορούμε να τοποθετήσουμε άντρες να παρακολουθούν...»</p><p>«Μα στα αρχεία;» επέμεινε ο καμεράριος. «Πώς είναι δυνατόν να</p><p>υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο εκεί;»</p><p>«Το να σας εξηγήσω», είπε ο Λάνγκντον, «θα πάρει περισσότερη</p><p>ώρα απʹ όση έχουμε στη διάθεση μας. Όμως, αν έχω δίκιο,</p><p>μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις πληροφορίες για να</p><p>συλλάβουμε τον Ασασίνο».</p><p>Ο καμεράριος είχε ένα ύφος ανθρώπου που ήθελε απελπισμένα</p><p>να πιστέψει, όμως για κάποιο λόγο δεν μπορούσε.</p><p>«Οι ιερότεροι κώδικες της χριστιανοσύνης φυλάσσονται σε αυτά</p><p>τα αρχεία. Πρόκειται για θησαυρούς που ούτε εγώ δεν έχω το</p><p>προνόμιο να δω».</p><p>«Έχω πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος».</p><p>«Η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο με έγγραφη άδεια του εφόρου και</p><p>του Συμβουλίου Βιβλιοθηκονόμων του Βατικανού».</p><p>«Ή», είπε με νόημα ο Λάνγκντον, «με παπική εντολή. Αναφέρεται</p><p>ρητά σε κάθε απορριπτική επιστολή που μου έχει στείλει ο έφορος</p><p>σας».</p><p>Ο καμεράριος έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Με όλο το σεβασμό», συνέχισε να πιέζει ο Λάνγκντον, «αν δεν</p><p>κάνω λάθος, η εντολή προέρχεται από αυτό το γραφείο. Και, αν</p><p>ερμηνεύω σωστά τους νόμους, απόψε αυτή τη θέση την κατέχετε</p><p>εσείς. Δεδομένων των συνθηκών...»</p><p>Ο καμεράριος έβγαλε ένα ρολόι τσέπης από το ράσο του και</p><p>κοίταξε την ώρα.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον,</p><p>τα μαύρα</p><p>μάτια του είχαν μια λάμψη προσμονής. Μια από τις πιο μυστικές</p><p>και φοβερές αδελφότητες που έκαναν ποτέ την εμφάνιση τους</p><p>στον πλανήτη είχε ζητήσει τις υπηρεσίες του. Έκαναν σοφή</p><p>επιλογή, σκέφτηκε. Τη φήμη της εχεμύθειας του ξεπερνούσε μόνο</p><p>η φήμη της φονικής αποτελεσματικότητας του.</p><p>Μέχρι στιγμής τους είχε υπηρετήσει άψογα. Είχε κάνει τη</p><p>δολοφονία και είχε παραδώσει το αντικείμενο στον Ιανό, όπως</p><p>του είχε ζητηθεί. Τώρα εξαρτιόταν από τον εργοδότη του να</p><p>χρησιμοποιήσει τη δύναμή του προκειμένου να διασφαλίσει την</p><p>επίκαιρη τοποθέτηση του αντικειμένου.</p><p>Την τοποθέτηση...</p><p>Ο δολοφόνος αναρωτήθηκε με ποιον τρόπο θα μπορούσε ο Ιανός</p><p>να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο τιτάνιο εγχείρημα. Ήταν προφανές</p><p>ότι ο άνθρωπος είχε διασυνδέσεις με κάποιους από μέσα... Η</p><p>έκταση της επιρροής της αδελφότητας φαινόταν ότι ήταν</p><p>απεριόριστη.</p><p>Ιανός, σκέφτηκε ο δολοφόνος. Κωδικό όνομα, προφανώς.</p><p>Αναρωτιόταν αν αποτελούσε αναφορά στη διπρόσωπη ρωμαϊκή</p><p>θεότητα... ή στο δορυφόρο του Κρόνου... Όχι ότι είχε διαφορά. Ο</p><p>Ιανός διέθετε ασύλληπτη δύναμη. Αυτό το είχε αποδείξει πέραν</p><p>αμφιβολίας.</p><p>Καθώς περπατούσε ο δολοφόνος φανταζόταν τους προγόνους του</p><p>να του χαμογελάνε. Σήμερα έδινε το δικό τους αγώνα, πολεμούσε</p><p>τον ίδιο εχθρό που είχαν πολεμήσει και εκείνοι για πολλά χρόνια,</p><p>από τον ενδέκατο αιώνα ακόμα, όταν ο στρατός των</p><p>σταυροφόρων του εχθρού είχε λεηλατήσει για πρώτη φορά τη γη</p><p>του, βιάζοντας και σκοτώνοντας τους ανθρώπους της φυλής του,</p><p>αποκαλώντας τους «ακάθαρτους», βεβηλώνοντας τους ναούς και</p><p>τους θεούς τους.</p><p>Οι προγονοί του είχαν σχηματίσει ένα μικρό αλλά φονικό στρατό</p><p>προκειμένου να προστατέψουν τους εαυτούς τους. Τα μέλη του</p><p>στρατού αυτού έγιναν θρύλος σε ολόκληρη τη χώρα, αποκτώντας</p><p>τεράστια φήμη ως θανάσιμα εκπαιδευμένοι εκτελεστές που</p><p>περιπλανιόνταν στην επαρχία σφάζοντας οποιονδήποτε από τους</p><p>εχθρούς μπορούσαν να εντοπίσουν. Έγιναν πασίγνωστοι όχι</p><p>μόνο για τους βίαιους φόνους που πραγματοποιούσαν αλλά και</p><p>για τον εορτασμό των επιτυχιών τους με την κατανάλωση ουσιών</p><p>που τους βύθιζαν σε νάρκη. Η αγαπημένη τους ουσία ήταν ένα</p><p>ισχυρό ναρκωτικό που το ονόμαζαν «χασίς».</p><p>Καθώς η φήμη τους εξαπλωνόταν, αυτοί οι άντρες με τις</p><p>θανάσιμες ικανότητες έγιναν γνωστοί με μία λέξη: «Ασασίνοι»,</p><p>που στην κυριολεξία σημαίνει «λάτρεις του χασίς». Το όνομα αυτό</p><p>έγινε συνώνυμο του θανάτου σχεδόν σε κάθε γλώσσα του</p><p>κόσμου. Η λέξη χρησιμοποιούνταν μέχρι και σήμερα, ακόμα και</p><p>στη σύγχρονη αγγλική γλώσσα,* όμως, όπως και η τέχνη του</p><p>φόνου, είχε εξελιχτεί.</p><p>Σήμαινε πλέον το στυγνό επαγγελματία δολοφόνο.</p><p>* Αναφορά στην αγγλική λέξη «assassin», που σημαίνει τον επαγγελματία</p><p>δολοφόνο, αυτόν που σκοτώνει ανθρώπους για οικονομικούς ή πολιτικούς</p><p>λόγους. (Σ,τ.Ε.)</p><p>6</p><p>ΕΞΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΛΕΠΤΑ είχαν περάσει όταν ο Ρόμπερτ</p><p>Λάνγκντον κατέβηκε από το αεροσκάφος και έκανε τα πρώτα του</p><p>βήματα στον ηλιόλουστο διάδρομο προσγείωσης, έχοντας ένα</p><p>ελαφρό αίσθημα ναυτίας και αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που</p><p>έβλεπε. Ένα δροσερό αεράκι ανασήκωνε τα πέτα του σακακιού</p><p>του. Η αίσθηση του να βρίσκεται πάλι σε ανοιχτό χώρο ήταν</p><p>υπέροχη. Μισόκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη θέα της</p><p>καταπράσινης πεδιάδας που απλωνόταν μπροστά του και των</p><p>χιονισμένων βουνών που την περιτριγύριζαν.</p><p>Ονειρεύομαι, σκέφτηκε. Από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσω.</p><p>«Καλώς ορίσατε στην Ελβετία», φώναξε ο πιλότος,</p><p>προσπαθώντας να ακουστεί πάνω από το βουητό των κινητήρων</p><p>του πρωτοποριακού αεροσκάφους Χ‐33 καθώς σταματούσαν</p><p>προοδευτικά να περιστρέφονται.</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν 7:07.</p><p>«Μόλις διασχίσατε έξι χρονικές ζώνες», του είπε ο πιλότος. «Η</p><p>ώρα είναι λίγο μετά τη μία το μεσημέρι εδώ».</p><p>Ο Λάννκντον ρύθμισε το ρολόι του.</p><p>«Πώς αισθάνεστε;»</p><p>Εκείνος έτριψε το στομάχι του.</p><p>«Σαν να έχω φάει αφρολέξ».</p><p>Ο πιλότος κούνησε το κεφάλι με κατανόηση.</p><p>«Ναυτία από το υψόμετρο. Πετάξαμε στα είκοσι χιλιάδες μέτρα.</p><p>Το σώμα σας ήταν κατά τριάντα τοις εκατό ελαφρύτερο εκεί</p><p>πάνω.</p><p>Ευτυχώς που είχαμε να κάνουμε μόνο αυτό το ταξιδάκι. Αν</p><p>είχαμε πάει στο Τόκιο, θα το είχα ανεβάσει μέχρι τα εκατόν</p><p>εξήντα χιλιόμετρα ύψος. Εκεί να βλέπατε πώς θα γινόταν το</p><p>στομάχι σας...»</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά με μια κουρασμένη κίνηση,</p><p>αποφασίζοντας πως έπρεπε να θεωρήσει τον εαυτό του τυχερό.</p><p>Λαμβανομένης υπόψη της απίστευτης ταχύτητας του ταξιδιού, η</p><p>εμπειρία της πτήσης δεν είχε τίποτα το εξαιρετικό. Εκτός από την</p><p>τρομερή επιτάχυνση κατά την απογείωση, η αίσθηση της κίνησης</p><p>του αεροπλάνου ήταν μάλλον η συνηθισμένη, με λίγες</p><p>αναταράξεις κατά διαστήματα, μερικές αλλαγές στην πίεση</p><p>καθώς κέρδιζαν ύψος, αλλά τίποτα απολύτως που να κάνει τον</p><p>επιβάτη να συνειδητοποιήσει ότι πραγματοποιούσαν το ταξίδι</p><p>τους με την ασύλληπτη ταχύτητα των 17.600 χιλιομέτρων την</p><p>ώρα.</p><p>Μια ομάδα τεχνικών έσπευσε αμέσως στο διάδρομο για να</p><p>ελέγξει το Χ‐33. Ο πιλότος συνόδεψε τον Λάνγκντον σε ένα μαύρο</p><p>Peugeot σεντάν που βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης πίσω από</p><p>τον πύργο ελέγχου. Λίγα λεπτά αργότερα κινούνταν με ταχύτητα</p><p>σε έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο που διέσχιζε την πεδιάδα. Στο</p><p>βάθος του ορίζοντα διακρινόταν αμυδρά ένα κτιριακό</p><p>συγκρότημα. Το αυτοκίνητο περνούσε σαν σφαίρα δίπλα από τα</p><p>καταπράσινα λιβάδια.</p><p>Ο Λάνγκντον δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε ότι ο πιλότος</p><p>έτρεχε με πάνω από εκατόν εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα. Μα τι</p><p>μανία έχει αυτός ο τύπος με την ταχύτητα; αναρωτήθηκε.</p><p>«Το εργαστήριο απέχει πέντε χιλιόμετρα», τον ενημέρωσε ο</p><p>πιλότος. «Θα βρισκόμαστε εκεί σε δύο λεπτά».</p><p>Ο Λάνγκντον έψαχνε μάταια για τη ζώνη ασφαλείας. Γιατί να μη</p><p>φτάσουμε εκεί σε τρία λεπτά αλλά ζωντανοί;</p><p>Το αυτοκίνητο συνέχιζε να τρέχει σαν βολίδα.</p><p>«Σας αρέσει η Ρίμπα*;» ρώτησε ο πιλότος βάζοντας μια κασέτα να</p><p>παίξει.</p><p>* Ο συγγραφέας αναφέρεται στη Ρίμπα Μακ Εντάιρ, δημοφιλή τραγουδίστρια</p><p>της κάντρι στις ΗΠΑ. (Σ.τ.Ε.)</p><p>Μια γυναίκα άρχισε να τραγουδάει: «Είναι απλώς ο φόβος της</p><p>μοναξιάς...»</p><p>Εγώ δε νιώθω τέτοιο φόβο, σκέφτηκε αφηρημένα ο Λάνγκντον. Οι</p><p>γυναίκες συνάδελφοί του συχνά τον πείραζαν λέγοντας του ότι η</p><p>συλλογή των τεχνουργημάτων που είχε συγκεντρώσει, η οποία</p><p>θα μπορούσε κάλλιστα να βρει μια θέση σε κάποιο μουσείο, δεν</p><p>ήταν τίποτα άλλο παρά μια ολοφάνερη προσπάθεια να γεμίσει</p><p>ένα άδειο σπίτι, ένα σπίτι το οποίο επέμεναν ότι θα ωφελούνταν</p><p>απίστευτα από την παρουσία μιας γυναίκας.</p><p>Ο Λάνγκντον αντιδρούσε πάντοτε σε αυτά τα σχόλια με γέλια,</p><p>υπενθυμίζοντας τους ότι είχε ήδη τρεις έρωτες στη ζωή του: τη</p><p>μελέτη των συμβόλων, το πόλο και την ελευθερία της εργένικης</p><p>ζωής, η οποία του επέτρεπε να ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο,</p><p>να κοιμάται μέχρι όσο αργά ήθελε το πρωί και να απολαμβάνει</p><p>ήσυχες βραδιές στο σπίτι παρέα με ένα μπράντι και ένα καλό</p><p>βιβλίο.</p><p>«Είμαστε σαν μια μικρή πόλη», είπε ο πιλότος, διακόπτοντας την</p><p>ονειροπόληση του Λάνγκντον. «Δεν υπάρχουν μόνο εργαστήρια</p><p>αλλά και διάφορα καταστήματα τροφίμων, νοσοκομείο, ακόμα</p><p>και κινηματογράφος».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε αφηρημένα και κοίταξε προς το αχανές</p><p>συγκρότημα κτιρίων που ορθωνόταν μπροστά τους.</p><p>«Μάλιστα», πρόσθεσε ο πιλότος, «διαθέτουμε τη μεγαλύτερη</p><p>μηχανή στον πλανήτη».</p><p>«Αλήθεια;»</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε τριγύρω διερευνητικά.</p><p>«Δε θα τη δείτε εκεί έξω, κύριε». Ο πιλότος χαμογέλασε.</p><p>«Βρίσκεται θαμμένη έξι επίπεδα κάτω από την επιφάνεια του</p><p>εδάφους».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν πρόλαβε να κάνει άλλη ερώτηση. Χωρίς καμία</p><p>προειδοποίηση, ο πιλότος κατέβασε απότομα το πόδι του στο</p><p>φρένο. Οι ρόδες μπλόκαραν και το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε</p><p>μπροστά από ένα θωρακισμένο φυλάκιο.</p><p>Ο Λάνγκντον διάβασε στα γαλλικά</p><p>είμαι έτοιμος να δώσω και τη ζωή μου απόψε,</p><p>και το εννοώ αυτό, προκειμένου να σώσω την εκκλησία μας».</p><p>Ο Λάνγκντον μπορούσε να καταλάβει ότι του έλεγε την αλήθεια</p><p>κοιτάζοντας απλώς τα καθάρια μάτια του άντρα που είχε</p><p>απέναντι του.</p><p>«Αυτά τα στοιχεία», ρώτησε ο καμεράριος, «πιστεύετε</p><p>πραγματικά ότι βρίσκονται εκεί; Και ότι μπορούν να μας</p><p>βοηθήσουν να εντοπίσουμε τις τέσσερις επίμαχες εκκλησίες;»</p><p>«Δε θα είχα υποβάλει τόσα αιτήματα για να μου επιτραπεί η</p><p>πρόσβαση αν δεν ήμουν πεπεισμένος. Η Ιταλία πέφτει λίγο</p><p>μακριά για να έρθει κανείς απλώς για ψυχαγωγία όταν ζει με ένα</p><p>μισθό καθηγητή. Υπάρχει ένα χειρόγραφο, ένα πανάρχαιο...»</p><p>«Παρακαλώ», τον διέκοψε ο καμεράριος. «Συγχωρέστε με, αλλά</p><p>το μυαλό μου δεν είναι σε θέση να απορροφήσει κι άλλες</p><p>λεπτομέρειες αυτή τη στιγμή. Γνωρίζετε που βρίσκονται τα</p><p>μυστικά αρχεία;»</p><p>Ο Λάνγκντον ένιωσε ένα κύμα ενθουσιασμού να τον</p><p>πλημμυρίζει.</p><p>«Ακριβώς πίσω από την πύλη της Αγίας Άννας».</p><p>«Εντυπωσιακό! Οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν ότι</p><p>βρίσκονται κάπου πέρα από τη μυστική πόρτα πίσω από το Θρόνο</p><p>του Αγίου Πέτρου».</p><p>«Όχι. Πρόκειται για συνηθισμένο λάθος».</p><p>«Ένας βιβλιοθηκάριος συνοδεύει διαρκώς κάθε επισκέπτη. Απόψε</p><p>όμως οι βιβλιοθηκάριοι απουσιάζουν. Αυτό που μου ζητάτε είναι</p><p>στην ουσία να έχετε πρόσβαση εν λευκώ. Ούτε καν οι καρδινάλιοι</p><p>δεν εισέρχονται ασυνόδευτοι».</p><p>«Θα μεταχειριστώ τους θησαυρούς σας με απόλυτο σεβασμό και</p><p>προσοχή. Οι βιβλιοθηκάριοι σας δε θα βρουν το παραμικρό ίχνος</p><p>της παρουσίας μου εκεί».</p><p>Οι καμπάνες του Αγίου Πέτρου άρχισαν να χτυπάνε. Ο</p><p>καμεράριος κοίταξε το ρολόι του.</p><p>«Πρέπει να φύγω». Κοντοστάθηκε για λίγο και στράφηκε προς</p><p>τον Λάνγκντον. «Θα στείλω έναν Ελβετό φρουρό να σας</p><p>συναντήσει στα αρχεία. Έχετε την εμπιστοσύνη μου, κύριε</p><p>Λάνγκντον. Πηγαίνετε».</p><p>Ο Αμερικανός καθηγητής είχε μείνει άφωνος.</p><p>Η φιγούρα του νεαρού ιερέα είχε τώρα κάτι το απόκοσμο.</p><p>Απλώνοντας το χέρι του, έσφιξε τον ώμο του Λάνγκντον με</p><p>απρόσμενη δύναμη.</p><p>«Θέλω να βρείτε αυτό που ψάχνετε. Και να το βρείτε γρήγορα».</p><p>46</p><p>ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ του Βατικανού βρίσκονται στην άκρη της</p><p>Αυλής του Boργία, πάνω σε ένα λόφο ακριβώς πίσω από την πύλη</p><p>της Αγίας Άννας. Συνολικά αποτελούνται από περισσότερους</p><p>των είκοσι χιλιάδων τόμους, ανάμεσα στους οποίους</p><p>περιλαμβάνονται, σύμφωνα με φήμες, αληθινοί θησαυροί, από τα</p><p>χαμένα ημερολόγια του Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι και</p><p>αδημοσίευτα βιβλία της Βίβλου.</p><p>Ο Λάνγκντον προχωρούσε με γρήγορο βήμα στην έρημη Βία</p><p>ντέλα Φονταμέντα κατευθυνόμενος προς τα αρχεία,</p><p>αδυνατώντας να πιστέψει ότι σε λίγη ώρα θα είχε πρόσβαση σε</p><p>κάτι που μέχρι πριν από λίγα μόλις λεπτά αποτελούσε ένα</p><p>άπιαστο όνειρο. Η Βιτόρια περπατούσε δίπλα του, ακολουθώντας</p><p>το ρυθμό του χωρίς κανένα πρόβλημα. Τα μαλλιά της ανέδιναν</p><p>ένα άρωμα αμυγδάλου όπως ανέμιζαν ελαφρά στην αύρα, και ο</p><p>Λάνγκντον ανάσαινε βαθιά, απολαμβάνοντας το. Κατάλαβε ότι</p><p>οι σκέψεις του είχαν αρχίσει να ξεστρατίζουν και ανακάλεσε τον</p><p>εαυτό του στην τάξη.</p><p>«Θα μου πεις για τι πράγμα ψάχνουμε;» τον ρώτησε η Βιτόρια.</p><p>«Για ένα μικρό βιβλίο γραμμένο από έναν τύπο που ονομάζεται</p><p>Γαλιλαίος».</p><p>Η νεαρή γυναίκα φάνηκε να εκπλήσσεται.</p><p>«Μιλάς σοβαρά; Και τι περιέχει;»</p><p>«Υποτίθεται ότι περιέχει κάτι που ονομάζεται ʺIl segnoʺ».</p><p>«Το σημάδι;»</p><p>«Σημάδι, στοιχείο, σύνθημα... Εξαρτάται από το πώς το</p><p>μεταφράζεις».</p><p>«Σημάδι για τι πράγμα;»</p><p>Ο Λάνγκντον άνοιξε το βήμα του.</p><p>«Για κάποια μυστική τοποθεσία. Οι Πεφωτισμένοι του Γαλιλαίου</p><p>έπρεπε να προστατεύονται από την Καθολική Εκκλησία, κι έτσι</p><p>όρισαν ένα σημείο συνάντησης εδώ στη Ρώμη, η τοποθεσία του</p><p>οποίου παρέμεινε επτασφράγιστο μυστικό. Το μέρος το ονόμασαν</p><p>ʺΕκκλησία της Φώτισηςʺ».</p><p>«Μεγάλο θράσος να ονομάσουν ένα σατανιστικό κρησφύγετο</p><p>ʺεκκλησίαʺ».</p><p>Ο Λάνγκντον κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.</p><p>«Οι Πεφωτισμένοι του Γαλιλαίου δεν ήταν ούτε κατά διάνοια</p><p>σατανιστές. Ήταν επιστήμονες που επιζητούσαν τη διαφώτιση.</p><p>Το σημείο συνάντησης τους ήταν απλώς ένα μέρος όπου</p><p>μπορούσαν να συγκεντρώνονται με ασφάλεια και να συζητάνε</p><p>θέματα τα οποία ήταν απαγορευμένα από την εκκλησία. Παρότι</p><p>γνωρίζουμε πως το μυστικό κρησφύγετο υπάρχει, μέχρι σήμερα</p><p>κανείς δεν έχει κατορθώσει να το εντοπίσει».</p><p>«Φαίνεται ότι οι Πεφωτισμένοι ξέρουν να κρατάνε καλά</p><p>κρυμμένα τα μυστικά τους».</p><p>«Πράγματι. Για την ακρίβεια, δεν αποκάλυψαν ποτέ που</p><p>βρίσκεται το κρησφύγετο τους σε κανέναν έξω από την</p><p>αδελφότητα. Η μυστικότητα αυτή αποτελούσε τη δικλίδα</p><p>ασφαλείας τους, δημιουργούσε όμως και πρόβλημα στη</p><p>στρατολόγηση νέων μελών».</p><p>«Δεν μπορούσαν να διευρύνουν τον κύκλο τους χωρίς να</p><p>προδώσουν την παρουσία τους», συμπέρανε η Βιτόρια, απόλυτα</p><p>εναρμονισμένη με τον Λάνγκντον όσον αφορά τόσο το ρυθμό</p><p>βάδισης όσο και την ταχύτητα της σκέψης.</p><p>«Ακριβώς. Τη δεκαετία του 1630 άρχισε να διαδίδεται η φήμη της</p><p>αδελφότητας και επιστήμονες από ολόκληρο τον κόσμο</p><p>ταξίδευαν μυστικά στη Ρώμη ελπίζοντας να γίνουν μέλη των</p><p>Πεφωτισμένων, ανυπομονώντας να δουν τον κόσμο μέσα από το</p><p>τηλεσκόπιο του Γαλιλαίου και να ακούσουν τις ιδέες του</p><p>κορυφαίου επιστήμονα. Δυστυχώς όμως, εξαιτίας της</p><p>μυστικότητας των Πεφωτισμένων, οι επιστήμονες που έφταναν</p><p>στη Ρώμη δεν ήξεραν πού έπρεπε να πάνε για να παρευρεθούν</p><p>στις συναντήσεις ή σε ποιον μπορούσαν να μιλήσουν με</p><p>ασφάλεια. Οι Illuminati χρειάζονταν νέο αίμα, όμως δεν</p><p>μπορούσαν να διακινδυνέψουν την ασφάλεια τους</p><p>αποκαλύπτοντας τους χώρους όπου κινούνταν».</p><p>Η Βιτόρια συνοφρυώθηκε.</p><p>«Άρα είχαν βρεθεί σε μια situazione senza soluzione, σε μια</p><p>αδιέξοδη κατάσταση».</p><p>«Ακριβώς. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».</p><p>«Και τι έκαναν τελικά;»</p><p>«Ήταν επιστήμονες. Μελέτησαν το πρόβλημα και βρήκαν μια</p><p>λύση. Και μάλιστα μια πανέξυπνη λύση. Οι Πεφωτισμένοι</p><p>δημιούργησαν έναν αριστοτεχνικό χάρτη που οδηγούσε τους</p><p>επιστήμονες στο καταφύγιο τους».</p><p>Η Βιτόρια φάνηκε ξαφνικά προβληματισμένη και επιβράδυνε το</p><p>βήμα της.</p><p>«Ένα χάρτη; Επιπόλαιη κίνηση. Τι θα συνέβαινε αν ένα</p><p>αντίγραφο έπεφτε σε λάθος χέρια...»</p><p>«Αδύνατον», είπε ο Λάνγκντον. «Δεν υπήρχε κανένα αντίγραφο.</p><p>Δεν ήταν από αυτούς τους χάρτες που χωράνε σε ένα κομμάτι</p><p>χαρτί. Είχε τεράστιο μέγεθος. Μιλάμε για ένα μονοπάτι</p><p>χαραγμένο κατά κάποιον τρόπο μέσα στην πόλη».</p><p>Η Βιτόρια επιβράδυνε το βήμα της ακόμα περισσότερο.</p><p>«Βέλη ζωγραφισμένα σε πεζοδρόμια;»</p><p>«Κατά κάποιον τρόπο, ναι, αλλά πολύ πιο διακριτικά. Ο χάρτης</p><p>αποτελούνταν από μια σειρά προσεκτικά συγκαλυμμένων</p><p>συμβολικών δεικτών που βρίσκονταν τοποθετημένοι σε δημόσια</p><p>θέα σε ολόκληρη την πόλη. Ο ένας δείκτης οδηγούσε στον</p><p>επόμενο... και αυτός στον επόμενο... και ούτω καθεξής. Το</p><p>μονοπάτι κατέληγε τελικά στο κρησφύγετο των Πεφωτισμένων».</p><p>Η Βιτόρια τον λοξοκοίταξε.</p><p>«Θυμίζει κυνήγι θησαυρού».</p><p>Ο Λάνγκντον έβαλε τα γέλια.</p><p>«Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι, ναι. Οι Πεφωτισμένοι</p><p>ονόμαζαν τη σειρά των δεικτών ʺΜονοπάτι της Φώτισηςʺ, και</p><p>όποιος ήθελε να γίνει μέλος της αδελφότητας ήταν</p><p>υποχρεωμένος να το ακολουθήσει μέχρι τέλους. Ήταν ένα είδος</p><p>δοκιμασίας».</p><p>«Όμως, αν το Βατικανό ήθελε να ανακαλύψει τους</p><p>Πεφωτισμένους», αναρωτήθηκε η Βιτόρια, «δε θα μπορούσε</p><p>απλώς να βάλει τους ανθρώπους του να ακολουθήσουν τους</p><p>δείκτες;»</p><p>«Όχι. Το μονοπάτι ήταν κρυφό. Ήταν ένας γρίφος σχεδιασμένος</p><p>με τέτοιον τρόπο ώστε μόνο συγκεκριμένοι άνθρωποι να έχουν</p><p>την ικανότητα να ακολουθήσουν τους δείκτες και να βρουν που</p><p>ήταν κρυμμένη η εκκλησία των Πεφωτισμένων. Οι Illummati το</p><p>είχαν σχεδιάσει έτσι ώστε να λειτουργεί για αυτόν που το</p><p>ακολουθούσε ως ένα είδος μύησης. Δεν αποτελούσε μόνο ένα</p><p>μέτρο ασφάλειας αλλά ταυτόχρονα και μια διαδικασία επιλογής</p><p>την πινακίδα μπροστά τους:</p><p>ΑΣΦΑΛΕΙΑ. ΣΤΟΠ.</p><p>Ξαφνικά ένιωσε ένα κύμα πανικού να τον κατακλύζει καθώς</p><p>συνειδητοποιούσε πού βρισκόταν.</p><p>«Θεέ μου! Δεν έφερα το διαβατήριο μου!»</p><p>«Τα διαβατήρια δεν είναι απαραίτητα», τον διαβεβαίωσε ο</p><p>πιλότος. «Έχουμε ειδική συμφωνία με την ελβετική κυβέρνηση».</p><p>Ο Λάνγκντον παρακολουθούσε άφωνος την ώρα που ο οδηγός</p><p>του έδειχνε στο φύλακα μια ταυτότητα. Ο σκοπός την πέρασε από</p><p>μια ηλεκτρονική συσκευή εξακρίβωσης στοιχείων. Στη μηχανή</p><p>άναψε ένα πράσινο φωτάκι.</p><p>«Όνομα επιβάτη;»</p><p>«Ρόμπερτ Λάνγκντον», απάντησε ο οδηγός.</p><p>«Τίνος καλεσμένος;»</p><p>«Του διευθυντή».</p><p>Ο σκοπός ανασήκωσε τα φρύδια του. Στράφηκε από την άλλη και</p><p>έλεγξε μια εκτύπωση από υπολογιστή, αντιπαραβάλλοντας τα</p><p>στοιχεία με εκείνα που εμφανίζονταν στην οθόνη του. Ύστερα</p><p>επέστρεψε στο παράθυρο.</p><p>«Καλή διαμονή, κύριε Λάνγκντον».</p><p>Το αμάξι ξεκίνησε και πάλι, διασχίζοντας σαν βολίδα τα διακόσια</p><p>περίπου μέτρα της κυκλικής διάβασης που οδηγούσε στην</p><p>κεντρική είσοδο των εγκαταστάσεων. Μπροστά τους ορθωνόταν</p><p>μια υπερμοντέρνα ορθογώνια κατασκευή από γυαλί και ατσάλι.</p><p>Ο Λάνγκντον εντυπωσιάστηκε από το πρωτοποριακό</p><p>αρχιτεκτονικό σχέδιο, που αξιοποιούσε διάφορα διαφανή υλικά.</p><p>Πάντοτε έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για την αρχιτεκτονική.</p><p>«Ο Γυάλινος Καθεδρικός», του εξήγησε ο συνοδός του.</p><p>«Εκκλησία;»</p><p>«Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια, το μόνο πράγμα που δεν υπάρχει</p><p>εδώ είναι μια εκκλησία. Η μόνη θρησκεία εδώ είναι η φυσική.</p><p>Μπορείτε να προφέρετε το όνομα του Κυρίου επί ματαίω όσο</p><p>συχνά θέλετε», πρόσθεσε γελώντας, «όμως προσέξτε μη μιλήσετε</p><p>άσχημα για κάποιο κουάρκ ή κανένα μεσόνιο».</p><p>Ο οδηγός έστριψε απότομα το αυτοκίνητο και σταμάτησε</p><p>μπροστά στο γυάλινο κτίριο. Ο Λάνγκντον είχε μείνει άφωνος</p><p>από την έκπληξη. Κουάρκ και μεσόνια; Κανένας συνοριακός</p><p>έλεγχος; Αεροσκάφη που ταξιδεύουν δεκαπέντε φορές ταχύτερα</p><p>από τον ήχο; Ποιοι στο διάβολο είναι αυτοί οι τύποι; Η επιγραφή</p><p>που ήταν χαραγμένη στη γρανιτένια πλάκα στην πρόσοψη του</p><p>κτιρίου τού πρόσφερε την απάντηση:</p><p>(CERN)</p><p>Conseil Europeen pour la</p><p>Recherche Nucleaire</p><p>«Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών;» ρώτησε ο Λάνγκντον,</p><p>αρκετά σίγουρος ότι η μετάφραση του ήταν σωστή.</p><p>Ο οδηγός δεν απάντησε. Είχε γείρει μπροστά και ήταν απα‐</p><p>σχολημένος με το κασετόφωνο του αυτοκινήτου.</p><p>«Εδώ είναι η στάση σας. Ο διευθυντής θα σας συναντήσει σε αυτή</p><p>την είσοδο».</p><p>Ο Λάνγκντον πρόσεξε έναν άντρα σε αναπηρική πολυθρόνα που</p><p>έβγαινε από το κτίριο. Έδειχνε εξηντάρης. Αδύνατος και τελείως</p><p>φαλακρός, με αυστηρό πιγούνι, φορούσε μια λευκή ποδιά</p><p>εργαστηρίου και γυαλιστερά παπούτσια που ήταν σταθερά</p><p>ακουμπισμένα στην ειδική μπάρα της πολυθρόνας. Ακόμα και</p><p>από απόσταση τα μάτια του έδειχναν εντελώς ψυχρά και χωρίς</p><p>ζωή, σαν δύο γκρίζες πέτρες.</p><p>«Αυτός είναι;» ρώτησε ο Λάνγκντον.</p><p>Ο οδηγός σήκωσε το κεφάλι του για να κοιτάξει λέγοντας:</p><p>«Δεν το πιστεύω...» Γύρισε και χαμογέλασε με νόημα στον</p><p>Λάνγκντον. «Κατά φωνή».</p><p>Χωρίς να ξέρει τι να περιμένει, ο Λάνγκντον κατέβηκε από το</p><p>όχημα.</p><p>Ο άντρας στην αναπηρική πολυθρόνα κατευθύνθηκε προς το</p><p>μέρος του με ταχύτητα και του πρότεινε το ιδρωμένο χέρι του.</p><p>«Ο κύριος Λάνγκντον; Μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Ονομάζομαι</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ».</p><p>7</p><p>ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝ ΚΕΛΕΡ, γενικό διευθυντή του CERN, τον</p><p>αποκαλούσαν πίσω από την πλάτη του «Konig», δηλαδή</p><p>«βασιλιά» στα γερμανικά. Ήταν ένας τίτλος που φανέρωνε</p><p>περισσότερο φόβο παρά σεβασμό προς το άτομο που κυβερνούσε</p><p>το βασίλειο του από το θρόνο της αναπηρικής του πολυθρόνας.</p><p>Παρότι ελάχιστοι τον γνώριζαν προσωπικά, η φρικιαστική ιστορία</p><p>του πώς είχε μείνει ανάπηρος είχε γίνει πια θρύλος στο CERN και</p><p>πάρα πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που τον κατηγορούσαν για την</p><p>πικρία του... ή για την ορκισμένη αφοσίωση του στην αληθινή</p><p>επιστήμη.</p><p>Ο Λάνγκντον είχε γνωρίσει τον Κέλερ λίγα μόλις λεπτά νωρίτερα</p><p>και ήδη διαισθανόταν ότι ο διευθυντής ήταν ο τύπος του</p><p>ανθρώπου‐ που κρατάει τις αποστάσεις. Ο Ρόμπερτ αναγκαζόταν</p><p>σχεδόν να τρέχει για να προλάβει την ηλεκτροκίνητη πολυθρόνα</p><p>του Κέλερ καθώς αυτή ανέπτυσσε αθόρυβα ταχύτητα</p><p>κατευθυνόμενη προς την κύρια είσοδο.</p><p>Ο Λάνγκντον δεν είχε ξαναδεί τέτοια αναπηρική πολυθρόνα.</p><p>Ήταν εξοπλισμένη με μια πλήρη σειρά ηλεκτρονικών συσκευών,</p><p>συμπεριλαμβανομένων ενός τηλεφώνου πολλαπλών γραμμών,</p><p>ενός συστήματος ασύρματης ειδοποίησης, μιας οθόνης</p><p>υπολογιστή, ακόμα και μιας μικρής αποσπώμενης</p><p>βιντεοκάμερας. Ήταν το κινητό διοικητήριο του «βασιλιά» Κέλερ.</p><p>Ο Λάνγκντον τον ακολούθησε, περνώντας μια αυτόματη πόρτα</p><p>που οδηγούσε στην αχανή αίθουσα υποδοχής του CERN.</p><p>Ο Γυάλινος Καθεδρικός, θυμήθηκε ο Αμερικανός καθηγητής.</p><p>Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά, προς τον ουρανό. Πάνω από το</p><p>κεφάλι του η γαλαζωπή γυάλινη οροφή λαμποκοπούσε στο φως</p><p>του απογεύματος, διαθλώντας τις ακτίνες του ήλιου και</p><p>πλημμυρίζοντας το χώρο με διάφορα γεωμετρικά σχήματα, που</p><p>προσέδιδαν στην αίθουσα μια απροσδιόριστη αίσθηση μεγαλείου.</p><p>Γωνιώδεις σκιές χάραζαν σαν ρυάκια τις λευκές πλάκες των</p><p>τοίχων και τα μαρμάρινα πατώματα. Ο αέρας μύριζε</p><p>καθαριότητα, θυμίζοντας αποστειρωμένο δωμάτιο. Αρκετοί</p><p>επιστήμονες πηγαινοέρχονταν βιαστικοί, με τα βήματα τους να</p><p>αντηχούν στον τεράστιο χώρο.</p><p>«Ακολουθήστε με, παρακαλώ, κύριε Λάνγκντον». Η φωνή του</p><p>ακουγόταν σαν να έβγαινε από υπολογιστή. Η προφορά του ήταν</p><p>άψογη και ακριβής, όπως και τα αυστηρά χαρακτηριστικά του. Ο</p><p>Κέλερ έβηξε και σκούπισε το στόμα του σε ένα λευκό μαντίλι,</p><p>καρφώνοντας τα άψυχα γκρίζα μάτια του στον Λάνγκντον.</p><p>«Γρήγορα, παρακαλώ». Η πολυθρόνα του φαινόταν να πετάει</p><p>πάνω στα μάρμαρα του δαπέδου.</p><p>Ο Λάνγκντον τον ακολούθησε μέσα από αμέτρητους διαδρόμους</p><p>που ξεκινούσαν από το κεντρικό αίθριο. Κάθε διάδρομος έσφυζε</p><p>από δραστηριότητα. Οι επιστήμονες που έβλεπαν τον Κέλερ τους</p><p>κοίταζαν με απορία, παρατηρώντας προσεκτικά τον Λάνγκντον,</p><p>σαν να αναρωτιούνταν ποιος θα μπορούσε να είναι για να</p><p>συνοδεύεται από τόσο σημαντικά πρόσωπα.</p><p>«Προς μεγάλη μου ντροπή, πρέπει να ομολογήσω», άρχισε να λέει</p><p>ο Λάνγκντον, προσπαθώντας να ανοίξει συζήτηση, «ότι δεν είχα</p><p>ακουστά το CERN ως τώρα».</p><p>«Δε μου κάνει καμία εντύπωση», απάντησε ο Κέλερ. Η κοφτή</p><p>απάντηση του ακούστηκε αυστηρή και περιεκτική. «Οι</p><p>περισσότεροι Αμερικανοί δε θεωρούν την Ευρώπη πρωτοπόρο</p><p>στην παγκόσμια επιστημονική έρευνα. Μας βλέπουν απλώς ως</p><p>ένα γραφικό προορισμό για τις διακοπές τους, αντίληψη μάλλον</p><p>παράξενη, αν λάβει κανείς υπόψη του την εθνικότητα αντρών</p><p>όπως ο Αϊνστάιν, ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έβγαλε το φαξ που είχε</p><p>διπλωμένο στην τσέπη του.</p><p>«Ο άντρας στη φωτογραφία... Μήπως μπορείτε...»</p><p>Ο Κέλερ τον διέκοψε με ένα νεύμα.</p><p>«Παρακαλώ, όχι εδώ. Εκεί σας πηγαίνω τώρα». Άπλωσε το χέρι</p><p>του. «Ίσως θα έπρεπε να το πάρω πίσω αυτό».</p><p>Ο Λάνγκντον του έδωσε το φαξ και τον ακολούθησε σιωπηλά.</p><p>Ο Κέλερ έστριψε απότομα αριστερά και βρέθηκαν σε ένα</p><p>διάδρόμο που ήταν διακοσμημένος με βραβεία και επαίνους. Στην</p><p>αρχή του δέσποζε μια ιδιαίτερα μεγάλη πλάκα. Καθώς</p><p>περνούσαν από δίπλα ο Λάνγκντον κοντοστάθηκε για να</p><p>διαβάσει την επιγραφή που ήταν χαραγμένη στο χαλκό:</p><p>ΒΡΑΒΕΙΟ ARS ELECTRONICA</p><p>Για τη Μεγαλύτερη Πολιτιστική Καινοτομία</p><p>της Ψηφιακής Εποχής</p><p>Απονέμεται στον Τιμ Μπέρνερς Λι και στο CERN</p><p>για την εφεύρεση του</p><p>παγκοσμίου ιστού</p><p>Κοίτα να δεις, σκέφτηκε ο Λάνγκντον διαβάζοντας το κείμενο. Ο</p><p>τύπος τελικά σοβαρολογούσε. Ο Λάνγκντον πάντοτε θεωρούσε το</p><p>Διαδίκτυο αμερικανική εφεύρεση. Βέβαια, οι σχετικές γνώσεις του</p><p>περιορίζονταν στην ιστοσελίδα για το βιβλίο του και στις</p><p>σποραδικές διαδικτυακές επισκέψεις που έκανε στο Λούβρο ή στο</p><p>Πράντο μέσω του παλιού υπολογιστή του.</p><p>«Ο Παγκόσμιος Ιστός», είπε ο Κέλερ, βήχοντας ξανά</p><p>και</p><p>σκουπίζοντας το στόμα του, «ξεκίνησε εδώ ως ένα δίκτυο</p><p>εσωτερικών ηλεκτρονικών διευθύνσεων. Επέτρεπε σε</p><p>επιστήμονες από διαφορετικούς τομείς να μοιράζονται μεταξύ</p><p>τους τα καθημερινά τους ευρήματα. Φυσικά, ολόκληρος ο κόσμος</p><p>έχει την εντύπωση ότι το Διαδίκτυο αποτελεί αμερικανική</p><p>τεχνολογία».</p><p>Ο Λάνγκντον τον ακολούθησε στο διάδρομο.</p><p>«Γιατί, λοιπόν, δεν αποκαθιστάτε την αλήθεια;»</p><p>Ο Κέλερ ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Πρόκειται για μια ασήμαντη παρεξήγηση σχετικά με ένα</p><p>ασήμαντο τεχνολογικό επίτευγμα. To CERN έχει πετύχει πολύ</p><p>σημαντικότερα πράγματα από τη δημιουργία ενός συστήματος</p><p>παγκόσμιας σύνδεσης των υπολογιστών. Οι επιστήμονες μας</p><p>κάνουν θαύματα σε καθημερινή βάση».</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε τον Κέλερ παραξενεμένος.</p><p>«Θαύματα;»</p><p>Η λέξη «θαύμα» σίγουρα δεν αποτελούσε μέρος του καθημερινού</p><p>λεξιλογίου στο Κτίριο Επιστημών Φερτσάιλντ στο Χάρβαρντ.</p><p>Τα θαύματα ήταν μια έννοια που ανήκε στο αντικείμενο των</p><p>θεολογικών σχολών.</p><p>«Διακρίνω κάποια αμφιβολία στη φωνή σας», είπε ο Κέλερ.</p><p>«Νόμιζα ότι είστε θρησκευτικός εικονολόγος. Δεν πιστεύετε στα</p><p>θαύματα;»</p><p>«Δεν έχω κατασταλάξει ακόμα στις απόψεις μου σχετικά με το</p><p>θέμα των θαυμάτων», είπε ο Λάνγκντον. Ιδίως αυτών που</p><p>συμβαίνουν σε επιστημονικά εργαστήρια.</p><p>«Ίσως η λέξη ʺθαύμαʺ να είναι ακατάλληλη. Απλώς</p><p>προσπαθούσα να σας μιλήσω στη γλώσσα σας».</p><p>«Στη γλώσσα μου;» Ο Λάνγκντον ξαφνικά αισθάνθηκε άβολα.</p><p>«Δε θα ήθελα να σας απογοητέψω, κύριε, αλλά μελετώ τη</p><p>θρησκευτική εικονολογία. Είμαι ακαδημαϊκός, όχι ιερέας».</p><p>Ο Κέλερ επιβράδυνε ξαφνικά και γύρισε προς το μέρος του, ενώ</p><p>το βλέμμα του φάνηκε να μαλακώνει κάπως.</p><p>«Φυσικά! Πόσο αφελές εκ μέρους μου. Δε χρειάζεται να έχει</p><p>κανείς καρκίνο για να αναλύσει τα συμπτώματα του».</p><p>Ο Λάνγκντον δεν είχε ακούσει ποτέ πριν να θέτουν το ζήτημα</p><p>κατʹ αυτό τον τρόπο.</p><p>Καθώς συνέχισαν να προχωράνε στο διάδρομο, ο Κέλερ έγνεψε με</p><p>επιδοκιμασία.</p><p>«Υποψιάζομαι ότι εσείς κι εγώ θα συνεννοηθούμε περίφημα,</p><p>κύριε Λάνγκντον».</p><p>Για κάποιο λόγο, ο Λάνγκντον αμφέβαλλε.</p><p>Καθώς οι δύο άντρες προχωρούσαν γρήγορα, στα αφτιά του</p><p>Λάνγκντον έφτασε ένα υπόκωφο βουητό από κάπου μπροστά</p><p>τους. Ο θόρυβος γινόταν όλο και πιο δυνατός σε κάθε τους βήμα,</p><p>κάνοντας τους τοίχους να δονούνται. Έμοιαζε να έρχεται από το</p><p>τέλος του διαδρόμου που εκτεινόταν μπροστά τους.</p><p>«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τελικά ο Λάνγκντον, φωνάζοντας για να</p><p>ακουστεί. Του φαινόταν σαν να πλησίαζαν σε κάποιο ενεργό</p><p>ηφαίστειο.</p><p>«Σωλήνας ελεύθερης πτώσης», απάντησε ο Κέλερ, η φωνή του</p><p>οποίου, κατά περίεργο τρόπο, ακουγόταν πεντακάθαρα δίχως την</p><p>παραμικρή προσπάθεια. Δεν έδωσε καμία άλλη διευκρίνιση.</p><p>Ο Λάνγκντον δε ρώτησε τίποτα άλλο. Ήταν εξαντλημένος, και ο</p><p>Μαξιμίλιαν Κέλερ δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται καθόλου να παίξει</p><p>το ρόλο του καλού οικοδεσπότη. Ο Ρόμπερτ θύμισε στον εαυτό</p><p>του για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί. Οι Illuminati... Υπέθετε ότι</p><p>κάπου μέσα σε αυτές τις κολοσσιαίες εγκαταστάσεις υπήρχε ένα</p><p>πτώμα... Ένα πτώμα σημαδεμένο με ένα σύμβολο το οποίο είχε</p><p>ταξιδέψει σχεδόν πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα για να δει.</p><p>Καθώς πλησίαζαν στο τέλος του διαδρόμου το βουητό έγινε</p><p>σχεδόν εκκωφαντικό, ενώ ο Λάνγκντον αισθανόταν τις δονήσεις</p><p>να μεταδίδονται από τα πέλματα του σε όλο του το σώμα.</p><p>Έστριψαν στη γωνία και στα δεξιά τους εμφανίστηκε ένα μεγάλο</p><p>διαχωριστικό που σου επέτρεπε να κοιτάξεις στο παρακείμενο</p><p>δωμάτιο. Στον κυρτό τοίχο υπήρχαν ενσωματωμένα τέσσερα</p><p>παράθυρα με χοντρά τζάμια, τα οποία θύμιζαν φινιστρίνια</p><p>υποβρυχίου. Ο Λάνγκντον σταμάτησε και κοίταξε μέσα από ένα</p><p>από τα ανοίγματα.</p><p>Ο καθηγητής Ρόμπερτ Λάνγκντον είχε δει αρκετά παράξενα</p><p>πράγματα στη ζωή του, όμως αυτό ήταν το πιο παράξενο από</p><p>όλα.</p><p>Ανοιγόκλεισε τα μάτια του μερικές φορές, σε μια προσπάθεια να</p><p>βεβαιωθεί ότι δεν είχε παραισθήσεις. Αυτό που έβλεπε ήταν ένας</p><p>τεράστιος κυλινδρικός θάλαμος. Μέσα στο θάλαμο αιωρούνταν,</p><p>λες και δεν είχαν καθόλου βάρος, μερικοί άνθρωποι. Τρεις, για</p><p>την ακρίβεια. Ένας από αυτούς του κούνησε το χέρι σε χαιρετισμό</p><p>και έκανε μια τούμπα.</p><p>Θεέ μου! σκέφτηκε. Βρίσκομαι στη Χώρα του Οζ.</p><p>Το δάπεδο του δωματίου ήταν ένα πυκνό πλέγμα, που θύμιζε</p><p>τεράστιο κομμάτι από συρματόπλεγμα. Κάτω από το πλέγμα</p><p>διακρινόταν η μεταλλική λάμψη από την περιστροφή μιας</p><p>γιγάντιας προπέλας.</p><p>«Σωλήνας ελεύθερης πτώσης», είπε ο Κέλερ, σταματώντας για να</p><p>τον περιμένει. «Ελεύθερη πτώση σε εσωτερικό χώρο. Βοηθάει στη</p><p>χαλάρωση και ανακουφίζει από το στρες. Είναι μια κάθετη</p><p>αεροδυναμική σήραγγα».</p><p>Ο Λάνγκντον παρακολουθούσε έκπληκτος. Ένα από τα άτομα</p><p>που διασκέδαζαν στο θάλαμο, μια μάλλον ευτραφής γυναίκα,</p><p>πλησίασε στο παράθυρο. Τα ρεύματα του αέρα τη χτυπούσαν από</p><p>παντού, καθιστώντας δύσκολη την κίνηση της, όμως εκείνη</p><p>χαμογέλασε πλατιά και έκανε στον Ρόμπερτ το γνωστό σήμα με</p><p>τον αντίχειρα σηκωμένο προς τα πάνω. Ο Αμερικανός μελετητής</p><p>συμβόλων, με τη σειρά του, χαμογέλασε αμήχανα και</p><p>ανταπέδωσε τη χειρονομία, μην μπορώντας να αποφύγει να</p><p>αναρωτηθεί αν η γυναίκα ήξερε ότι η κίνηση αυτή αποτελούσε το</p><p>αρχαίο φαλλικό σύμβολο της αντρικής γονιμότητας.</p><p>Η μεγαλόσωμη γυναίκα, όπως παρατήρησε ο Λάνγκντον, ήταν η</p><p>μόνη που φορούσε κάτι που έμοιαζε με μικρογραφία</p><p>αλεξίπτωτου.</p><p>Το κομμάτι του υφάσματος ανέμιζε από πάνω της σαν κάποιου</p><p>είδους παιδικό παιχνίδι.</p><p>«Τι ρόλο παίζει το μικρό αλεξίπτωτο;» ρώτησε ο Λάνγκντον τον</p><p>Κέλερ. «Η διάμετρος του δεν μπορεί να είναι πάνω από ένα</p><p>μέτρο».</p><p>«Τριβή», είπε ο Κέλερ. «Μειώνει τον αεροδυναμικό συντελεστή</p><p>της, ώστε να μπορεί ο ανεμιστήρας να τη σηκώνει». Άρχισε και</p><p>πάλι να προχωράει σε έναν άλλο διάδρομο. «Ένα τετραγωνικό</p><p>μέτρο αντίστασης επιβραδύνει την πτώση ενός σώματος σχεδόν</p><p>κατά είκοσι τοις εκατό».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά, χωρίς να καταλαβαίνει</p><p>απόλυτα. Δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι αργότερα το ίδιο</p><p>βράδυ, σε μια χώρα εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, αυτή η</p><p>συγκεκριμένη πληροφορία θα του έσωζε τη ζωή.</p><p>8</p><p>ΌΤΑΝ Ο ΚΕΛΕΡ με τον Λάνγκντον βγήκαν από την πίσω πλευρά</p><p>του κεντρικού συγκροτήματος του CERN και βρέθηκαν κάτω από</p><p>τον εκτυφλωτικό λαμπερό ελβετικό ήλιο, ο Ρόμπερτ αισθάνθηκε</p><p>σαν να είχε μεταφερθεί ως δια μαγείας στην πατρίδα του. Η θέα</p><p>που ξεδιπλωνόταν μπροστά του θύμιζε το χώρο κάποιου</p><p>πανεπιστημίου του Νέου Κόσμου.</p><p>Μια καταπράσινη πλαγιά κατηφόριζε προς μια ανοιχτή πεδιάδα</p><p>χωρισμένη σε τετράγωνες εκτάσεις που οριοθετούνταν από</p><p>τούβλινα κτίσματα και μονοπάτια και ήταν διάστικτες με</p><p>συστάδες από σφεντάμια. Άτομα με έναν ακαδημαϊκό αέρα</p><p>μπαινόβγαιναν στα κτίρια κρατώντας βιβλία. Σαν για να</p><p>τονίσουν την πανεπιστημιακή ατμόσφαιρα, δύο μακρυμάλληδες</p><p>χίπηδες πετούσαν ένα φρίσμπι ο ένας στον άλλο υπό τους ήχους</p><p>της Τέταρτης Συμφωνίας του Μάλερ, που ακουγόταν στη</p><p>διαπασών από κάποιο παράθυρο.</p><p>«Αυτοί είναι οι κοιτώνες του προσωπικού μας», εξήγησε ο Κέλερ,</p><p>επιταχύνοντας την αναπηρική πολυθρόνα του στο μονοπάτι που</p><p>οδηγούσε στα κτίρια.</p><p>«Έχουμε πάνω από τρεις χιλιάδες φυσικούς εδώ. To CERN</p><p>απασχολεί περισσότερους από τους μισούς μοριακούς φυσικούς</p><p>του κόσμου. Πρόκειται για τα λαμπρότερα μυαλά του πλανήτη:</p><p>Γερμανοί, Ιάπωνες, Ιταλοί, Ολλανδοί, από όποια χώρα μπορείτε</p><p>να φανταστείτε. Οι επιστήμονες μας αντιπροσωπεύουν</p><p>περισσότερα από πεντακόσια πανεπιστήμια και εξήντα έθνη».</p><p>Ο Λάνγκντον είχε εντυπωσιαστεί.</p><p>«Σε ποια γλώσσα συνεννοούνται όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»</p><p>«Στην αγγλική, φυσικά. Είναι η παγκόσμια γλώσσα της</p><p>επιστήμης».</p><p>Ο Λάνγκντον πάντοτε άκουγε ότι τα μαθηματικά ήταν η</p><p>παγκόσμια γλώσσα της επιστήμης, αλλά ήταν πολύ κουρασμένος</p><p>για να διαφωνήσει. Ακολούθησε υπάκουα τον Κέλερ στο</p><p>μονοπάτι.</p><p>Στα μισά της διαδρομής</p><p>διασταυρώθηκαν με ένα νεαρό άντρα</p><p>που έκανε τζόκινγκ. Το μπλουζάκι που φορούσε έφερε μια κάπως</p><p>ασυνήθιστη στάμπα: ΘΕΣΠΕΣΙΑ ΜΕΘ!</p><p>Ο Λάνγκντον γύρισε και τον κοίταξε απορημένος.</p><p>«ΜΕΘ;»</p><p>«Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία», σχολίασε ο Κέλερ. «Η θεωρία</p><p>των πάντων».</p><p>«Κατάλαβα», είπε ο Λάνγκντον, αν και δεν είχε καταλάβει</p><p>τίποτα.</p><p>«Έχετε καθόλου ιδέα από φυσική στοιχειωδών σωματιδίων, κύριε</p><p>Λάνγκντον;»</p><p>Ο Αμερικανός ανασήκωσε τους ώμους του.</p><p>«Γνωρίζω κάποια πράγματα από γενική φυσική... Βαρύτητα,</p><p>τέτοια πράγματα». Η πολύχρονη εμπειρία του στις καταδύσεις</p><p>τον είχε κάνει να σέβεται απόλυτα την τρομερή δύναμη της</p><p>βαρυτικής επιτάχυνσης. «Η φυσική στοιχειωδών σωματιδίων</p><p>εστιάζει στη μελέτη των ατόμων, έτσι δεν είναι;»</p><p>Ο Κέλερ έγνεψε αρνητικά.</p><p>«Τα άτομα μοιάζουν με πλανήτες σε σύγκριση με το αντικείμενο</p><p>της μελέτης μας. Το ενδιαφέρον μας στρέφεται στον πυρήνα του</p><p>ατόμου, ο οποίος αντιστοιχεί μόλις στο ένα δεκάκις χιλιοστό του</p><p>μεγέθους του». Έβηξε ξανά, δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν</p><p>αρκετά άρρωστος.</p><p>«Οι άντρες και οι γυναίκες που εργάζονται στο CERN βρίσκονται</p><p>εδώ για να ανακαλύψουν τις απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα που</p><p>θέτει ο άνθρωπος από την αρχή του χρόνου: Από που</p><p>προερχόμαστε; Από τι είμαστε φτιαγμένοι;»</p><p>«Και οι απαντήσεις αυτές βρίσκονται κρυμμένες σε κάποιο</p><p>εργαστήριο φυσικής;»</p><p>«Ακούγεστε έκπληκτος...»</p><p>«Είμαι. Τα ερωτήματα αυτά μου φαίνονται περισσότερο</p><p>φιλοσοφικά».</p><p>«Κύριε Λάνγκντον, όλα τα ερωτήματα ήταν κάποτε φιλοσοφικά.</p><p>Από την αρχή του χρόνου η φιλοσοφία και η θρησκεία καλούνται</p><p>να καλύψουν τα κενά όπου η επιστήμη αδυνατεί να κατανοήσει</p><p>και να δώσει απαντήσεις. Η ανατολή και η δύση του ήλιου του</p><p>πλανητικού μας συστήματος κάποτε αποδίδονταν στο θεό Ήλιο</p><p>και στο φλεγόμενο άρμα του. Οι σεισμοί και τα παλιρροϊκά</p><p>κύματα οφείλονταν στην οργή του Ποσειδώνα. Η επιστήμη έχει</p><p>πλέον αποδείξει ότι οι θεοί αυτοί ήταν ανύπαρκτοι, ψεύτικα</p><p>είδωλα. Σύντομα όλοι οι θεοί θα αποδειχτεί ότι είναι ψεύτικα</p><p>είδωλα. Η επιστήμη έχει δώσει πλέον απαντήσεις σχεδόν σε όλα</p><p>τα ερωτήματα που μπορεί να θέσει ο άνθρωπος. Απομένουν μόνο</p><p>μερικά, και συγκεκριμένα αυτά που ονομάζουμε ʺυπαρξιακά</p><p>ερωτήματαʺ: Από πού προερχόμαστε; Ποιος είναι ο ρόλος μας</p><p>εδώ; Ποιο είναι το νόημα της ζωής και του σύμπαντος;»</p><p>Ο Λάνγκντον είχε μείνει πραγματικά έκπληκτος.</p><p>«Και αυτά είναι ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το</p><p>CERN;»</p><p>«Διόρθωση: Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία ήδη απαντάμε».</p><p>Ο Λάνγκντον παρέμεινε σιωπηλός καθώς οι δυο άντρες διέσχιζαν</p><p>τα μονοπάτια που χώριζαν τα τετράγωνα των κοιτώνων. Εκεί που</p><p>περπατούσαν ένα φρίσμπι πέρασε πάνω από τα κεφάλια τους,</p><p>για να προσγειωθεί τελικά ακριβώς μπροστά τους. Ο Κέλερ το</p><p>αγνόησε και συνέχισε την πορεία του.</p><p>Από κάπου πίσω τους ακούστηκε μια φωνή.</p><p>«Sil vous plait!»*</p><p>Ο Λάνγκντον στράφηκε και κοίταξε. Ένας ηλικιωμένος</p><p>ασπρομάλλης άντρας που φορούσε μια μπλούζα με το λογότυπο</p><p>COLLEGE PARIS του έγνεψε. Ο Λάνγκντον σήκωσε το φρίσμπι</p><p>και το πέταξε επιδέξια προς το μέρος του. Ο ηλικιωμένος άντρας</p><p>το έπιασε με το ένα του δάχτυλο, πάνω στο οποίο το στριφογύρισε</p><p>μερικές φορές προτού το ρίξει στο συμπαίκτη του, φέρνοντας το</p><p>δεξί του χέρι πάνω από τον αριστερό του ώμο για να δώσει</p><p>ώθηση.</p><p>«Merci!»** φώναξε στον Λάνγκντον.</p><p>«Συγχαρητήρια», είπε ο Κέλερ όταν τον πρόλαβε ο Λάνγκντον.</p><p>* Σας παρακαλώ! (Γαλλικά στο πρωτότυπο.) (Σ.τ.Ε.)</p><p>** Ευχαριστώ! (Γαλλικά στο πρωτότυπο.) (Σ.τ.Ε.)</p><p>«Μόλις παίξατε φρίσμπι με έναν κάτοχο Βραβείου Νόμπελ, τον</p><p>Ζορζ Σαρπάκ, εφευρέτη του πολυσυρματικού αναλογικού</p><p>θαλάμου».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε κάπως αόριστα. Η τυχερή μου μέρα,</p><p>σκέφτηκε.</p><p>Ο Κέλερ με τον Λάνγκντον χρειάστηκαν τρία ακόμα λεπτά για να</p><p>φτάσουν στον προορισμό τους, ένα μεγάλο περιποιημένο κοιτώνα</p><p>που περιβάλλονταν από λεύκες. Σε σύγκριση με τους άλλους</p><p>κοιτώνες αυτό το κτίριο φάνταζε ιδιαίτερα πολυτελές. Η σκαλιστή</p><p>πέτρινη πλάκα στην πρόσοψη έγραφε ΚΤΙΡΙΟ Γ.</p><p>Ευφάνταστη ονομασία, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>Παρά το κοινότοπο όνομα του όμως, το Κτίριο Γ ασκούσε μια</p><p>γοητεία στον Λάνγκντον από άποψη αρχιτεκτονικού στιλ: Ήταν</p><p>ένα συντηρητικό και συμπαγές κτίσμα. Η πρόσοψη του</p><p>αποτελούνταν από κόκκινα τούβλα, διέθετε ένα περίτεχνο</p><p>περιστύλιο και περιτριγυριζόταν από συμμετρικά φυτεμένους και</p><p>καλοκλαδεμένους θάμνους. Καθώς οι δύο άντρες ανηφόριζαν το</p><p>πέτρινο μονοπάτι που οδηγούσε στην είσοδο, πέρασαν από ένα</p><p>είδος πύλης που σχημάτιζαν δύο μαρμάρινοι κίονες. Κάποιος είχε</p><p>αφήσει ένα σημείωμα σε κάποιον από αυτούς:</p><p>Ο ΚΙΟΝΑΣ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΩΝΙΚΟΣ</p><p>Και οι φυσικοί καταφεύγουν σε σκονάκια; αναρωτήθηκε εύθυμα ο</p><p>Λάνγκντον, παρατηρώντας τον κίονα και κρυφογελώντας.</p><p>«Χαίρομαι που βλέπω ότι ακόμα και λαμπροί επιστήμονες κάνουν</p><p>λάθη».</p><p>Ο Κέλερ στράφηκε προς το μέρος του.</p><p>«Τι εννοείτε;»</p><p>«Όποιος έγραψε αυτό το σημείωμα έκανε λάθος. Ο κίονας αυτός</p><p>δεν είναι ιωνικού ρυθμού. Οι κίονες ιωνικού ρυθμού έχουν ίδια</p><p>διάμετρο σε όλο τους το ύψος. Αυτός εδώ στενεύει προς τα πάνω.</p><p>Είναι δωρικού ρυθμού, το είδος που εξελίχτηκε στην ηπειρωτική</p><p>Ελλάδα. Συνηθισμένο λάθος».</p><p>Ο Κέλερ δε χαμογέλασε.</p><p>«Ο συγγραφέας του σημειώματος αστειευόταν, κύριε Λάνγκντον.</p><p>Εννοούσε ότι περιέχει ιόντα, δηλαδή ηλεκτρικά φορτισμένα</p><p>σωματίδια.* Τα περισσότερα αντικείμενα περιέχουν ιόντα».</p><p>Ο Λάνγκντον ξανακοίταξε τον κίονα και άφησε να του ξεφύγει</p><p>ένα μικρό βογκητό.</p><p>Ο Λάνγκντον συνέχιζε να αισθάνεται σαν βλάκας όταν βγήκε</p><p>από το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο του Κτιρίου Γ. Ακολούθησε</p><p>τον Κέλερ σε έναν καλαίσθητο διάδρομο. Η διακόσμηση ήταν μια</p><p>έκπληξη (παραδοσιακή γαλλική αποικιακή), αποτελούμενη από</p><p>ένα χαμηλό καναπέ από ξύλο κερασιάς, ένα πορσελάνινο βάζο</p><p>δαπέδου και ξυλόγλυπτα.</p><p>«Προσπαθούμε να προσφέρουμε ένα άνετο περιβάλλον στο</p><p>μόνιμο προσωπικό μας», εξήγησε ο Κέλερ.</p><p>Προφανώς, σκέφτηκε ο Λάνγκντον.</p><p>«Άρα ο άντρας του φαξ ζούσε εδώ πάνω; Ανήκε στο ανώτερο</p><p>προσωπικό;»</p><p>«Ακριβώς», είπε ο Κέλερ. «Δεν εμφανίστηκε σε μια συνάντηση</p><p>που είχε κανονίσει μαζί μου για σήμερα το πρωί και δεν</p><p>απαντούσε στο βομβητή του. Ανέβηκα μέχρι εδώ αναζητώντας</p><p>τον και τον βρήκα νεκρό στο καθιστικό του».</p><p>Ο Λάνγκντον αισθάνθηκε ένα ξαφνικό ρίγος να τον διαπερνά</p><p>όταν συνειδητοποίησε ότι επρόκειτο να δει ένα πτώμα. Το</p><p>στομάχι του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ανθεκτικό. Επρόκειτο για μια</p><p>αδυναμία</p><p>* Στα αγγλικά η λέξη «ionic» σημαίνει τόσο «ιωνικός» όσο και «ιοντικός».</p><p>(Σ.τ.Ε.)</p><p>την οποία είχε ανακαλύψει ως φοιτητής της Σχολής Καλών</p><p>Τεχνών όταν ο δάσκαλος του πληροφόρησε την τάξη ότι ο</p><p>Λεονάρντο ντα Βίντσι είχε αποκτήσει τις τεράστιες γνώσεις του</p><p>πάνω στο ανθρώπινο σώμα ξεθάβοντας πτώματα,</p><p>πραγματοποιώντας νεκροτομές και μελετώντας το μυϊκό</p><p>σύστημα.</p><p>Ο Κέλερ τον οδήγησε στο τέλος του διαδρόμου. Εκεί υπήρχε μόνο</p><p>μία πόρτα.</p><p>«Αυτό είναι το ρετιρέ, ας πούμε», ανακοίνωσε ο φυσικός,</p><p>σκουπίζοντας μια σταγόνα ιδρώτα από το μέτωπο του.</p><p>Ο Λάνγκντον παρατήρησε τη μοναχική δρύινη πόρτα που</p><p>βρισκόταν μπροστά τους. Διάβασε το όνομα στην ταμπέλα:</p><p>ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΒΕΤΡΑ</p><p>«Ο Λεονάρντο Βέτρα», είπε ο Κέλερ, «θα έκλεινε τα πενήντα οχτώ</p><p>την ερχόμενη βδομάδα. Ήταν ένας από τους λαμπρότερους</p><p>επιστήμονες της εποχής μας. Ο θάνατος του συνιστά βαρύτατη</p><p>απώλεια».</p><p>Προς στιγμήν ο Λάνγκντον νόμισε ότι διέκρινε κάποιο</p><p>συναίσθημα στο ανέκφραστο πρόσωπο του Κέλερ, όμως χάθηκε</p><p>τόσο γρήγορα όσο είχε εμφανιστεί. Ο Κέλερ έβαλε το χέρι στην</p><p>τσέπη του και έβγαλε μια μεγάλη κλειδοθήκη, την οποία άρχισε</p><p>να ψάχνει.</p><p>Μια παράξενη σκέψη πέρασε από το μυαλό του Λάνγκντον. Το</p><p>κτίριο έμοιαζε εγκαταλειμμένο.</p><p>«Που έχουν πάει όλοι;» ρώτησε.</p><p>Η έλλειψη οποιασδήποτε</p><p>δραστηριότητας ήταν μάλλον</p><p>απρόσμενη, δεδομένου ότι ετοιμάζονταν να μπουν σε ένα χώρο</p><p>όπου είχε γίνει φόνος.</p><p>«Οι ένοικοι βρίσκονται στα εργαστήρια τους», απάντησε ο Κέλερ,</p><p>βρίσκοντας επιτέλους το κλειδί.</p><p>«Εννοώ την αστυνομία», διευκρίνισε ο Λάνγκντον. «Έφυγαν</p><p>κιόλας;»</p><p>Ο Κέλερ έμεινε ακίνητος, με το κλειδί μετέωρο στον αέρα.</p><p>«Την αστυνομία;»</p><p>Ο Λάνγκντον κοίταξε το διευθυντή κατευθείαν στα μάτια.</p><p>«Ναι, την αστυνομία. Μου στείλατε με φαξ την εικόνα ενός</p><p>δολοφονηθέντος ανθρώπου. Θα πρέπει σίγουρα να έχετε</p><p>ειδοποιήσει την αστυνομία».</p><p>«Και βέβαια όχι!»</p><p>«Ορίστε;»</p><p>Τα γκρίζα μάτια του Κέλερ φώτισε μια σκληρή λάμψη.</p><p>«Η κατάσταση είναι περίπλοκη, κύριε Λάνγκντον».</p><p>Ο Ρόμπερτ ένιωσε ένα αίσθημα ανησυχίας να τον κυριεύει.</p><p>«Μα... σίγουρα υπάρχει και κάποιος άλλος που να γνωρίζει τι έχει</p><p>συμβεί!»</p><p>«Ναι. Η υιοθετημένη κόρη του Λεονάρντο. Εργάζεται κι εκείνη ως</p><p>φυσικός στο CERN. Μοιράζεται ένα εργαστήριο με τον πατέρα</p><p>της. Είναι συνεργάτες. Η κυρία Βέτρα έλειπε αυτή τη βδομάδα για</p><p>κάποια έρευνα. Την ειδοποίησα για το θάνατο του πατέρα της και</p><p>αυτή τη στιγμή που μιλάμε βρίσκεται στο δρόμο της επιστροφής».</p><p>«Μα ένας άνθρωπος δολοφ...»</p><p>«Η επίσημη έρευνα», είπε ο Κέλερ με αυστηρή φωνή, «θα</p><p>διεξαχθεί. Όμως, επειδή κάτι τέτοιο θα περιλάμβανε έρευνα στο</p><p>εργαστήριο του Βέτρα, ένα μέρος στο οποίο ο ίδιος και η κόρη του</p><p>δεν επιτρέπουν την είσοδο σε κανέναν, θα περιμένω την άφιξη</p><p>της κυρίας Βέτρα. Νομίζω ότι της οφείλω τουλάχιστον αυτή την</p><p>ελάχιστη επίδειξη διακριτικότητας».</p><p>Ο Κέλερ γύρισε το κλειδί.</p><p>Μόλις άνοιξε η πόρτα ένα δυνατό ρεύμα παγωμένου αέρα</p><p>ξεχύθηκε σφυρίζοντας στο διάδρομο και χτύπησε τον Λάνγκντον</p><p>στο πρόσωπο. Πισωπάτησε αιφνιδιασμένος. Στεκόταν στο</p><p>κατώφλι ενός εξωγήινου κόσμου. Το διαμέρισμα που βρισκόταν</p><p>μπροστά του ήταν τυλιγμένο σε ένα πυκνό πέπλο λευκής</p><p>ομίχλης, το οποίο έμοιαζε να στροβιλίζεται γύρω από τα έπιπλα</p><p>και να καλύπτει το δωμάτιο με έναν αδιαφανή μανδύα.</p><p>«Τι στην ευχή...» ψέλλισε ο Λάνγκντον.</p><p>«Σύστημα ψύξης με φρέον», απάντησε ο Κέλερ. «Το ενεργοποίησα</p><p>προκειμένου να συντηρήσω το σώμα».</p><p>Ο Λάνγκντον κούμπωσε το τουίντ σακάκι του για να</p><p>προστατευτεί από το κρύο. Τελικά βρίσκομαι όντως στη Χώρα του</p><p>Οζ, σκέφτηκε. Και έχω ξεχάσει να πάρω μαζί μου τις μαγικές</p><p>παντόφλες μου.</p><p>9</p><p>Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΠΤΩΜΑΤΟΣ που ο Λάνγκντον αντίκρισε</p><p>σωριασμένο στο πάτωμα ήταν φριχτή. Ο μακαρίτης ο Λεονάρντο</p><p>Βέτρα κείτονταν ανάσκελα, τελείως γυμνός, ενώ η επιδερμίδα του</p><p>είχε πάρει μια απόχρωση μπλε‐γκρι. Τα κόκαλα του λαιμού του</p><p>προεξείχαν στα σημεία όπου είχαν σπάσει, ενώ το κεφάλι του</p><p>ήταν γυρισμένο προς τα πίσω, βλέποντας προς λάθος</p><p>κατεύθυνση. Το πρόσωπο του δε διακρινόταν, καθώς ήταν</p><p>στραμμένο προς το πάτωμα. Ο άντρας βρισκόταν ξαπλωμένος</p><p>στη μέση μιας παγωμένης λίμνης που είχε σχηματιστεί από τα</p><p>ίδια του τα ούρα, ενώ το εφηβαίο γύρω από τα ζαρωμένα</p><p>γεννητικά του όργανα είχε πιάσει πάγο.</p><p>Προσπαθώντας να εμποδίσει το κύμα ναυτίας που ένιωθε να</p><p>ανεβαίνει στα σωθικά του, ο Λάνγκντον άφησε τα μάτια του να</p><p>πέσουν στο θώρακα του θύματος. Παρότι είχε μελετήσει πάνω</p><p>από δέκα φορές αυτό το συμμετρικό έγκαυμα στην εικόνα που</p><p>είχε λάβει μέσω φαξ, από κοντά το θέαμα ήταν αφάνταστα πιο</p><p>συγκλονιστικό. Η πρησμένη, καμένη σάρκα ήταν τέλεια</p><p>σημαδεμένη, το σύμβολο άψογα σχηματισμένο...</p><p>Ο Λάνγκντον αναρωτήθηκε αν το έντονο ρίγος που διέτρεχε το</p><p>σώμα του οφειλόταν στο ασυνήθιστο σύστημα ψύξης ή στην</p><p>απόλυτη κατάπληξη που του προκαλούσε η σημασία αυτού που</p><p>αντίκριζε εκείνη τη στιγμή.</p><p>Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς έκανε έναν κύκλο γύρω</p><p>από το σώμα για να διαβάσει τη λέξη ανάποδα και να</p><p>διαπιστώσει για μία ακόμα φορά την απόλυτη ιδιοφυΐα της</p><p>συμμετρίας. Η εικόνα του συμβόλου του φαινόταν ακόμα πιο</p><p>ασύλληπτη τώρα που το έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Ο Ρόμπερτ δεν άκουσε. Βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο, στο δικό</p><p>του κόσμο, στο στοιχείο του, σε έναν κόσμο όπου η ιστορία, ο</p><p>μύθος και τα γεγονότα εισχωρούσαν το ένα στο άλλο, κάνοντας</p><p>το κεφάλι του να γυρίζει. Τα γρανάζια κινούνταν.</p><p>«Κύριε Λάνγκντον;»</p><p>Το βλέμμα του Κέλερ ήταν καρφωμένο πάνω του με προσμονή. Ο</p><p>Ρόμπερτ δε σήκωσε τα μάτια του. Η συγκέντρωσή του ήταν ακόμα</p><p>πιο έντονη, η προσήλωση του απόλυτη.</p><p>«Πόσα πράγματα γνωρίζετε ήδη;»</p><p>«Μόνο όσα είχα το χρόνο να διαβάσω στην ιστοσελίδα σας. Η</p><p>λέξη ʺIlluminatiʺ σημαίνει ʺΠεφωτισμένοιʺ. Είναι η ονομασία</p><p>κάποιου είδους αρχαίας αδελφότητας».</p><p>Ο Λάνγκντον έγνεψε καταφατικά.</p><p>«Είχατε ακούσει το όνομα προηγουμένως;»</p><p>«Όχι μέχρι τη στιγμή που το είδα χαραγμένο με πυρακτωμένο</p><p>μέταλλο πάνω στον κύριο Βέτρα».</p><p>«Και ύστερα αναζητήσατε πληροφορίες στο Διαδίκτυο;»</p><p>«Ναι».</p><p>«Και, χωρίς αμφιβολία, βρήκατε εκατοντάδες αναφορές στη</p><p>λέξη».</p><p>«Χιλιάδες», είπε ο Κέλερ. «Η δική σας ιστοσελίδα όμως περιείχε</p><p>παραπομπές σας σε έγκριτες εκδόσεις των Πανεπιστημίων του</p><p>Χάρβαρντ και της Οξφόρδης, καθώς και έναν κατάλογο με</p><p>σχετικές δημοσιεύσεις. Ως επιστήμονας, έχω μάθει ότι οι</p><p>πληροφορίες αξίζουν όσο η πηγή τους. Και οι δικές σας φαίνονταν</p><p>έγκυρες».</p><p>Τα μάτια του Λάνγκντον παρέμεναν καρφωμένα στο πτώμα. Ο</p><p>Κέλερ δεν πρόσθεσε κάτι άλλο, απλώς συνέχισε να τον κοιτάζει</p><p>επίμονα, προφανώς περιμένοντας από τον Αμερικανό να ρίξει</p><p>κάποιο φως στη σκηνή του εγκλήματος που είχαν μπροστά τους.</p><p>Ο Λάνγκντον σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω στο</p><p>παγωμένο διαμέρισμα.</p><p>«Ίσως θα έπρεπε να συνεχίσουμε τη συζήτηση μας σε κάποιο</p><p>θερμότερο μέρος».</p><p>«Το δωμάτιο αυτό μας κάνει». Ο Κέλερ δε φαινόταν να ενοχλείται</p><p>από το κρύο. «Θα μιλήσουμε εδώ».</p><p>Ο Λάνγκντον συνοφρυώθηκε. Η ιστορία των Πεφωτισμένων σε</p><p>καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να θεωρηθεί απλή. Θα παγώσω</p><p>εδώ μέσα προσπαθώντας να του εξηγήσω. Κοίταξε ξανά το</p><p>έγκαυμα, νιώθοντας να τον πλημμυρίζει και πάλι το δέος. Παρότι</p><p>οι αναφορές στο έμβλημα της αδελφότητας είχαν γίνει θρύλος</p><p>στη σύγχρονη ιστορία της μελέτης των συμβόλων, κανένας</p><p>ακαδημαϊκός δεν είχε δει το σύμβολο με τα μάτια του. Οι αρχαίες</p><p>πηγές το περιέγραφαν ως «αμφίγραμμα», πράγμα που σήμαινε</p><p>ότι διαβαζόταν με δύο τρόπους, ορθά και ανάποδα. Και, παρότι τα</p><p>αμφιγράμματα ήταν συνηθισμένα στη θρησκευτική εικονολογία</p><p>(η σβάστικα, το γιν γιανγκ, το εξάκτινο αστέρι του Δαβίδ, οι απλοί</p><p>σταυροί), η ιδέα και μόνο ότι μια λέξη θα μπορούσε να σχεδιαστεί</p><p>έτσι ώστε να γίνει αμφίγραμμα φαινόταν τελείως απίστευτη. Οι</p><p>σύγχρονοι μελετητές συμβόλων είχαν προσπαθήσει για χρόνια</p><p>να γράψουν τη λέξη «Illuminati» με απόλυτα συμμετρικό τρόπο,</p><p>όμως είχαν αποτύχει παταγωδώς. Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί</p><p>συμφωνούσαν πλέον ότι η ύπαρξη του συμβόλου αποτελούσε</p><p>απλώς μύθο.</p><p>«Ποιοι είναι, λοιπόν, αυτοί οι Illuminati, οι Πεφωτισμένοι;» ρώτησε</p><p>επιτακτικά ο Κέλερ.</p><p>Ναι, σκέφτηκε ο Λάνγκντον, ποιοι είναι στʹ αλήθεια; Άρχισε τη</p><p>διήγηση του.</p><p>«Από την αρχή της ιστορίας», εξήγησε ο Λάνγκντον, «υπήρχε ένα</p><p>βαθύ χάσμα ανάμεσα στην επιστήμη και στη θρησκεία. Οι</p><p>επιστήμονες που μιλούσαν ανοιχτά για τις απόψεις τους, όπως ο</p><p>Κοπέρνικος...»</p><p>«Δολοφονούνταν», διέκοψε ο Κέλερ. «Δολοφονούνταν από την</p><p>εκκλησία επειδή αποκάλυπταν επιστημονικές αλήθειες. Η</p><p>θρησκεία πάντοτε καταδίωκε την επιστήμη».</p><p>«Ναι. Όμως το δέκατο έβδομο αιώνα μια ομάδα αντρών στη Ρώμη</p><p>αποφάσισε να αντισταθεί και να πολεμήσει εναντίον της</p><p>εκκλησίας. Μερικοί από τους πιο φωτισμένους άντρες της Ιταλίας</p><p>(φυσικοί, μαθηματικοί, αστρονόμοι) άρχισαν να συναντιούνται</p><p>μυστικά προκειμένου να μοιραστούν τους προβληματισμούς τους</p><p>σχετικά με τις αναληθείς διδασκαλίες της εκκλησίας. Φοβούνταν</p><p>ότι το μονοπώλιο της ʺαλήθειαςʺ από την εκκλησία απειλούσε το</p><p>διαφωτισμό σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, ίδρυσαν την πρώτη</p>